Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Γιατί οι ΗΠΑ ξεκινούν παγκόσμιο οικονομικό πόλεμο;

Δημοσιεύτηκε στις

Αναστάσιος Λαυρέντζος 

Κανείς πρόεδρος των ΗΠΑ δεν έχει συναντήσει τόσες
αντιδράσεις πριν και μετά την εκλογή του, όσο ο Ντόναλντ Τραμπ. Πού οφείλεται
αυτό; Στο ότι είναι ένας αντισυμβατικός πρόεδρος, όντας ένας μεγαλοεπιχειρηματίας,
ή στο ότι όλα αυτά είναι σημάδια μιας βαθείας κρίσης που σοβεί στο υπόβαθρο; Ισχύουν
και τα δύο, κυρίως όμως ισχύει το δεύτερο… Για να καταλάβουμε τί σημαίνει
αυτό, θα πρέπει να δούμε τί συμβαίνει σήμερα στον κόσμο.
Η παγκοσμιοποίηση
δημιούργησε θεμελιώδεις ανισορροπίες…
Η πλήρης απελευθέρωση των ροών κεφαλαίου στα τέλη του 20ου
αιώνα έδωσε στις πολυεθνικές εταιρείες της Δύσης τη δυνατότητα να επενδύσουν τα
κεφάλαια τους στην αναδυόμενη Ασία και κυρίως στην Κίνα, όπου μπορούσαν να
βρουν άφθονα και φθηνά εργατικά χέρια, ελαστική εργατική νομοθεσία και σχεδόν μηδενικούς
περιορισμούς. Με αυτόν τον τρόπο εξήχθηκαν ολόκληρες γραμμές παραγωγής της
συμβατικής βιομηχανίας και δημιουργήθηκαν νέες γραμμές υψηλής τεχνολογίας
(υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα κλπ).

Παράλληλα εξήχθησαν και οι αντίστοιχες
θέσεις εργασίας. Επρόκειτο για μια διαδικασία αποβιομηχάνισης της Δύσης, κατά
την οποία τα καταναλωτικά προϊόντα άρχισαν πλέον να παράγονται σε χώρες φθηνού
κόστους και στη συνέχεια να πωλούνται στις παλαιές καπιταλιστικές μητροπόλεις.
Οι τελευταίες παραδόξως όχι μόνο διατήρησαν, αλλά συχνά αύξησαν την αγοραστική
τους δύναμη. Αυτό εν μέρει ήταν αποτέλεσμα των χειραγωγίσιμων νομισματικών ισοτιμιών,
αλλά κυρίως ήταν αποτέλεσμα της λεγόμενης financial economy. Της δυνατότητας δηλαδή των
τραπεζών να παράγουν χρήμα μέσω της πιστωτικής επέκτασης, αναπληρώνοντας ή και
ενισχύοντας διά του δανεισμού την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών. Σε
μακροσκοπικό επίπεδο ορισμένες χώρες έγιναν έτσι καθαροί παραγωγοί (Κίνα,
Γερμανία), με μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα, και άλλες χώρες έγιναν καθαροί
καταναλωτές (ΗΠΑ, Νότια Ευρώπη), οι οποίες μέσω κάποιου μηχανισμού
(διαφορετικού ανά περίπτωση) μπορούσαν να πιστοδοτούνται για να συνεχίσουν να
καταναλώνουν…

Τα δίδυμα ελλείμματα
των ΗΠΑ…
Αποτέλεσμα της παραπάνω κατάστασης, σε συνδυασμό με τον
εξοπλιστικό «κεϋνσιανισμό» (Reaganomics)
της δεκαετίας του 1980 (ο οποίος γονάτισε την ΕΣΣΔ), είναι ότι τα τελευταία
τριάντα περίπου χρόνια οι ΗΠΑ παρουσιάζουν συνεχώς δημοσιονομικό έλλειμμα και
έλλειμα τρεχουσών συναλλαγών. Η συνεχής συσσώρευση δημοσιονομικών ελλειμμάτων οδήγησε
με τη σειρά της στην αύξηση του δημόσιου χρέους, το οποίο επί προεδρίας Ομπάμα
διπλασιάστηκε, προσεγγίζοντας το ιλιγγιώδες ποσό των 20 τρισεκατομμυρίων δολαρίων!…
Για να διατηρηθεί αυτή η κατάσταση, οι ΗΠΑ κάνουν κάτι ιδιαίτερα επικίνδυνο:
«τυπώνουν» συνεχώς δολάρια, μέσω της Κεντρικής Τράπεζας (Fed), η οποία πλέον αποτελεί τον βασικό
αγοραστή του αμερικάνικου χρέους. Μεγάλες ποσότητες αμερικάνικων χρεογράφων
έχουν αγοράσει βεβαίως και οι χώρες παραγωγοί (κυρίως η Κίνα και η Ιαπωνία), οι
οποίες με αυτό τον τρόπο έχουν εμπλακεί σε ένα σχήμα παγκόσμιας οικονομικής
«πυραμίδας»… Είναι προφανές ότι αυτό
που κάνουν οι ΗΠΑ δεν μπορεί να το κάνει καμία άλλη χώρα
, αφού το συνεχές
«τύπωμα» χρημάτων θα είχε ως συνέπεια τη συνεχή υποτίμηση του νομίσματος και τη
δημιουργία ανεξέλεκτου πληθωρισμού. Αυτό όμως είναι ένα βασικό πλεονέκτημα των
ΗΠΑ, επειδή μεταπολεμικά το δολάριο έγινε το διεθνές αποθεματικό νόμισμα.
Δηλαδή είναι το νόμισμα στο οποίο αποτιμώνται όλα τα αγαθά (πετρέλαιο, μέταλλα,
κ.λπ.) και στο οποίο γίνονται αντίστοιχα όλες οι συναλλαγές. Ως αποτέλεσμα
πάντα υπάρχει ζήτηση για δολάριο, αφού όλοι το δέχονται ως συναλλακτικό και
αποθεματικό μέσο. Αντίστροφα, δεδομένης αυτής της σημασίας του δολαρίου, είναι
σαφές ότι τίποτε δεν απειλεί περισσότερο
τη διεθνή θέση των ΗΠΑ, όσο η αμφισβήτηση της πρωτοκαθεδρίας  του νομίσματός τους
. Εννοείται ότι όποιος
επιδιώξει κάτι τέτοιο, κινδυνεύει άμεσα και θανάσιμα (όπως διαπίστωσαν με
τραγικό τρόπο οι Σαντάμ Χουσεΐν και Καντάφι, οι οποίοι τόλμησαν να ψελίσουν ότι
θα έκαναν τις πωλήσεις του πετρελαίου τους σε ευρώ).

Σχήμα 1. Η εξέλιξη του
αμερικάνικου δημόσιου χρέους ανά Πρόεδρο και πολιτικό κόμμα στην εξουσία. Είναι
φανερή η επιτάχυνση στην αύξηση του χρέους επί προεδρίας Reagan και Bush και ο
διπλασιασμός του επί Ομπάμα του οποίου η έναρξη της προεδρίας συμπίπτει με την
εκδήλωση της κρίσης του 2008. Έκτοτε η Fed υποχρεώθηκε να τυπώνει συνεχώς δολάρια προκειμένου να
αποφευχθεί μια παγκόσμια κρίση τύπου 1929 (το περίφημο πρόγραμμα Asset reflation
του Ben Bernanke)…
 
Η άνοδος της Γερμανίας…
Σε αντίθεση με τις άλλες Δυτικές χώρες η Γερμανία δεν υπέστη
σημαντική αποβιομηχάνιση. Αυτό το πέτυχε διατηρώντας χαμηλά το εργατικό κόστος (dumping μισθών)
και έχοντας ένα μίγμα παραγωγής στο οποίο κυριαρχούν τα «επώνυμα» προϊόντα, δηλαδή
προϊόντα για τη ζήτηση των οποίων καθοριστικός παράγοντας δεν είναι μόνο η
τιμή, αλλά και το όνομα (brand name).
Βεβαίως οι γερμανικές επιχειρήσεις καθόλου δεν απέφυγαν τη διεθνή επέκταση,
ιδρύοντας εργοστάσια σε όλο τον κόσμο, ωστόσο μεγάλο κομμάτι της παραγωγής
παρέμεινε στη Γερμανία. Σημαντικός παράγοντας της γερμανικής επιτυχίας ήταν και
η εκμετάλλευση των πλεονεκτημάτων που της
έδινε η ευρωπαϊκή ενοποίηση
: Με την επέκταση της ΕΕ προς την Ανατολική
Ευρώπη η (ενοποιημένη πλέον) Γερμανία απέκτησε πάλι πρόσβαση στη ζωτική για
αυτήν Μεσευρώπη (Mitteleuropa),
στην οποία μπορούσε να επενδύει, εξασφαλίζοντας χαμηλά κόστη παραγωγής.
Αντίστοιχα με τη δημιουργία της ευρωζώνης απέκτησε ένα διπλό πλεονέκτημα: αφ’
ενός υποτίμησε τεχνητά το νόμισμά της, αφού πλέον σε αυτό μετείχαν και
οικονομικά ασθενέστερες απ’ αυτήν χώρες, και αφ’ ετέρου είχε μια αγορά για τα
προϊόντα της, την οποία βεβαίως χρηματοδοτούσε έμμεσα (βλ. ανοίγματα κεντρικών
τραπεζών στο σύστημα Target2).
Κατά μία έννοια, όπως και η Κίνα έναντι των ΗΠΑ, η Γερμανία χρηματοδότησε την
κατανάλωση των νότιων (κυρίως) μελών της ζώνης ευρώ, με μια όμως βασική
διαφορά: ενώ στην περίπτωση του ζεύγους ΗΠΑ-Κίνας, ο δανειζόμενος (ΗΠΑ) είναι πολιτικά
και στρατιωτικά υπέρτερος του οικονομικά ανερχόμενου, στην περίπτωση της
ευρωζώνης, η Γερμανία είχε δεσπόζουσα θέση στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, ώστε να ασκεί
πολιτικό έλεγχο σε αυτούς που δάνειζε για να καταναλώνουν τα προϊόντα της (βλ. ως
ακραία περίπτωση την ελληνική κρίση).
Εύθραυστη ισορροπία
και η παγκόσμια κρίση που έρχεται…
Όσα περιγράψαμε παραπάνω, δείχνουν ότι ο κόσμος σήμερα βρίσκεται
σε μια ασταθή ισορροπία, η οποία για να μην διαταραχθεί, απαιτεί συνεχές
«τύπωμα» δολαρίων που διατηρούν την αγοραστική τους δύναμη. Όπως είναι προφανές
όμως, αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ άπειρο. Με τον ένα ή με το άλλο τρόπο
οι ΗΠΑ οφείλουν να εξαλείψουν τα δίδυμα ελλείμματά τους, γεγονός το οποίο
μπορεί να γίνει με δύο τρόπους: Ο ένας είναι να εφαρμόσουν πολιτική περικοπών
(λιτότητα), η οποία θα βύθιζε τον κόσμο σε βαθειά και απότομη ύφεση, και θα
ανάγκαζε τις ΗΠΑ να χάσουν τη δεσπόζουσα θέση τους στον κόσμο. Ο άλλος τρόπος είναι
να «επαναδιαπραγματευτούν» τη σχέση τους με όλους τους άλλους, αξιοποιώντας τα
πολιτικά (και όπου χρειαστεί) τα στρατιωτικά τους πλεονεκτήματα… Αυτός ο
δεύτερος δρόμος όπως φαίνεται είναι και αυτός που επιλέγουν. Για να επιτύχουν όμως
τον στόχο τους θα πρέπει να εκτελέσουν μια δύσκολη ακροβασία…
Λύση μέσα από «παραδοσιακές»
συνταγές…
Σύμφωνα με όσα έχει δηλώσει ο νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ, βασική του
επιλογή είναι η αναζωογόνηση της αμερικανικής οικονομίας και ο επαναπατρισμός
της παραγωγής. Για την επίτευξη του πρώτου στόχου αναγγέλλεται η εφαρμογή μιας κεϋνσιανής
πολιτικής, δηλαδή η χρηματοδότηση έργων υποδομής μέσω δημόσιου χρέους, ώστε να
αυξηθεί η απασχόληση και άρα το διαθέσιμο εισόδημα. Μια τέτοια πολιτική όμως
συνεπάγεται νέα δημοσιονομικά ελλείμματα και
νέα αύξηση του χρέους
, και άρα θα πρέπει να γίνει στοχευμένα και για
περιορισμένο σχετικά χρονικό διάστημα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια επικίνδυνη
φυγή προς τα εμπρός, η οποία μέσω της οικονομικής μεγέθυνσης θα επιδιώξει να
καταστήσει το χρέος μικρότερο όχι σε
απόλυτους αριθμούς αλλά σε σχέση με το ΑΕΠ
. Για να πετύχει όμως αυτή
πολιτική έχει ως απαραίτητη προϋπόθεση τη
δραστική μείωση του εμπορικού ελλείμματος
. Διαφορετικά, το εισόδημα που θα
αποκτήσουν οι αμερικανοί εργαζόμενοι θα διαρρεύσει στο εξωτερικό με την αγορά
κινέζικων προϊόντων, ιαπωνικών υπολογιστών και γερμανικών αυτοκινήτων. Είναι λοιπόν προφανές ότι μια πολιτική κεϋνσιανής
τόνωσης της αμερικάνικης οικονομίας αναγκαστικά συμβαδίζει με την εφαρμογή
μέτρων προστατευτισμού
, στο άκουσμα του οποίου πολλοί βέβαια εξανίστανται, θεωρώντας
τον ως αναχρονισμό. Όσοι το κάνουν όμως αυτό, παραβλέπουν ότι η παρούσα
διευθέτηση δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο, χωρίς τελικά να οδηγήσει σε μια
εκρηκτική παγκόσμια κρίση. Για να το θέσουμε πιο απλά: είναι επικίνδυνα αφελείς
(ενίοτε δε και ιδιοτελείς) όσοι νομίζουν ότι οι ΗΠΑ μπορούν επ’ άπειρο να
τυπώνουν χρήμα ώστε να συνεχίζουν οι Κινέζοι, οι Ιάπωνες και οι Γερμανοί να
πωλούν τα προϊόντα τους. Επίσης το κατά πόσον ζούμε σε έναν κόσμο ελεύθερων
συναλλαγών στον οποίο ισχύουν απόλυτα οι κανόνες του υγιούς ανταγωνισμού είναι
και αυτό υπό συζήτηση… Επί παραδείγματι, γιατί να θεωρείται στρέβλωση η
εισαγωγή μέτρων προστατευτισμού από πλευράς ΗΠΑ, την ίδια ώρα που οι Κινέζοι
(και δευτερεύντως οι Γερμανοί) κρατούν τεχνητά υποτιμημένα τα νομίσματά τους; Ή,
για να το θέσουμε ακόμη πιο συγκεκριμένα, γιατί να αποδεχτούν οι ΗΠΑ να έχει το
Μεξικό εμπορικό πλεόνασμα 60 δις δολαρίων, το οποίο εν πολλοίς οφείλεται στην
εξαγωγή προϊόντων που παράγουν τοπικά γερμανικές (ή και αμερικάνικες)
αυτοκινητοβιομηχανίες; Από την άλλη μεριά, γιατί οι ΗΠΑ να αποδέχονται παθητικά
τα τεράστια εμπορικά πλεονάσματα της Γερμανίας και της Ιαπωνίας, οι οποίες
έχουν επί δεκαετίες σχεδόν μηδενικές αμυντικές δαπάνες, χάρη στην προστασία που
τους παρέχει η αμερικάνικη αμυντική ομπρέλα έναντι της Ρωσίας και της Κίνας
αντίστοιχα; Όλα αυτά είναι θέματα υπό συζήτηση και υπό επαναδιαπραγμάτευση,
διότι προφανώς το παιγνίδι δεν παίζεται μόνο με οικονομικούς όρους. Και σε αυτό
το πλαίσιο είναι σαφές ότι μέσω της εκλογής Τράμπ οι ΗΠΑ θα επιχειρήσουν να επαναδιαπραγματευτούν προς όφελός τους μια
σειρά από εμπορικές συμφωνίες, αλλά και τους διεθνείς συσχετισμούς
.
Διαθέτουν σε αυτό το παίγνιο ισχυρά πολιτικά και στρατιωτικά «χαρτιά», αλλά και
το πλεονέκτημα ότι είναι ο τελικός πελάτης…
Παγκοσμιοποίηση
εναντίον εθνικού κράτους
Αυτό που σήμερα ονομάζουμε παγκοσμιοποίηση, δηλαδή η
ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων, προϊόντων και ανθρώπων, είναι μια (εν πολλοίς νομοτελειακή)
διαδικασία, η οποία αλλάζει άρδην τον κόσμο, τείνοντας να εξομαλύνει τις υπάρχουσες
διαφορές. Αυτό έκανε πολλούς να πιστέψουν (Φουκουγιάμα) ότι βρισκόμαστε κοντά
στο τέλος της Ιστορίας, καθώς προσεγγίζουμε σε έναν κόσμο φιλελεύθερης
ουτοπίας. Έναν κόσμο που θα μοιάζει με καταναλωτικό παράδεισο, όπου δεν θα έχει
νόημα η ύπαρξη συνόρων και όπου και αυτός ακόμη ο πόλεμος θα θεωρείται ένα
φαινόμενο ξεπερασμένο. Όπως αποδεικνύεται όμως, η Ιστορία δεν τελείωσε, γιατί
εκτός από την οικονομία υπάρχει και η πολιτική. Και η πολιτική θα υπάρχει
πάντα, όσο προκύπτουν νέες ανισοκατανομές. Σε μια κλασική επανάληψη των όσων
συνέβησαν σε όλες τις αυτοκρατορίες, οι ίδιες ελίτ που οδήγησαν στο απόγειό της
την αμερικάνική ισχύ, είναι τώρα εκείνες οι οποίες προετοιμάζουν την πτώση της,
γιατί πλέον οι επιδιώξεις τους σε μια παγκόσμια αρένα συχνά αποκλίνουν από τα εθνικά
συμφέροντα. Οι αμερικάνικες πολυεθνικές ήταν εκείνες οι οποίες πρώτες επένδυσαν
στις χώρες χαμηλού κόστους (Κίνα) ή στους παλαιούς ηττημένους (Ιαπωνία,
Γερμανία), εκμεταλλευόμενες από τη μια το φθηνό κόστος παραγωγής και από την
άλλη την τεχνητή διατήρηση της αγοραστικής δύναμης της μητροπόλης. Την ίδια ώρα
λοιπόν που οι αμερικάνικες πολυεθνικές και μαζί τους και οι αναδυόμενοι οικονομικοί
κολοσσοί της Γερμανίας, της Κίνας και της Ιαπωνίας μεγιστοποιούν τα κέρδη τους,
υποσκάπτονται τα θεμέλια του εθνικού κράτους, καθώς απειλούνται ή
παρακάμπτονται όλα όσα αυτό προστατεύει ή ορίζει. Παράλληλα, σημαντικά τμήματα
των κοινωνιών στις μητροπόλεις (ΗΠΑ, Βρετανία) περιθωριοποιούνται, καθώς δεν
μετέχουν στα κέρδη της «παγκοσμιοποίησης». Όλα αυτά δημιουργούν ένα εκρηκτικό
οικονομικοπολιτικό μίγμα, το οποίο σπρώχνει το εκκρεμές προς την ενστικτώδη
συσπείρωση των «υστερησάντων» στο εθνικό κράτος. Αυτό είναι το γνώριμο όχημα το
οποίο χρησιμοποιούν οι λαοί για να ανακτήσουν τον έλεγχο. Το κατά πόσο θα
συμβεί αυτό και το αν η συσσωρευόμενη ένταση θα εκτονωθεί ομαλά, είναι το κύριο
ερώτημα αυτής της ιστορικής περιόδου. Το σίγουρο πάντως είναι ότι (τουλάχιστον)
η επόμενη δεκαετία θα είναι εξόχως ενδιαφέρουσα, αλλά και λίαν επικίνδυνη… Όσον
αφορά το ελληνικό κράτος, τίθενται βεβαίως μια σειρά από θεμελιώδη ή και
υπαρξιακά ερωτήματα: θα είναι άραγε σε θέση να αποφύγει τους κινδύνους και να
εκμεταλλευτεί τις ευκαιρίες που αναπόφευκτα παρουσιάζονται; Υπάρχει ηγεσία και
εθνικό σχέδιο για να πορευτεί η χώρα στις επικίνδυνες «διεθνείς θάλασσες» του
μέλλοντος; Τί θα σημάνει για την Ελλάδα το ενδεχόμενο μιας αμερικανικής
απόσυρσης από τον ρόλο του διεθνούς τοποτηρητή; Όλα αυτά τα ερωτήματα, μαζί με
τις απαιτήσεις για παραγωγική ανασύνταξη και υπέρβαση της σημερινής οικονομικής
κρίσης, για ανάταξη της δημογραφικής κάμψης και για την αντιμετώπιση των επερχόμενων
μεταναστευτικών ροών αποτελούν τις κρίσιμες προκλήσεις στις οποίες καλείται να
ανταποκριθεί ο ελληνισμός για να επιβιώσει μέσα στον 21ο αιώνα…

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO23 λεπτά πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO53 λεπτά πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Η Ευρώπη γνωρίζει, αλλά κάνει τα στραβά μάτια! Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας με Χαμάς και ισλαμιστικά δίκτυα

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεων, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

Δημοφιλή