Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ισραηλινό Ινστιτούτο Στρατηγικής: Η Κυπριοποίηση της Βόρειας Συρίας

Δημοσιεύτηκε στις

Ο χάρτης είναι από την Χεζμπολάχ και δείχνει το ΒΔ Τμήμα της Συρίας με μωβ και μπλε χρώμα, που ελέγχεται από τον τουρκικό στρατό
Παραλληλισμό της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974 με την εισβολή της Τουρκίας στην Συρία κάνει ο καθηγητής και ειδικός σε θέματα Τουρκίας  Hay Eytan Cohen Yanarocak. Σε μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Jerusalem  Institute  for Strategic Studies με τίτλο η «Κυπριοποίηση της  Βόρειας Συρίας» σημειώνεται πως  οι στρατιωτικές παρεμβάσεις της Τουρκίας στην Τζαραμπλους και το Αφρίν στη βόρεια Συρία έχουν μετατρέψει αυτούς τους δύο θύλακες σε τουρκικά στρατιωτικά και οικονομικά προτεκτοράτα. «Η συμμετοχή της Τουρκίας σε αυτά τα καντόνια έχει αυξήσει την οικονομική και πολιτική εξάρτηση των περιοχών από την Άγκυρα, η οποία έχει σχεδόν φτάσει στο επίπεδο της θέσης της Τουρκίας στη βόρεια Κύπρο.», σημειώνεται χαρακτηριστικά
Ακολουθεί μεταφρασμένη η ανάλυση

Μετά την κατάληψη της Βόρειας Κύπρου το 1974 η Άγκυρα δημιούργησε το 1983 δορυφορικό κράτος, την «ΤΔΒΚ» η οποία ενσωματώθηκε στην ηπειρωτική τουρκική οικονομία.

Μπορεί η  Τζαραμπλούς και το Αφρίν  να είναι διαφορετικές από τη βόρεια Κύπρο αφού δεν υπάρχει ένας εθνικά τουρκικός πληθυσμός,  εντούτοις η κατάσταση είναι παρόμοια. Αυτές οι περιοχές καταλήφθηκαν από τις επιχειρήσεις «Ασπίδα Ευφράτη» και το «Τον Κλάδο Ελαίας» των Τούρκων Ένοπλων Δυνάμεων  που ξεκίνησαν το 2016 και το 2018 αντίστοιχα. Σήμερα βλέπουμε τη διαδικασία της κυπριοποίησης της βόρειας Συρίας. Τα ονόματα αυτών των στρατιωτικών εκστρατειών υποδηλώνουν την ειρήνη ως όνομα παρέμβασης στην Κύπρο, υποδεικνύοντας την επιθυμία για μακροπρόθεσμη de-facto προσάρτηση, η οποία θα εμβαθύνει τη στρατιωτική και οικονομική παρουσία της Τουρκίας στη βόρεια Συρία.
Η νομιμοποίηση του Κουρδικού Δημοκρατικού Κόμματος (PYD) στα μάτια της Δύσης, χάρη της καταπολέμησης του Ισλαμικού Κράτους (IS) και η δημιουργία ενός νέου de-facto κουρδικού διαδρόμου που ξεκινά από τα ιρακινά-τουρκικά σύνορα, τα σύνορα μεταξύ Συρίας και Τουρκίας έχουν φοβίσει την Άγκυρα. Αυτή η συνεχής οντότητα θεωρήθηκε ως “κουρδικό τείχος” που αποσυνδέει την Τουρκία από τον αραβικό κόσμο.
Η τουρκική ανησυχία  μεγάλωσε όταν οι παν-κουρδικοί χάρτες που φτάνουν στη Μεσόγειο Θάλασσα άρχισαν να κυκλοφορούν στα  κοινωνικά μέσα και στο Διαδίκτυο. Η πρόσβαση των Κούρδων στη θάλασσα θα αποτελούσε αλλαγή παιχνιδιού, καθώς έθετε τέρμα στον εγκλωβισμό της κουρδικής οντότητας και θα περιόριζε  την εξάρτηση των Κούρδων από την Τουρκία και άλλα γειτονικά κράτη. Επιπλέον, ένα αυτόνομο ανεξάρτητο Κουρδιστάν θα μπορούσε να προκαλέσει επιπτώσεις στην Τουρκία που θα έπλητταν την εδαφική ακεραιότητα της χώρας.
Δικαιολογία εισβολής
Ως εκ τούτου, εμφανίζοντας ως casus  belli τις όποιες  τρομοκρατικές επιθέσεις με ρουκέτες από το Ισλαμικό Κράτος εναντίων της Τουρκίας, η Άγκυρα άρχισε να παρεμβαίνει στον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας με την έναρξη της επιχείρησης Ασπίδα Ευφράτη. Παρά το γεγονός ότι το ISIS ήταν ο κύριος στόχος της επιχείρησης,  εντούτοις σκοπός  ήταν να αποφευχθεί η κουρδική γεωγραφική συγγένεια μεταξύ των καντονιών Κομπανί και Αφρίν  που θα μπορούσε αργότερα να επεκταθεί στα δυτικά και να φτάσει στη Μεσόγειο. Πράγματι, η κρυφή ατζέντα της Ασπίδας του Ευφράτη  εμφανίστηκε όταν η Τουρκία ξεκίνησε την επιχείρηση «Κλάδος Ελαίας»  ενάντια στην περιοχή του Αφρίν  που ελέγχεται από το PYD.
Μετά την απόκτηση του ελέγχου του Αφρίν, η Τουρκία άρχισε την επανεγκατάσταση κάποιων Αράβων Σύρων προσφύγων (ο επίσημος αριθμός τους έφθασε τα 3,5 εκατομμύρια τον Ιούλιο του 2018) στην κατεχόμενη ζώνη της Βόρειας Συρίας. Ενώ η Τουρκία επιδιώκει την επίλυση του προβλήματος των προσφύγων της, φιλοδοξεί επίσης να αραβοποιήσει την περιοχή μεταφέροντα τους πρόσφυγες της Συρίας στο Κουρδικό καντόνι του Αφρίν  που αμβλύνει τον κουρδικό της χαρακτήρα.
Καθώς η οθωμανική αυτοκρατορία έλεγχε την περιοχή για 401 χρόνια, η δημόσια τουρκική αφήγηση  δεν βλέπει την Τουρκία ως ξένή στη Συρία. Από την άποψη αυτή, ο τουρκικός τύπος προσπάθησε να δικαιολογήσει την ύπαρξη του τουρκικού στρατού στην πόλη του Αφρίν επαναλαμβάνοντας τον μύθο ότι η πόλη ιδρύθηκε από έναν οθωμανό αξιωματούχο που ονομάζεται Μουσταφά Ναμίκ. Για να αποδείξει αυτή την ιστορική αξίωση, το τουρκικό κτηματολόγιο  χρησιμοποίησε έγγραφα από τα οθωμανικά αρχεία για να δείξει ότι η περιοχή Αφρίν ανήκε στις τουρκμενικές φυλές. Ήταν μια προσπάθεια να απο-νομιμοποιήσουν τις κουρδικές διεκδικήσεις πάνω στο κατεχόμενο καντόνι.
Ο ρόλος των τουρκμένων
Ταυτόχρονα, προκειμένου να ενισχυθεί η επιρροή των τουρκμένων  στην περιοχή, που αποτελούν μόνο το 8% του συνόλου του πληθυσμού της επαρχίας Αφρίν, η Τουρκία διευκόλυνε τον σχηματισμό και την ανάπτυξη των τουρκμενικών ταξιαρχιών Muntasır Billah στο Αφρίν υπό την ομπρέλα του ελεύθερου Συριακού Στρατού. Οι προσπάθειες της Άγκυρας να συσπειρώσει τους ανθρώπους της γύρω από τη σημαία της δεν περιορίστηκαν μόνο σε αυτό. Για να στηρίξει τη συγγένεια της Τουρκίας με την περιοχή, το πρακτορείο Αnadolu  έκανε μια αξιοσημείωτη ανακοίνωση τον Ιούλιο ότι οι ντόπιοι αξιωματούχοι είχαν βρει στην περιοχή Αφρίν του πατέρα πατρός Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ (το 1918 ο Ατατούρκ πολεμούσε τους Βρετανούς ως κυβερνήτης του 7ου στρατού) την Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό φαινόταν να είναι μια προσπάθεια να επιστρατεύσει και τους κοσμικούς Τούρκους για να υποστηρίξουν την εκσραστεία στο Αφρίν. Όπως θα περίμενε κανείς, τα κτήρια που βρέθηκαν  σύντομα θα μετατραπο΄θν σε μουσείο στο οποίο θα φιλοξενηθεί έκθεση εγγράφων, φωτογραφιών και αντικειμένων.
Ανασυγκρότηση και υποδομές
Εκτός από τις προσπάθειες υπεράσπισης στο εσωτερικό, η Τουρκία άρχισε να επενδύει στη βόρεια Συρία προκειμένου να μεγιστοποιήσει τα δικά της συμφέροντα και να διατηρήσει την τάξη. Δεδομένης της καταστροφής κατά τον εμφύλιο πόλεμο, η Τουρκία άρχισε να ανασυγκροτεί τις υποδομές προκειμένου να ενθαρρύνει  Σύριους πρόσφυγες να εγκατασταθούν εκ νέου. Η Τουρκία άνοιξε τις διασταυρώσεις Zeytin Dalı (Αφρίν), Çobanbey (Al-Rai) και Karkamıs (Τζαραμπλους) για να συνδέσει την περιοχή με την Τουρκία
Η Τουρκία ανοίγει μεγάλους αυτοκινητόδρομους σε αυτές τις διαβάσεις μέσα στη Συρία για να διευκολύνει τη μεταφορά από την Αλ Μπαμπ και την Τζαραμπλους στην Τουρκία. Σχεδιάζει επίσης να συνδέσει το Μανπίτζ (επί του παρόντος υπό έλεγχο PYD) σε αυτό το δίκτυο στο μέλλον. Αυτό θα επιταχύνει την αραβοποίηση της περιοχής και θα ενθαρρύνει τους Τούρκους και Σύρους επιχειρηματίες που ζουν στην Τουρκία να επενδύσουν στην περιοχή – πιθανότατα στον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας και της ελιάς.
Οθωμανικά παζάρια
Η τουρκική επιρροή στην οικονομία των καντονιών αντικατοπτρίζεται και στη χρήση του νομίσματός της. Δεδομένου του γεγονότος ότι τα περισσότερα προϊόντα αποστέλλονται στην περιοχή από την Τουρκία, ο άμαχος πληθυσμός που έχει μικρή πρόσβαση στη Συριακή λίρα, άρχισε να χρησιμοποιεί την τουρκική λίρα για να ικανοποιήσει τις καθημερινές του ανάγκες, όπως τα τρόφιμα και το πετρέλαιο.
Η ενσωμάτωση των καντονιών Αφρίν και Τζαραμπλούς στην τουρκική οικονομία δεν είναι μονόδρομος. Τον περασμένο Ιούνιο του 2018, όταν η τιμή των πατατών αυξήθηκε στην Τουρκία από 2 λίρες σε 6 λίρες, ο υπουργός οικονομίας Nihat Zeybekçi δήλωσε ότι η Τουρκία «έφερε» 4 χιλιάδες τόνους πατάτας από τις ελεγχόμενες περιοχές της Τουρκίας στη βόρεια Συρία. Αυτό το πρωτοφανές βήμα μείωσε τις τιμές των πατατών και πάλι σε 2 λίρες, αλλά αύξησε το σκεπτικισμό στην αγορά, για τον αν η  Τουρκία εισήγαγε τα αγαθά αυτά είτε “τα έφερε” όπως οι Οθωμανοί στο παρελθόν.
Η κατάσταση στη βόρεια Συρία αντικατοπτρίζει σαφώς το παραδοσιακό οθωμανικό αποικιστικό μοντέλο που μπορεί να δει κανείς και στην Κύπρο. Κατά τον εποικισμό με πιστό πληθυσμό στην περιοχή, οι Οθωμανοί παρείχαν επίσης ευημερία και άλλες κοινωνικο-οικονομικές υποδομές στις περιοχές που κατέκτησαν.
Οι υποστηρικτές του εθνικιστικού Κόμματος  MHP ονομάζουν τις περιοχές στη Βόρεια Συρία ως την αδήλωτη “82η επαρχία” της Τουρκίας. Η τουρκική γλώσσα άρχισε επίσης να εμφανίζεται στα περισσότερα σημεία στα δύο καντόνια. Οι πινακίδες για τα διοικητικά κτίρια είναι τα σημαντικότερα παραδείγματα για αυτό το φαινόμενο. Για παράδειγμα, το νέο υποκατάστημα της Τουρκικής Ταχυδρομικής Διοίκησης (ΡΤΤ) στη Τζαραμπλούς, το οποίο παρέχει ταχυδρομικές και τραπεζικές υπηρεσίες στους κατοίκους, φέρει ταυτόχρονα Τουρκικές και Αραβικές πινακίδες, καθώς και σημαίες της Τουρκίας και του Ελεύθερου Συριακού Στρατού. Παρέχοντας βασικές υπηρεσίες στους κατοίκους, το ΡΤΤ συνδέει την περιοχή με τον έξω κόσμο. Με τον τρόπο αυτό, χάρη στις τραπεζικές του υπηρεσίες, το ΡΤΤ ενσωματώνει το κεφάλαιο των κατοίκων στην τουρκική οικονομία.
Αντικατάσταση θεσμών
Σημάδια στα τουρκικά μπορεί να δει κανείς σε νοσοκομεία, σχολεία, πυροσβεστικά και αστυνομικά τμήματα. Η Τουρκία πληρώνει τους μισθούς των ιατρών, των δασκάλων, των πυροσβεστών και των αστυνομικών καθώς και την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στην περιοχή με την τοποθέτηση 3 χλμ.  μεγάλων  καλωδίων  τροφοδοσίας. Τα αστικά, τα πυροσβεστικά οχήματα και τα αστυνομικά οχήματα προέρχονται από την Τουρκία.
Το Υπουργείο Υγείας της Τουρκίας ίδρυσε ένα πλήρως εξοπλισμένο νοσοκομείο στη Τζαραμπλούς . Λόγω της έλλειψης εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού στη βόρεια Συρία, η Άγκυρα έστειλε επίσης το ιατρικό προσωπικό της για  θεραπεία κατά μέσο όρο 1200 ασθενών την ημέρα. Επιπλέον, η Τουρκία επισκεύασε και παρείχε εξοπλισμό στα σχολεία του Αφρίν.  Στο σχολείο του Αφρίν μπορεί κανείς να δει και σημαίες της Τουρκίας, πορτραίτα του Ενρτογάν καθώς κα του πραξικοπήματος Ömer Halisdemir
Η τουρκική παρουσία στη βόρεια Συρία έχει πολλές εντυπωσιακές ομοιότητες με παράδειγμα στη βόρεια Κύπρο. Η ορολογία στην ονομασία των στρατιωτικών επιχειρήσεων, τόσο στα κατεχόμενα εδάφη, όσο και στο καθεστώς τους στο διεθνές δίκαιο καθώς και στην αυξανόμενη στρατιωτική και οικονομική διείσδυση της Τουρκίας είναι οι κοινοί παρανομαστές. Παρά τις επίσημες δηλώσεις της Τουρκίας που ευνοούσαν μια ενωμένη Κύπρος το 2004 (στο πλαίσιο του σχεδίου Ανάν) και τη δήλωση του 2018 για την υποστήριξη της εδαφικής ακεραιότητας της Συρίας, οι ενέργειές της δεν αντικατοπτρίζουν τη ρητορική της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Η ομοιότητα με το κυπριακό παράδειγμα δείχνει ως παρόμοιο προορισμό για τη βόρεια Συρία – “Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Συρίας”.»
Σημερινή

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO20 λεπτά πριν

Η Ευρώπη γνωρίζει, αλλά κάνει τα στραβά μάτια! Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας με Χαμάς και ισλαμιστικά δίκτυα

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεων, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των...

Αναλύσεις51 λεπτά πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Αρμενία–Ινδία: Στο τραπέζι παραγωγή Pinaka Mk2 – Τα ανοίγματα σε ΕΕ και ΗΠΑ

Συζητήσεις για παραγωγή ινδικών πυραύλων στην Αρμενία, στενότερες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και επαφές στην Ουάσιγκτον συνθέτουν την ατζέντα...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Τομ Μπάρακ: Ο μυστικός παίκτης της τουρκικής αναβάθμισης; Το παιχνίδι ισχύος από τον Λευκό Οίκο ως την Ανατολική Μεσόγειο

F-35, S-400, Συρία, Κούρδοι και ενεργειακοί διάδρομοι: οι επιχειρηματικές διασυνδέσεις και τα γεωστρατηγικά ερωτήματα που οφείλει να εξετάσει η Ελλάδα.

Δημοφιλή