Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η «αναδιάρθρωση των συνόρων» Ελλάδας – Αλβανίας του επιτρόπου Γιοχάνες Χαν

Δημοσιεύτηκε στις

Γράφει ο Σταύρος Ντάγιος*
Μετά την πρόσφατη δήλωση του Επιτρόπου για την ευρωπαϊκή διεύρυνση σχετικά με την αναδιάρθρωση των συνόρων Ελλάδας και Αλβανίας, προκλήθηκε σύγχυση σε πολίτες και πολιτικούς, όπως φάνηκε από τις εκατέρωθεν δηλώσεις που πρόδιδαν νευρικότητα. Μία ιστορική αναδρομή είναι χρήσιμη για την αποφυγή και διόρθωση των παρερμηνειών.
Πριν από λίγες ημέρες, στις 11 Ιουλίου 2018, ο επίτροπος για την ευρωπαϊκή διεύρυνση Γιοχάνες Χαν προέβη σε μία σιβυλλική δήλωση, η οποία αναφερόταν στην αναδιάρθρωση – κυριολεκτικά – των συνόρων μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας και ήγειρε, όπως αναμενόταν, εύλογες εικασίες, ένθεν κακείθεν. Στην Αθήνα επικράτησε σύγχυση και σε ορισμένες περιπτώσεις αδικαιολόγητη νευρικότητα, ενώ σε ακραίες περιπτώσεις παρατηρήθηκε το φαινόμενο της διαβρωτικής παράνοιας· οι ψύχραιμες φωνές και οι υπεύθυνες προσεγγίσεις ήταν ελάχιστες.

Μη αρκούσης όλης αυτής της παραφροσύνης, λίγες ημέρες μετά, ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Αλέξης Τσίπρας επέτεινε την πυροδοτούμενη εικοτολογία, αναφερόμενος σε επικείμενη συνοριακή συμφωνία με την Αλβανία. Στα Τίρανα, η δήλωση Χαν δεν προκάλεσε τον ίδιο «συναγερμό» (όπως θα αναμενόταν, άλλωστε, λόγω της παγιωμένης καχυποψίας και φοβίας για πιθανές ελληνικές εδαφικές διεκδικήσεις), εξαιρουμένης της επιθετικής αναφοράς του τέως ηγέτη του αντιπολιτευτικού Δημοκρατικού Κόμματος Σαλί Μπερίσα, ο οποίος αποκάλεσε τον Αλβανό πρωθυπουργό Έντι Ράμα Γεώργιο Ζωγράφο της Αλβανίας. Λίγες ημέρες αργότερα, ο Χαν ανασκεύασε τη δήλωση, εκφράζοντας τη λύπη του για την παρερμηνεία που προκάλεσε.
Ποια, όμως, είναι η αλήθεια; Τι εννοούσε ο Χαν με την αμφίσημη δήλωσή του; Τα χερσαία διμερή σύνορα ή την υφαλοκρηπίδα; Στην πραγματικότητα, και οι δύο αυτές υποθέσεις παραμένουν αρρύθμιστες και η ανακύπτουσα διαφορά αποτελεί απότοκο ιστορικών εκκρεμοτήτων. Ο χαρακτηρισμός «αναδιάρθρωση συνόρων» όμως παραπέμπει ευθέως σε χερσαία σύνορα, αφού με τον όρο υφαλοκρηπίδα ορίζεται ο θαλάσσιος πυθμένας που περιβάλλει τις ακτές μιας ηπειρωτικής ή νησιωτικής περιοχής και στον οποίον το παράκτιο κράτος ασκεί αποκλειστικά κυριαρχικά δικαιώματα για τη διερεύνηση και την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων.
Ας δούμε τη σύνοψη της εξέλιξης της γεωγραφικής διανομής των δύο χωρών, Ελλάδας και Αλβανίας, από τη διάσπαση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη σύσταση του αλβανικού κράτους έως και τη δήλωση Χαν.
Από την ανακήρυξη της ανεξάρτητης Αλβανίας μέχρι τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο
Η ανακήρυξη της Αλβανίας ως ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους, κυρίως με την αμέριστη υποστήριξη της Αυστροουγγαρίας, τον Νοέμβριο του 1912, αποτέλεσε περισσότερο πράξη τυπική και λιγότερο ουσίας. Συνεπώς, το πρώτο μέλημα της αλβανικής διοίκησης και του διεθνούς παράγοντα ήταν ο εδαφικός προσδιορισμός της, καθόσον η χώρα εξακολουθούσε να συνιστά «γεωγραφική έννοια» (είναι γνωστή η ρήση του Γερμανού καγκελαρίου Όττο φον Μπίσμαρκ στο Συνέδριο του Βερολίνου το 1878, ότι «δεν υπάρχει αλβανικό έθνος»).
Όμως ο διακανονισμός των ορίων της χώρας, ύστερα από πεντακόσια χρόνια οθωμανικής επιβολής, πολλαπλών μετακινήσεων πληθυσμών σε όλη τη βαλκανική χερσόνησο, επιλεκτικού (οικειοθελούς ή αναγκαστικού) εξισλαμισμού και προπάντων του αλυτρωτισμού που επικρατούσε σε όλη την περιοχή, συνεπαγόταν την υπέρβαση μίας σειράς προσκομμάτων. Για την επίλυση των εδαφικών διαφορών Ελλάδας-Αλβανίας και τη χάραξη της συνοριακής γραμμής, η Ελλάδα επικαλέστηκε την εφαρμογή της αρχής της συνειδησιακής εξέλιξης του πληθυσμού της – η οποία στην ουσία αφορούσε τη διεκδίκηση της ενιαίας γεωγραφικής περιοχής της Ηπείρου.
Εν μέσω των Βαλκανικών Πολέμων – η Αλβανία παρέμεινε ουδέτερη και στην πράξη νοσταλγός της οθωμανικής τάξης – η Συνθήκη του Λονδίνου (30 Μαΐου 1913) ανέθεσε στις Μεγάλες Δυνάμεις τη διευθέτηση των συνόρων της Αλβανίας και μία σειρά άλλων εκκρεμών εδαφικών ζητημάτων, ενώ στο πνεύμα των αποφάσεων του Λονδίνου, στις 29 Ιουλίου 1913 αναγνώρισαν την Αλβανία ως κυρίαρχο και ανεξάρτητο κράτος και ταυτόχρονα μία μεικτή διεθνής επιτροπή ανέλαβε τη χάραξη της συνοριογραμμής με την Ελλάδα.
Στις 13 Νοεμβρίου 1913 ο Ελευθέριος Βενιζέλος διαμαρτυρήθηκε ενώπιον των Μεγάλων Δυνάμεων για τον προτεινόμενο τρόπο χάραξης των συνόρων – ο οποίος δεν βασιζόταν στους προβαλλόμενους ιστορικούς και εθνολογικούς τίτλους της ελληνικής διπλωματικής αντίληψης – και ζήτησε να αναζητηθεί η εθνικότητα «στην πνευματική ανάπτυξη των πληθυσμών», δηλαδή με τη διενέργεια δημοψηφίσματος, που σήμαινε μετακίνηση των συνόρων προς βορρά. Το δημοψήφισμα ωστόσο κρίθηκε επικίνδυνο από την Ιταλία, αλλά και από τη Γερμανία, η οποία πίστευε ότι η δημοψηφισματική αρχή (principe plébiscitaire) δεν είχε εφαρμοσθεί πουθενά, με εξαίρεση την περίπτωση της Γαλλίας.
Η διεθνής επιτροπή διαχάραξης συνόρων παρέμεινε στη μεθόριο μόνον 58 ημέρες, συνεδρίασε μόνον 12 φορές και εξέτασε μόνον 14 άτομα. Σύμφωνα με τις έρευνες, η επιτροπή έκρινε ότι το κριτήριο της γλώσσας ήταν ανεφάρμοστο – λόγω της πολυπλοκότητας της πληθυσμιακής σύνθεσης της περιοχής και της διγλωσσίας μεγάλου μέρους των φορέων της ελληνικής γλώσσας. Τα πορίσματα της μεικτής επιτροπής κατατέθηκαν ενώπιον των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες κατέληξαν στη Συμφωνία της Φλωρεντίας (Α’ Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας, 1913).
Το Σύμφωνο ή Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας της 17ης Δεκεμβρίου 1913 δεν βασίστηκε σε γλωσσικά ή εθνολογικά κριτήρια, αλλά κυρίως σε γεωπολιτικές ισορροπίες: για να είναι βιώσιμο το νεοσύστατο αλβανικό κράτος έπρεπε να περιέλθει εντός των εθνικών του συνόρων ολόκληρο το βόρειο τμήμα της Ηπείρου, το οποίο η Αλβανία αποκαλούσε Νότια Αλβανία· μόνον έτσι θα αποτελούσε ανασχετικό παράγοντα κατά της σλαβικής επεκτατικότητας στα Δυτικά Βαλκάνια. Άλλωστε, η παραχώρηση της αλβανόφωνης περιοχής του Κοσόβου στη Σερβία καθιστούσε αδύνατη κάθε ελληνική αξίωση σε βάρος της Αλβανίας. Περαιτέρω, η χάραξη της οριστικής ελληνοαλβανικής μεθορίου, η οποία κατακυρώθηκε τελικά τον Νοέμβριο του 1921, διαιρώντας την Ήπειρο στα δύο, διαίρεσε και την αποκαλούμενη «Τσαμουριά» μεταξύ Ελλάδας (Νομός Θεσπρωτίας) και Αλβανίας (Νομός Αγίων Σαράντα).
Έκτοτε, ενώ για την Ελλάδα αναφύεται το «βορειοηπειρωτικό» ζήτημα, για την Αλβανία ξεπηδά το «τσάμικο», όρος που ταυτίζεται με τους μουσουλμάνους κατοίκους που ζούσαν στην περιοχή της Θεσπρωτίας και στη διπλωματική ορολογία παραπέμπει στο τμήμα που υπήχθη στην ελληνική επικράτεια, πάντα τηρουμένων των εδαφικών και πληθυσμιακών αναλογιών της περιοχής. Φάνηκε έτσι, ότι η εδαφική συγκρότηση και η χάραξη των συνόρων του νεοπαγούς αλβανικού κράτους, ενώ έμοιαζε με πολυσύνθετη υπόθεση, διευθετήθηκε εν τέλει με τη μέθοδο και τη λογική της προκρούστειας λύσης.
Η Ελλάδα εμφανίσθηκε απογοητευμένη, διότι δεν ήρε τις όποιες εδαφικές επιδιώξεις και η Αλβανία, ενώ αρχικά επαναπαύθηκε, μελλοντικά προέβαλε και αυτή εδαφικές αξιώσεις σε βάρος της Ελλάδας, εποφθαλμιούσα περιοχές της Θεσπρωτίας και επικουρούμενη κυρίως από την Ιταλία. Έτσι, το ενιαίο, αλλά διχοτομημένο πια, γεωγραφικό διαμέρισμα της Ηπείρου – όπως υφίστατο επί Τουρκοκρατίας – κατέστη μήλον της έριδoς μεταξύ των δύο χωρών.
Προσθέτως, ο αυθαίρετος, κατά την ελληνική γενικότερη αντίληψη, τρόπος διακανονισμού των εδαφικών διαφορών, προκάλεσε την ένοπλη αντίδραση των ίδιων των τοπικών ελληνικών πληθυσμών, οι οποίοι εξεγέρθηkαν και ζήτησαν την αυτονόμηση της περιοχής. Ο αγώνας αυτός, ο οποίος ονομάστηκε «Βορειοηπειρωτικός Αγώνας», οδήγησε στο Πρωτόκολλο της Κέρκυρας (17 Μαΐου 1914), με το οποίο ο τοπικός ελληνικός πληθυσμός αποκτούσε ευρεία κοινοτική διοικητική αυτονομία υπό την κυβέρνηση του Γεωργίου Ζωγράφου.
Οι Παγκόσμιοι Πόλεμοι ανατρέπουν τα δεδομένα
Στο μεταξύ ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και οι συσχετισμοί άλλαξαν σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο. Με τη λήξη του πολέμου και εν όψει της Συνδιάσκεψης της Ειρήνης, το 1919 ο Αμερικανός πρόεδρος Ουίλσον δήλωνε ότι τα καθορισθέντα το 1913 σύνορα της Αλβανίας ήταν εξόχως τεχνητά, διότι διασπούσαν όχι μόνον γραμμές οικονομικής επαφής και εθνολογικής συνοχής, αλλά ακόμη και τους φυλετικούς δεσμούς μεταξύ των κατοίκων.
Η δήλωση αυτή ανέτρεπε το εύθραυστο γεωγραφικό κατεστημένο της εποχής.
Δεδομένης της αμερικανικής μεταστροφής, η οποία έως τότε υιοθετούσε την άποψη της ύπαρξης του αλβανικού ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους, ο Βενιζέλος στη Συνδιάσκεψη των Παρισίων προέβαλε σθεναρά διεκδικήσεις με υπόμνημα προς τους Συμμάχους στις 30 Δεκεμβρίου 1918. Το υπόμνημα περιείχε εδαφικές αξιώσεις για ολόκληρο τον υπόδουλο ελλαδικό χώρο και τη μεταβολή των συνόρων με την Αλβανία, καθώς δεν έβλεπε τον λόγο για τον οποίο οι ελληνικοί πληθυσμοί – της νότιας Αλβανίας πια – έπρεπε να συμπεριληφθούν στο κράτος αυτό, το οποίο ήταν ανίκανο να έχει διοίκηση εντελώς αυτόνομη, και όχι στο ελληνικό κράτος το οποίο είχε ήδη ανεξάρτητη πολιτική ζωή.
Στη συνέχεια και η αλβανική αποστολή στη Συνδιάσκεψη, υπό τον Τουρχάν Πασά Πρεμετή, πρόεδρο της προσωρινής κυβέρνησης του Δυρραχίου, με το υπόμνημα της 14ης Φεβρουαρίου 1919 απέκρουσε τις ελληνικές θέσεις και επισήμανε ότι η Ελλάδα αποσκοπούσε στον ακρωτηριασμό της χώρας. Ως αντίβαρο στις ελληνικές διεκδικήσεις, ο Τουρχάν Πασάς διεκδίκησε την περιοχή της «Τσαμουριάς», στην οποία η κυριαρχική παρουσία του αλβανικού στοιχείου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ήταν αδιαμφισβήτητη.
Στη διαμάχη αυτή η ιταλική παρεμβολή – η Ιταλία όλη αυτή την περίοδο του 1916-1917 επιδίωκε σθεναρά τον έλεγχο της Αλβανίας – προκάλεσε περαιτέρω επιπλοκές, αλλά οι αντιρρήσεις της Ιταλίας ήρθησαν με τη συμφωνία Βενιζέλου-Τιττόνι της 29ης Ιουλίου 1919, βάσει της οποίας η Ιταλία συμφωνούσε, εν τέλει, οριστικά, να εκχωρηθούν στην Ελλάδα ορισμένα χριστιανικά χωριά της νότιας Αλβανίας. Όμως, λίγους μήνες αργότερα, στις 27 Ιουλίου 1920 η Ιταλία κατήγγειλε μονομερώς τη συμφωνία αυτή. Η ελληνική στρατιωτική δύναμη, που είχε μεταβεί στην διεκδικούμενη περιοχή, αναγκάστηκε να αποσυρθεί, μάλιστα πιεζόμενη από τους Γάλλους. Η εξέλιξη αυτή επέφερε τη Συμφωνία της Καπεστίτσας (15 Μαΐου 1920), η οποία ήταν μία ενδιάμεση κατάσταση, εν αναμονή των οριστικών αποφάσεων της Συνδιάσκεψης της Ειρήνης.
Η Ελλάδα, στο μεταξύ, είχε θραύσει τους συμμαχικούς δεσμούς, προτιμώντας την αυτοτέλεια. Με την επαναφορά στον θρόνο του Κωνσταντίνου, η κυβέρνηση Γούναρη δεν επέδειξε την ίδια επιδεξιότητα όπως ο Βενιζέλος. Αυτό απεδείχθη ολέθριο, κυρίως όσον αφορά το Μικρασιατικό ζήτημα. Στις 9 Νοεμβρίου 1921 εκδόθηκε η απόφαση της Πρεσβευτικής Συνδιάσκεψης των Παρισίων, η οποία κατακύρωνε την «διαφιλονικούμενη περιοχή της Βορείου Ηπείρου» οριστικά στην Αλβανία. Σύμφωνα με αυτήν, Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία και Ιαπωνία αναγνώριζαν την Αλβανία «ως κυρίαρχο και ανεξάρτητο κράτος» και την περιοχή αυτή ως συντεταγμένη σε αυτή, με σύνορα τα καθορισθέντα στις συμφωνίες του Πρωτοκόλλου της Φλωρεντίας της 17ης Δεκεμβρίου 1913.
Το βορειοηπειρωτικό γίνεται μειονοτικό ζήτημα
Η 9η Νοεμβρίου 1921 αποτέλεσε σημείο καμπής για τις όποιες εδαφικές επιδιώξεις είχε τότε η Ελλάδα. Συνεπώς, το όλο ζήτημα υποβιβάστηκε σε θέμα προστασίας μίας μειοψηφίας, ήτοι σε μειονοτικό ζήτημα. Λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 2 Οκτωβρίου 1921, η Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ) ενέκρινε αλβανική δήλωση περί μειονοτήτων και έτσι αντικαταστάθηκαν και οι διατάξεις του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας (που έδιναν αυτονομία στον ελληνικό πληθυσμό της βόρειας Ηπείρου). Το αλβανικό κράτος, σύμφωνα με τη δήλωση του Αλβανού αντιπροσώπου Φαν Νόλη, αναγνώριζε και επίσημα τους ελληνικούς πληθυσμούς ως γλωσσική μειονότητα.
Στις αρχές Φεβρουαρίου του 1922 το αλβανικό κοινοβούλιο επικύρωσε τη δεσμευτική δήλωση του Φαν Νόλη: Πλήρης ισότητα σε ό,τι αφορά τα πολιτικά, αστικά και κοινωνικά δικαιώματα, χωρίς φυλετικές και γλωσσικές διακρίσεις, παροχή εκπαιδευτικών δικαιωμάτων, θρησκευτική ελευθερία και άσκηση της θρησκευτικής λατρείας, συμπεριλαμβανόμενων και των ελευθεριών αλλαξοπιστίας.
Στο πλαίσιο αυτό, για την διευθέτηση των συνόρων και επί εδάφους, τον Αύγουστο του 1923 ο Ιταλός στρατηγός Ενρίκο Τελλίνι, απεσταλμένος της ΚτΕ, μετέβη στην ελληνοαλβανική μεθόριο πλαισιωμένος από εκπροσώπους των δύο χωρών. Όταν η επιτροπή κατήλθε στις αμιγώς ελληνόφωνες περιοχές (Αργυρόκαστρο), μεταξύ του Τελλίνι και της ελληνικής αντιπροσωπείας προέκυψαν θεμελιώδεις διαφωνίες λόγω της εμφανούς μεροληψίας του Ιταλού στρατιωτικού. Τελικά, στις 27 Αυγούστου ο Τελλίνι βρέθηκε δολοφονημένος υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες στην ελληνοαλβανική μεθόριο πλησίον της Κακαβιάς.
Με την περιπλοκή της όλης υπόθεσης μετά τη δολοφονία του Τελλίνι, τις συνεχώς προβαλλόμενες ελληνικές εδαφικές αξιώσεις αλλά και το έντονο αλβανικό ενδιαφέρον για τους μουσουλμάνους Τσάμηδες της Ηπείρου κατά το διάστημα της ανταλλαγής των πληθυσμών (και της φημολογούμενης ανταλλαγής και των Τσάμηδων: μεταφορά τους στην Αλβανία ή στην Τουρκία), η συνοριακή ρύθμιση καθίστατο αναγκαία για την σταθερότητα στην περιοχή. Οι Μεγάλες Δυνάμεις κινήθηκαν για την εξάλειψη του «αποστήματος»: στις 27 Ιανουαρίου 1925, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο της αγγλο-γαλλο-ιταλικής επιτροπής (ή το Β΄ Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας) χαράχθηκαν οριστικά – επί χάρτου αλλά όχι επί εδάφους – τα σύνορα της σημερινής Αλβανίας, τα οποία και έγιναν διεθνώς αποδεκτά. Η Ελλάδα, όμως, δεν αναγνώρισε τη συμφωνία αυτή, η οποία αποτελεί σημείο αναφοράς για την αλβανική διπλωματία.
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο
Το καλοκαίρι του 1946 η ελληνική κυβέρνηση υπό τον Κωσταντίνο Τσαλδάρη υπέβαλε αίτημα ενώπιον της Συνδιάσκεψης της Ειρήνης των Παρισίων για την ενσωμάτωση της περιοχής της Βορείου Ηπείρου στην Ελλάδα με το αιτιολογικό ότι η Αλβανία έπρεπε να καταταχτεί στις ηττημένες δυνάμεις του άξονα και να αποκατασταθεί μια κραυγαλέα ιστορική αδικία σε βάρος του ελληνικού έθνους. Οι ελληνικές αξιώσεις, ωστόσο, δεν υιοθετήθηκαν από τους Συμμάχους και, προσθέτως, η Αλβανία είχε όλη τη διπλωματική υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης και της Γιουγκοσλαβίας. Συνεπώς, προσπάθεια για μια γενναία μεθοριακή αναρρύθμιση ναυάγησε.
Λίγα χρόνια αργότερα, με το τέλος του εμφυλίου πολέμου (Αύγουστος 1949) και την καταφυγή των μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού στην Αλβανία, η ελληνική κυβέρνηση ζήτησε από τους συμμάχους την ανάληψη μια διασυμμαχικής απόβασης στην Αλβανία για την εξάρθρωση των ανταρτικών βάσεων. Αυτό αποτελούσε έναν εύσχημο τρόπο – και ευκόλως αναγνώσιμο – για την κατάληψη της περιοχής, αλλά οι Σύμμαχοι απέρριψαν ασυζητητί την ελληνική πρόταση για εδαφική ανασυγκρότηση της περιοχής.
Έκτοτε όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις διατηρούσαν σε ρητορικό επίπεδο τις όποιες εδαφικές βλέψεις σε βάρος της Αλβανίας, η οποία από τη μεριά της, ως απάντηση σε αυτά, ανακινούσε με όποια διπλωματικά μέσα διέθετε το «τσάμικο».
Τον Μάιο του 1971 Ελλάδα και Αλβανία κατέληξαν σε μία επίπονη συμφωνία για τη διπλωματική ανασύνδεση. Από τα πρώτα αλβανικά αιτήματα, όπως αναμενόταν, ήταν η επαναφορά του θέματος της μεθοριακής συμφωνίας και των οροσήμων: αποκατάσταση, συντήρηση και πύκνωση αυτών. Τον Ιούλιο του 1972 η αλβανική κυβέρνηση επέδωσε σχετικό αίτημα στον Έλληνα πρέσβη στα Τίρανα. Η ελληνική κυβέρνηση απάντησε θετικά και τον Οκτώβριο του 1972 μετέβη στα Τίρανα ελληνική αντιπροσωπεία.
Η ελληνική πρόταση βασιζόταν στην αντίληψη ότι η συμφωνία έπρεπε να στηριχθεί στο ελληνογιουγκοσλαβικό πρότυπο, δηλαδή να αναγνωριστεί από τις δύο πλευρές το δεδομένο των συνόρων, αλλά χωρίς καμία μνεία σε παρελθοντικές συμβάσεις (δηλαδή να αποσιωπηθεί το Β’ Πρωτοκόλλο της Φλωρεντίας). Η Αλβανία, αντίθετα, επεδίωκε την υπογραφή της συνοριακής συμφωνίας βάσει του Πρωτοκόλλου αυτού, τη σύσταση μεικτής επιτροπής και την πύκνωση των οροσήμων («πυραμίδες» της μεθορίου). Λόγω της αλβανικής επιμονής, η ελληνική κυβέρνηση ακολούθησε παρελκυστική τακτική και δεν έδωσε συνέχεια στο θέμα.
Η μεθοριακή συμφωνία σχετιζόταν άμεσα με τα σημεία συνοριακής διέλευσης. Πριν από τον πόλεμο, υπήρχαν πέντε μεθοριακοί σταθμοί. Η ελληνική κυβέρνηση στη συνέχεια και κυρίως το 1976-1977 πρότεινε το άνοιγμα της Κρυσταλλοπηγής και της Κακαβιάς, ενώ η θέση της Αλβανίας για το ζήτημα αυτό υπήρξε αρνητική. Η Κακαβιά εξασφάλιζε για την Ελλάδα άμεση επαφή με το ελληνικό στοιχείο στις αποκαλούμενες από την Αλβανία μειονοτικές περιοχές, κάτι το οποίο δεν επιθυμούσε η Αλβανία και αρνείτο κατηγορηματικά. Τον Μάιο του 1974 η Αθήνα ζήτησε το άνοιγμα της Κακαβιάς, αλλά τα Τίρανα απέρριψαν το αίτημα. (Ο συνοριακός σταθμός της Κακαβιάς, ως σημείο διέλευσης ανθρώπων και αγαθών, λειτούργησε τον Γενάρη του 1985).
Με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, το 1981, τα Τίρανα πίστεψαν ότι παρουσιαζόταν μία καλή ευκαιρία να επαναφέρουν το ζήτημα της μεθοριακής συμφωνίας, αλλά ο Ανδρέας Παπανδρέου έθεσε τέλος στην αναδυόμενη συζήτηση με μία εύσχημη διπλωματική δήλωση από τα Ιωάννινα τον Φεβρουάριο του 1984, κάνοντας μνεία στο απαραβίαστο των συνόρων μεταξύ των δύο χωρών, επικαλούμενος την Τελική Πράξη του Ελσίνκι, την οποία όμως η Αλβανία δεν είχε αναγνωρίσει.
Και η υφαλοκρηπίδα
Ως προς το δεύτερο σκέλος, την υφαλοκρηπίδα, η Ελλάδα υπέβαλε για πρώτη φορά σχέδιο οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας με την Αλβανία στις αρχές του 1977, επωφελούμενη από τη σχετική βελτίωση των σχέσεων αλλά και θορυβημένη από την κλιμακούμενη ένταση στο Αιγαίο (στις αρχές του 1975 η Τουρκία, ενθαρρυμένη από τις επιτυχίες της στην Κύπρο και την αδιαφορία του διεθνούς παράγοντα, έθεσε και θέμα κυριαρχίας στο Αιγαίο και με την ευκαιρία ο Κωνσταντίνος Καραμανλής προέβη στη γνωστή δήλωση της 27ης Ιανουαρίου 1975 για την τουρκική απειλή στο Αιγαίο και την πρόκληση συνολικότερης αστάθειας στην περιοχή). Όμως οι Αλβανοί ζήτησαν ως σημείο εκκίνησης των συνομιλιών την κατάργηση του νόμου περί εμπολέμου (Νοέμβριος 1940), αίτημα επαναλαμβανόμενο από την αλβανική διπλωματία το οποίο αρνείτο να συζητήσει η ελληνική πλευρά, και την αποκατάσταση των οροσήμων.
Τον Μάρτιο του 2009 επιτεύχθηκε στα Τίρανα μία αρχική συμφωνία για την θαλάσσια οριοθέτηση αλλά δύο μήνες αργότερα το αντιπολιτευόμενο σοσιαλιστικό κόμμα του Έντι Ράμα κατήγγειλε τη συμφωνία και παρέπεμψε την όλη υπόθεση ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο την έκρινε αντισυνταγματική και την ακύρωσε πριν κυρωθεί στην αλβανική Βουλή. Στην Ελλάδα πίστεψαν (και εξακολουθούν να πιστεύουν) ότι πίσω από την ενέργεια αυτή υποβόσκει τουρκικός δάκτυλος, προκειμένου να αποφευχθεί η δημιουργία προηγουμένου, το οποίο θα μπορούσε να επικαλεστεί η Ελλάδα και στη διαφωνία της με την Τουρκία στο Αιγαίο.
Έκτοτε και το θέμα της υφαλοκρηπίδας οδηγήθηκε σε στενωπό, με ατέρμονες δηλώσεις και εικασίες, υπονόμευση και κυρίως καχυποψία από την αλβανική πλευρά.
Όπως βλέπουμε, τόσο στο θέμα της οριοθέτησης των χερσαίων συνόρων μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας, όσο και στο θέμα των θαλάσσιων ζωνών, υπάρχουν σημεία, που δεν έχουν αποσαφηνιστεί, τα οποία στάθηκαν ικανά να προκαλέσουν παρερμηνείες και πανικό.
*Σταύρος Ντάγιος
Είναι διδάκτωρ ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας & Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Το ερευνητικό ενδιαφέρον του εδράζεται στη μελέτη των διαβαλκανικών σχέσεων. Είναι μεταφραστής λογοτεχνίας και διευθυντής του Εκδοτικού Οίκου Literatus.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις3 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή