Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ρώσοι ολιγάρχες ανακρίνονται στις ΗΠΑ για εμπλοκή στην προεκλογική εκστρατεία Τράμπ

Δημοσιεύτηκε στις

Ασυνήθιστη κίνηση από τον ειδικό ανακριτή Ρόμπερτ Μάλερ

Σε μία ασυνήθιστη κίνηση ανάκρισης Ρώσων ολιγαρχών που ταξίδεψαν στις ΗΠΑ προχώρησε η ομάδα έρευνας του ειδικού ανακριτή Ρόμπερτ Μάλερ σύμφωνα με το CNN.Οι ανακριτές σταμάτησαν τουλάχιστον έναν από αυτούς κι έκαναν έρευνα στις ηλεκτρονικές συσκευές του όταν το ιδιωτικό αεροσκάφος του προσγειώθηκε σε αεροδρόμιο της Νέας Υόρκης, σύμφωνα με πολλαπλές πηγές που έχουν ενημερωθεί σχετικά με την διεξαγωγή της έρευνας.
Οι αρχές, σταμάτησαν επίσης έναν δεύτερο Ρώσο ολιγάρχη στην διάρκεια πρόσφατης επίσκεψης που έκανε στις ΗΠΑ, ενώ δεν έχει ξεκαθαριστεί εάν του έγινε έρευνα, σύμφωνα με πηγή που έχει λάβει ενημέρωση για τις εξελίξεις.
Παράλληλα, η ομάδα έρευνας του ειδικού ανακριτή προχώρησε στην κατάρτιση ανεπίσημου εγγράφου εθελούσιας κατάθεσης για έναν τρίτο Ρώσο ολιγάρχη ο οποίος δεν έχει ταξιδέψει πρόσφατα στις ΗΠΑ.

Οι τρεις παραπάνω περιπτώσεις έχουν ένα κοινό σημείο ενδιαφέροντος για την έρευνα: οι ανακριτές διερευνούν κι ερωτούν για το αν οι Ρώσοι ολιγάρχες έδωσαν παράνομα άμεσα ή έμμεσα δωρεές σε ρευστό χρήμα, τόσο στην προεκλογική εκστρατεία του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, όσο και στην προετοιμασία που έγινε για την επίσημη τελετή ανάληψης των προεδρικών καθηκόντων του, τον Ιανουάριο του 2017.

Το ενδιαφέρον της ομάδας έρευνας του Μάλερ για τους Ρώσους ολιγάρχες, δεν είχε γίνει προηγούμενα γνωστό.

Ωστόσο, διαφαίνεται ότι η έρευνα διεξάγεται δίνοντας έμφαση στο ενδεχόμενο της παράνομης ροής χρημάτων από την Ρωσία στον προεκλογικό αγώνα για τις προεδρικές εκλογές που πραγματοποιήθηκαν στις ΗΠΑ, το Νοέμβριο του 2016. 

Σε γενικότερο πλαίσιο, ο Μάλερ διερευνά κι αν υπήρξε συνωμοσία μεταξύ της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ και Ρώσων επιχειρηματιών και κυβερνητικών αξιωματούχων.

Η προσέγγιση που έγινε στους Ρώσους επιχειρηματίες από την ομάδα ερευνών κατά τις τελευταίες εβδομάδες, υπονοεί ότι οι ανακριτές έχουν στα χέρια τους σχετικά αρχεία ή έγγραφα στο πλαίσιο διεξαγωγής της έρευνας, σύμφωνα με μία πηγή. 

Έτσι, στην πρόσφατη χρονική περίοδο έχει ξεκινήσει η προσπάθεια, αναφορικά με το ποιες άλλες πληροφορίες θα μπορούσαν να δοθούν από τους Ρώσους ολιγάρχες που επισκέπτονται τις ΗΠΑ ή κι από όσους θα μπορούσαν να συνεργαστούν εθελοντικά με την ομάδα ερευνών, ακόμη κι αν δεν έχουν βρεθεί πρόσφατα, εντός της αμερικανικής επικράτειας.

Στους υπηκόους ξένων χωρών ισχύει από το πλαίσιο ειδικής νομοθεσίας, απαγόρευση χορηγιών για προεκλογικές εκστρατείες που διεξάγονται εντός των ΗΠΑ.

Οι πηγές δεν αποκάλυψαν τα ονόματα των Ρώσων ολιγαρχών, ενώ περιέγραψαν με λεπτομέρειες την προσέγγιση που τους έγινε από την ομάδα έρευνας του Μάλερ.

Ένα ουσιαστικό πεδίο της έρευνας διερευνά το ενδεχόμενο να διατέθηκαν χρήματα από τους Ρώσους σε εταιρίες ή δεξαμενές σκέψης που είχαν οργανώσει επιτροπές πολιτικής δράσης, οι οποίες έκαναν δωρεές στην προεκλογική εκστρατεία του Τραμπ.

Παράλληλα, ο ειδικός ανακριτής διερευνά το ενδεχόμενο οι Ρώσοι ολιγάρχες να χρησιμοποίησαν Αμερικανούς πολίτες ώστε να μην φανερωθούν οι ίδιοι για την διάθεση χρημάτων τόσο προς την προεκλογική εκστρατεία, όσο και προς το ταμείο που είχε συγκροτηθεί για την τελετή ανάληψης των προεδρικών καθηκόντων του Τραμπ.

Η προσπάθεια της ομάδας έρευνας να λάβει καταθέσεις από τους Ρώσους ολιγάρχες στα αμερικανικά αεροδρόμια αποτελεί μία άλλη ουσιαστική ένδειξη της επιθετικής τακτικής που έχει υιοθετήσει ο Μάλερ, προκειμένου να φέρει σε πέρας την έρευνα που έχει αναλάβει για την Ρωσία και την επιρροή της, στις προεδρικές εκλογές του 2016. 

“Οι εισαγγελείς και οι ανακριτές έχουν μία ιδιαίτερη συμπάθεια στο στοιχείο του αιφνιδιασμού, το οποίο και μπορούν να εκμεταλλευτούν προκειμένου να έχουν περισσότερο ενστικτώδεις και συχνά πιο αληθινές αντιδράσεις,” από τα άτομα που θέλουν ν΄ ανακρίνουν, τόνισε χαρακτηριστικά ο Ντάνιελ Γκόλντμαν, πρώην ομοσπονδιακός εισαγγελέας σε γραπτό μήνυμά του. 

Η ομάδα του Μάλερ χρησιμοποιεί εντάλματα έρευνας προκειμένου να έχει πρόσβαση σε ηλεκτρονικές συσκευές, ενώ σύμφωνα με τον Γκόλντμαν: “το στοιχείο του αιφνιδιασμού είναι καθοριστικής σημασίας στις έρευνες αυτές, καθώς οι ανακριτές δεν επιθυμούν κάποιος να έχει το περιθώριο να σβήσει στοιχεία επικοινωνίας, από το κινητό τηλέφωνό του.”

Τον Ιανουάριο, πράκτορες του FBI σταμάτησαν κι ανέκριναν τον Τζορτζ Νέιντερ, που είναι ειδικός αναλυτής σε θέματα Μέσης Ανατολής, όταν έφτασε στο διεθνές αεροδρόμιο της Ουάσινγκτον (Washington Dulles International Airport). Οι πράκτορες πραγματοποίησαν ειδικό έλεγχο στις ηλεκτρονικές συσκευές που είχε ο ίδιος, ενώ του επέδωσαν κλήση, προκειμένου να καταθέσει. 

Ο Νέιντερ, ήταν παρών σε μυστικές συναντήσεις που έγιναν την περίοδο μεταβίβασης της προεδρικής εξουσίας μεταξύ αξιωματούχων των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ΗΑΕ) και στελεχών της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ. Ο Νέιντερ, σήμερα, συνεργάζεται με την ομάδα έρευνας του Μάλερ. 

Ο ίδιος, ήταν στις Σεϊχέλες, όταν ο υποστηρικτής του Τραμπ, Έρικ Πρινς συναντήθηκε με τον Κίριλ Ντμίτριεφ, εκτελεστικού διευθυντή του κρατικού επενδυτικού ταμείου (Russian Direct Investment Fund). Ο Πρινς από την πλευρά του, αρνήθηκε ότι έπραξε κάτι παράνομο, δίνοντας κατάθεση στο Κογκρέσο, σχετικά με την συνάντηση αυτή.

Ο Τεντ Μάλοχ, αυτοαποκαλούμενος ανεπίσημος σύμβουλος της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ, εξέδωσε ανακοίνωση την προηγούμενη εβδομάδα, γνωστοποιώντας ότι πράκτορες του FBI τον σταμάτησαν στην Βοστόνη κι ενώ επέστρεφε από ταξίδι στο εξωτερικό. 

Οι πράκτορες του πήραν το κινητό του τηλέφωνο και του έκαναν ερωτήσεις σχετικά με την δράση του πολιτευτή των Ρεπουμπλικάνων Ρότζερ Στόουν, αλλά και τα WikiLeaks. Ο Μάλοχ αναμένεται να παρουσιαστεί ενώπιον ειδικού σώματος ενόρκων (grand jury) στις 13 Απριλίου, μετά από σχετικές ενέργειες του Μάλερ.

Μέσα στο 2017, η ομάδα έρευνας έκανε ερωτήσεις σε μερικούς μάρτυρες για το αν είχαν λάβει γνώση σχετικά με Ρώσους που έκαναν δωρεές άμεσα ή έμμεσα στην προεκλογική εκστρατεία του Τραμπ, σύμφωνα με πηγές.

Μία άλλη πηγή δήλωσε ότι οι ανακριτές ρωτούσαν επίσης, για έναν μικρό αριθμό Αμερικανών πολιτών που έχουν γεννηθεί σε πρώην σοβιετικές δημοκρατίες και διατηρούν δεσμούς με τις πατρίδες τους. Η ίδια πηγή υποστήριξε ότι η έρευνα του Μάλερ, δίνει πλέον έμφαση στον τρόπο με τον οποίο λαμβάνουν δωρεές οι Ρεπουμπλικάνοι, αλλά και στο πως γίνεται η ροή χρημάτων εντός του αμερικανικού πολιτικού συστήματος.

Το ABC News ανέφερε τον Σεπτέμβριο, ότι η ομάδα έρευνας του Μάλερ ρωτούσε τους μάρτυρες για την χρονική στιγμή που έγιναν δωρεές από Αμερικανούς πολίτες, οι οποίοι διατηρούν δεσμούς με την Ρωσία, σύμφωνα με τα όσα είπε στην ομάδα έρευνας, ένα μέλος της προεκλογικής εκστρατείας των Ρεπουμπλικάνων.

Ο πρόεδρος Τραμπ, είχε συγκεντρώσει το ποσό των 333 εκατομμυρίων δολαρίων για την προεκλογική του εκστρατεία, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί (Center for Responsive Politics). Η επιτροπή συγκέντρωσης δωρεών για την τελετή ανάληψης των προεδρικών καθηκόντων του, συγκέντρωσε το ποσό ρεκόρ των 106,8 εκατομμυρίων δολαρίων. 

Πρόκειται για ποσό υπερδιπλάσιο των προκατόχων του, στην προεδρία των ΗΠΑ. Φορείς και ομάδες πολιτών που παρακολούθησαν τις εξελίξεις στον προεκλογικό αγώνα, έχουν ασκήσει κριτική στην αναφερόμενη επιτροπή για την μη επαρκή δημοσιοποίηση των στοιχείων, αναφορικά με τις δαπάνες της τελετής ανάληψης των προεδρικών καθηκόντων από τον Τραμπ.

Μία άλλη πιθανή πηγή πληροφοριών για τον Μάλερ είναι ο Ρικ Γκέιτς, πρώην αντιπρόεδρος της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ, που παραδέχτηκε την ενοχή του για ψευδορκία στο FBI τον Φεβρουάριο, ενώ διώκονταν για σειρά οικονομικών εγκλημάτων διαφθοράς και ξεπλύματος μαύρου χρήματος. 

Ο Γκέιτς, συνεργάστηκε στενά με τον Πολ Μάναφορτ πρώην πρόεδρο της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ μέσα στο 2016, ενώ διετέλεσε και αντιπρόεδρος της επιτροπής για την τελετή ανάληψης των προεδρικών καθηκόντων του Τραμπ. Στο πλαίσιο της συμφωνίας συνεργασίας που υπέγραψε με τον ειδικό ανακριτή, ο Γκέιτς συνεργάζεται πλήρως με την ομάδα έρευνας, ενώ υποχρεούται ν’ απαντά σε όλες τις ερωτήσεις τους.

Εκπρόσωπος του ειδικού ανακριτή, αρνήθηκε να σχολιάσει τις εξελίξεις σχετικά με τους Ρώσους ολιγάρχες.

Ο Μάλερ, πέρα από τα ανακριτικά του καθήκοντα έχει και ειδικές εισαγγελικές αρμοδιότητες για την απαγγελία κατηγοριών, υπό την σύμφωνη γνώμη του ειδικού σώματος ενόρκων, που επιβλέπει την πορεία των ερευνών.
BHMA

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις45 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις60 λεπτά πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή