Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Διαβάστε την – Έκκληση της Διεθνούς Ελληνικής Ένωσης προς τη Διεθνή Κοινότητα, να πάψει να ανέχεται τις αθλιότητες της Τουρκίας

Δημοσιεύτηκε στις

INTERNATIONAL HELLENIC ASSOCIATION
Claymont, Delaware 19703, U.S.A
www.professors-PhDs.com
IHAHellas@gmail.com
Μάρτιος 14, 2018
Όλος ο κόσμος παρακολουθεί έκπληκτος αφ’ ενός τις “γκαγκστερικές” ενέργειες της Τουρκίας σε ξένα χωρικά ύδατα, αφ’ ετέρου, την υποτονική αντίδραση των κυβερνήσεων διαφόρων κρατών καθώς και Διεθνών Οργανισμών των οποίων η αποστολή είναι η διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης.
Οι Τουρκικές δυνάμεις παραβιάζουν τα Ελληνικά χωρικά ύδατα και τον Ελληνικό εναέριο χώρο σχεδόν σε καθημερινή βάση εδώ και πολλά χρόνια. Αυτή η κατάσταση, που σπάνια προβάλλεται στα διεθνή δελτία ειδήσεων, έχει οδηγήσει τους εκτός Ελλάδος δημοσιογράφους να αναφέρονται συχνά σε ορισμένα Ελληνικά νησιά του Αιγαίου σαν «νησιά αμφισβητούμενα μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας».
Τα σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας έχουν καθοριστεί από την διεθνή Συνθήκη της Λωζάνης (24 Ιουλίου 1923), την οποία έχει υπογράψει και η Τουρκία (https://wwi.lib.byu.edu/index.php/Treaty_of_Lausanne), απο τις Ιταλο-Τουρκικές συμφωνίες του 1932 και από την Συνθήκη των Παρισίων του 1947, η οποία αναγνώρισε τα νησιά του Αιγαίου ως Ελληνική επικράτεια. Συνεπώς, δεν υπάρχουν «αμφισβητούμενα νησιά». Τα Ελληνικά νησιά είναι αμφισβητούμενα μόνο στα μάτια της Τουρκικής κυβέρνησης. Η Ελλάδα πάντοτε απαντά στις Τουρκικές προκλήσεις προσπαθώντας να αποκλιμακώσει τις εκάστοτε εντάσεις.

Πρόσφατα, οι Τουρκικές απειλές εναντίον της Ελλάδας έφθασαν σε πολύ επικίνδυνο επίπεδο. Ο Πρόεδρος Ερντογάν δήλωσε ότι η Τουρκία «έδωσε» τα νησιά το οποία «ήταν δικά μας» και τα οποία «βρίσκονται τόσο κοντά μας που ακούμε τις φωνές» (https://www.gatestoneinstitute.org/11954/turkey-threats-greek-islands). Ελπίδα για δημοκρατική αλλαγή στην Τουρκική κυβέρνηση και μείωση της επιθετικότητας, δεν υπάρχει, καθώς το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης (το Δημοκρατικό Κόμμα του Λαού) υπόσχεται στους Τούρκους περισσότερη επιθετικότητα εναντίον της Ελλάδος και γρήγορη επέκταση των Τουρκικών συνόρων.

Στις 12 Φεβρουαρίου του 2018, εντός των Ελληνικών χωρικών υδάτων, ανατολικά της Ελληνικής νήσου των Ιμίων, ακταιωρός της Τουρκικής ακτοφυλακής επιχείρησε τον εμβολισμό στάσιμου Ελληνικού σκάφους της ακτοφυλακής στο πλευρό, προφανώς με σκοπό να το διαμελίσει, παραβιάζοντας τους διεθνείς κανόνες αποφυγής συγκρούσεων. Το σκάφος της Ελληνικής ακτοφυλακής απέφυγε την σύγκρουση την τελευταία στιγμή μετά από κατάλληλο ελιγμό, αλλά κτυπήθηκε στην πρύμνη και έπαθε εκτεταμένες ζημίες. Επρόκειτο αναμφίβολα για εγκληματική ενέργεια και προφανώς ο Τούρκος καπετάνιος δεν έδρασε αυτόβουλα, αλλά ακολουθούσε μάλλον εντολές. Η «απάντηση» από τους οργανισμούς που εκπροσωπούν τη διεθνή κοινότητα ήταν όπως πάντα: «και οι δύο πλευρές πρέπει να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση και να αποκλιμακώσουν την ένταση». Είναι αυτή η δέουσα απάντηση, όταν η ένταση προκαλείται μόνο από τη μία πλευρά; Είναι δυνατόν να αναμένεται συμμόρφωση της τουρκικής πλευράς προς το Διεθνές Δίκαιο, όταν οι οργανισμοί που υπερασπίζονται την παγκόσμια ειρήνη δεν τολμούν να πουν στην Τουρκία «πρέπει να σταματήσεις, ειδάλλως…»; Η κατάσταση γίνεται ακόμη και ειρωνική, αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι και οι δύο χώρες, Ελλάδα και Τουρκία, είναι μέλη του ΝΑΤΟ, μιας συμμαχίας που αποσκοπεί στην υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας των μελών της.

Ακόμη πιο παράδοξο είναι αυτό που συμβαίνει στην Κύπρο. Στις 9 Φεβρουαρίου 2018, Τουρκικά στρατιωτικά πλοία εισέβαλαν στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) της Κυπριακής Δημοκρατίας και παρεμπόδισαν το Ιταλικό πλωτό γεωτρύπανο Saipem 12000 της Ιταλικής πετρελαϊκής εταιρίας ΕΝΙ (Italian Energy Company – Ente Nazionale Idrocarburi), το οποίο βρισκόταν καθ΄οδόν προς το οικόπεδο 3 της Κυπριακής ΑΟΖ για εξερεύνηση υδρογονανθράκων. Ως αποτέλεσμα, το Saipem 12000 εγκατέλειψε τα χωρικά ύδατα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα Ηνωμένα Έθνη και το Συμβούλιο Ασφαλείας δεν κατεδίκασαν αυτή τη νέα Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, πράγμα που θα έπρεπε να είχαν κάνει καθώς είναι το προπύργιο της προστασίας των κυριαρχικών δικαιωμάτων των κρατών μελών τους. Οι Τουρκικές ενέργειες καταδικάστηκαν από την Ιταλική κυβέρνηση, την Ευρωπαϊκή Ένωση (αν και όχι όσο έπρεπε, απλά καλώντας την Τουρκία να αποφεύγει την δημιουργία κρίσιμων καταστάσεων), και βέβαια από την κυβέρνηση της Κύπρου. Η υποτονική αντίδραση της Διεθνούς Κοινότητας φαίνεται πως ακολούθησε το παράδειγμα του Ηνωμένου Βασιλείου, το οποίο είναι από τις λεγόμενες εγγυήτριες δυνάμεις της Κυπριακής Δημοκρατίας και όφειλε να καταδικάσει την Τουρκία με τους πλέον υψηλούς τόνους. Η Ελληνική Κοινότητα του Ηνωμένου Βασιλείου έχει ξεκινήσει ηλεκτρονική εκστρατεία καλώντας την Βρετανική κυβέρνηση να αντιδράσει όπως αρμόζει, και, ήδη, πάνω από 3000 διαμαρτυρίες έχουν φθάσει ηλεκτρονικά στο Βρετανικό Υπ. Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας, από τις 23 Φεβρουαρίου (2018) που ξεκίνησε η εκστρατεία. Η αποτυχίας της Διεθνούς Κοινότητας να αντιδράσει αποτελεσματικά, επέτρεψε στην Τουρκία να μπλοκάρει την έρευνα υδρογονανθράκων. Νέες έρευνες αναμένονται να ξεκινήσουν εντός των προσεχών ημερών από την Αμερικανική εταιρεία ExonMobil στο οικόπεδο 10 της ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η Τουρκία είναι η μόνη χώρα-μέλος των Ηνωμένων Εθνών η οποία δεν αναγνωρίζει την Κύπρο ως ανεξάρτητη χώρα και μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης· επί πλέον, η Τουρκία δεν έχει υπογράψει την Σύμβαση της Θάλασσας των Ηνωμένων Εθνών, την οποία η Κύπρος έχει υπογράψει και επικυρώσει. Εν μέρει, το bullying που ασκεί η Τουρκία στην ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας έχει να κάνει με το γεγονός ότι Τουρκικά στρατεύματα ακόμα κρατούν υπό κατοχή το βόρειο μέρος του νησιού, μετά από τις δύο παράνομες εισβολές της Τουρκίας στις 20 Ιουλίου και 14 Αυγούστου 1974, μια κατοχή που υποτίθεται προκάλεσε η δικτατορία που κυβερνούσε την Ελλάδα τότε, υπό παράξενες συνθήκες τις οποίες κάποιοι χαρακτηρίζουν απλοποιημένα με τη φράση «Έλληνες εθνικιστές έκαναν πραξικόπημα, με στόχο να ενώσουν την Κύπρο με την Ελλάδα». Η ιστορική αλήθεια, όμως, έχει αποδεσμευθεί από το Βρετανικό Εθνικό Αρχείο, επιβεβαιώνοντας την συμπαιγνία μεταξύ Τουρκίας και Ηνωμένου Βασιλείου· η Βρετανία άφησε την Τουρκία να εισβάλει με στόχο την διχοτόμηση της Κυπριακής Δημοκρατίας σε «δύο συνιστώντα κράτη», ένα σχέδιο των Βρετανών που ξεκίνησε από το 1956/57, επανα-σχεδιάστηκε από τις 3 Ιανουαρίου 1964 μεταξύ Βρετανών και Τούρκων και εκτελέστηκε τελικά το 1974.

Στις πρόσφατες διαπραγματεύσεις του περασμένου Ιουλίου (2017) για επανένωση της νήσου με το βόρειο κατεχόμενο μέρος, ο πρόεδρος της Κύπρου κ. Αναστασιάδης προέβη σε μεγάλες παραχωρήσεις για διαμοιρασμό της εξουσίας μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων της Κύπρου (υπό τη μορφή δύο «συνιστώντων κρατών»). Παρόλα ταύτα η τουρκική κυβέρνηση απέρριψε τα πάντα και επέμενε στο αίτημα της να διατηρήσει τουρκικά στρατεύματα στο «Τουρκικό συνιστών κράτος» και μετά τη «λύση», καθώς επίσης να διατηρήσει τα εγγυητικά της δικαιώματα σύμφωνα με την Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960 την οποία τόσο η Κυπριακή Κυβέρνηση όσο και η Κυβέρνηση της Ελλάδας ζητούν να ακυρωθεί (οι τρείς εγγυήτριες δυνάμεις βάση της Συνθήκης Εγγυήσεως του 1960 ήσαν το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ελλάδα και η Τουρκία). Αλήθεια, ποίος έχων σώας τας φρένας, και γνωρίζοντας την επιθετικότητα της Τουρκίας σε όλα τα μέτωπα, θα έδιδε σ΄αυτήν την χώρα το δικαίωμα να επεμβαίνει νόμιμα και στρατιωτικώς στην Κύπρο όποτε εκείνη θεωρεί αναγκαίο; Υπογραφή σε μια τέτοια συμφωνία δεν διαφέρει από υπογραφή για το τέλος της ανεξαρτησίας της Κύπρου.

Σ’ αυτό το κλίμα εκφοβισμού και επιθετικότητας εκ μέρους της Τουρκίας, την 1η Μαρτίου (2018) δύο Έλληνες στρατιωτικοί (ανθυπολοχαγός και ΕΠΟΠ λοχίας) συνελήφθησαν από Τουρκική περίπολο κατά τη διάρκεια περιπολίας στις Καστανιές του Έβρου και τώρα κρατούνται φυλακισμένοι στις φυλακές υψίστης ασφαλείας της Αδριανούπολης. Υποτίθεται ότι η Ελληνική περίπολος έχασε τον δρόμο της λόγω κακών καιρικών συνθηκών και βρέθηκε 253 μέτρα μέσα στην Τουρκική επικράτεια· ωστόσο, το ενδεχόμενο της ενέδρας και της προαποφασισμένης σύλληψης ενισχύεται από πολλές ενδείξεις. Ακόμη όμως και αν πέρασαν τα σύνορα, παρόμοια περιστατικά έχουν σημειωθεί πολλές φορές στο παρελθόν και από τις δύο πλευρές και επιλύθηκαν ειρηνικά. Τί έχει αλλάξει τώρα; Για ποιόν σκοπό έγινε η σύλληψη; Σύμφωνα με τις ειδήσεις, η Τουρκική κοινή γνώμη ικανοποιήθηκε με την σύλληψη και φυλάκιση των Ελλήνων στρατιωτικών, γιατί η Ελλάδα δεν έχει εκδώσει στην Τουρκία οκτώ Τούρκους αξιωματικούς που ζήτησαν άσυλο στην Ελλάδα μετά το πραξικόπημα του 2015 που είχε στόχο την ανατροπή της σημερινής κυβέρνησης της Τουρκίας. Ας ελπίσουμε η Τουρκική κοινή γνώμη να αντιληφθεί ότι η Ελλάδα δεν έχει τίποτα να κερδίσει, αν δεν εκδώσει τους Τούρκους αξιωματικούς στην Τουρκία. Ωστόσο, οι Ελληνικές αρχές τούς κρατούν στην Ελλάδα ακολουθώντας τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου. Πολλοί Έλληνες προτιμούν οι Τούρκοι αξιωματικοί να μην εκδοθούν στις Τουρκικές αρχές για λόγους ανθρώπινης αλληλεγγύης και συμπόνιας, καθώς η επιστροφή στην Τουρκία θα σήμαινε εκτέλεση ή ισόβια κάθειρξη. Αντίθετα, όταν οι Τουρκικές αρχές επιτρέψουν στους Έλληνες στρατιωτικούς να επιστρέψουν στην Ελλάδα, οι στρατιωτικοί δεν θα ριχτούν στη φυλακή αλλά στην αγκαλιά των δικών τους. Είναι κατανοητή αυτή η σημαντική διαφορά από την Τουρκική κοινή γνώμη;
Η Ελλάδα αντιμετωπίζει ένα επί πλέον σοβαρό πρόβλημα αυτή την περίοδο, το θέμα της ονομασίας του νοτίου τμήματος της πρώην Γιουγκοσλαβίας που αποχωρίστηκε όταν η χώρα αυτή διαιρέθηκε σε μικρότερες χώρες το 1990. Όποιος γνωρίζει την ιστορία του «Μακεδονικού ζητήματος» κατανοεί την ανησυχία της Ελλάδας ότι αν ονομασθεί η FYROM « Μακεδονία» ή με οποιοδήποτε όνομα που περιλαμβάνει τη λέξη «Μακεδονία» —όπως Βόρεια ή Νέα Μακεδονία, που όλοι γνωρίζουμε ότι θα καταλήξει σε σκέτο «Μακεδονία»— αυτό θα είναι απειλή για την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας και θα προκαλεί σύγχυση σχετικά με την ιστορία της αρχαίας Μακεδονίας. Η τουρκική κυβέρνηση είναι αναμεμειγμένη και σε αυτό το θέμα, με τον πρόεδρο Ερντογάν να δηλώνει ότι δεν θα συμφωνήσει να γίνει δεκτή η FYROM στο ΝΑΤΟ με άλλο όνομα εκτός από το Μακεδονία. Δεν προκαλεί και δεν προβληματίζει αυτό όσους παίρνουν μέρος στις διαπραγματεύσεις για την ονομασία της FYROM και πιέζουν την Ελλάδα να συμφωνήσει στην αποδοχή του ονόματος Μακεδονία; Οι στενές και φιλικές σχέσεις της Τουρκίας με τη FYROM είναι γνωστές (μπορείτε να διαβάσετε εδώ για «τους αδελφούς του Ερντογάν»: http://greece.greekreporter.com/2016/11/10/turkish-president-defines-turkeys-borders-of-the-heart-as-larger-than-actual-borders/), καθώς περίπου 4% του πληθυσμού της FYROM είναι Τούρκοι και ένα σημαντικό ποσοστό από τους Αλβανούς (που αποτελούν το 35% του πληθυσμού) είναι επίσης μουσουλμάνοι. Οι Τούρκοι της FYROM, μαζί με τους Σλάβους που είναι η πλειοψηφία της χώρας, και μαζί ακόμη με Τούρκους που ζουν στην Τουρκία και δημιουργούν συνδέσμους για υποστήριξη των συμφερόντων της FYROM, αυτοαποκαλούνται «Μακεδόνες» και ισχυρίζονται οτι ομιλούν την «Μακεδονική γλώσσα». Οι αντιπρόσωποι της Διεθνούς Κοινότητας οφείλουν να αναγνωρίσουν το φιάσκο και να υποστηρίξουν την Ελλάδα στο αγώνα της να προστατέψει τη γη και την ιστορία της.

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις έχουν μακραίωνη ιστορία. Η πανωλεθρία των “βυζαντινών” στρατευμάτων στο Μαντζικέρτ από τους Σελτζούκους Τούρκους (1071) και, κυρίως, η εσωτερική πολιτική παράλυση που ακολούθησε στην Κωνσταντινούπολη, επέτρεψε τη μόνιμη εγκατάσταση των Σελτζούκων στη Μικρά Ασία. Αυτό έφερε ως αποτέλεσμα την σταδιακή υποταγή της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας («Βυζαντινής Αυτοκρατορίας») στους Τούρκους και τη δημιουργία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πολλά έθνη βίωσαν ιστορικές συγκρούσεις και παρ’ όλ’ αυτά έχουν καταφέρει να ξεπεράσουν το παρελθόν και να οικοδομήσουν σχέσεις εμπιστοσύνης με στόχο την κοινή ευημερία. Η ιστορική συμβίωση δημιουργεί όχι μόνο τριβές αλλά και δεσμούς. Αυτό αντανακλάται στις πολύ καλές εντυπώσεις Ελλήνων τουριστών που επισκέπτονται την Τουρκία και Τούρκων τουριστών που επισκέπτονται την Ελλάδα, καθώς και σε ατομικές φιλίες μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Πολλοί Τούρκοι αγοράζουν ακίνητα στην Ελλάδα για να τα έχουν στη διάθεσή τους όχι μόνο για διακοπές, αλλά και για να βρουν καταφύγιο σε περίπτωση που κάτι πάει στραβά στην Τουρκία. Επιπλέον, Τούρκοι επιχειρηματίες έχουν επενδύσει πολλά χρήματα στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Η τουρκική κυβέρνηση πρέπει να εκμεταλλευτεί αυτές τις φιλικές δοσοληψίες προς όφελος και των δύο χωρών αντί να καλλιεργεί εχθρότητα και μίσος. Εντούτοις, μέχρις ότου συμβεί αυτό, οι διεθνείς οργανισμοί που εκπροσωπούν τα δημοκρατικά έθνη που επιδιώκουν την παγκόσμια ειρήνη και ευημερία (ΕΕ, ΟΗΕ, ΝΑΤΟ), πρέπει να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την επιθετική συμπεριφορά της τουρκικής κυβέρνησης, αντί να εγκαταλείψουν την Ελλάδα να αντιμετωπίσει μόνη της την πάνοπλη Τουρκία. Ποιο το όφελος συμμετοχής της Ελλάδας –ή οποιασδήποτε χώρας– σ’ αυτούς τους οργανισμούς, αν δεν παρέχεται υποστήριξη όταν χρειάζεται; Ποιος ο λόγος ύπαρξης αυτών των οργανισμών εάν δεν ανταποκρίνονται στους στόχους που έχουν θέσει;

Καλούμε την Διεθνή Κοινότητα να βοηθήσει την Ελλάδα στις προσπάθειές της να απελευθερώσει τους δύο στρατιωτικούς που κρατούνται άδικα στις φυλακές υψίστης ασφαλείας της Αδριανούπολης. Επίσης, καλούμε την Διεθνή Κοινότητα να σταματήσει την Τουρκία από την παραβίαση διεθνών συνθηκών και νόμων.

Καλούμε την Ελληνική κυβέρνηση και την στρατιωτική ηγεσία να προβούν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την γρήγορη απελευθέρωση των δύο στρατιωτικών.

Η ανοικτή επιστολή – Έκκληση προς την Διεθνή Κοινότητα συνετάχθη και διανέμεται από τον Διεθνή Ελληνικό Σύλλογο, έναν υπερκομματικό, μη κερδοσκοπικό οργανισμό με μέλη 3000 Έλληνες και φιλέλληνες ακαδημαϊκούς, και έδρα στις ΗΠΑ.

International Hellenic Association-IHA (USA)

Εστάλη στους:
ΠΡΟΣ:
Donald J. Trump, Πρόεδρο των ΗΠΑ
Mike Pompeo, Υπουργόν Εξωτερικών των ΗΠΑ
Matthew Nimetz, Ειδικό Μεσολαβητή του ΟΗΕ μεταξύ Ελλάδος και Σκοπίων
António Guterres, Γενικόν Γραμματέα του ΟΗΕ
Κράτη- μέλη του ΟΗΕ
Κράτη- Μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσης
Antonio Tajani, Πρόεδρον της Ευρωβουλής
Jens Stoltenberg, Γενικόν Γραμματέα του NATO
Ευρωβουλευτές
κ. Προκόπη Παυλόπουλο, Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας
κ. Αλέξη Τσίπρα, Πρωθυπουργό της Ελλάδος
κ. Νίκο Κοτζιά, Υπουργόν Εξωτερικών της Ελλάδος
κ. Πάνο Καμμένο, Υπουργόν Εθνικής Άμυνας
Ναύαρχον Ευάγγελο Αποστολάκη, Αρχηγόν ΓΕΕΘΑ
κ. Νίκο Αναστασιάδη, Πρόεδρον της Κύπρου

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ:
κ. Κυριάκο Μητσοτάκη, Αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης
Αρχηγούς όλων των κομμάτων της Ελληνικής Βουλής
Βουλευτές του Ελληνικού και του Κυπριακού Κοινοβουλίου 

Πηγή: INTERNATIONAL HELLENIC ASSOCIATION

We call on the international community to stop bowing to Turkey and to respond appropriately to its criminal actions
INTERNATIONAL HELLENIC
ASSOCIATION
Claymont, Delaware 19703
U.S.A
Www.professors-PhDs.com
IHAHellas@gmail.com
March 14, 2018
To:
Donald J. Trump, President of the United States of America,
Mike Pompeo, US Secretary of State
Matthew Nimetz, UN Special Mediator between Athens and Skopje
António Guterres, Secretary General of UN
Member States of the United Nations
Member States of the EU (no names here?)
Antonio Tajani, President of the European Parliament
Jens Stoltenberg, Secretary General of NATO
Members of the European Parliament
Prokopios Pavlopoulos, President of the Hellenic Republic
Alexis Tsipras, Prime Minister of Greece
Nikos Kotzias, Foreign Minister of Greece
Panos Kammenos, Minister of Defense of Greece
Admiral Evangelos Apostolakis, Chief of the Hellenic National Defense General Staff
Nicos Anastasiadis, President of Cyprus

Cc:
Kyriakos Mitsotakis, Leader of the major opposition party
Leaders of all political parties in Greece
Members of the Greek Parliament

The world is stunned, not so much by Turkey’s actions—which are nothing new and unexpected—, but by the reaction (or the lack of) to Turkey’s provocations on the part of governments of nation states as well as international organizations aiming to keep world peace.

The Turkish military has been invading the Greek waters and airspace on an almost daily basis, a state of affairs reoccurring for many years. These provocations are rarely reported by the world news media, yet they have led international (non-Greek) journalists to often refer to certain Greek Aegean islands as “disputed— between Greece and Turkey—islands”. The borders between Greece and Turkey were defined by the international Treaty of Lausanne (24 July 1923), which has been signed also by Turkey (https://wwi.lib.byu.edu/index.php/Treaty_of_Lausanne), the 1932 Turkish-Italian Agreements, and the 1947 Paris Treaty, which recognized the islands of the Aegean as Greek territory. Therefore, there are no “disputed islands”; the Greek islands are disputable only in the eyes of the Turkish government. Time and again, Greece has responded to Turkey’s provocations by trying to de-escalate the tensions.

Recently, the Turkish threats against Greece have reached a very dangerous level. President Erdoğan declares that Turkey “gave away” the islands that “used to be ours” and are “within shouting distance” (https://www.gatestoneinstitute.org/11954/turkey-threats-greek-islands). Hope for a democratic change in Turkish government and decreased aggression is non-existent, as the main opposition party (the Republican People’s Party) promises to the Turks more aggression against Greece and quick expansion of the Turkish borders.

On February 12, 2018, within Greek territorial waters, east of the Greek island of Imia, a corvette of the Turkish Coast Guard moved fast against the side of an anchored Greek Coast Guard ship which was on patrol in the area, apparently with the intent to break it in the middle, in contravention of the International Conflict Avoidance Rules. The Greek Coast Guard vessel, after a proper maneuver, avoided complete destruction but was hit at the stern and suffered extensive damage. This was clearly a deliberately provocative action. Certainly the Turkish captain did not act on his own, but rather was following orders. Response from organizations representing the international community was what it has always been: “the two sides must de-escalate the tensions”. Is this an appropriate response when tensions are initiated by only one side? Can conformity with international law be expected on the part of Turkey, when organizations defending world peace do not dare to say “you have to stop, or else”? It is also ironic that both Greece and Turkey are members of NATO, an alliance aiming at defending the territorial integrity of its members.

Even more incendiary are the events transpiring in Cyprus. On the 9th of February, 2018, Turkish military naval vessels invaded the Republic of Cyprus’ Exclusive Economic Zone (EEZ) and blockaded the Italian drill vessel Saipem 12000 of Italian Energy Company ENI (Ente Nazionale Idrocarburi), on its way to a drilling operation within Block 3 of Cyprus’ EEZ. As a result, Saipem 12000, left the sovereign waters of the Republic of Cyprus and moved to another location in Moroccan waters. The United Nations and its Security Council failed to condemn this latest invasion of Cyprus by Turkey, as it should have done since it is the bastion of safeguarding the sovereignty of its member states. Turkey’s actions were condemned by the Italian Government, the European Commission (albeit lukewarmly calling on Turkey to refrain from threats), and of course by the Cyprus Government. The weak response of the International Community seemed to follow the example of the United Kingdom, one of the so called Guarantor Powers of the Republic of Cyprus, which should have condemned Turkey in the strongest terms. The Greek community in the UK is carrying out an electronic campaign calling on the British Government to do that, with over 3,000 emails to have reached the British Foreign Office since the 23rd of February. Due to the failure of the International Community to act decisively, Turkey was successful in blocking the oil and gas explorations. New explorations are now due within the next few days by American ExxonMobil on Block 10 of Cyprus’s EEZ.

It is important to note that Turkey is the only member state of the United Nations that does not recognize Cyprus as an independent country and a member of the European Union, and is not a signatory to the United Nations Convention on the Law of the Sea, which Cyprus has signed and ratified. Part of Turkey’s bullying in Cyprus’ EEZ has to do with the fact that the Turkish military occupies the northern section of the island since its two illegal invasions on 20th of July and 14th of August, 1974, an occupation seemingly provoked by the Greek dictatorship at that time, under very peculiar circumstances that some like to simplify with the phrase “Greek nationalists staged a coup, intending to annex Cyprus to Greece”. The historical truth, however, has been released by the British National Archives, confirming the collusion between Turkey and the United Kingdom in allowing Turkey to invade in order to re-constitute the Republic of Cyprus into “two constituent states”, a partitionist plan devised by the British in 1956/57, re-planned as from the 3rd January 1964 between the British and the Turks, and executed in 1974.

In recent negotiations (June, 2017) for reunification of the island of Cyprus with its northern occupied section, Mr. Anastasiadis, the president of Cyprus, made great concessions for power sharing between Turkish and Greek Cypriots (in the form of ‘two constituent states’). Even so, Turkey’s government rejected them as it insists on maintaining Turkish troops in the ‘Turkish Constituent State’ following the ‘solution’, and also continue as a guarantor power as per the 1960 Treaty of Guarantee, which the Government of Cyprus and Government of Greece want abandoned (the three Guarantor Powers as per the ToG of 1960 were the United Kingdom, Greece and Turkey). Who, in his right mind, knowing Turkey’s pattern of aggression at many fronts, would give Turkey the right to lawfully intervene militarily in Cyprus any time it considers it necessary? Signing such an agreement is similar to signing the end of Cyprus’ independence.

In this climate of bullying and aggression, on March 1st, 2018, two Greek military officers (a sergeant and a second lieutenant) were captured by Turkish officials while patrolling in Kastanies, Evros, northern Greece, and are now being held in Adrianople (Edirne), in high security prisons. According to information available, the patrol lost its orientation due to adverse weather conditions (snow) and, allegedly, stepped across the border into Turkey; it is still unclear whether the officers fell into a pre-planned ambush. Even if indeed the two officers had crossed the border, accidental crossings of the borders have happened a number of times in the past, from both sides, and the problem was resolved peacefully. What is different now? Have the Turkish soldiers been ordered to capture and arrest Greek soldiers when the opportunity arises? For what purpose? According to the press, the Turkish public is satisfied with the capture and imprisonment of the Greek military officers because Greece has not extradited to Turkey eight Turkish soldiers who sought asylum in Greece after the coup aimed at overthrowing the present government of Turkey. We would hope that the Turkish public keeps this in mind: Greece has nothing to gain by not extraditing the Turkish soldiers to Turkey. Yet, Greek authorities keep them in Greece, following procedures according to international law. But many Greeks also prefer the Turkish officers not be turned over to Turkish authorities out of a sense of compassion, as a return to Turkey would mean execution or a life sentence. On the other hand, when Turkish authorities allow the Greek officers to return to Greece, the officers will not be thrown in jail but into the arms of their families. Does this contrast mean anything to the Turkish public?
Greece faces an additional very serious problem at this time, and that is the issue of the unresolved naming of the southern part of former Yugoslavia that broke away when the country fractured into several smaller states in 1990. Anyone who is familiar with the history of the “Macedonian issue” understands Greece’s concern that naming FYROM (a temporary name under the auspices of UN until a permanent name is agreed between Athens and Skopje) “Macedonia” or any name that includes “Macedonia” in it—such as North or New Macedonia, which we all know will be reduced to simply “Macedonia”—threatens the territorial integrity of Greece and creates confusion regarding the history of ancient Macedonia. The Turkish government has been involved in this issue as well, with President Erdoğan declaring that he will not agree to accept FYROM into NATO with any name other than Macedonia. Doesn’t this interference raise one more red flag for those involved in the name negotiations, who are pressing Greece to agree to accept the name Macedonia for FYROM? The present close and friendly relationship between Turkey and FYROM is a blatant reality, as the population of FYROM includes about 4% Turks in addition to a significant percentage of other Muslims within the 35% of the Albanian population (see “Erdoğan’s brothers”: http://greece.greekreporter.com/2016/11/10/turkish-president-defines-turkeys-borders-of-the-heart-as-larger-than-actual-borders/). The Turks of FYROM, along with the Slavs who are the majority of the country’s population, and together with Turks in Turkey who create associations to support FYROM’s interests, identify themselves as “Macedons” who supposedly speak the “Macedonian language”. The representatives of the international community ought to recognize the fiasco, and support Greece in its struggle to protect its land and history.

There is a long history in the relations between Turkey and Greece, starting from the defeat of the “Byzantine” army in Manzikert by the Seljuk Turks (1071), which, in combination with the internal political paralysis which followed in Constantinople, permitted the permanent establishment of Seljuks in Asia Minor, and resulted in the subjugation of the Eastern Roman Empire (“Byzantine empire”) to the Turks and the creation of the Ottoman Empire. But “rough history” exists between many nations, and yet they have found ways to overcome the past and prosper in a new direction. Furthermore, commonalities in history create not only friction but also bonds. This is reflected in the very friendly exchanges between Greek tourists visiting Turkey and Turkish tourists visiting Greece, as well as in individual friendships between Greeks and Turks, both in Greece and abroad. In addition, many Turks are buying property in Greece to have it available not only for vacations, but also to find refuge in the event something goes very wrong in Turkey. In addition, Turkish businessmen have made substantial investments in Greece, in recent years. The Turkish government must capitalize on these friendly attitudes, for the good of both countries, rather than cultivate animosity and hate. However, until this happens, the organizations that represent democratic nations striving for peace and prosperity (EU, UN, NATO) ought to deal with the aggressive behavior of the Turkish government in an an effective manner, rather than leave Greece to handle on her own a country that is armed to its teeth. What is the purpose of Greece’s—or any country’s—alliance with these organizations, if support is not provided when needed? What is the reason for the existence of these organizations if they do not meet the goals they have set?

We call on the international community to support Greece in its efforts to free the two Greek military officers unfairly imprisoned in the highest security prisons of Edirne. We also call on the international community to stop Turkey from violating international treaties and laws.

We call on the Greek government and the Greek military leaders to take all necessary steps in order to secure the safe and quick release of the two imprisoned officers.

This Open Letter – Call to the International Community was prepared and distributed by the International Hellenic Association (USA), which is a non-profit, non-partisan organization with a membership of more than 3000 Greek and Philhellene academics worldwide.

International Hellenic Association-IHA (USA)

Sorce.  INTERNATIONAL HELLENIC ASSOCIATION

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ιστορία - Πολιτισμός6 λεπτά πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις18 λεπτά πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO19 λεπτά πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO49 λεπτά πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

Δημοφιλή