Διεθνή
Οι περίεργες εχθρικές σχέσεις Τουρκίας και Ισραήλ: Οι διπλωματικές μαραίνονται, οι εμπορικές ανθίζουν
Η νέα επίθεση του προέδρου Ερντογάν κατά του Ισραήλ, με αφορμή αφενός την μεταφορά της Αμερικανικής πρεσβείας από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ, αλλά και με τα τραγικά γεγονότα της Γάζας, με τους θανάτους δεκάδων Παλαιστινίων και τον τραυματισμό χιλιάδων άλλων, που προσπαθούσαν να διασπάσουν το συρματόπλεγμα που χωρίζει την Γάζα με το Ισραήλ, ήταν αναμενόμενη. Ο Ερντογάν προσπαθεί να το «παίξει» ο ηγέτης και ο υποστηρικτής του Αραβικού κόσμου και ποντάρει στον συναισθηματικό τομέα των Αράβων και γενικότερα των Μουσουλμάνων, αλλά αγνοεί το ιστορικό DNAτων Αράβων και την Οθωμανική κατοχή αιώνων στην περιοχή, με τις μνήμες ακόμη ζωντανές. Και το ερώτημα που τίθεται είναι, αν αυτή η στάση του, που ενέχει και προεκλογικές στοχεύσεις στο εσωτερικό της Τουρκίας, θα επηρεάσει καταλυτικά και θανατηφόρα τις σχέσεις των δύο χωρών.
Στον Ισραηλινό τύπο δίδεται μεγάλη δημοσιότητα στην επιθετική και προσβλητική συμπεριφορά του Τούρκου προέδρου κατά του Ισραήλ, όπως και την εξευτελιστική και ταπεινωτική συμπεριφορά των Τούρκων απέναντι στον Ισραηλινό πρέσβη, κατά την αναχώρησή του από το αεροδρόμιο «Ατατούρκ» της Κωνσταντινουπόλεως και συνάμα εξετάζεται και το θέμα των περίεργων όντως οικονομικών σχέσεων των δύο χωρών. Στον οικονομικό ένθετο The Marker της εφημερίδας Haaretz (17/5/18) δημοσιεύτηκε άρθρο γνώμης του Sami Peretz με τίτλο «Και ο Ερντογάν έχει κάτι να χάσει: Τις οικονομικές σχέσεις μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας που έχουν ενισχυθεί». Στο δημοσίευμα αναφέρεται ότι παρά το περιστατικό του Mavi Marmara (Μάιος 2010), οι εμπορικές και οι επιχειρηματικές σχέσεις έμειναν ανεπηρέαστες από τις πολιτικές εντάσεις και μάλιστα ενισχύθηκαν κατά τα χρόνια που ακολούθησαν. Παρά το κακό κλίμα μεταξύ Ερντογάν και Νετανιάχου, το Ισραήλ και η Τουρκία συνεχίζουν να έχουν πολλά κοινά οικονομικά συμφέροντα, τα οποία έχουν ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια. Από την προγενέστερη εμπειρία μας, το πιο πιθανό είναι ότι ο Ερντογάν δεν θα το διακινδυνεύσει. Κατά το 2017 οι εμπορικές συναλλαγές Ισραήλ-Τουρκίας έφτασαν τα 4,3 δισεκατομ. δολάρια, με σημαντικό εμπορικό πλεόνασμα για την Τουρκία. Οι εξαγωγές του Ισραήλ στην Τουρκία ανήλθαν στα 1,4 δισεκατομ. δολάρια, ενώ οι εισαγωγές του Ισραήλ από την Τουρκία έφτασαν τα 2,9 δισεκατομμύρια δολάρια. Οι εξαγωγές του Ισραήλ προς την Τουρκία περιλαμβάνουν κυρίως χημικά και διυλισμένα καύσιμα και οι εισαγωγές από την Τουρκία περιλαμβάνουν κυρίως αυτοκίνητα, μέταλλα, μηχανήματα και υφάσματα.
Σύμφωνα δε με τον καθηγητή Eyal Zisser από το Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ, μία από τις αιτίες που το Ισραήλ δεν υποστηρίζει ολοκληρωτικά τον αγωγό ΦΑ προς την Τουρκία είναι ότι θα προτιμούσε να εξάγει το φυσικό του αέριο στην Ευρώπη μέσω Κύπρου και Ελλάδας, μια πολύ πιο αξιόπιστη επιλογή σε σχέση με την Τουρκία. Είναι σαφές ότι κανείς δεν πρόκειται να επενδύσει τα 2 δισεκατομ. δολάρια που απαιτούνται για την κατασκευή του αγωγού μεταφοράς ΦΑ από το ισραηλινό κοίτασμα Leviathan στην Τουρκία, χωρίς τις εγγυήσεις µμακροπρόθεσμων συμβάσεων. Ο Zisser ισχυρίζεται ότι ο Ερντογάν προσπαθεί και συγκρατεί τον θυμό του για θέματα που αφορούν την τουρκική οικονομία και ξέρει να κάνει τον διαχωρισμό μεταξύ πολιτικής και οικονομικών συναλλαγών. «Ξέρει τα όρια, αλλά με τη δυναμική της Μέσης Ανατολής και με το απρόβλεπτο του χαρακτήρα του είναι δύσκολο να ξέρει κανείς ποιο θα είναι το επόμενο βήμα του», δήλωσε ο Zisser.
Στον ιστότοπο της οικονομικής εφημερίδας Calcalist (17/5/18), σε άρθρο του Doron Paskinμε τίτλο «Ο Ερντογάν επιτίθεται αλλά το εμπόριο με την Τουρκία σε περιόδους κρίσης ενισχύεται» αναφέρονται και τα παρακάτω πολύ ενδιαφέροντα. Οι αιτίες για τις αιχμηρές λεκτικές επιθέσεις του τούρκου Προέδρου κατά του Ισραήλ δεν είναι μόνο ιδεολογικές: Ο Ερντογάν βρίσκεται υπό πίεση ενόψει των εκλογών και ανησυχεί για την οικονομία της Τουρκίας. Σύμφωνα με τις τελευταίες εξελίξεις, το Ισραήλ προτιμά συνεργασία [στον τομέα της ενέργειας] με την Κύπρο, την Ελλάδα και την Αίγυπτο από ό,τι συνεργασία με την Τουρκία. Οι ενισχυόμενες σχέσεις του Ισραήλ με την Κύπρο και την Ελλάδα όσον αφορά τον αγωγό ΦΑEastMed, εκφράστηκαν μόλις πριν μερικές ημέρες με την υπογραφή μνημονίου συναντίληψης που περιλαμβάνει και την Ιταλία , για την εγκατάσταση αγωγού μεταφοράς ΦΑ. Η συμφωνία του Ισραήλ με την Αίγυπτο σχετικά με την παροχή ΦΑ καθώς και η ενισχυόμενη συνεργασία μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Αιγύπτου σχετικά με τα κοιτάσματα ΦΑ έχουν παραγκωνίσει τους Τούρκους. Το ισραηλινό φλερτ με την Ελλάδα, την Κύπρο και την Αίγυπτο σίγουρα δεν έγινε αποδεκτό με θετικό πνεύμα από τον Tούρκο Σουλτάνο και μπορεί να εξηγήσει μέρος της οργής του κατά τις τελευταίες ημέρες.
Ενδιαφέρον ακόμη παρουσιάζει άρθρο του Seth J. Frantzman,στην εφημερίδα The Jerusalem Post (16/05/18) με τίτλο «Η πολύπλοκη, και συχνά τοξική, σχέση του Ισραήλ με την Τουρκία», όπου αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η στάση της Τουρκίας απέναντι στο Ισραήλ δεν οφείλεται μόνο στις πρόσφατες βίαιες συγκρούσεις στην Γάζα, αλλά συνδέεται επίσης με τη θρησκευτική οργή για την Ιερουσαλήμ, στο γενικότερο αίσθημα συμπάθειας προς τους Παλαιστινίους, στο ότι υποστηρίζει πολιτικά τον Mahmud Abbas, αλλά και την Χαμάς, στο ότι προσφέρει ανθρωπιστική βοήθεια στην Γάζα και στη δυσαρέσκειά του Ερντογάν που το Ριάντ, το Άμπου Ντάμπι και το Κάϊροβρίσκονται πιο κοντά στο Ισραήλ και δη με ιδιαίτερες και «ισχυρές» θα λέγαμε σχέσεις συμμαχίας, παρά με την Τουρκία. Η δε ειρωνεία είναι ότι το Ισραήλ επισήμως δεν έχει διπλωματικές και εμπορικές σχέσεις με την Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ, αν και αυτό αναμένεται στο άμεσο μέλλον.
Ακόμη, για να αντιληφθούμε και τι κλίμα επικρατεί στο Ισραήλ σε σχέση με την Τουρκία, ανεξάρτητα των εμπορικών δεσμών, να αναφέρουμε μερικά παραδείγματα τόσο κυβερνητικών στελεχών, αλλά και άλλων. Έτσι o Υπουργός Τουρισμού του Ισραήλ, Yariv Levin, δήλωσε: «Η συμβουλή μου είναι να μην επισκέπτονται οι Ισραηλινοί την Τουρκία, και το ίδιο θα έλεγα ακόμη και πριν από τα πρόσφατα γεγονότα. Όσο η Τουρκία μάς φέρεται με αυτόν τον τρόπο, δεν υπάρχει λόγος να ταξιδέψει κανείς εκεί. Η διακοπή των εμπορικών σχέσεων με την Τουρκία δεν είναι προς το συμφέρον του Ισραήλ. Ωστόσο, όταν πηγαίνουμε εκεί, οι Τούρκοι επωφελούνται οικονομικά και δεν νομίζω ότι θα πρέπει να συνεχίζουμε να ταξιδεύουμε εκεί», εξήγησε ο Υπουργός Τουρισμού. Ο δε Υπουργός Εσωτερικών του Ισραήλ, Aryeh Deri, δήλωσε τα εξής σε πρόσφατη συνέντευξή του (Jerusalem Post): «Έχουμε αναγνωρίσει εδώ και χρόνια ότι ο Eρντογάν ηγείται ενός κύματος παρανοϊκού εξτρεμισμού. Έχουμε προσπαθήσει να συνεννοηθούμε με την Τουρκία, προβαίνοντας, μεταξύ άλλων, στην υπογραφή μιας απεχθούς συμφωνίας συμφιλίωσης. Είχαμε συνεκτιμήσει όλα τα στρατηγικά συμφέροντα του Ισραήλ και αποφασίσαμε ότι έπρεπε να υπογράψουμε». Ο Deri πρόσθεσε ότι το Ισραήλ δεν βιάζεται να διακόψει τις σχέσεις με την Τουρκία, ιδίως όσον αφορά τις οικονομικές και άλλου είδους σχέσεις. Και οι δηλώσεις Ισραηλινών υπουργών συνεχίζονται που αποδεικνύουν την κατάσταση που επικρατεί. Ο ισραηλινός Υπουργός Ενέργειας, Yuval Steinitz, ο οποίος τα τελευταία χρόνια έχει συμμετάσχει σε συνομιλίες με την Άγκυρα σχετικά με τη δυνατότητα εξαγωγής του φυσικού αερίου του Ισραήλ στην Τουρκία ή μέσω αυτής, δήλωσε ότι αν και «άναψαν τα αίματα» με αφορμή τη ρητορική της Άγκυρας, δεν πρέπει να διακοπούν ούτε οι οικονομικές ούτε οι διπλωματικές σχέσεις. Οι οικονομικοί δεσμοί ωφελούν και τις δύο πλευρές, είπε. Επίσης, όσον αφορά τις διπλωματικές σχέσεις, ο Steinitz δήλωσε ότι ο Πρόεδρος Ερντογάν – τον οποίο χαρακτήρισε ως «το αφεντικό που τρελάθηκε» – δεν θα είναι στην εξουσία για πάντα και ότι σε 10 ή 15 χρόνια το Ισραήλ θα θέλει να έχει καλές σχέσεις με την χώρα. Και κατέληξε λέγοντας ότι η Τουρκία είναι μια προβληματική χώρα για εμάς, αλλά και για το μεγαλύτερο μέρος του δυτικού κόσμου.
Και το καλύτερο αφορά την ανάρτηση που ξεσήκωσε σάλο, που έκανε στον λογαριασμό του στο Instagram, ο υιός του ισραηλινού Π/Θ, ο Yair Netanyahu, που επέλεξε να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του για τις σφοδρές επικρίσεις που δέχτηκε το Ισραήλ από την Τουρκία, με μια εικόνα σε κόκκινο φόντο (παραπέμποντας στην τουρκική σημαία), στην οποία αναγράφονται «F..Ck Turkey». Στην εικόνα, το γράμμα C έχει αντικατασταθεί από την ημισέληνο και το αστέρι της τουρκικής σημαίας. Μάλιστα ο υιός Νετανιάχου δεν αρκέστηκε μόνο στην παραπάνω ανάρτηση, αλλά έγραψε ακόμη και τα εξής στον λογαριασμό του στο Facebook: «Η Τουρκία ευθύνεται για απίστευτες θηριωδίες. Έχει προξενήσει δεινά στους Κύπριους, στους Έλληνες και στους Κούρδους και διέπραξε την Γενοκτονία των Αρμενίων. Επίσης, κατακτήσατε παράνομα την Κωνσταντινούπολη. Γι’αυτό βουλώστε το». Έτσι ο άτακτος υιός Νετανιάχου έβαλε τα πράγματα στην θέση του, τόλμησε και είπε αλήθειες που άλλοι δεν τολμάνε να ψελλίσουν,ούτε καν εμείς οι Έλληνες, για να μην δυσαρεστήσουν τον Σουλτάνο και στην ουσία εκφράζει το κοινό συναίσθημα των Ισραηλινών για την Τουρκία, που η επίσημη κυβέρνηση και οι διπλωματικές και εμπορικές σχέσεις των δύο χωρών δεν επιτρέπουν να ακουστούν.
Τέλος από τις εξελίξεις αυτές διαπιστώνουμε ότι στις διεθνείς σχέσεις, παρά τις ιδεολογικές, θρησκευτικές, διπλωματικές και πολιτικές αντιλήψεις, ένας εκ των κυριότερων παραγόντων και ίσως ο κυριότερος, εξακολουθεί να παραμένει η οικονομία και οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατικών δρώντων. Εκτός από τις γεωπολιτικές εξελίξεις, το «δούνε και λαβείν», καθώς και το εθνικό οικονομικό συμφέρον αποτελούν μια διεθνή πολιτική πραγματικότητα, που ακολουθούν πολλά κράτη στις διεθνείς των σχέσεις , όπως συμβαίνει σήμερα τόσο με τις ΗΠΑ, όσο και με την Ευρωπαϊκή Ένωση, που όσα και να κάνει ο Ερντογάν, όσες προσβολές και να απευθύνει στους δυτικούς ηγέτες, αυτοί (ακόμη και ο πλανητάρχης) συνεχίζουν την κατευναστική τους πολιτική, χάριν των εμπορικών συναλλαγών (πολιτικών και στρατιωτικών) και της τεράστιας εμπορικής αγοράς των 82 περίπου εκατομμυρίων της Τουρκίας. Οι διαπροσωπικές σχέσεις και αντιλήψεις των πολιτικών ηγετών παίζουν βεβαίως σημαντικό ρόλο, αλλά δεν επηρεάζουν σε καταλυτικό βαθμό τις εμπορικές σχέσεις των χωρών, επιβεβαιώνοντας στην πράξη, την φράση την οποία ο James Carville, είχε επινοήσει ως στρατηγική τακτική στην επιτυχημένη προεκλογική καμπάνια του Bill Clinton, το 1992 , εναντίον του προέδρου των ΗΠΑ, George H. W. Bush, δηλαδή «The Economy, Stupid» (Η οικονομία, ηλίθιε), μια φράση που τα λέει όλα και εξηγεί τα πάντα για τις διεθνείς σχέσεις!!
* Ο κ. Ιωάννης Αθαν. Μπαλτζώης είναι Αντγος (ε.α.), πρώην ΑΚΑΜ Τελ Αβίβ, πρώην Αξκος Επιχειρήσεων της E.C.M.M.της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον πόλεμο της Βοσνίας, Απόφοιτος Tactical Intelligense School (US Army) και κατέχον Μεταπτυχιακό (M.Sc.) στην Γεωπολιτική Ανάλυση, Γεωστρατηγική Σύνθεση του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

