Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Νίκος Αναστασιάδης στη «Ν»: Επανεκτίμηση σχέσεων Ε.Ε. – Τουρκίας μετά τις εκλογές

Δημοσιεύτηκε στις

Ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας στη «Ν»

EPA/PETROS KARADJIAS / POOL
Ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης, αναφερόμενος στην επιθετική πολιτική της γείτονος στην κυπριακή ΑΟΖ, τονίζει ότι το ενεργειακό πρόγραμμα της Κύπρου «δεν αλλάζει» και «συνεχίζεται με τις προγραμματισμένες εργασίες»
Στον Γιώργο Φωκιανό
gfok@naftemporiki.gr
Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν θα παρασυρθεί σε κλιμάκωση της έντασης με την Τουρκία, τονίζει στη «Ν» ο Πρόεδρος Νίκος Αναστασιάδης, εκφράζοντας συγχρόνως την πεποίθηση ότι μετά τις επικείμενες τουρκικές εκλογές «θα πρέπει να επανεκτιμηθεί η κατάσταση» στις σχέσεις της Ευρώπης με την Άγκυρα.
Ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης, αναφερόμενος στην επιθετική πολιτική της γείτονος στην κυπριακή ΑΟΖ, τονίζει ότι το ενεργειακό πρόγραμμα της Κύπρου «δεν αλλάζει» και «συνεχίζεται με τις προγραμματισμένες εργασίες».

Σε ό,τι αφορά το Κυπριακό, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης εκφράζει την ελπίδα ότι τα Ηνωμένα Έθνη θα αναλάβουν μια πρωτοβουλία «το συντομότερο δυνατό» προκειμένου να υπάρξει ουσιαστική διαπραγμάτευση. Τονίζει δε πως «η εξαιρετική προοπτική» των αναγγελλόμενων αποθεμάτων μπορεί να βοηθήσει και στην προσπάθεια επανένωσης της Κύπρου, καθώς «πρόκειται για πλούτο όλων των Κυπρίων» και αυτό «θα έπρεπε λογικά να θεωρείται κίνητρο και όχι πηγή εκνευρισμού» για την Τουρκία.

Το ιδιωτικό χρέος «που παραμένει συσσωρευμένο από το παρελθόν» και ειδικότερα τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αποτελούν τη βασική πρόκληση της κυπριακής οικονομίας, η οποία απολαμβάνει ρυθμούς ανάπτυξης 3,5% του ΑΕΠ, υπογραμμίζει ο κ. Αναστασιάδης, ο οποίος εκφράζει μια ευχή για το ελληνικό πρόγραμμα: «Επιτέλους να τελειώσει κάτι που έμοιαζε με φαύλο κύκλο».
Πριν από λίγους μήνες ανανεώσατε τη θητεία σας, κερδίζοντας την εμπιστοσύνη του κυπριακού λαού. Θέσατε εκ νέου ως προτεραιότητα το πρόβλημα της κατοχής της Κύπρου. Μπορεί να υπάρξει φως στο τούνελ; Ποια είναι τα επόμενα βήματα;
«Η επανεκλογή μου για δεύτερη θητεία μού έχει δημιουργήσει ιδιαίτερα έντονη την αίσθηση του χρέους για υλοποίηση των προσδοκιών των πολιτών. Η υλοποίηση αυτών των προσδοκιών είναι ο μεγάλος μου στόχος στα επόμενα χρόνια και σε αυτό τον στόχο επικεντρώνουμε τις προσπάθειές μας.
Ανάμεσα σε όλες τις προσδοκίες σίγουρα ξεχωρίζει η ανάγκη διασφάλισης του μέλλοντος των πολιτών. Ο τερματισμός δηλαδή της κατάστασης κατοχής, της παράνομης αυτής κατάστασης, που επέβαλε η Τουρκία μετά το 1974.
Όσο διαρκεί η τουρκική κατοχή και η ντε φάκτο διαίρεση της Κύπρου, θα είναι πάντα πρώτη προτεραιότητά μας η επίλυση του Κυπριακού, στη βάση μιας συμφωνίας συμβιβασμού, όπως προβλέπουν τα ψηφίσματα και οι αποφάσεις των Η.Ε. και σύμφωνα με τις αρχές και τους κανόνες της Ε.Ε. Μία συμφωνία που θα τερματίζει την κατοχή και την κηδεμόνευση της χώρας μας μέσα από εγγυήσεις και παρεμβατικά δικαιώματα.
Το φως για το οποίο μιλάτε μπορεί να έρθει με ουσιαστική διαπραγμάτευση. Αυτή είναι και η θέση που προβάλλουμε. Για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων, από εκεί που είχαμε μείνει στη Διάσκεψη για την Κύπρο στο Κραν Μοντανά και με δεδομένο το Πλαίσιο Γκουτέρες. Αυτό που αναμένουμε είναι να ανταποκριθεί η τουρκική πλευρά εγκαταλείποντας τα όσα έχουμε ακούσει τον τελευταίο καιρό για “σχέδιο βήτα” και για λύση εκτός των παραμέτρων των Η.Ε., αλλά και με αλλαγή της στάσης της, χωρίς να απαιτεί να δεσμεύει την Κύπρο με “εγγυήσεις” ή μόνιμη παρουσία με τουρκική στρατιωτική βάση. Ελπίζουμε ότι τα Η.Ε. θα μπορέσουν να αναλάβουν μια πρωτοβουλία το συντομότερο δυνατό. Η δική μας πλευρά έχει καταθέσει κατ’ επανάληψη την ετοιμότητά της». 
Κατά τη διάρκεια του 2017 καλλιεργήθηκε αισιοδοξία για λύση του Κυπριακού, ωστόσο ήρθε το «ναυάγιο» του Κραν Μοντανά. Τι έφταιξε κατά τη γνώμη σας; 
«Πράγματι, στις διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν της Διάσκεψης στη Γενεύη και στο Κραν Μοντανά είχε σημειωθεί σημαντική πρόοδος και καταγράφηκαν αποφασιστικές συγκλήσεις. Δεν είχαν λυθεί βέβαια όλα τα προβλήματα, αλλά ήταν σημαντικό ότι ο ίδιος ο γενικός γραμματέας, ο κ. Α. Γκουτέρες, ανέλαβε την πρωτοβουλία και κατέθεσε μάλιστα ιστορικής σημασίας θέσεις. Όπως η τοποθέτηση ότι το ζήτημα της ασφάλειας της Κύπρου είναι καθοριστικής σημασίας για να φτάσουμε σε μια συνολική συμφωνία, και ακόμα η πολύ σημαντική θέση αρχών ότι με τη λύση η Κύπρος πρέπει να γίνει “ένα κανονικό κράτος”. Δηλαδή μια χώρα-μέλος της Ε.Ε. χωρίς την παρουσία ξένου στρατού ή την επιβάρυνση από εγγυήσεις και παρεμβατικά δικαιώματα άλλων δυνάμεων. Δυστυχώς όμως, παρά τις αόριστες -όπως αποδείχτηκαν- διαβεβαιώσεις για επίδειξη “ευελιξίας” από την τουρκική πλευρά, η Άγκυρα δεν ήταν έτοιμη να πάρει εκείνες τις πολιτικές αποφάσεις που θα άφηναν εμάς τους Κυπρίους, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, να φτάσουμε μέσα από συμβιβασμό να χειριστούμε μόνοι μας τις υποθέσεις της Κύπρου στο πλαίσιο που προβλέπουν οι αποφάσεις των Η.Ε.
Ενδεικτικό είναι ότι εκεί, στο Κραν Μοντανά, η τουρκική πλευρά απέφυγε να τοποθετηθεί γραπτώς στο “Πλαίσιο Γκουτέρες”, παρά το γεγονός ότι εμείς καταθέσαμε και γραπτώς μια πρόταση που ίσχυε βέβαια μέσα στη δυναμική της διαπραγμάτευσης και ανταποκρινόταν στα σημεία που είχε θέσει ο γενικός γραμματέας». 
Θεωρείτε ότι η τουρκική προκλητικότητα στην ΑΟΖ «στοιχίζει» και στην πράξη πλέον σε ό,τι αφορά τις γεωτρήσεις και τους επόμενους γύρους αδειοδότησης; Πώς αντιμετωπίζει η Κυπριακή Δημοκρατία το συγκεκριμένο ζήτημα; 
«Η γενικότερη προκλητική και επιθετική πολιτική της Τουρκίας φαίνεται να εντάσσεται σε μια λογική που προκαλεί το διεθνές δίκαιο και τις γεωπολιτικές ισορροπίες. Εδώ ακούμε καθημερινά αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάννης… Είναι ενδεικτικό ότι από τη λογική των “μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες” δείχνει να καταλήγει σε σχεδόν μηδενικές σχέσεις καλής γειτνίασης. Όσον αφορά τους ενεργειακούς σχεδιασμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας, αυτοί εδράζονται στο διεθνές δίκαιο. Η χώρα μας όχι μόνο έχει από κοινού συμφωνίες και καθορισμό της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης με γειτονικά κράτη, σύμφωνα με τη διεθνή σύμβαση των Η.Ε. για το Δίκαιο της Θάλασσας, αλλά αναπτύσσει επιπλέον και ένα πλέγμα τριμερών συνεργασιών, το οποίο δυναμικά διευρύνεται διαρκώς.
Ενώ το σχέδιο για τον αγωγό φυσικού αερίου που θα φέρει τα αποθέματα της μεσογειακής λεκάνης στην ευρωπαϊκή αγορά, γνωστό ως EastMED, μέσα από τετραμερή συνεργασία στην οποία συμπράττει και η Ιταλία, προωθείται σε συνεννόηση και συνεργασία με την Ε.Ε. Η Τουρκία προσπάθησε να παρενοχλήσει την εξέλιξη του προγράμματος με παράνομη παρέμβαση σε συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή. Αλλά αυτή η παρέμβαση καταδικάστηκε κατηγορηματικά από τη διεθνή κοινότητα και ιδιαίτερα από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Πρέπει εξάλλου να σημειώσουμε ότι αυτό το επεισόδιο στρατιωτικού τύπου παρενόχλησης δεν μπορεί να αλλάξει το συνολικό ενεργειακό πρόγραμμά μας, το οποίο συνεχίζεται με τις προγραμματισμένες εργασίες. 
Οι αδειοδοτημένοι εταίροι της Κυπριακής Δημοκρατίας -πολύ μεγάλες διεθνείς εταιρείες- έχουν σαφώς επαναβεβαιώσει τη δέσμευσή τους για τη συνέχεια του προγράμματος.
Την ίδια ώρα το κράτος μας μεριμνά και για την αξιοποίηση των κοιτασμάτων που έχουν ήδη επιβεβαιωθεί. Εξυπακούεται, βέβαια, ότι το ενεργειακό πρόγραμμα της Δημοκρατίας λαμβάνει υπ’ όψιν και διασφαλίζει το συμφέρον και το όφελος όλων ανεξαιρέτως των νομίμων πολιτών της χώρας, συμπεριλαμβανομένων των Τουρκοκυπρίων. Η αλήθεια όμως είναι ότι από τη διερεύνηση που γίνεται αυτή τη στιγμή, έστω και σε προχωρημένο στάδιο, μέχρι την τελική αξιοποίηση υπάρχει αρκετός χρόνος ούτως ώστε, εάν η τουρκική πλευρά ενδιαφέρεται πράγματι και για το συμφέρον των συμπατριωτών μας Τουρκοκυπρίων, να συναινέσει σε μια συμφωνία στη βάση των προδιαγραφών των Η.Ε. για να έχουμε την επίλυση του Κυπριακού, που θα ανοίξει πολύ μεγαλύτερες προοπτικές για την Κύπρο». 
Ανησυχείτε για το ενδεχόμενο μιας περαιτέρω κλιμάκωσης και ενδεχομένως ενός «θερμού» επεισοδίου στην ΑΟΖ, με την πιθανή έλευση και του τουρκικού γεωτρύπανου; 
«Η περιοχή μας, με την ιδιαίτερη ιστορία της, το τελευταίο που χρειάζεται είναι άσκηση εκβιασμών, εντάσεων και πολιτικές κανονιοφόρου. Εμείς σε καμία περίπτωση δεν θα παρασυρθούμε σε κλιμάκωση της έντασης. Η Κυπριακή Δημοκρατία παίρνει όλα τα απαραίτητα μέτρα, με κύριο εφόδιο το διεθνές δίκαιο και τη διπλωματία, καθώς και την ενίσχυση που έχουμε από την ιδιότητα της Κύπρου ως κράτους-μέλους της Ε.Ε. Νιώθουμε ακόμα να μας ενισχύει η έξωθεν καλή μαρτυρία και η στήριξη που δίνουν οι σχέσεις στρατηγικής συνεργασίας και συμμαχιών μέσα από το πλέγμα των τριμερών. Αν η Τουρκία επιλέξει να συνεχίσει να διαταράσσει τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο, θα βρεθεί διεθνώς εκτεθειμένη». 
Κρίνετε επαρκή την αντίδραση της διεθνούς κοινότητας απέναντι στην Άγκυρα; Παρεμπιπτόντως, πώς εκτιμάτε ότι θα επιδράσουν στις εξελίξεις οι πρόωρες εκλογές στην Τουρκία; 
«Μπροστά στις πρόσφατες έκνομες τουρκικές δραστηριότητες και τις προκλήσεις είχαμε την αποφασιστικότερη στήριξη που υπήρξε ποτέ από τους εταίρους μας στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Ταυτόχρονα, όλοι γνωρίζουμε ότι στην ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν υπάρχουν μόνο κυπριακά συμφέροντα. Το ενεργειακό πρόγραμμα της Κύπρου αφορά άμεσα και συμφέροντα άλλων κρατών. Ενώ ιδιαίτερα με σχεδιασμούς όπως εκείνος του αγωγού της Ανατολικής Μεσογείου (EastMED) καθίσταται ολοένα και πιο σαφές ότι υπάρχει άμεση σχέση με την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης. 
Όσον αφορά τις τουρκικές εκλογές και τους πολιτικούς κραδασμούς που εκπέμπουν, σίγουρα τα μηνύματα δεν είναι ενθαρρυντικά. Χωρίς να τρέφουμε ψευδαισθήσεις, αφού η σχέση της Τουρκίας με την Ε.Ε. και ο δρόμος του εκσυγχρονισμού επιβαρύνθηκαν ήδη πολύ ανεξάρτητα από εκλογές, είναι σε όλους αντιληπτό ότι θα πρέπει να επανεκτιμηθεί η κατάσταση μετά από αυτές τις εκλογές. Εμείς μπορούμε να στηρίξουμε την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, όταν αυτή κινείται μέσα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, το οποίο είναι σαφέστατο, με ρητές δεσμεύσεις για όλα τα υποψήφια κράτη. Και δεν αναφέρομαι μόνο στις λεγόμενες κυπρογενείς υποχρεώσεις της Άγκυρας, αλλά γενικότερα».
Τι σημαίνει για την Κύπρο η συμφωνία Ισραήλ – Αιγύπτου σε ό,τι αφορά την πώληση φυσικού αερίου και πώς επιδρά στον σχεδιασμό για τον αγωγό Κύπρου – Αιγύπτου; 
«Είμαστε σε πολύ στενή σχέση, σε μια στρατηγική σχέση συνεργασίας και με τις δύο αυτές καθοριστικές δυνάμεις στις ισορροπίες της περιοχής μας. Ήδη υπάρχουν ευρήματα στην ΑΟΖ της Κύπρου που μας συνδέουν με ισραηλινά συμφέροντα, ενώ βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο και μια συμφωνία για υποθαλάσσιο αγωγό και διάθεση κυπριακού φυσικού αερίου στην Αίγυπτο. Μέσα από το πλέγμα πυκνών συνεργασιών είναι πάντα δεδομένο ότι το κάθε κράτος μεριμνά για τα συμφέροντα των πολιτών του, ενώ ταυτόχρονα με τη συνεργασία επιζητούμε να μεγιστοποιήσουμε το αμοιβαίο όφελος. Επομένως δεν θα βλέπαμε αρνητικά την όποια εμπορική ή άλλη συνεργασία Αιγύπτου – Ισραήλ, αφού εμείς έχουμε στενές σχέσεις συνεργασίας και με τις δύο αυτές χώρες. Στον τομέα της ενέργειας επιδίωξή μας είναι να επικρατήσει η λογική των ελεύθερων συναλλαγών, αφού υπάρχει χώρος για όφελος όλων των πλευρών. Μπορεί δηλαδή παράλληλα και ταυτόχρονα να υπάρχουν εμπορικές συναλλαγές όλων με όλους». 
Πώς αναμένεται να επωφεληθεί πρακτικά η οικονομία της Κύπρου από την αξιοποίηση των υδρογονανθράκων; Θα λέγατε ότι η δυναμική στον ενεργειακό τομέα μπορεί να φανεί χρήσιμη και στις διαβουλεύσεις με τους Τουρκοκύπριους; Ή μήπως αντιθέτως παράγει επιπλοκές αυξάνοντας τη νευρικότητα της Άγκυρας; 
«Γνωρίζετε ότι η κυπριακή οικονομία τα τελευταία χρόνια έχει κάνει άλματα προόδου, ξεφεύγοντας από την ανάγκη έκτακτης βοήθειας και μνημονίων και βρίσκοντας τον δικό της δρόμο για μια εντυπωσιακή ανάπτυξη. Δεν υπολογίζουμε στο πραγματικά “θείο δώρο” των υδρογονανθράκων για να μας “σώσει”, αλλά αναμφίβολα θα δώσει μια νέα διάσταση στην οικονομική ευρωστία και τη μακροπρόθεσμη προοπτική της χώρας μας. Οι σχεδιασμοί που κάνουμε φροντίζουμε να είναι μελετημένοι και μεθοδευμένοι, προκειμένου και να αποφύγουμε εκείνο που διεθνώς καταχωρήθηκε ως “κατάρα του ενεργειακού πλούτου”, αλλά και να αξιοποιήσουμε τον πρόσθετο αυτό πλούτο σε μακροπρόθεσμη επενδυτική προοπτική, που θα είναι επωφελής και για τις μελλοντικές γενιές. Φυσικά, η εξαιρετική προοπτική των αναγγελλόμενων σημαντικών αποθεμάτων μπορεί να βοηθήσει πολύ συγκεκριμένα και στην προσπάθεια επανένωσης της Κύπρου μέσα από την απελευθέρωση που θα εξυπακούεται από μια συμφωνία για λύση. Μπορεί ο φυσικός πλούτος να βοηθήσει την Κύπρο εφόσον όλες οι ενδιαφερόμενες πλευρές -και η Τουρκία- σεβαστούν το ότι πρόκειται για πλούτο όλων των Κυπρίων. Ενώ, στην προοπτική της επίλυσης του Κυπριακού, θα μπορούσε κανείς να δει και τις ευκαιρίες εμπορικής συνεργασίας και με την ίδια την Τουρκία. Αυτό θα έπρεπε λογικά να θεωρείται κίνητρο και όχι πηγή εκνευρισμού». 
Κυπριακή οικονομία
Ποιες είναι σήμερα οι προοπτικές για την κυπριακή οικονομία, δύο χρόνια μετά την έξοδο από το πρόγραμμα προσαρμογής; Πού εντοπίζετε τις προκλήσεις; 
«Οι προοπτικές είναι πραγματικά πολύ ενθαρρυντικές. Η οικονομία μας καταγράφει ανάπτυξη που αποδεικνύεται σταθερή, ενώ τα τελευταία τρία χρόνια επιταχύνεται. Ταυτόχρονα όλες οι αξιόπιστες προβλέψεις και εκτιμήσεις για φέτος και για την επόμενη χρονιά δείχνουν ρυθμό ανάπτυξης πάνω από 3,5%. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι έχουν εκλείψει τα προβλήματα. Ιδιαίτερη πρόκληση που αντιμετωπίζουμε είναι το ιδιωτικό χρέος, που παραμένει συσσωρευμένο από το παρελθόν και ειδικότερα τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Σε αυτή την κατεύθυνση όμως σχεδιάζουμε ήδη μια “εθνικής εμβέλειας” πρωτοβουλία και με τη συνεργασία των πολιτικών δυνάμεων υπολογίζουμε να κάνουμε σύντομα ένα αποφασιστικό βήμα. Ταυτόχρονα, το μεγάλο στοίχημα για την Κύπρο είναι να βελτιστοποιήσουμε ακόμα την αξιοποίηση του μεγάλου πλούτου της χώρας, που είναι σίγουρα το ανθρώπινο κεφάλαιο. Δίνουμε έμφαση στην έρευνα και εκπαίδευση, στην ενίσχυση των ψηφιακών και άλλων τεχνολογικών υποδομών. Κατά τα λοιπά συνεχίζουμε να προωθούμε αλλαγές και βελτιώσεις στο θεσμικό πλαίσιο, ιδιαίτερα με τον περιορισμό της κρατικής γραφειοκρατίας και την υιοθέτηση σημαντικών μεταρρυθμίσεων που θα ενισχύουν την αναπτυξιακή έφεση της οικονομίας, αλλά και θα ενθαρρύνουν μια ποιοτική διαφοροποίηση. Σε αυτή τη δεύτερη θητεία, με τη συνεργασία και άλλων πολιτικών δυνάμεων -όπως ακριβώς καταφέραμε να βγούμε και από την απειλή της χρεοκοπίας και τα μνημόνια- προσβλέπουμε τόσο σε αποφασιστικές μεταρρυθμίσεις που θα μας κάνουν διεθνώς ανταγωνιστικότερους, αλλά και σε πολιτικές που θα επιστρέφουν στην κοινωνία τους καρπούς της ανάπτυξης για να διατηρούμε ενός είδους “κοινωνικό συμβόλαιο ανάπτυξης”». 
Η λιτότητα στην Ελλάδα
Η Ελλάδα πορεύεται στην τελική ευθεία του τρίτου προγράμματος προσαρμογής. Εκτιμάτε ότι θα ολοκληρώσει επιτυχώς και εμπρόθεσμα τη διαδικασία; Ποιο είναι κατά τη γνώμη σας το βασικό σενάριο για την επόμενη μέρα του ελληνικού προγράμματος; Ευρύτερα, θεωρείτε ότι η ελληνική οικονομία έχει περάσει τον κάβο;
«Πρώτα απ’ όλα εκφράζουμε την ευχή επιτέλους να τελειώσει κάτι που έμοιαζε με φαύλο κύκλο. Οι προσπάθειες που κατέβαλε ο ελληνικός λαός είναι πραγματικά τεράστιες και φτάνει η στιγμή που θα πρέπει να αποδώσουν. Εμείς αυτό που μπορούμε να διαβεβαιώσουμε είναι πως για ακόμα μια φορά όπου και όσο μπορούμε, στα ευρωπαϊκά όργανα, θα στηρίξουμε την προσπάθεια της Ελλάδας. Νομίζω ότι σταδιακά και χάρη στην πρόοδο που έγινε μπορεί να εξασφαλιστεί μεγαλύτερη εμπιστοσύνη διεθνώς και μια καλύτερη μεταχείριση. Προσωπικά πιστεύω -και είμαι βέβαιος ότι το ξέρετε και εσείς πολύ καλά- ότι η Ελλάδα έχει πλούτο, έχει δυνατότητες. Τους ανθρώπους, το απόθεμα του πολιτισμού και της Ιστορίας της και ένα μοναδικό σε ποικιλομορφία περιβάλλον. Μπορεί να τα καταφέρει. Χωρίς να μπω σε σεναριολογία, νομίζω ότι κρίσιμο θα είναι να ξεφύγει από εκείνους τους παροδικά υποχρεωτικούς περιορισμούς -όπως η αδήριτη ανάγκη φορολογιών και πόρων- που ανέστειλαν τις αναπτυξιακές της δυνατότητες. Εύχομαι να υπάρξει στη συνέχεια το περιθώριο γι’ αυτό που θα λέγαμε ένα “κοκτέιλ πολιτικών”, για να δει ο ελληνικός λαός επιτέλους να πιάνουν τόπο οι κόποι και οι θυσίες του».  
Ναυτεμπορική

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO9 λεπτά πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός57 λεπτά πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή