Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Διδάγματα για το μέλλον: Οι ελληνοτουρκικές κρίσεις στην ιστορική διαχρονία

Δημοσιεύτηκε στις

Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης*

Η εντατικοποίηση της τουρκικής προκλητικότητας/επιθετικότητας τις τελευταίες εβδομάδες στο Αιγαίο και στην Κύπρο, με αποκορύφωμα τον διπλωματικό εξαναγκασμό της Άγκυρας στην Κυπριακή ΑΟΖ, ακυρώνοντας την έναρξη των ερευνών του γεωτρύπανου της ιταλικής ΕΝΙ, «Saipem 12000″ (22.2.2018), υποδηλώνει το μέτρο της τουρκικής απειλής για τα εθνικά (ζωτικά) συμφέροντα Αθήνας-Λευκωσίας. Η έννοια της διακρατικής απειλής αξιολογείται πραγματολογικά, συνεκτιμώντας τις προθέσεις-κίνητρα των ληπτών αποφάσεων του εκάστοτε κράτους, το μέτρο της στρατιωτικής του ικανότητας και την γεωγραφική του εγγύτητα. Υπό αυτό το πρίσμα και ανατρέχοντας στην ιστορική εμπειρία των ελληνοτουρκικών σχέσεων κατά την μεταπολιτευτική περίοδο, δύναται να καταγραφεί η εναργής Τουρκική απειλή στη συντεταγμένη και μεθοδικά σχεδιασμένη στρατηγική της Άγκυρας για επαναοριοθέτηση-επαναδιαπραγμάτευση του εδαφικού καθεστώτος στο Αιγαίο και στην Κύπρο.
Είναι λίγο πριν την εισβολή και κατοχή της βορείου Κύπρου (Ιούλιος 1974) όταν η Άγκυρα εγείρει μονομερείς αξιώσεις έναντι των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στο θαλάσσιο, εναέριο και εδαφικό καθεστώς του Αιγαίου – ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα, αιγιαλίτιδα ζώνη, εθνικός εναέριος χώρος, περιοχής πληροφόρησης πτήσεων (Flight Information Region- FIR), αποστρατικοποίηση των ανατολικών νησιών του Αιγαίου, επιχειρησιακός έλεγχος στο Αιγαίο στα πλαίσια του ΝΑΤΟ. Θα ακολουθήσει η εφαρμογή μιας πολιτικής εξαναγκασμού, μέσω ρηματικών απειλών και έμπρακτων δράσεων – σεισμογραφικές έρευνες στην ελληνική ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου (1974 & 1976) παραβιάσεις του ελληνικού εθνικού εναέριου χώρου – με αντικειμενικό στόχο την παρεμπόδιση άσκησης των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας.
Στην πολιτική εξαναγκασμού της Άγκυρας, η Αθήνα απαντά σπασμωδικά και κατά περίπτωση, προσφεύγοντας στον εξωτερικό εξισορροπητή «ύστατης προσφυγής», τις ΗΠΑ, και ακολουθώντας τη διπλωματική οδό για την ειρηνική επίλυση της διμερούς νομικής διαφοράς –οριοθέτηση της ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου.
Αναλυτικότερα, η μελέτη της ιστορικής, ελληνικής μεταπολιτευτικής εμπειρίας, καταδεικνύει την απουσία μιας στρατηγικής κουλτούρας αποτροπής. Ενός τρόπου ενεργητικής πολιτικοστρατηγικής συμπεριφοράς του κράτους, καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορικής του πορείας, που μετουσιώνεται στην στρατιωτική του ικανότητα, στην πολιτική αξιοπιστία-πολιτική δέσμευση της ηγεσίας του, για την παραγωγή ασφάλειας και την προάσπιση των εθνικών του συμφερόντων ανεξαρτήτου κόστους.
Αντ’ αυτού, διαφαίνεται η ανάπτυξη μιας «κουλτούρας διεθνούς δικαίου» από την Ελλάδα, για την προάσπιση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων στο Αιγαίο και στην Κύπρο. Προς επίρρωση, αρκεί η καταγραφή της πολιτικής στάσης της Αθήνας στην έμπρακτη διαμφισβήτηση και παραβίαση της εδαφικής της κυριαρχίας από την Άγκυρα, (Μάιος 1974, Αύγουστος 1976) με τη διεξαγωγή σεισμογραφικών ερευνών στην ελληνική ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα δημιουργώντας εδαφικά τετελεσμένα. Η απουσία αποτρεπτικής στρατηγικής προδηλώνεται, αφενός στην μετουσίωση της τουρκικής αναθεωρητικής ρητορείας σε πολιτική πράξη και αφετέρου στη δεδηλωμένη πολιτική απόφαση της Αθήνας για ειρηνική διευθέτηση της διμερούς νομικής διαφοράς, έχοντας προηγηθεί ο «κλάδος ελαίας» του Έλληνα πρωθυπουργού, Κ. Καραμανλή, στον Τούρκο ομόλογό του, Σ. Ντεμιρέλ, (Μάιος 1975), για τη σύναψη συμφώνου μη επιθέσεως.
Αντίστροφα, μια πρώτη μεθοδική προσπάθεια για τη διαμόρφωση-εφαρμογή μιας εθνικής αποτρεπτικής στρατηγικής, εγγράφεται κατά την κρίση του Μαρτίου του 1987. Η πολιτική πράξη του Έλληνα πρωθυπουργού, Α. Παπανδρέου, ικανοποιεί τις αναγκαίες συνθήκες διαμόρφωσης-εφαρμογής μιας στρατηγικής αποτροπής. Εκκινώντας από τη δημόσια, πολιτική του δέσμευση για την προάσπιση της ελληνικής εδαφικής ακεραιότητας με τη χρήση ένοπλης βίας, καθιστούσε απαγορευτική, για τη διαπραγματευτική/αποτρεπτική φήμη της Αθήνας, οποιαδήποτε υπαναχώρηση. Η ελληνική κυβέρνηση με την υιοθέτηση σθεναρής πολιτικής στάσης, ως προς το μέτρο αποφασιστικότητάς της, να προασπίσει τα εγγενή της συμφέροντα με τη χρήση ένοπλής βίας, μετέθετε το δίλημμα της επιλογής μεταξύ πολέμου ή υπαναχώρησης στην Τουρκία. Ομοίως, το μέτρο αξιοπιστίας της ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής ήταν εξαιρετικά υψηλό, δεδομένης της σχετικής ισορροπίας δυνάμεων και του διακυβευόμενου συμφέροντος επιβίωσης για την Αθήνα. Η εφαρμογή μιας εθνικής, άμεσης αποτροπής, ή οποία μετασχηματίζεται σε ενεργητική/ενδοπολεμική αποτροπή, κατά την έναρξη της Τουρκικής ενέργειας –έξοδος του Σισμίκ Ι στο Αιγαίο– σε συνδυασμό με την χρήση της διεθνούς αποτροπής (διπλωματική δραστηριοποίηση ΗΠΑ & του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ) ανέστειλε, κατά την έναρξή της, την σχεδιαζόμενη πολιτική πράξη της Άγκυρας. Ωστόσο, η φαινομενική επιτυχία της ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής, μετριάζεται από τον αμοιβαίο διπλωματικό συμβιβασμό στο Νταβός (1988). Ο Έλληνας πρωθυπουργός, δεσμεύτηκε για τη μη άσκηση του κυριαρχικού δικαιώματος της διεξαγωγής ερευνών στην ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου εκτός των ελληνικών χωρικών υδάτων, συναινώντας στη διεξαγωγή διμερών συνομιλιών για το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας, υπό τον όρο της υποχρεωτικής παραπομπής της διαφοράς σε δικαστική διευθέτηση.
Η αναβάθμιση, σ’ ένταση-έκταση, της τουρκικής επιθετικότητας προσλαμβάνει απτές εκφάνσεις στην πρώτη, μεταψυχροπολεμική δεκαετία, με την κρίση των Ιμίων, (1996), επιβεβαιώνοντας την ανισορροπία στο ισοζύγιο ισχύος μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας. Για πρώτη φορά αμφισβητείται έμπρακτα το εδαφικό καθεστώτος ελληνικών νησιών, νησίδων και βραχονησίδων του Αιγαίου, μετά την κατάληψη ελληνικού εδάφους (δυτική Ίμια) από τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις. Η επίτευξη ενός εδαφικού τετελεσμένου και η δημιουργία «γκρίζων ζωνών» εντός της ελληνικής εδαφικής επικράτειας ήταν απότοκα της αβελτηρίας της ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής ν’ ανταποκριθεί αποτελεσματικά σ’ απειλές χαμηλής έντασης.
Εν κατακλείδι, στο βαθμό που το διατακτικό της τουρκικής πολιτικής, συνίσταται στην εγκαθίδρυση ασύμμετρων ανταγωνισμών και ελεγχόμενων εντάσεων με την Ελλάδα-Κύπρο, με απότοκο την επίτευξη της μέγιστης δυνατής πολιτικοστρατηγικής επιρροής με το ελάχιστο δυνατό κόστος, η Αθήνα-Λευκωσία καλούνται να συνδιαμορφώσουν-εφαρμόσουν μια αξιόπιστη αποτρεπτική στρατηγική. Εδραζόμενη στην ορθή αξιολόγηση της φύσης των κινήτρων-προθέσεων των περιφερειακών τους συνδαιτυμόνων, στην ανάπτυξη επαρκών-ικανών συντελεστών οικονομικής-στρατιωτικής ισχύος και στην επίδειξη αποφασιστικότητας για την προάσπιση των εθνικών τους συμφερόντων, ακόμη και μέσω του «μοιραίου» (πολέμου).
*Ο Διονύσης Τσιριγώτης, είναι Επίκουρος Καθηγητής, Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων & Διπλωματίας. Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Διεθνή28 λεπτά πριν

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να...

Αναλύσεις59 λεπτά πριν

Le Figaro: Στο χείλος του γκρεμού η Γαλλία ετοιμάζεται για τον ερχομό της τρόικας

Η Γαλλία δεν ανήκει πλέον στον πυρήνα της ευρωζώνης, αλλά έχει μετατραπεί σε περιφερειακή χώρα που απειλεί τη σταθερότητά της....

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Οι κινητές ομάδες πυρός αεράμυνας και η απειλή των drones

Μία από τις απαντήσεις σε αυτή την απειλή ήταν η δημιουργία Κινητών Ομάδων Πυρός Αεράμυνας (Mobile Air Defense Fire Groups)....

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν...

GEOPOLITICO19 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Δημοφιλή