Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Αξίζει να διαβαστεί – Συνομιλίες με τρία σενάρια διχοτόμησης

Δημοσιεύτηκε στις

Γιάννος Χαραλαμπίδης
Σενάρια πέραν της υφιστάμενης διαδικασίας και δη της λύσης, στη βάση της ομοσπονδίας, ζήτησε να ακούσει η απεσταλμένη του Γ.Γ. του ΟΗΕ στο Κυπριακό, Τζέιν Χολ Λουτ. Στα άλλα σενάρια περιλαμβάνονται, όπως είναι πλέον φυσιολογικό, αυτό των δυο κρατών, ενώ η Τουρκία από την πλευρά της, και αυτό είναι γνωστό σε όλους τους ενδιαφερόμενους, δεν υπαναχωρεί από τη θέση της στα θέματα των εγγυήσεων και της ασφάλειας, ασχέτως εάν δηλώνει έτοιμη να συζητήσει επί τούτων. Η υπαναχώρηση από τα θέματα ασφάλειας εμφανίζεται ως προδοσία και ζήτημα συναφές με την αξιοπιστία του καθεστώτος Ερντογάν, την εσωτερική σταθερότητα, καθώς και την εξωτερική ασφάλεια. 

Οι ισχυρισμοί Τσαβούσογλου
Μάλιστα, σε επαφές του, ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου από το Κραν Μοντανά και μετά (πράγμα που είναι γνωστό και στη Λευκωσία) ισχυρίζεται ότι τα χέρια της χώρας του είναι επί του θέματος των εγγυήσεων δεμένα, καθότι, όπως τονίζει, η πλήρης και μάλιστα σύντομη αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων από την Κύπρο και η κατάργηση των εγγυήσεων δεν γίνονται δεκτές από καμιά  πολιτική δύναμη στην Τουρκία. Ούτε από τον λαό, ούτε από την ελίτ. Προβάλλει, δε, το παράδειγμα της συζύγου του, που είναι ακαδημαϊκός, καθώς και των συναδέλφων της, οι οποίοι δεν μπορούν να δεχθούν λύση χωρίς στρατό και εγγυήσεις. Με τη θέση του αυτή ο Τούρκος ΥπΕξ θέλει να δείξει ότι η ελίτ της χώρας δεν μπορεί να αποδεχθεί πλήρη αποχώρηση στρατευμάτων και εγγυήσεων, πόσω μάλλον ο απλός λαός και η αντιπολίτευση, η οποία είναι έτοιμη να κατηγορήσει την Κυβέρνηση για προδοσία.

Ο Τουρκοκύπριος Πρόεδρος
Επί των ανωτέρω προστίθενται τα εξής:
Πρώτον, ο διαμερισμός του φυσικού αερίου και δεύτερον η εκ περιτροπής Προεδρία, στο πλαίσιο της οποίας η Άγκυρα και οι Τουρκοκύπριοι θεωρούν ότι αυτή η φόρμουλα θα κατοχυρώσει τη διχοτόμηση στην εκτελεστική εξουσία και στη μία διεθνή προσωπικότητα. Επί του σημείου τούτου υπάρχει ο εξής προβληματισμός: Εάν δεν είναι ξεκάθαρο το θέμα των εγγυήσεων και υπάρχει στρατός στο νησί και αν κατά την περίοδο που θα είναι στην Προεδρία του κράτους Τουρκοκύπριος σημειωθεί προβοκατόρικη ενέργεια και πάρει τον τίτλο του αρχηγού του ομοσπονδιακού πολιτειακού συστήματος, ποιος θα τον κατεβάσει από την εξουσία και ποιος θα του στερήσει τη διεθνή εκπροσώπηση; Οι Τούρκοι θα επιχειρήσουν να κάνουν ό,τι κάναμε εμείς με το ψήφισμα 186 του Συμβουλίου Ασφαλείας το 1964, όταν αναγνωρίστηκε ως νόμιμη Κυβέρνηση αυτή του Προέδρου Μακαρίου. Αλλά και να μη συμβεί κάτι τέτοιο από το Σ. Ασφαλείας, εξέλιξη που θα κριθεί από το διεθνές περιβάλλον και τα ξένα συμφέροντα, η Τουρκία θα συνεχίσει να έχει τη στρατιωτική ισχύ και τα σύνορά μας θα είναι μαζί της, όπως και τώρα,  κυρίως στη θάλασσα και στον αέρα. Άλλωστε, επί του εδάφους, το παιχνίδι με βάση την ομοσπονδία, έχει κλείσει από το 1974. Η μόνη μερική αλλαγή μπορεί να γίνει στη λογική, αναγνώριση έναντι εδάφους. Και η αναγνώριση αφορά στο σημερινό ψευδοκράτος, που θα αφορά είτε στη μορφή του καθαρά χωριστού κράτους είτε στη μορφή του ισότιμου συνιστώντος κράτους στο πλαίσιο τριών ίσης τυπικής ισχύος συνταγμάτων, δηλαδή του κεντρικού και των δυο κρατιδίων, που θα λειτουργούν στην ακόλουθη βάση: Κανένα από τα τρία κρατίδια δεν θα υπερισχύει του άλλου, με το κατάλοιπο εξουσίας να ανήκει στα κρατίδια και όχι στην κεντρική εξουσία. Δηλαδή όσες εξουσίες δεν θα ανήκουν ρητώς στην Κεντρική Κυβέρνηση, θα ανήκουν στα κρατίδια που θα ασκούν πρωτογενή εξουσία. Εκεί όμως που είναι το κυρίως ζητούμενο είναι η θάλασσα, όπου η Κυπριακή Δημοκρατία είναι έντεκα φορές μεγαλύτερη από την ξηρά και όπου παίζεται το παιχνίδι του φυσικού αερίου, της ανακατανομής των ΑΟΖ και των δισεκατομμυρίων.  

Δυο κράτη και προσάρτηση  
Υπό τις υφιστάμενες συνθήκες γίνεται σε όλους αντιληπτό ότι είναι δύσκολη η εξεύρεση λύσης με βάση την πάγια διαδικασία, εκτός και αν γίνουν δεκτοί οι τουρκικοί όροι και έχουμε ομοσπονδία με συνομοσπονδιακό χαρακτήρα. Επί του παρόντος, η ευθύνη  της διαδικασίας  μετατίθεται στον Γ.Γ. του ΟΗΕ να λάβει τις τελικές αποφάσεις, εάν δηλαδή θα καλέσει ή όχι τα εμπλεκόμενα μέρη σε μια νέα διεθνή διάσκεψη, η οποία θα είναι και η τελευταία όπως τη γνωρίζουμε σήμερα εάν δεν υπάρξει λύση. Αυτό τουλάχιστον λέγεται. Εφόσον δεν υπάρχει από πλευράς Λευκωσίας σχέδιο Β, που σημαίνει τον καθορισμό εναλλακτικής στρατηγικής από τώρα, οι επόμενες επιλογές είναι οι εξής: Εάν αρχίσει και δεν καταλήξει σε λύση η υφιστάμενη διαδικασία, ελλείψει ισχύος και σχεδίου Β από πλευράς Λευκωσίας, τα σενάρια που θα ακολουθήσουν είναι κυρίως δυο:

1.   Τα δυο κράτη, που σημαίνει ότι θα επιδιωχθεί, στην καλύτερη περίπτωση, έδαφος έναντι αναγνώρισης και ανακατανομής της κυπριακής ΑΟΖ, διότι η τουρκική πλευρά θα θέλει μερίδιο στο φυσικό αέριο. Το σενάριο των δυο κρατών δεν είναι η καλύτερη για την Τουρκία επιλογή, εφόσον θα ήθελε να ασκεί έλεγχο όχι μόνο στο βορρά αλλά και στον νότο, μέσω των συνταγματικών και δομών μιας μορφής ομοσπονδίας με συνομοσπονδιακό χαρακτήρα. Στην παρούσα φάση επί αυτού του σεναρίου υπάρχει καθολική απόρριψη από το Εθνικό Συμβούλιο. Τι θα συμβεί, όμως, εάν αποτύχει και αυτή η διαδικασία, όταν μια τέτοια εξέλιξη θα αυξήσει τις πιθανότητες για εδραίωση αυτού που ισχυρίζεσαι ότι δεν θέλει σήμερα η πολιτική ηγεσία; Δηλαδή τη λύση των δυο κρατών. Εφόσον η τουρκική στάση είναι αδιάλλακτη Τουρκία, μια νέα διαδικασία είτε θα οδηγηθεί σε αδιέξοδο είτε σε δυο κράτη. Άλλωστε, γιατί να αλλάξει στάση η Άγκυρα, εφόσον δεν έχει κόστος από την κατοχή; Για να δεχθεί λύση θα πρέπει να πάρει κάτι περισσότερο από τη διχοτόμηση, την οποία θεωρεί ως δεδομένη.

2.   Η ενσωμάτωση των κατεχομένων στην Τουρκία. Ήδη τα κατεχόμενα είναι προσαρτημένα στην Άγκυρα, αφού εξαρτώνται από αυτήν σε όλους τους τομείς.  Πέραν του στρατού κατοχής, υπάρχει εξάρτηση στο νερό, στο ηλεκτρικό ρεύμα, στις τηλεπικοινωνίες και στην οικονομία. Το τελευταίο, μάλιστα, διάστημα, όλες οι προσφορές που προκηρύχθηκαν στα κατεχόμενα από το δημόσιο δόθηκαν σε τουρκικές εταιρείες. Βεβαίως, η επιλογή της ενσωμάτωσης ενδεχομένως να καλύψει μερικώς την αποτυχία της υφιστάμενης διαδικασίας, διότι θα στραφεί η προσοχή στην προσάρτηση αντί στην αποτυχία της πολιτικής ηγεσίας. Όμως, το σενάριο της προσάρτησης δεν είναι απλό για τους εξής λόγους:  Η κυπριακή Κυβέρνηση θα βρεθεί ενώπιον διλημμάτων και σε δύσκολη θέση, διότι εάν δεν συγκατανεύσει, η Άγκυρα θα βρεθεί εντός της κυπριακής ΑΟΖ με τον  στόλο της. Η Τουρκία  θα προσαρτήσει τα κατεχόμενα, μέσω προφανώς ενός δημοψηφίσματος, του οποίου το αποτέλεσμα θα ελέγξει πλήρως στο μοντέλο της Κριμαίας, παρότι οι δυο περιπτώσεις δεν είναι οι ίδιες. Η Άγκυρα θα ισχυριστεί ότι ο τουρκοκυπριακό λαός αποφάσισε για την τύχη και το μέλλον επί τη βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 2, του Χάρτη των Ην. Εθνών. Βεβαίως, οι νόμιμοι κάτοικοι στα κατεχόμενα είναι οι εκτοπισθέντες Ελληνοκύπριοι και οι απόγονοί τους και όχι οι μετακινηθέντες μετά την εισβολή από τον νότο στον βορρά Τουρκοκύπριοι, καθώς και οι Τούρκοι έποικοι, που τόσο αυτοί όσο και τα παράγωγά τους συνιστούν, με βάση το Διεθνές Δίκαιο, έγκλημα πολέμου και έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Συνεπώς, δεν υπάρχει νόμιμος λαός στον βορρά και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να εφαρμόσει την αρχή της αυτοδιάθεσης. Θα είναι δυνατό να γίνει επίκληση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης μετά την ομοσπονδία, όταν οι σημερινοί παράνομοι κάτοικοι στον βορρά θα καταστούν νόμιμοι ασκώντας μάλιστα κρατική εξουσία. Η προσάρτηση προ της λύσης προσκρούει και επί του κοινοτικού δικαίου και δη του Πρωτοκόλλου 10, επί τη βάσει του οποίου το σύνολο της Κυπριακής Δημοκρατίας εντάχθηκε στην Ε.Ε. με αναστολή του κεκτημένου στο βόρειο τμήμα του νησιού, λόγω της υφιστάμενης κατάστασης, δηλαδή της κατοχής. Εξ ου και το γεγονός ότι εκδόθηκε εν συνεχεία η αντιδήλωση της 21ης Σεπτεμβρίου του 2005, που καθορίζει ότι: α) Η Ε.Ε. αναγνωρίζει στο νησί ως μόνο κράτος αυτό της Κυπριακής Δημοκρατίας. β) Η Τουρκία οφείλει στο πλαίσιο της ενταξιακής της διαδικασίας να ομαλοποιήσει τις σχέσεις με την Κυπριακή Δημοκρατίας και να την αναγνωρίσει. Αυτή θα έπρεπε να ήταν η νομική βάση της εναλλακτικής διαδικασίας και στρατηγικής στο Κυπριακό. Με την κατάρρευση ενός νέου κύκλου συνομιλιών και την προσάρτηση θα είναι δυνατή η επίκληση των ανωτέρω ως ύστατης προσπάθειας σωτηρίας. Βεβαίως, σε μια τέτοια εξέλιξη θα βρεθούν σε αντιπαράθεση το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο από τη μια και τα συμφέροντα Ε.Ε. – Τουρκίας, καθώς και η τουρκική ισχύς από την άλλη. Εάν η Άγκυρα προχωρήσει στη λήψη στρατιωτικών μέτρων εντός της ΑΟΖ και εμποδίσει τις ξένες εταιρείες στις έρευνές τους, δυο πράγματα θα συμβούν: Τα κράτη που είναι πίσω από τις ξένες εταιρείες είτε θα πρέπει να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους είτε θα παγώσουν τη διαδικασία. Εκτός και αν υπάρξει ο νέος εκβιασμός, που θα σημαίνει ότι για να υπάρξει εκμετάλλευση του φυσικού αερίου από την κυπριακή  Κυβέρνηση: Α. Είτε θα συμβιβαστεί σιωπηρώς με τα νέα τετελεσμένα αποδεχόμενη την de facto προσάρτηση με ό,τι αυτό θα σημαίνει (π.χ. ο επανακαθορισμός της ΑΟΖ και η αποδοχή των γκρίζων ζωνών και της  εκμετάλλευσης του φυσικού αερίου εκεί όπου η Άγκυρα θεωρεί ότι τα οικόπεδα ανήκουν στους Τουρκοκύπριους και την επαύριον, δηλαδή μετά την προσάρτηση, στην ίδια), Β. είτε θα προχωρήσει στην αποδοχή της προσάρτησης με αντάλλαγμα μια «συμφωνία ειρήνης». Με τη θετική, δε, γνώμη των κρατών, των οποίων οι εταιρείες εμπλέκονται στο φυσικό αέριο, θα ήταν δυνατό να προχωρήσει η κυπριακή Κυβέρνηση στην εκμετάλλευση του φυσικού αερίου, κατόπιν συμφωνίας με την Τουρκία, και αφού της προσφερθούν  ανταλλάγματα.

Επιλογές διχοτόμησης  
Η δράση του κομματικού κατεστημένου που έχει αντίκτυπο και στον λαό και στη μοίρα και την τύχη των Ελλήνων του νησιού. Επί τούτου καταγράφουμε τα εξής:

1. Όλες οι επιλογές και τα σενάρια είναι διχοτομικά. Και η υφιστάμενη διαδικασία των δυο συνιστώντων κρατών και τα δυο κράτη, καθώς και η προσάρτηση.

2.  Η υιοθέτηση της πολιτικής για την αποτροπή της τουρκικής απειλής και την αλλαγή ισοζυγίων δυνάμεων είναι θεμελιακή για την πρόληψη των χειρότερων σεναρίων. Στο ζήτημα αυτό υπάρχει σοβαρό έλλειμμα, που μετατρέπεται σε συνεχές κόστος. Εάν η Τουρκία δεν είναι διαλλακτική και αν αποτύχει η υφιστάμενη διαδικασία, θα οφείλεται στο ότι η Άγκυρα δεν έχει κόστος από την κατοχή και κανείς δεν μπορεί να τη χαλιναγωγήσει μέσω της αποτροπής. Ειδικώς στην παρούσα φάση, ποιος θα ασκήσει πιέσεις επί της Άγκυρας εφόσον δεν υπήρξε σχέδιο Β με κεντρικό πυλώνα την αποτροπή της τουρκικής απειλής; Οι ΗΠΑ; Μα πώς; Αφού βρίσκονται στα μαχαίρια, με το πρόβλημα να μην είναι τόσο απλό όσο φαίνεται. Εφόσον όμως δεν υπάρχει εναλλακτικό σύστημα ασφάλειας από την Αθήνα και τη Λευκωσία σε κοινό άξονα με το Ισραήλ, δεν μπορεί το συστημικό ρήγμα Άγκυρας – Ουάσιγκτον να τύχει εκμετάλλευσης από τη δική μας πλευρά. Άλλωστε, η πλειοψηφία της κομματικής ηγεσίας ακόμη να αντιληφθεί τη διαφορά των συναισθηματισμών και των πολιτικών συνδρόμων από την εξυπηρέτηση των συμφερόντων. Ως εκ τούτου, αντί να εξετάσει πώς θα εκμεταλλευθεί μια συμμαχία με τις ΗΠΑ, επιμένει σε αφορισμούς κατά των Αμερικανών και του ΝΑΤΟ, όταν η Αλβανία εντάχθηκε και τα Σκόπια έλαβαν πρόσκληση ενσωμάτωσης στη Συμμαχία. Άλλωστε, ποιος άλλος πέραν των ΗΠΑ θα μπορούσε να ασκήσει πιέσεις στην Τουρκία; Η Ε.Ε.; Είναι εκτός παιχνιδιού χωρίς το πράσινο φως των ΗΠΑ. Η Ρωσία; Πώς; Η Μόσχα έχει έντονο φλερτ με δισεκατομμύρια δολάρια να διακυβεύονται από το εμπόριο ως την ενέργεια είτε αυτή αφορά στο φυσικό αέριο και  σε πολεμικό υλικό είτε στην πυρηνική ενέργεια.


Οικονομική αποτροπή
Η λογική της αποτροπής έναντι της τουρκικής απειλής και το σχέδιο Β οδηγούν στον εγκλωβισμό της πολιτικής ηγεσίας και σε διάφορες μορφές διχοτόμησης. Η ευθύνη ανήκει σε εκείνους που κυβέρνησαν, στήριξαν και στηρίζουν την υφιστάμενη αποτυχημένη διαδικασία. Και τώρα και μετά, ακόμη και αν αποτύχει η υφιστάμενη διαδικασία -η οποία εάν  «επιτύχει» θα φέρει τη διχοτόμηση των δυο συνιστώντων κρατών- χρειάζεται κατ’ ελάχιστον η εφαρμογή  της οικονομικής αποτροπής που παραπέμπει  σε συμμαχίες με τις χώρες που εμπλέκονται στο φυσικό  αέριο και στην εκμετάλλευση της κρίσης που επικρατεί στις σχέσεις ΗΠΑ – Τουρκίας. Αυτό σημαίνει τη δημιουργία ενός συμμαχικού μπλοκ κρατών από τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, το Ισραήλ και την Αίγυπτο, κατά τρόπον ώστε το διακύβευμα των συμφερόντων τους να είναι τέτοιο, που δεν θα τους επιτρέψει να υποχωρήσουν από την εκμετάλλευση του φυσικού αερίου, ανεξαρτήτως εξελίξεων στο Κυπριακό. Βεβαίως, όλα αυτά θέλουν στρατηγικό σχεδιασμό. Δυστυχώς, η ηγεσία μας δεν μας έχει συνηθίσει σε εκπλήξεις. 
Σημερινή

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO8 λεπτά πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO38 λεπτά πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Η Ευρώπη γνωρίζει, αλλά κάνει τα στραβά μάτια! Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας με Χαμάς και ισλαμιστικά δίκτυα

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεων, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

Δημοφιλή