Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Συμφωνία ΗΠΑ – Ρωσίας στο ορατό μέλλον

Δημοσιεύτηκε στις

Με την επιστολή Τραμπ στον Πούτιν που επέδωσε ιδιοχείρως
ο γερουσιαστής
Rand Paul σηματοδοτείται
η έναρξη της προσέγγισης.  Η απειλή
πυρηνικού ολέθρου θα εξαναγκάσει και πάλι την ειρηνική συνύπαρξη των
υπερδυνάμεων.
Του Νίκου Σταματάκη*
Υποστηρίξαμε
στο άρθρο της περασμένης εβδομάδας ότι οι αμερικανικές οικονομικές κυρώσεις επί
της Τουρκίας δεν είναι βέβαιο ότι θα επιφέρουν την καθυποταγή της Αγκυρας στα
κελεύσματα της Ουάσιγκτον και την επάνοδό της στο δυτικό «μαντρί».  Υποθέσαμε μάλιστα ότι το άμετρο στρίμωγμα της
Ρωσίας από τους αδίστακτους παίκτες του αμερικανικού «βαθέος κράτους» με την
επιχειρούμενη επέκταση του ΝΑΤΟ ακόμα και στην Ουκρανία, όπως και οι ανάλογες
οικονομικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας και του Ιράν θα οδηγήσουν φυσιολογικά στη
δημιουργίας μιας de facto «οικονομικής ζώνης»
Ρωσίας-Ιράν-Τουρκίας με συμμετοχή μικρότερων χωρών-δορυφόρων των τριών αυτών
δυνάμεων.

Προτού
«αλέκτωρ φωνήσαι τρις» ανακοινώθηκε την εβδομάδα που πέρασε ο καταμερισμός των
συνόρων επί της Κασπίας Θάλασσας που λίγο-πολύ κατανέμει τα σχετικά δικαιώματα
ισομερώς και με εφαρμογή των αρχών του Διεθνούς Δικαίου. Επιπλέον απαγορεύει
την δημιουργία στρατιωτικών βάσεων δυνάμεων «που δεν βρέχονται από την Κασπία»
(βλ. ΗΠΑ) στην περιοχή.  Είναι φανερό ότι
με τις κινήσεις αυτές η Ρωσία σταθεροποιεί και επεκτείνει τις θέσεις της στην
ευρύτερη περιοχή της Ευρασίας, και κυρίως κατοχυρώνει τη συμμαχία της με το
Ιράν και ανοίγει το δρόμο για τον εναγκαλισμό της Τουρκίας, με οικονομικά,
αμυντικά και στρατηγικά μέσα, και την τελική εγκόλπωσή της στο ευρύτερο
ευρασιατικό άξονα που δημιουργείται. 

Το
ερώτημα που γίνεται όλο και πιο βασανιστικό αφορά το κατά πόσον οι τελευταίες ρωσικές
κινήσεις αποκλείουν την πολυσυζητημένη προσέγγιση ΗΠΑ-Ρωσίας.  Η απάντηση είναι ότι όχι μόνο δεν την απομακρύνουν
αλλά πιθανόν και να την διευκολύνουν και να την επιταχύνουν .  Προτού εξηγήσουμε το γιατί ας υπογραμμίσουμε
ένα γεγονός που πέρασε στα ψιλά: Πριν δέκα μέρες ο γνωστός για τον αδέσμευτο
πατριωτισμό του γερουσιαστής Rand Paul επισκέφτηκε τη
Μόσχα μεταφέροντας επιστολή του Προέδρου Τραμπ προς τον Πρόεδρο Πούτιν.  Και μόνο το γεγονός ότι παραμερίστηκε η
«διπλωματική οδός» (επειδή προφανώς είναι ελεγχόμενη από το «βαθύ κράτος»)
δείχνει την βούληση για επαναπροσέγγιση.
Θα
υποστηρίξουν ορισμένοι ότι ο Πούτιν δεν έχει ιδιαίτερους λόγους να επιδιώκει
κάτι τέτοιο. 1) Εχει μόλις καταγάγει περίλαμπρη νίκη στη Συρία και πλέον αναδεικνύεται
σε «επιδιαιτητή» μεταξύ όλων των περιφερειακών αντιπάλων.  Είναι χαρακτηριστικό ότι το Ισραήλ, αφότου
πέτυχε να επιτηρεί η ρωσική στρατιωτική αστυνομία τα σύνορά του με τη Συρία σε
μεγάλο βάθος πέρα από το Γκολάν (και επομένως να κρατά τους Ιρανούς σε απόσταση
ασφαλείας) εξετέλεσε «προς τιμήν της Ρωσίας» αεροπορικό βομβαρδισμό εναντίον
ισλαμιστικών δυνάμεων στο συριακό έδαφος, των ίδιων που πριν λίγες εβδομάδες
υποστήριζε! 2) Ο Πούτιν έχει κάνει επίδειξη κατ’επανάληψη των πυραυλικών του
δυνατοτήτων απέναντι στις οποίες οι ΗΠΑ δεν έχουν αυτή τη στιγμή ικανοποιητική
άμυνα.  Το ίδιο ισχύει και για κάποια
συστήματα ραντάρ που έχουν εκπληκτικές δυνατότητες και μπορούν κυριολεκτικά να
«τυφλώνουν» τα συστήματα αμερικανικών πολεμικών πλοίων!  Τα σχετικά επεισόδια τα τελευταία πέντε
χρόνια κυρίως στην Μαύρη Θάλασσα είναι πολλά και έχουν καταγραφεί με
λεπτομέρειες.  3) Παρά τις δυτικές
κυρώσεις αισθάνεται ισχυρός καθώς το εξωτερικό χρέος της Ρωσίας είναι πολύ
μικρό ποσοστό του ΑΕΠ και επιπλέον κάθεται πάνω σε μια θάλασσα πολύτιμων
μετάλλων και υδρογονανθράκων. 
Όμως
όλοι αυτοί και άλλοι παράγοντες δεν είναι ικανοί να πείσουν ότι ο «σκακιστής»
Πούτιν δεν μπορεί να δει πολλές κινήσεις μπροστά και να αποφασίσει τι ωφελεί
την Ρωσία μακροπρόθεσμα.  Αλλωστε έχει
λάβει παρόμοια απόφαση πριν λίγα χρόνια όταν (αφού πρώτα είχε διώξει όλες τις
δυτικές εταιρίες που είχαν υπογράψει ληστρικά συμβόλαια επί Γέλτσιν)  αποφάσισε να υπογράψει συμφωνία με την EXXONMOBIL του Ρεξ
Τίλερσον.  Ο αμερικανικός κολοσσός
εγκατέστησε τότε τεράστια πλατφόρμα στην Αρκτική και άρχισε τις έρευνες.  Το «βαθύ κράτος» όμως είχε άλλα σχέδια.  Ξανάρχισε τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας και η
πλατφόρμα αδράνησε.  Κάποιοι «φωστήρες»
στη Μόσχα είπαν να την κρατικοποιήσουν. 
Στην πορεία κατάλαβαν ότι ακόμα και αν το έκαναν δεν θα μπορούσαν να την
χρησιμοποιήσουν. Γιατί; Επειδή δεν διέθεταν το λογισμικό, την τεχνολογία, την
εμπειρία να το κάνουν.  Και εάν τα
εύρισκαν όλα αυτά θα τους έλειπε κάτι ακόμα που δεν το έχουν και δεν πρόκειται
να το αποκτήσουν στο άμεσο μέλλον: τα τεράστια κεφάλαια για τις υποθαλάσσιες
εξορύξεις στην Αρκτική και αλλού…  Τα
οποία διαθέτει άφθονα η Δύση και κυρίως μία δύναμη, η Αμερική… Κάπως έτσι
αποφάσισαν να αφήσουν την εταιρεία να αποσύρει ήσυχα την πλατφόρμα…
Τι
λοιπόν διδάσκει αυτή η ιστορία;  Βασικά
υπενθυμίζει στον Πούτιν, βαθύ γνώστη των αιτίων της πτώσης του κομμουνισμού,
τον σπουδαιότερο λόγο για τον οποία η τότε ΕΣΣΔ έχασε τον «Ψυχρό Πόλεμο»: δεν
άντεξε οικονομικά τον ανελέητο ανταγωνισμό των εξοπλισμών με τις ΗΠΑ.  Το βραδυκίνητο κομουνιστικό οικονομικό
σύστημα κατέρρευσε μη μπορώντας να ανταπεξέλθη…
Ο
Πούτιν ασφαλώς θαυμάζει και χρησιμοποιεί άψογα τα τεχνολογικά επιτεύγματα των
σπουδαίων Ρώσων επιστημόνων στα ραντάρ και τους πυραύλους.  Αλλά γνωρίζει ότι και η προ του 1940 Γερμανία
είχε ανάλογη – αν όχι μεγαλύτερη – τεχνολογική υπεροχή. Ομως στο τέλος μέσα σε
λίγα μόλις χρόνια η υπεροχή αυτή δεν σήμαινε απολύτως τίποτα απέναντι στην
ασταμάτητη ατμομηχανή που είναι η αμερικανική τεχνολογική παραγωγή – ακριβώς
επειδή βασίζεται στην «ελεύθερη οικονομία». Και γνωρίζει ότι κάτι τέτοιο η
Ρωσία δεν θα το πετύχει ποτέ.
Θυμάμαι
στο σημείο αυτό το περίφημο έργο “Oriental Despotism” του Karl Wittfogel που επιχειρεί να εξηγήσει γιατί έθνη όπως η Ρωσία και η
Κίνα (σε τελική ανάλυση λόγω των τεράστιων μεγεθών έκτασης και πληθυσμού
αντίστοιχα) δεν θα μπορούσαν ποτέ να λειτουργήσουν σύμφωνα με τα πρότυπα της
δυτικής δημοκρατίας και της «ελεύθερης οικονομίας». Αυτές οι απλές ιστορικές
αλήθειες είναι απολύτως κατανοητές για τον Πούτιν.  Μόνο οι γνωστοί «χρήσιμοι ηλίθιοι» ή πράκτορες
των δυτικών υπηρεσιών κλαίγονται τάχατες για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη
δημοκρατία στη Ρωσία (και στην Κίνα)…
Γνωρίζει
επίσης κάτι που επισημοποιήθηκε την περασμένη Δευτέρα, όταν ο πρόεδρος Τραμπ
υπέγραψε το νομοσχέδιο αμυντικών δαπανών ύψους άνω των $700 δις: ότι η Κίνα
θεωρείται – επίσημα πλέον -εθνικός κίνδυνος για τις ΗΠΑ καθώς το νομοσχέδιο
αυτό κόβει με το μαχαίρι τις οποιεσδήποτε μεταφορές τεχνολογίας μεταξύ
ΗΠΑ-Κίνας. Να σημειώσουμε εδώ την διείσδυση τουλάχιστον μισού εκατομμυρίου
Κινέζων σε ρωσικό έδαφος; Νομίζει κανείς ότι η Ρωσία δεν αισθάνεται την
κινεζική απειλή; Ο Πούτιν γνωρίζει ακόμα ότι το βαθύ κράτος θα βρεθεί σύντομα
στο σκαμνί του κατηγορουμένου στις ΗΠΑ για πολλούς λόγους (που ήδη αποτελούν
πρωτοσέλιδους τίτλους) και ειδικά επειδή άφησε την χώρα εκτεθειμένη σε ανώτερη
ρωσική πυραυλική τεχνολογία, παρότι εκμεταλλεύεται πάνω από $1 τρις ετησίως
κυρίως από χρήματα των φορολογουμένων! Όταν αυτό συμβεί (και θα συμβεί πολύ
σύντομα) θα λυθούν τα χέρια του προέδρου Τραμπ να προχωρήσει στην προσέγγιση με
τη Μόσχα.  Γνωρίζει τέλος ότι το απόλυτο
όπλο των ΗΠΑ είναι η θέση του δολαρίου ως παγκόσμιου «αποθεματικού νομίσματος»
και τη θέση αυτή καμία δύναμη δεν είναι σε θέση ακόμα να αμφισβητήσει
ουσιαστικά. Τέλος δεν χρειάζεται να είσαι καλός σκακιστής για να καταλάβεις ότι
η απειλή του «πυρηνικού ολέθρου» μπορεί εύκολα να εξαναγκάσει την αντιπαράθεση
ΗΠΑ-Ρωσίας στον ειρηνικό συμβιβασμό όπως άλλωστε συνέβη στο παρελθόν.  Οι δύο χώρες κατέχουν το 90% των πυρηνικών
όπλων παγκοσμίως.  Τελικό συμπέρασμα: Η
επαναπροσέγγιση ΗΠΑ-Ρωσίας έχει νομοτελειακό χαρακτήρα και η επίτευξή της είναι
θέμα χρόνου.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Θα ήθελα να θέσω ένα απλό ερώτημα στον
κ.Κοτζιά: Είναι ηλίθιες οι κυβερνήσεις Ισραήλ και Αιγύπτου (οι οποίες έχουν να
αντιμετωπίσουν ανάλογα γεωπολιτικά δεδομένα με την Ελλάδα) που όχι μόνο δεν
κόβουν αλλά επιτείνουν τούς δεσμούς τους με τη Μόσχα; Αραγε η Ρωσία δεν έχει
εκατοντάδες και χιλιάδες «πράκτορες» στο Ισραήλ με το 1,2 εκατομμύρια ρώσων και
ρωσοεβραίων που μένουν εκεί;  Και μάλιστα
επιτείνουν τις σχέσεις τους με τη Ρωσία ενώ λαβαίνουν ($3 δις το Ισραήλ και
$1.5 δις η Αίγυπτος) ΕΤΗΣΙΩΣ ΔΩΡΕΑΝ βοήθεια από τις ΗΠΑ…  Η Ελλάδα τι παίρνει; Μέχρι στιγμής εισπράττει
κυρίως αμφίσημες δηλώσεις για την ελληνική ΑΟΖ, που αντιβαίνουν στο Διεθνές
Δίκαιο και σε όσα οι ίδιες οι ΗΠΑ συμφώνησαν στον καθορισμό της δικής τους ΑΟΖ…
Ελεος, κ.Κοτζιά… Συνέλθετε…
Nέα
Υόρκη, 18 Αυγούστου 2018             n.stamatakis@aol.com
*Ο Νίκος Σταματάκης είναι
διδάκτωρ κοινωνικών επιστημών, διεθνολόγος και επιχειρηματίας που ζει και
εργάζεται στη Νέα Υόρκη

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Απόψεις7 λεπτά πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις22 λεπτά πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις52 λεπτά πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα1 ώρα πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Δημοφιλή