Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η γέννηση του τουρκικού εθνικισμού και η σχέση κεμαλισμού – ναζισμού

Δημοσιεύτηκε στις

του Σαΐτ Τσετίνογλου

Μετά την ανακωχή του Μούδρου, τα ηνία ανέλαβαν σταδιακά οι κεμαλικοί, για να διευθύνουν το πέρασμα από την Αυτοκρατορίας στην «δημοκρατία». Οι κεμαλικοί ήταν μια ελίτ τάξη στρατιωτικών, τα μέλη της οποίας ήταν συνηθισμένα να είναι ιδιοκτήτες ενός κράτους το οποίο και να το διοικούν. Έτσι, με βάση αυτό το δεδομένο, οι διοικούντες την νέα Τουρκία, σαν μια «αναβίωση του τύπου των διοικούντων τους Μαμελούκους» (1), όπου οι διοικούντες εξασφαλίζουν την γαλήνη και την ηρεμία στην κοινωνία και οι διοικούμενοι αναλαμβάνουν την ευθύνη της παραγωγής του πλούτου, με σκοπό τη διαιώνιση των διοικούντων (2), κάθισαν πάνω στο σβέρκο τάξεων που μπορούσαν να αυτοδιοικηθούν, χωρίς όμως αν έχουν τη δυνατότητα παρέμβασης στα θέματα διακυβέρνησης της χώρας.
Από αυτήν την άποψη, η ιδεολογία του κεμαλισμού και η βάση του κοσμικού, εκδυτικισμένου εθνικισμού είναι στην ουσία συνέχεια του εθνικιστικού ρατσιστικού τουρκικού «ιδεώδους» των οπαδών του Κομιτάτου Ένωσις και Πρόοδος, με ψαλιδισμένο τον εκτός Ανατολίας αλυτρωτισμό.

Οι κεμαλικές μεταρρυθμίσεις, που ήταν συνέχεια αυτών που ευαγγελίζονταν οι Νεότουρκοι του Ένωσις και Πρόοδος, περιορίζονταν στον επανακαθορισμό της Αυτοκρατορίας στα γεωγραφικά όρια της Ανατολίας, με τη δημιουργία ενός εθνικού κράτους που θα στηριζόταν σε μια ολοκληρωτικού τύπου «αδιάσπαστη» ενότητα έθνους και κράτους των Τούρκων της Ανατολίας. Οι κεμαλικοί, χτίζοντας αυτό το ολοκληρωτικό κράτος, προχώρησαν σε ορισμένους κοινωνικού και πολιτιστικού χαρακτήρα νεωτερισμούς που περιορίστηκαν στις πόλεις και στους αστικούς πληθυσμούς, αποκόπτοντας ταυτόχρονα τους δεσμούς με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και καταργώντας το Χαλιφάτο.
Για να εμπεδωθούν στο λαό αυτές οι απόψεις για την αδιάσπαστη ενότητα του έθνους και του κράτους, έπρεπε να δημιουργηθεί σε όλους τους πολίτες του νέου κράτους η άποψη ότι έχουν μια εθνική πολιτισμική ταυτότητα. Όμως αυτό δεν υπήρχε ανάμεσα σε όλους τους πολίτες του νέου κράτους και σε όσους υπήρχε ήταν αδύναμη και σαθρή. Η Ανατολία, οι κάτοικοι της Ανατολίας, μέχρι τώρα αυτοπροσδιορίζονται με βάση την ιλαμική θρησκευτική ταυτότητα. Η σκιά του Χαλιφάτου είναι ακόμη πολύ ισχυρή.
Για να ξεπεράσουν αυτό το πρόβλημα οι κεμαλιστοί δημιούργησαν ένα εθνικό υπόβαθρο και προσπάθησαν να επιβάλουν στους πολίτες εθνικούς μύθους, μνήμες, αξίες και σύμβολα, στηριζόμενοι σε μια θεωρία που βασίζεται στην προέλευση των Τούρκων από την Κεντρική Ασία, τις αναλλοίωτες ρίζες του Ογούζ Χαν και την αρχαιότητα της γλώσσας τους (Θεωρία της Γλώσσας του Ήλιου).  Όμως η μυθολογία που δημιούργησαν για την συγκρότηση εννιαίας εθνικής συνείδησης στους πολίτες της νέας Τουρκίας,  δεν γίνεται δεκτή με ενθουσιασμό από τον κόσμο και δεν επαρκεί για να δημιουργηθούν οι ακατάλυτοι δεσμοί του «τουρκικού έθνους».
Το πρόγραμμα του Τουρκικού Εθνικισμού το οποίο δημιουργήθηκε από τους κεμαλικούς ως εναλλακτική ιδεολογία στον μουσουλμανικό–οθωμανικό εθνικισμό που αναπτύχθηκε από τους Νεοτούρκους, άρχισε να επιβάλλεται από τα μέσα της δεκαετίας του 1920, προκαλώντας οργή στα ευρεία κοινωνικά στρώματα. Το πρόγραμμα αυτό κατέστρεψε τους δεσμούς της μουσουλμανικής οθωμανικής ταυτότητας που σφυρηλατήθηκε στην κοινωνία τη δύσκολη περίοδο 1912-1922.
Εκτός από αυτό, μπορούμε να πούμε ότι οι μύθοι αυτοί καλλιέργησαν μια συνείδηση στον κόσμο, κατά την οποία οι μοναδικοί ιδιοκτήτες της Ανατολίας είναι οι Τούρκοι και ότι οι λαοί που εκδιώχθηκαν από εδώ (Αρμένιοι, Έλληνες) δεν έχουν κανένα δικαίωμα στα εδάφη αυτά.
Σε κάθε ρομαντικό εθνικισμό, υπάρχει αναφορά σε μια μακρινή χώρα και στην χρυσή εποχή του έθνους και με τον τρόπο αυτό προσπαθούν να διαμορφώσουν  εθνική συνείδηση στους υπηκόους.  Το Τουράν έπαιξε αυτό το ρόλο για τους κεμαλικούς, ενώ η Θεωρία της Γλώσσας του Ήλιου, σύμφωνα με την οποία η τουρκική είναι η μητέρα όλων των γλωσσών του κόσμου, έχει ως σκοπό την αφύπνιση και την προπαγάνδα ότι οι Τούρκοι ήταν οι παλιοί κάτοικοι της Ανατολίας και μάλιστα οι πρώτοι ιδιοκτήτες της γης στην οποία ζούσαν τώρα. Παρά την επιτυχία που έχει η ιδέα της ιδιοκτησίας των εδαφών της Ανατολίας, εμφανίζονται σοβαρά προβλήματα στη θεμελίωση της εθνικης συνείδησης. Οι εθνικοί μύθοι και η εθνική ενότητα είναι ανεπαρκής για τη θεμελίωση και εξέλιξη του τουρκικού εθνικισμού.
Οι μικρές κωμοπόλεις και τα χωριά εξακολουθούν να νιώθουν πιστοί στο Ισλάμ και να έχουν το αίσθημα της ισλαμικής ταυτότητας. Το γεγονός ότι οι Θεωρίες Τουρκισμού και οι συμβολισμοί που προσπάθησαν να επιβάλλουν στον κόσμο δεν καταφέρνουν να δημιουργήσουν το αίσθημα μιας μεγάλης και διαδεδομένης συνοχής ακόμη και στη μπουρζουαζία που δημιουργήθηκε και στα μισά της δεκαετίας του ’30, ωθεί την εξουσία σε  νέες αναζητήσεις.
Καταλαβαίνουμε ότι οι κεμαλικοί κατέχουν καλά τη βιβλιογραφία για την εθνική και εθνικιστική μυθοπλασία. Είναι πολύ συνειδητοποιημένοι πάνω στο θέμα αυτό και γνωρίζουν πολύ καλά τι κάνουν. Δεν διστάζουν να εφαρμόσουν βήμα προς βήμα κάθε τι που απαιτείται για την εδραίωση του τουρκικού εθνικισμού, ακόμη και τη βία.
Τα μέσα της δεκαετίας του ’30 είναι τα χρόνια κατά τα οποία τα μέτρα εδραίωσης του κεμαλισμού έδωσαν καρπούς και οι κεμαλικοί ανώτατοι αξιωματούχοι ήταν πολύ πιο άνετοι σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία. Σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξε και ο νόμος  Takrir-i Sükûn που έγινε αποδεκτός το Μάρτιο του 1925, με τον οποίο δημιουργήθηκε το ιδανικό πλαίσιο, καταστράφηκε κάθε είδους πολιτική αντιπολίτευση, φιμώθηκε ο τύπος και δόθηκαν στην κυβέρνηση απεριόριστες αρμοδιότητες. Οι κεμαλικοί δεν είναι πια διστακτικοί, όπως γινόταν την προηγούμενη δεκαετία, έχουν αυτοπεποίθηση. Δεν παρέλειψαν τη μεταρρύθμιση στο αλφάβητο, υιοθετώντας τη λατινική γραφή αντί της αραβικής, που βοήθησε τους κεμαλικούς να δημιουργήσουν μια κοινωνία που ξεχνάει το παρελθόν της και για να της δώσουν μετά την επιθυμητή εθνική ταυτότητα. Με αυτή την αφορμή, κόβουν τους δεσμούς με το παρελθόν και  αποσιωπούν το γεγονός ότι είναι μέλη των δομών που διαμέλησαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Στο πλαίσιο του νόμου Takrir-i Sükun εξαλείφθηκε κάθε είδος αντιπολίτευσης, τιμωρήθηκαν οι αποσχιστικές προσπάθειες και εδραιώθηκε η κυριαρχία ενός κόμματος. Δεν υπήρχε πια η σκιά του Χαλιφάτου. Είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία της αιχμαλωσίας της κοινωνίας από το κόμμα. «Είναι γνωστό ότι όπου δεν υπάρχει κριτική και σκέψη είναι δυνατή η ενασχόληση με κάθε παραλογισμό και ανοησία. Αυτό ακριβώς συνέβη μετά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’20 που ξεκίνησαν οι μεταρρυθμίσεις η μία μετά την άλλη και επιταχύνθηκε η διαδικασία του εκσυγχρονισμού και κορυφώθηκε στη δεκαετία του ‘30 (3) ”.
Όλες αυτές οι μεταρρυθμίσεις, παράλληλα, όπως επεσήμανε και ο Φαλίχ Ριφκί, αποσκοπούσαν στο σκοπό του εκτουρκισμού της κοινωνίας (4).
Ο νόμος  Takrir-i Sükûn εξασφαλίζει μια ιδανική ευκαιρία για την επικράτηση του κεμαλικού καθεστώτος. Σε αυτή την περίοδο ξεκινάει και το χτίσιμο της εικόνας και τους κύρους του Μ. Κεμάλ καθώς και η θεωρία που δημιουργήθηκε γύρω από τις υπεράνθρωπες ικανότητές του. Το πρώτο άγαλμα του Κεμάλ κατασκευάζεται το 1926 και θα ακολουθήσει το μνημείο στο Ταξίμ. Το μνημείο αυτό είναι ένα μοναδικό παράδειγμα χρήσης των οπτικών βοηθημάτων για την επανεγγραφή της ιστορίας. Η φιγούρα του ηγέτη αυτή την περίοδο χρησιμοποιείται για τη δημιουργία ενός έθνους στη βάση του Τουρκισμού, του αυταρχισμού, του εκκοσμικισμού και του εκσυγχρονισμού καθώς και για την παρουσίαση και υπεράσπιση μιας σειράς πολιτικών. Οι πολιτικές αυτές προκαλούν αντιδράσεις, η εκκοσμίκευση του κράτους προκαλεί αντιδράσεις σε μεγάλη μερίδα της κοινωνίας, ενώ οι πολιτιές που εμπεδώνουν τον Τουρκισμό αποτελούν απειλή για τις μη τουρκικές ομάδες της κοινωνίας. (5)
Η εμπειρία της λειτουργίας του κόμματος Serbest Fırka, που ιδρύθηκε τις αρχές του 1930 με την άδεια του Μουσταφά Κεμάλ και προκάλεσε το ενδιαφέρον του κόσμου, για να αυτοκαταργηθεί σε λίγους μήνες υπό το φόβο της αντίδρασης του Κεμάλ και των στελεχών του Λαϊκού Ρεπουμλικανικού Κόμματος (CHF), φανερώνουν το πόσο αδύναμος ήταν ο κεμαλισμός ως ιδεολογία. Η Ανατολία δεν συμμετέχει στον κεμαλισμό και στον κεμαλικό εθνικισμό, επίσης τα μυθολογικά στοιχεία του ρομαντικού εθνικισμού δεν συγκινούν το λαό και δεν καλλιεργούν αισθήματα συμπαράστασης στους κεμαλικούς.  Με λίγα λόγια η περίοδος λειτουργίας του κόμματος Serbest Fırka και η στήριξη που είχε από τον κόσμο, φανερώνει ότι ο κεμαλικός εθνικισμός που επέβαλε στο λαό με το ζόρι η διοικητική ελίτ δεν μπόρεσε να αναπτύξει δεσμούς ανάμεσα στο λαό.
Ο Αχμέτ Χαμντί Μπασάρ, ήταν  μάρτυρας εκείνης της εποχής και εξιστορεί τον ερχομό του Κεμάλ στη Σαμψούντα στη δεκαετία του ’30:
«Όταν ήρθαμε στη Σαμψούντα συναντήσαμε μια εικόνα που δεν είχαμε δει αλλού: Από το προηγούμενο βράδυ είχαν λάβει έκτακτα μέτρα παντού. Ο σταθμός και όλοι οι δρόμοι ελέγχονταν από στρατιώτες με ξιφολόγχες. Ο λαός είχε μαζευτεί πίσω από την στρατιωτική αλυσίδα. Για το λόγο αυτό ο Κεμάλ και εμείς δεν είδαμε κανέναν άλλον πέρα από το στρατό και την αστυνομία. Είμασταν σαν διοικητές που μόλις κατέλαβαν μια εχθρική πόλη, επιβιβαστήκαμε σε αυτοκίνητα και φτάσαμε στο κατάλυμα που θα φιλοξενούσε των ήρωα Κεμάλ. Και μάλιστα αυτό τι κλίμα υπήρχε στη Σαμψούντα, όπου το Μάιο του 1919 ο Γκαζί (Μ. Κεμάλ) έκανε το πρώτο βήμα από εδώ για να σώσει την πατρίδα. Έντεκα χρόνια μετά, το βράδυ που ήρθε εδώ ως ένας ηγέτης, ένας λυτρωτής που έσωσε την πατρίδα, υπηρέτησε τον αγώνα, ολοκλήρωσε τις μεταρρυθμίσεις και ήρθε για να δει τι άλλο μπορεί να κάνει καλύτερα, αυτός ο ίδιος άνθρωπος είχε την ανάγκη της προστασίας της στρατιωτικής αλυσίδας.” (6)
Σε αυτή την περίπτωση διαπιστώθηκε ότι υπάρχει ανάγκη για νέους μύθους, νέους ενθουσιασμούς και πως πρέπει να υπάρχει η συμμετοχή και του τοπικού για να διαμορφωθεί το εθνικό. Η εικόνα του υπερανθρώπου που δημιουργήθηκε στα μισά της δεκαετίας του ’20 γύρω από το πρόσωπο του Μ. Κεμάλ, θα συνεχιστεί ακόμη πιο έντονα τη δεκαετία του ’30. Η δεκαετία του ’30 συμπίπτει και με την μεγάλη κρίση του καπιταλισμού όπου έπρεπε να υπάρχουν μεγάλοι ηγέτες για να επιλύσουν τα μεγάλα προβλήματα. Το πιο σημαντικό βήμα για τη δημιουργίας μιας κοινωνίας ενιαίου τύπου γίνεται στο συνέδριο του του Λαϊκού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος (CHF) το 1935. Το CHF, στα πλαίσια του παραδείγματος των Ναζί, ενώνει το κόμμα με το κράτος. Το κόμμα, όπως λέει και ο Γιουνούς Ναντί «είναι μια υπέροχη οικογενειακή αγκαλιά που κρατάει όλη την κοινωνία προσηλωμένη ως προς τον ίδιο στόχο». (7) Μ’ αυτά και μ’ αυτό, έχει ολοκληρωθεί πλέον το κλίμα του ολοκληρωτισμού.
 Αυτή την περίοδο ιδρύεται στην Άγκυρα η Σχολή Γλώσσας, Ιστορίας και Γεωγραφίας. Ο Υπουργός Παιδείας σε λόγο του στη βουλή εκφράζει με τα εξής λόγια την ίδρυση της σχολής: «Θα ιδρυθεί μια σχολή στην Άγκυρα αρχαιολογίας και γεωγραφίας, όπου θα διδάσκονται οι γνώσεις του κινήματος ιστορίας και γλώσσας που γεννήθηκε από την υψηλή ευφυία του Ατατούρκ και δημιουργήθηκε από τον ίδιο». (8)  
Η δεκαετία του ‘30 έχει ιδιαίτερη σημασία για τις μη τουρκικές ομάδες, λόγω του νόμου 2510 Περί Εγκατάστασης (1934) και  του νόμου του Τούντζελι (1935), που έγιναν αποδεκτοί την ίδια μέρα που κατατέθηκαν στη βουλή. 
Μέσα στο κλίμα ολοκληρωτισμού που δημιουργήθηκε, τη φορά αυτή το καθεστώς θα επιστρατεύσει το στοιχείο της τοπικής ιστορίας και ταυτότητας, θα ερμηνευτούν εκ νέου οι περιπέτειες του Λυτρωτή (Μ. Κεμάλ) στις διάφορες περιοχές της Ανατολίας και θα συμπεριληφθούν στην νέα διαδικασία. Στο πλαίσιο αυτό θα μοντάρουν ξανά την αλυσίδα των γεγονότων που διαδραματίστηκαν στην Σαμψούντα – Ερζερούμ -Σεβάστεια – Άγκυρα από τον Κεμάλ και τους συνοδοιπόρους του το 1919-1922, ενώ θα δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στην ημερομηνία της 19ης Μαΐου. 
Είναι γεγονός ότι ο Μ. Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα στις 19 Μαΐου του 1919 και πως ο τουρκικός στρατός μπήκε στη Σμύρνη στις 9 Σεπτεμβρίου του 1922, αλλά όλα τα υπόλοιπα είναι θύμα αυτής της επίσημης ιστορίας, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο». (9) και θα μονταριστούν εκ νέου. Στα πλαίσια της δημιουργίας του νέου κράτους θα δημιουργηθεί και ο νέος ηγέτης, ενώ θα συμπεριληφθεί και ο λαός σε αυτή τη διαδικασία. Και όσον αφορά τον ηγέτη, αυτός «εκτός από Μοναδικός θα είναι ένα επίπεδο παραπάνω, θα γίνει ο Πατέρα (γεννήτωρ), γύρω από τον οποίο συσπειρώνεται το Κράτος, μαζί με το Λαό!» (10)
Σε αυτήν την περίοδο όπου η ιστορία χρησιμοποιείται από την εξουσία ως μοχλός υποβοήθησής της, θα ιδρυθεί το Ίδρυμα Τουρκικής Ιστορίας και Ερευνών (Türk Tarih ve Araştırma Kurumu) και θα έρθουν και νέες ευθύνες για τον κόσμο: «Τα μεγάλα λαϊκά στρώματα θα θεωρήσουν ως εθνικό και κρατικό τους καθήκον να βοηθήσουν τη λειτουργία του. Θα βοηθήσουν και θα υπηρετήσουν γι’ αυτό το σκοπό και θα είναι υπεύθυνοι γι’ αυτό.» (11). Η κοινωνία που έχει αιχμαλωτιστεί από το κόμμα, μπορεί πλέον να στραφεί σε κάθε κατεύθυνση που επιθυμεί η εξουσία και να υπηρετήσει κάθε εργασία. Στην προσπάθεια να τονίσουν το τοπικό, σημαντικό ρόλο έπαιξαν και τα Halkevleri, που ήταν στη χρυσή τους εποχή. Ο προϋπολογισμός τους είναι μεγαλύτερος από αυτόν του Αρχηγού Θρησκευτικών υποθέσεων καθώς και του προϋπολογισμού κάθε άλλου υπουργείου.
Τώρα πια τη θέση της Κεντρικής Ασίας, που δεν έτυχε αποδοχής από τον κόσμο, πήρε η Ανατολία και τη θέση του Ογούζ Χαν πήραν οι εθνικοί ήρωες. Στο πλαίσιο αυτό θα ερμηνευτούν εκ νέου οι περιπέτειες του Χαλασκάρ (ο ήρωας που λυτρώνει τους πολίτες από το χρέος) και θα δημιουργηθεί ένας μύθος, στον οποίο θα συμμετέχουν και ντόπιοι ήρωες. Τη θέση του Αόριστου Προγόνου (Soyut Ata) πήρε πλέον ο συγκεκριμένος Πρόγονος (ο Μ. Κεμάλ) και στις ιστορίες του μεγάλου απελευθερωτή και του μεγάλου ιδρυτή της Τουρκίας θα συμπεριληφθεί και θα συμμετέχει πλέον ο λαός ορισμένων περιοχών που έδρασε ο Κεμάλ (Σαμψούντα – Ερζερούμ – Σεβάστεια). Έτσι θα είναι και ο λαός συμμέτοχος στον ηρωισμό, με τον τρόπο αυτό θα αναζητήσουν μια νέα βάση στο κατασκεύασμα του τουρκικού εθνικισμού.  
«Έτος 1936. Ημερομηνία 19 Μαίου. Ο Ατατούρκ είναι στο Ντολμάμπαχτσε και μαζί του ο Σιουκρού Καγιά, ο Ρουσέν Εσρέφ, ο Κιλίτς Αλί, ο Σαλίχ Μποζόκ, ο Μεχμέτ Σοϊντάν και ο Νουρί Τζονκέρ. Συζητάνε:
Ξαφνικά ρωτάει ο Ατατούρκ: «Τι μέρα είναι σήμερα»;
Του απαντούν όλοι μαζί: «Τρίτη».
«Πόσο έχει ο μήνας»; 
«Δεκαεννιά»
«Τ μήνα έχουμε;»
«Μάιο»
«Πείτε μου τι έγινε σαν σήμερα;»
Εκείνοι σκέφτονται, τι έγινε στις 19 Μαΐου;
Η Nuriye Akman ξαφνιάζεται. «Δεν το ξέρουν; Μα πώς είναι δυνατόν;» αναρωτιέται. Ο Μποζνταγ συνεχίζει:
«Μα πώς να το γνωρίζεις; Μέχρι τότε δεν υπήρχε η 19η Μαΐου. Αυτός είναι και ο λόγος που ρωτάει ο Ατατούρκ. Οι συνομιλητές του αναρωτιούνται. Του λένε ότι είναι η τρίτη μέρα της κατοχής της Σμύρνης από τους Έλληνες. Όχι απαντάει ο Κεμάλ. Του λένε ότι έγινε το συλαλητήριο στην Αγκυρα. Όχι απαντάει ο Κεμάλ.
Του λένε ότι τη μέρα αυτή έστειλε ο Ισμέτ Πασά το τηλεγράφημα στον Κεμάλ από τη Λοζάνη, ότι έγινε η συνδιάσκεψη του Κερατίου, ότι έγιναν συνομιλίες με τους Άγγλους για το θέμα του Ιράκ και διάφορα άλλα γεγονότα.
Ο Μ. Κεμάλ τους λέει: «Αφήστε τα αυτά. Αυτό που ρωτάω είναι κάτι που είναι η σωτηρία της χώρας.»
Και πάλι ψάχνουν αλλά δεν πάει ο νους κανενός. Στο τέλος κάτι θυμάται Σιουκρού Καγιά, ο οποίος λέει: «Αυτή δεν είναι η μέρα που φύγατε από την Κωνσταντινούπολη;»
«Πλησιάζεις. Είναι η μέρα που φτάσαμε στη Σαμψούντα». Και συμπληρώνει: «Αυτή είναι η γιορτή που θα γιορτάζουμε».
Την επόμενη χρονιά ο Σουκρού Καγιά διοργανώνει για πρώτη φορά τις γιορτές της 19ης Μαϊου.» (12) 
Εδώ η 19η Μαίου αποτελεί την αρχή μιας νέας μυθοπλασίας. Ερμηνεύεται ξανά ο Εθνικός Ήρωας και είναι η περιόδος όπου δημιουργήθηκε ξανά το Χαλασκάρ.
Η επιστράτευση της εντοπιότητας και η ένταξή της στη διαδικασία της δημιουργίας της εννιαίας εθνικής ταυτότητας δημιουργεί μια νέα περίοδο μυθοπλασίας για την θεμελίωση της εξέλιξης του τουρκικού εθνικισμού. Παρόλα αυτά, όμως, αδυνατούν να δημιουργήσουν ένα έθνος. Δεν είναι δυνατόν να δημιουργηθεί μια κοινή ταυτότητα που θα ενώσει τις διαφορετικές θρησκείες και εθνότητες της Ανατολίας. Η συνέχιση αυτής της κρίσης ταυτότητας και η αδυναμία να καλλιεργηθεί η επιδιωκώμενη κοινή συνείδηση των πολιτών  αποτελεί τη βάση της επιθετικότητας του τουρκικού εθνικισμού (13).

Σημειώσεις:
1. Gellner Ernest, Milliyetçiliğe Bakmak
2. Bu ayrışma tamamen işlevsel olup ayrışmaya pek az karşı çıkılmış hatta iyi gözle bakılmıştır 
3. Öngider Seyfi, Kuruluş ve Kurucu, Aykırı y. 2003, s 253 
4. Öngider Seyfi, Kuruluş… s 257
5. Zürcher Eric Jan, Savaş, Devrim, Uluslaşma, Çev. Ergun Aydınoğlu Bilgi Ün. Y. s 254-255
6. Başar Ahmet Hamdi, Atatürkle Üç Ay ve 1930’dan Sonra Türkiye, Tan M. 1945, s 36

7. Ertunç Ahmet Cemil, Cumhuriyetin Tarihi,Pınar Y.2004, s 273

8. Ersanlı Behar Büşra, İktidar ve Tarih, AfaY. 1992 s 169
9. Öngider Seyfi, Kuruluş…  s 5
10. Öngider Seyfi, Kuruluş… s 131
11. İğdemir Uluğ, Cumhuriyetin 50. Yılında Türk Tarih Kurumu, TTK 1973  Akt. Büşra Ersanlı Behar İktidar ve Tarih s 173
12. Altan Mehmet, Birinci Cumhuriyet Üzerine Notlar, Birey Y.2001, 183-184
13. Türk milliyetçiliğinde vatan olarak coğrafi bölgenin yerine devletin ifade edilmesi sorunun temel kaynağıdır 

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός6 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις7 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή