Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ο Εμφύλιος στην Αυτοκρατορία: Νεοσυντηρητικοί κατά Παγκοσμιοποιητών, Αμερική κατά Ευρώπης

Δημοσιεύτηκε στις

Σημείωση. Το παρακάτω άρθρο δημοσιεύτηκε πριν από την τελευταία σύγκρουση Τραμπ και Ευρωπαίων στη συνάντηση των G7, σύγκρουση που νομίζουμε ότι επιβεβαιώνει τα συπεράσματά μας. Περιλάβαμε επίσης στο τέλος και μια παρατήρηση για τη σημασία αυτών των εξελίξεων, που μπορεί να οδηγήσουν στην κατάρρευση του συστήματος διεθνών σχέσεων στην Ελλάδα. 
Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου
Δεν είναι όποιος κι όποιος. Πρόκειται για τον Αμερικανό Πρέσβη στη Γερμανία και στενό συνεργάτη του Ντόναλντ Τραμπ, τον κ. Γκρενέλ και τη συνέντευξή του στο Breitbart. Ούτε και η χρονική στιγμή που την έδωσε είναι τυχαία, με την νέα κυβέρνηση στην Ιταλία και τη σύγκρουση ΗΠΑ-ΕΕ για τα θέματα του Ιράν, του εμπορίου και του ρωσογερμανικού αγωγού Nordstream II.

Ούτε και το Breitbart είναι τυχαίο. Είναι το ακροδεξιό σάιτ που διηύθυνε μέχρι πρότινος ο Στηβ Μπάννον, ο πρώην στρατηγιστής και ιθύνων νους της προεκλογικής εκστρατείας του Ντόναλντ Τραμπ, που έσπευσε μάλιστα να εκδηλώσει την ικανοποίησή του για τη νίκη των «εθνικιστών» στην Ιταλία.

‘Οσο για τον γιό του Προέδρου Τραμπ, δεν άφησε με το τουίτ του αμφιβολίες για την στήριξη του πατέρα του προς τον Γκρενέλ και μετά τις δηλώσεις του.
Η συνέντευξη έκανε πάταγο και προκάλεσε μια ομοβροντία αρνητικών σχολίων από τα κύρια δημοσιογραφικά όργανα και του αμερικανικού και γερμανικού κατεστημένου. Και πως να μην κάνει όταν ο κ. Γκρενέλ, όχι μόνο υπερέβη τα διπλωματικά εσκαμμένα, αλλά και δήλωσε ενθουσιασμένος με τα ανερχόμενα «συντηρητικά», και ενίοτε κλίνοντα προς την ακροδεξιά κόμματα της Ευρώπης και ιδίως με τον νέο Καγκελλάριο της Αυστρίας, ενώ εμφανίστηκε επικριτικός για την μεταναστευτική πολιτική της Μέρκελ και για την ευρωπαϊκή «αριστερά», εννοώντας προφανώς όχι την αριστερά όπως την εννοούμε, αν και πια έχει χάσει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα με το ποιος είναι τι, αλλά τους φιλελεύθερους που υποτίθεται ότι εφαρμόζουν «αριστερές» ιδέες.

Τώρα ο Γκρενέλ λέει ότι δεν εννοούσε αυτά που όλοι κατάλαβαν, εντούτοις οι δηλώσεις του έριξαν νερό στον μύλο όχι μόνο της ευρωαμερικανικής σύγκρουσης, αλλά και σε αυτόν της βαθύτερης, όλο και κλιμακούμενης σύγκρουσης «Νεοσυντηρητικών-Εθνικιστών» και «Παγκοσμιοποιητών» στον ίδιο τον πυρήνα του δυτικού (και ισραηλινού) κατεστημένου.
Οι δηλώσεις αυτές έγιναν τη στιγμή που η ΕΕ μπαίνει σε μια φάση απρόβλεπτης και δυνητικά πολύ σοβαρής κρίσης με την άνοδο της λεγόμενης «λαϊκιστικής» κυβέρνησης στην Ιταλία. Ουδείς μπορεί να προβλέψει τώρα με βεβαιότητα πως θα εξελιχθούν εκεί τα πράγματα. Θα επιμείνει η Γερμανία στην αδιάλλακτη στάση της απέναντι στην ευρωπαϊκή περιφέρεια; Κι αν ναι πως θα αντιδράσουν οι Ιταλοί; Υπάρχει μυστικό σχέδιο του Σαλβίνι να βγάλει την Ιταλία από το ευρώ, σε περίπτωση σύγκρουσης;
Επιτιθέμενη στην Ευρώπη με την επιβολή δασμών, στο θέμα του Ιράν, αλλά και με την προσπάθεια να υπονομεύσει την κατασκευή του γερμανο-ρωσικού αγωγού Nordstream II, η Ουάσιγκτων έχει κάθε λόγο να υποδαυλίσει άμεσα κάθε είδους ενδο-ευρωπαϊκές διαφορές (αλλά και ενδογερμανικές, αφού οι δηλώσεις του Πρέσβη μπορούν να ερμηνευθούν ως υποστήριξη προς την Εναλλακτική για τη Γερμανία AfD). Η Γερμανία είναι υποχρεωμένη να αντιδράσει, αλλά δυσκολεύεται να το πράξει γιατί η πολιτική της έχει αποξενώσει τη μισή Ευρώπη. Ενώ δεν δείχνει διατεθειμένη ούτε και στον κ. Μακρόν, τον Πρόεδρο της Γαλλίας και τις μεταρρυθμιστικές του προτάσεις, να κάνει καμία ουσιαστική παραχώρηση.
Παράλληλα όμως με την σύγκρουση Αμερικής και Ευρώπης, έχουμε και τη σύγκρουση Νεοσυντηρητικών-Εθνικιστών και Παγκοσμιοποιητών.
Οπαδοί των θεωριών του Χάντινγκτον οι πρώτοι, αποβλέπουν στη δυτική κυριαρχία κυρίως με τη χρήση των συγκρούσεων αντιμαχόμενων εθνικισμών και εκμετάλλευσης του δικού τους, διαιτητικού ρόλου στο περιβάλλον ενός «Πολέμου Πολιτισμών». Εκτιμούν ότι η Παγκοσμιοποίηση έχει πλέον φάει τα ψωμιά της, κυρίως γιατί επέτρεψε την φανταστική άνοδο της Κίνας και άλλων περιοχών του Νότου, που θέτει σε αμφισβήτηση τη δυτική κυριαρχία στον πλανήτη.
Οπαδοί των θεωριών του Φουκουγιάμα οι δε, της «Ευτυχούς (που έπαυσε προ πολλού να είναι) Παγκοσμιοποίησης» και της ευρωπαϊκής ενοποίησης οι δε, αποβλέπουν στη συνέχιση της υπέρβασης των Εθνών δια της απρόσκοπτης δράσης των Αγορών, σε ένα περιβάλλον όπου το χρηματιστικό κεφάλαιο τείνει να παίξει τον κυρίαρχο, όχι μόνο οικονομικό, αλλά και πολιτικό και πολιτιστικό ρόλο.
Στο πρώτο στρατόπεδο βρίσκει κανείς το διεθνές ρεύμα του «Νεοσυντηρητισμού», τον Νετανιάχου, τον Τραμπ και τη μεγάλη πλειοψηφία της ευρωπαϊκής άκρας ή ριζοσπαστικής δεξιάς, που έχει υποκαταστήσει τον παραδοσιακό της αντισημητισμό και την εχθρότητά της προς τους «Εβραίους τραπεζίτες», με την εχθρότητα προς το Ισλάμ, στη βάση της οποίας, με δύο-τρεις εξαιρέσεις, όλα τα σημαντικά κινήματα της αντισυστημικής, άκρας δεξιάς έχουν αναπτύξει τώρα πολύ καλές σχέσεις με το Ισραήλ.
Το στρατόπεδο αυτό, αν και δεν έχει ταχθεί ανοιχτά υπέρ της διάλυσης της ΕΕ, δείχνει μάλλον να την προτιμά, αν κρίνει κανείς και από ορισμένα λεγόμενα του Τραμπ (τι ωφελεί την Αμερική η ΕΕ), αλλά και από την σαφή υποστήριξη προς το Brexit.
Στο δεύτερο στρατόπεδο συναντά κανείς τον Ομπάμα, τη Μέρκελ, τον Μακρόν, τους εξωδετερωθέντες ήδη σε μεγάλο βαθμό στρατηγούς των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων και της Μοσάντ, αυτούς που, σε συμμαχία με το αμερικανικό βαθύ κράτος, δηλαδή το Πεντάγωνο και τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, αλλά και τον Ομπάμα, απέτρεψαν τον πόλεμο κατά του Ιράν για περισσότερο από μία δεκαετία. Τελευταία παρέμβαση αυτού του στρατοπέδου, η τοποθέτηση του αμερικανού Υπουργού ‘Αμυνας Ματτίς κατά του βομβαρδισμού της Συρίας, που ζητούσαν να είναι πολύ ισχυρότερος οι συμμετέχοντες στη σχετική σύσκεψη που πήρε τις αποφάσεις στον Λευκό Οίκο (σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal).
Η περιγραφή αυτή είναι ασφαλώς κάπως σχηματική, αλλά περίπου απεικονίζει τη διάταξη δυνάμεων στο εσωτερικό του πυρήνα του δυτικού κατεστημένου και φάνηκε σε κάθε μεγάλη κρίση. Η σύγκρουση των δύο αυτών κομμάτων είναι ενίοτε πολύ σφοδρή, όπως έγινε κατά καιρούς μεταξύ Ομπάμα και  Τραμπ, Σόρος και Νετανιάχου, δεν αφορά όμως την κοινή στρατηγική επιδίωξη, αλλά τα μέσα για να επιτευχθεί
Είναι μια κατάσταση που θυμίζει κάπως τους Ρωμαϊκούς εμφύλιους, όπως π.χ. μεταξύ Αντωνίου και Οκταβίου, που συγκλόνιζαν κατά του ιστορικούς, όταν ξέσπαγαν, ακόμα και το τελευταίο χωριό της Μεσογείου στα χρόνια της Αυτοκρατορίας. (Συχνά, οι ιστορικοί της αρχαιότητας τους αντιπαραβάλλουν με τους εμφυλίους των ελληνικών πόλεων, που ήταν μια διαρκής κατάσταση, με δώδεκα γενηές Ελλήνων να έχουν γεννηθεί και να έχουν πεθάνει μέσα σε κατάσταση διαρκούς εμφυλίου).
Αμφότερες οι πλευρές επιδιώκουν την κυριαρχία της Δύσης στον πλανήτη, του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή και του Χρηματιστικού Κεφαλαίου στην οικονομία. Κανένα από τα δύο στρατόπεδα δεν αποδέχεται την ύπαρξη μεγάλων, σχετικά ανεξάρτητων οντοτήτων, όπως η Κίνα και η Ρωσία, αλλά και άλλα ευμεγέθη κράτη. Διαφωνούν όμως σημαντικά ως προς τις μεθόδους που χρησιμοποιούν και προτείνουν για να πετύχουν τους σκοπούς τους, με τους Νεοσυντηρητικούς, πολύ πιο «ριζοσπάστες» στις επιδιώξεις τους, να φαίνονται διατεθειμένοι να χρησιμοποιήσουν όλα τα μέσα, περιλαμβανομένων και των πυρηνικών απειλών.
Το στρατόπεδο αυτό, πρέπει να σημειώσουμε, διακρίνεται και για τις αντιφάσεις του. Μια Διεθνής των Εθνικιστών συνιστά άλλωστε αφ’ εαυτής μια αντίφαση. Επιπλέον, προσφεύγει συχνότερα από το άλλο σε συστηματική παραπλάνηση ως προς τις επιδιώξεις του και δημιουργία σύγχυσης, εκτός των άλλων γιατί οι επιδιώξεις του δεν είναι συχνά πολύ «παρουσιάσιμες».
Αυτό το στρατόπεδο επιχειρεί να εκμεταλλευθεί την αγανάκτηση που συνέχει σημαντικά τμήματα των πολιτών στα δυτικά κράτη, αγανάκτηση που προκαλείται από τα κοινωνικά αποτελέσματα της παγκοσμιοποίησης (και της ΕΕ στην Ευρώπη), αλλά και από την αίσθηση των ανθρώπων ότι δεν έχουν καμιά επιρροή στη ζωή τους, ότι οι ζωές τους, το μέλλον τους, οι χώρες τους έχουν περάσει υπό τον απόλυτο έλεγχο δυνάμεων που δεν ελέγχουν.
Αυτή η ογκούμενη κοινωνική ζήτηση στη Δύση τροφοδότησε τα τελευταία χρόνια και εξακολουθεί να τροφοδοτεί τόσο ρεύματα που πηγαίνουν είτε προς τα «αριστερά» (Σάντερς στις ΗΠΑ, Κόρμπιν στη Βρετανία, Μελανσόν στη Γαλλία, Ποδέμος και Αριστερά του Σοσιαλιστικού Κόμματος στην Ισπανία, την Αριστερά στην Πορτογαλία, τον ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, προτού εκφυλισθεί ταχύτατα και πλήρως, χειραγωγούμενος και καθιστάμενος τυφλό και ασυνάρτητο όργανο του άξονα ΗΠΑ-Ισραήλ), είτε προς την ακραία, ριζοσπαστική δεξιά (Τραμπ, οι πρωταγωνιστές του Brexit, Afd στη Γερμανία, Λεπέν στη Γαλλία, Λέγκα στην Ιταλία). Βεβαίως οι ομαδοποιήσεις αυτές είναι πολύ σχετικές, στο μέτρο μάλιστα που τα περισσότερα από αυτά τα ρεύματα δεν έχουν δοκιμασθεί στην εξουσία. Μια ενδιάμεση κατηγορία είναι το Κίνημα των Πέντε Αστέρων στην Ιταλία, που εμφανίζεται ως ένα άτυπο υποκατάστατο μιας αριστεράς σε βαθύτατη κρίση στη χώρα αυτή.
Από την άποψη αυτή η κατάσταση στη Δύση σήμερα θυμίζει κάπως, τηρουμένων των αναλογιών, την κατάσταση που επικρατούσε στον Μεσοπόλεμο, μεταξύ των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, και η οποία παρήγαγε εν τέλει πολύ διαφορετικά αποτελέσματα, από το New Deal στην Αμερική και το Λαϊκό Μέτωπο στη Γαλλία, έως τον Ναζισμό στη Γερμανία και τον Μπολσεβικισμό και εν συνεχεία Σταλινισμό στη Ρωσία.
Κλείνοντας, να σημειώσουμε ότι πολλοί άνθρωποι εξεγειρόμενοι ορθώς κατά της Παγκοσμιοποίησης κινδυνεύουν χωρίς να το καταλάβουν να πάνε από την Σκύλλα στην Χάρυβδη, ενώ άλλα χρειάζονται τα έθνη και οι κοινωνίες.
Η σύγκρουση επίσης που περιγράψαμε θα έχει δυνητικά πολύ μεγάλες συνέπειες για την Ελλάδα, στις οποίες θα επανέλθουμε σε άλλη ευκαιρία. Δυστυχώς, ούτε στο ένα ούτε στο άλλο από τα δύο μεγάλα αυτά γεωπολιτικά σχέδια που συγκρούονται, δεν φαίνεται μακροχρόνια να υπάρχει θέση για τους Ελληνες και το κράτος τους
6 Ιουνίου 2018
Πηγή: Ιστολόγιο Δημ. Κωνσταντακόπουλου

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός7 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις7 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή