Ακολουθήστε μας

Οικονομία

Το σχέδιο για την Ελλάδα

Δημοσιεύτηκε στις

Βασίλης Βιλιάρδος

Πιστεύοντας ότι δεν μπορεί να έχει κανείς τα πάντα, είναι απείρως προτιμότερο να επιλέξει ένα χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο σε μία μη χρεωμένη και ασφαλή χώρα, από ένα υψηλότερο σε μία υπερχρεωμένη – αφού τελικά οι Πολίτες καλούνται να πληρώσουν τα δημόσια χρέη, όταν το κράτος αδυνατεί, ενώ τους κοστίζουν τα πολλαπλάσια.
.
«Το πρόβλημα του ευρώ πιστεύω έχει αναλυθεί διεξοδικά και από σας και από άλλους έγκριτους αναλυτές και ειδικούς. Καθώς και τα περί διεφθαρμένου και εθελόδουλου πολιτικού συστήματος. Αυτά όμως δεν λύνουν το πρόβλημα, η λύση είναι το θέμα. Πως βγαίνουμε από το αδιέξοδο;
Άρα το ερώτημα που έχει ενδιαφέρον από δω και πέρα είναι το εξής: Έστω ότι με κάποιον τρόπο αύριο το πρωί έχουμε μια πατριωτική και έντιμη Κυβέρνηση. Έστω, επίσης, ότι έχουμε και ένα Νέο Σύνταγμα που διασφαλίζει την διαφάνεια και την Δημοκρατία.

Τι θα πρέπει να κάνει αυτή η Κυβέρνηση; Θα πρέπει να διατηρήσει την χώρα στο ευρώ ή θα πρέπει να δρομολογήσει την έξοδο; Και αν θεωρείτε την δεύτερη επιλογή ως λύση, πώς θα αντιμετωπισθούν οι κίνδυνοι που θα διατρέξει η Οικονομία, λόγω του καινούριου εθνικού νομίσματος; Τι προτείνετε για το εξωτερικό χρέος σε ευρώ; Πώς θα εξασφαλιστεί συνάλλαγμα για τις εισαγωγές; Τι θα γίνει με τον πληθωρισμό;
Έχω δει όντως πολλά αλλά δεν έχω καταλάβει τελικά τι προτείνεται. Έχω δει ας πούμε ότι «θα έπρεπε να χρεοκοπήσουμε όταν είχαμε την ευκαιρία αλλά τώρα είναι αργά». Και τι κάνουμε ρωτώ σήμερα; Χρεοκοπούμε; Βγαίνουμε από το ευρώ; Παραμένουμε και συνεχίζουμε να πληρώνουμε; Παραμένουμε αλλά σταματάμε να πληρώνουμε; Συγνώμη αλλά δεν έχω καταλάβει τελικά ποια είναι πρόταση, ποιο είναι το σχέδιο”.
.

Απάντηση

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η Ελλάδα μοιάζει σήμερα με κάποιον που έχει 100 διαμερίσματα ανοίκιαστα, οπότε χάνει το ένα μετά το άλλο (α) επειδή δεν διαθέτει καθόλου μετρητά για να κινηθεί νοικιάζοντας τα και (β) λόγω του ότι αδυνατεί να πληρώσει τον ΕΝΦΙΑ, ενώ κανένας δεν τον δανείζει, για να μπορέσει να αγοράσει πάμφθηνα τα διαμερίσματα του όταν πλειστηριαστούν. Ειδικά δε όσον αφορά το ευρώ είναι εντελώς εγκλωβισμένη, αδυνατώντας να ξεφύγει από την παγίδα χωρίς να καταστραφεί – οπότε δεν τίθεται θέμα εξόδου της από την ιδανική κυβέρνηση που επικαλείται ο αναγνώστης, ενώ το έχουμε τεκμηριώσει πάρα πολλές φορές.
Περαιτέρω, έχουμε γράψει πως όλοι συμφωνούν σχετικά με το ότι, η Ελλάδα χρειάζεται ένα δικό της σχέδιο για να βγει από την κρίση. Το σχέδιο αυτό δεν μπορεί να είναι τα μνημόνια της Τρόικας που επικαλείται η αξιωματική αντιπολίτευση (έστω με ένα διαφορετικό «μείγμα πολιτικής») και εφαρμόζει η κυβέρνηση. Η αιτία είναι το ότι, έχει τεκμηριωθεί απόλυτα η αποτυχία τους από πολλούς οικονομολόγους – ενώ φυσικά δεν απέδωσε ούτε το άλλο «μείγμα πολιτικής» του κ. Σαμαρά, ο οποίος τότε μόνο πέτυχε κάτι θετικό για την οικονομία μας, όταν δεν τήρησε το 2014 τα μέτρα των μνημονίων (ανάλυση).
Στα πλαίσια αυτά μία νέα ελληνική κυβέρνηση (η οποία πριν από όλα οφείλει να αποκαταστήσει άμεσα την εμπιστοσύνη των Πολιτών προς την Πολιτεία καταπολεμώντας αποτελεσματικά το πελατειακό κράτος), πρέπει να πετύχει ήρεμα και σταδιακά τρία βασικά πράγματα: (α) ένα πλεονασματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, (β) έναν πλεονασματικό προϋπολογισμό, καθώς επίσης (γ) τη μείωση των εξωτερικών χρεών του δημοσίου – όπου, με δεδομένο το ότι τα δημόσια χρέη μετά το PSI δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε τυχόν εθνικό νόμισμα, ενώ το ευρώ είναι ξένο νόμισμα για όλες τις χώρες της Ευρωζώνης, θα μπορούσαν να θεωρηθούν όλα ως εξωτερικά χρέη.
Εισαγωγικά εδώ οφείλουμε να σημειώσουμε ότι, το συνολικό δημόσιο χρέος της Ελλάδας υπολογιζόταν το 2015 (το 2016 είχε ένα μικρό πλεόνασμα) στα 296 δις € – στα οποία όμως δεν συμπεριλαμβανόταν (α) το ονομαζόμενο κρυφό χρέος, ύψους περί τα 25 δις € – οι δυνητικές υποχρεώσεις του κράτους δηλαδή, στην περίπτωση καταπτώσεως των εγγυήσεων που είχε παράσχει σε δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς, ούτε (β) οι εγγυήσεις για τις τράπεζες που είχαν κατατεθεί στην ΕΚΤ – για να καλύψουν μέρος του ELA μέσω του οποίου χρηματοδοτούνται, λόγω του περιορισμού (των εκροών) των καταθέσεων των Ελλήνων.
Από τα 296 δις € μόλις τα 15 δις € ήταν έντοκα γραμμάτια, άρα εσωτερικός δανεισμός – ενώ το μέσο σταθμικό επιτόκιο, με το οποίο επιβαρύνεται το δημόσιο χρέος ανερχόταν στο 1,79% περίπου (γράφημα), άρα οι τόκοι υπολογίζονται στα 5-6 δις € ετησίως. Εκτός αυτού, από την τρίτη δανειακή σύμβαση ύψους 86 δις €, με την οποία παραδόθηκε η εθνική κυριαρχία της χώρας ολοκληρωτικά στους δανειστές, είχαν εισπραχθεί μόλις 13 δις € – συν 10 δις €, τα οποία είχαν μεν εγκριθεί για τις ανάγκες κεφαλαιοποίησης των τραπεζών, αλλά έχουν κατατεθεί στο Λουξεμβούργο (η προδοσία και η ηλιθιότητα σε όλο τους το μεγαλείο). Σε ένα ΑΕΠ ύψους περί τα 176 δις € το χρέος ήταν στο 168% – ενώ στο ΑΕΠ του 2008 ύψους 233 δις € σε αγοραίες τιμές (πηγή) θα ήταν στο 127% (χαμηλότερο από της Ιταλίας και της Πορτογαλίας σήμερα).
Σήμερα το δημόσιο χρέος ανέρχεται στα 359 δις € περίπου (343,7 δις € στα τέλη Μαρτίου – πηγή, γράφημα δεξιά – συν τα 15 δις € που εγκρίθηκαν πρόσφατα από την 3η δανειακή σύμβαση) οπότε, εάν το ΑΕΠ μας διαμορφωθεί στα 181 δις € στα τέλη του 2018 με την προβλεπόμενη άνοδο του 2%, τότε θα εκτοξευθεί στο 198% του ΑΕΠ.
Αυτό σημαίνει πως είναι απαραίτητη τουλάχιστον η διαγραφή των 96 δις € που επιμηκύνθηκαν, εάν παραμείνει η Ελλάδα εντός της Ευρωζώνης – κάτι που, στη βάση του σχεδίου που προτείνουμε (πηγή), θα έπρεπε να αναληφθεί από ένα «Εθνικό Συμβούλιο διαπραγμάτευσης του μη βιώσιμου χρέους» που οφείλει να ιδρυθεί, να στελεχωθεί με ικανούς τεχνοκράτες, καθώς επίσης να πλαισιωθεί με διεθνείς εξειδικευμένες εταιρείες (οικονομικές και νομικές), με βασικό επιχείρημα του την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας μας από την πολιτική των μνημονίων της Τρόικα, η οποία κόστισε πάνω από 1 τρις € και πρέπει να αποζημιωθούμε (υπενθυμίζουμε πως το ΔΝΤ έχει παραδεχτεί τα σφάλματα του, οπότε είναι ουσιαστικά συνήγορος των επιχειρημάτων μας).
Παράλληλα θα έπρεπε να ιδρυθεί ένα δεύτερο Εθνικό Συμβούλιο για τη διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων και πολεμικών επανορθώσεων, τις οποίες οι ίδιοι οι Γερμανοί επιστήμονες υπολογίζουν τεκμηριωμένα στα 180 δις € – ποσόν που θα μπορούσε να μειώσει αντίστοιχα το δημόσιο χρέος. Φυσικά η επιτυχία τόσο του πρώτου, όσο και του δεύτερου συμβουλίου δεν είναι δεδομένη, ούτε άμεση – οπότε η νέα ελληνική κυβέρνηση θα έπρεπε να ασχοληθεί με την Οικονομία, έτσι όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σήμερα, επικεντρώνοντας τις προσπάθειες της στους τρεις βασικούς τομείς που αναφέραμε και αναλύουμε παρακάτω (για τα κόκκινα χρέη στις τράπεζες, στο δημόσιο και στους οργανισμούς του απαιτείται ιδιαίτερο σχέδιο, το οποίο έχουμε ήδη αναλύσει σε άλλα άρθρα μας).
Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών
Περαιτέρω, για να εξασφαλισθεί ένα πλεονασματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, θα πρέπει οι εξαγωγές να είναι υψηλότερες από τις εισαγωγές – γεγονός που σημαίνει πως είτε οι εξαγωγές θα πρέπει να αυξηθούν, είτε οι εισαγωγές να μειωθούν, είτε και τα δύο. Ο συνδυασμός αυτός τώρα επιτυγχάνεται συνήθως με την υποτίμηση του νομίσματος – όπου οι εξαγωγικές τιμές των προϊόντων και υπηρεσιών (ο τουρισμός ανήκει εδώ) μειώνονται και άρα γίνονται πιο ανταγωνιστικά, ενώ οι εισαγωγές υποχωρούν επειδή ακριβαίνουν. Το πλεονασματικό ισοζύγιο δε αυξάνει το ΑΕΠ, ενώ το ελλειμματικό το μειώνει – αφού το ΑΕΠ είναι ίσο με τα εξής: Κατανάλωση + Επενδύσεις + Δημόσιες δαπάνες + {Εξαγωγές – Εισαγωγές}.
Προϋποθέτει βέβαια την ύπαρξη προϊόντων στη χώρα αφού, εάν έχει αποψιλωθεί ο παραγωγικός της ιστός, όπως έχει συμβεί στην Ελλάδα κυρίως ως αποτέλεσμα των μνημονίων, επιτυγχάνεται ακριβώς το αντίθετο – επειδή οι εξαγωγές δεν είναι εφικτές, η εγχώρια παραγωγή απαιτεί χρόνο και επενδύσεις, ενώ οι ακριβότερες εισαγωγές αυξάνουν σε μεγάλο βαθμό τον πληθωρισμό, καταστρέφοντας τελικά το νόμισμα(όπως στην περίπτωση της Βενεζουέλας και της Τουρκίας σήμερα – άρθρο). Εν προκειμένω, ακόμη και αν η Ελλάδα είχε δικό της νόμισμα, δεν θα επέλυε τα προβλήματα της – πολύ περισσότερο με τόσο μεγάλα εξωτερικά χρέη, δημόσια και ιδιωτικά.
Μία δεύτερη προϋπόθεση είναι η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, πάντοτε συγκριτικά με τα άλλα κράτη, η οποία δεν εξασφαλίζεται μόνο από την υποτίμηση του νομίσματος – άρα από τη μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος. Απαιτούνται επί πλέον επενδύσεις σε νέα μηχανήματα, σε σύγχρονες παραγωγικές διαδικασίες κοκ. – όπου όμως, εάν έχει υπερχρεωθεί τόσο ο δημόσιος, όσο και ο ιδιωτικός τομέας της χώρας, οπότε έχουν χάσει και οι δύο την πιστοληπτική τους ικανότητα με αποτέλεσμα η οικονομία να είναι εγκλωβισμένη στην παγίδα ρευστότητας (=ακόμη και αν οι τράπεζες είναι υγιείς, δεν μπορούν να δανείσουν χρήματα μέσω των οποίων αυξάνεται η ρευστότητα, αφού δεν υπάρχουν αξιόχρεοι οφειλέτες), δεν διενεργούνται – οπότε η ανταγωνιστικότητα δεν αυξάνεται αρκετά. Εκτός αυτού η εκ των πραγμάτων μειωμένη ζήτηση ενός υπερχρεωμένου κράτους δεν προσελκύει επενδυτές – αφού ακόμη και αν παράγουν φθηνά δεν πρόκειται να πουλήσουν τα προϊόντα τους, με εξαίρεση τις εξαγωγές όπου εκμεταλλεύονται τη ζήτηση άλλων κρατών.
Εάν τώρα η χώρα δεν έχει δικό της νόμισμα, όπως η Ελλάδα, τότε δεν είναι σε θέση να ανακτήσει την ανταγωνιστικότητα της μέσω της υποτίμησης και να αυξήσει τις εξαγωγές της, μειώνοντας τις εισαγωγές – άρα να παράγει πλεονάσματα στο ισοζύγιο της. Στην περίπτωση αυτή η μοναδική της δυνατότητα είναι η εσωτερική υποτίμηση, όπως έκανε η Γερμανία από το 2000 – η οποία δεν αύξανε τους μισθούς των εργαζομένων της ανάλογα με την παραγωγικότητα τους συν το συμφωνημένο πληθωρισμό με τους εταίρους της (1,9%).
Έτσι οι εξαγωγές της ήταν συγκριτικά φθηνότερες, ενώ οι εισαγωγές της χαμηλότερες, επειδή τα εισοδήματα των Πολιτών της ήταν μικρότερα – οπότε άρχισαν να αυξάνονται τα πλεονάσματα της. Φυσικά διέθετε παραγωγικό μηχανισμό, καθώς επίσης τη δυνατότητα διεξαγωγής επενδύσεων – μεταξύ άλλων με τη βοήθεια της ΕΚΤ που είχε προσαρμόσει τη νομισματική της πολιτική στη γερμανική οικονομία (ανάλυση).
Συνεχίζοντας, όταν μία χώρα που έχει το δικό της νόμισμα το υποτιμάει και αυξάνει τα πλεονάσματα της, τότε το νόμισμα αργά ή γρήγορα ανατιμάται – οπότε μειώνονται οι εξαγωγές και αυξάνονται οι εισαγωγές της, με αποτέλεσμα να υποχωρούν τα πλεονάσματα της. Στην περίπτωση αυτή, η μοναδική της δυνατότητα είναι η τεχνητή υποτίμηση του μέσω της κεντρικής της τράπεζας, η οποία κοστίζει πάρα πολλά σε συνάλλαγμα – εκτός του ότι αντιδρούν οι εμπορικοί της εταίροι, όπως στην περίπτωση της Κίνας, αναγκάζοντας την να «συμμορφωθεί».
Όταν όμως η πλεονασματική χώρα δεν έχει το δικό της νόμισμα, όπως η Γερμανία, είναι σε πολύ καλύτερη θέση, εάν οι εταίροι της είναι ελλειμματικοί ή/και υπερχρεωμένοι –επειδή τότε το κοινό νόμισμα υποτιμάται, χωρίς να δαπανάει συνάλλαγμα και χωρίς να αντιδρούν οι εμπορικοί της εταίροι. Πόσο μάλλον όταν η ΕΚΤ τυπώνει πληθωριστικά χρήματα (QE) για να αντιμετωπισθεί η ύφεση των κρατών, στα οποία έχει επιβληθεί η πολιτική λιτότητας – ενώ δεν έρχεται σε αντίθεση με τις άλλες μεγάλες νομισματικές περιοχές που κάνουν το ίδιο (Η.Π.Α. και Κίνα). Έτσι το γερμανικό ευρώ παραμένει πάμφθηνο, αυξάνοντας τις εξαγωγές της χώρας, χωρίς να απαιτείται πλέον εσωτερική υποτίμηση – οπότε τα πλεονάσματα κορυφώνονται.
Η Ελλάδα τώρα, η οποία δεν μπορεί να καλυτερεύσει την ανταγωνιστικότητα της παρά μόνο με την εσωτερική υποτίμηση, αφού δεν διενεργούνται επενδύσεις λόγω αυτών που έχουμε ήδη αναφέρει, είναι πολύ δύσκολο να αυξήσει σημαντικά τις εξαγωγές της – οπότε η λύση για να παράγει πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της είναι η συνειδητή μείωση των εισαγωγών, μέσω της κατανάλωσης αποκλειστικά και μόνο ελληνικών προϊόντων (ότι δεν παράγεται στην Ελλάδα, θα έπρεπε να συνηθιστεί να μην καταναλώνεται – να ζούμε σαν να μην υπήρχε).
Επίσης η άνοδος του τουρισμού, όπου διενεργούνται επενδύσεις αφού η χώρα μας εκμεταλλεύεται τη ζήτηση άλλων κρατών – ενώ η εσωτερική υποτίμηση σε αυτόν τον κλάδο αυξάνει περισσότερο την ανταγωνιστικότητα του, συγκριτικά με τη βιομηχανία. Φυσικά πρόκειται για πολύ μικρές παρεμβάσεις, κυρίως επειδή ο ιδιωτικός τομέας δεν είναι σε θέση ούτε να δανεισθεί για να επενδύσει, ούτε να εξυπηρετήσει τα υφιστάμενα δάνεια του – κάτι που δεν συνέβαινε πριν από το έγκλημα της υπαγωγής της Ελλάδας στο ΔΝΤ.
Ιδιαίτερη σημασία θα έπρεπε να δοθεί στην πρωτογενή παραγωγή και στη μεταποίηση, η οποία θα μπορούσε να μειώσει τις εισαγωγές τροφίμων – ενώ η ποιοτική γεωργία θα ήταν σε θέση να αυξήσει σημαντικά τις εξαγωγές, εάν δεν φορολογούνταν οι αγρότες με τέτοιο εγκληματικό τρόπο. Τέλος, η ναυτιλία θα είχε τη δυνατότητα να προσφέρει πάρα πολλά στην Ελλάδα, ειδικά εάν δεν υπήρχαν οι έλεγχοι κεφαλαίων (ανάλυση) – καθώς επίσης εάν δημιουργούνταν καλύτερες προϋποθέσεις από αυτές που προσφέρει η Μ. Βρετανία, οι οποίες δεν έχουν σχέση πάντοτε με τη φορολογία αλλά, κυρίως, με τη σταθερή φορολογική πολιτική και με το ορθολογικό επιχειρηματικό πλαίσιο (το Ντουμπάι, χωρίς κανένα πλοίο, έχει τζίρο από τη διαχείριση του ναυτιλιακού στόλου περί τα 25 δις € – άρα 500.000 θέσεις εργασίας).
Σε κάθε περίπτωση, οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε την Ελλάδα ως μία «boutique» – με την έννοια ότι μπορεί και πρέπει να προσφέρει προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής ποιότητας και αντίστοιχων τιμών, αφού διαθέτει πάρα πολλά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα. Για παράδειγμα το κλίμα, τη γη και τις «ποικιλίες» στον αγροτικό τομέα, (τα ψάρια στην αλιεία, τη φέτα στην κτηνοτροφία κοκ.), τα δεκάδες παραδεισένια νησιά και την πολιτιστική της κληρονομιά στον τουρισμό (ιατρικός κλπ.) ή τη νούμερο ένα ναυτιλία στον πλανήτη.
Ο προϋπολογισμός
Συνεχίζοντας, όπως το ιδιωτικό εξωτερικό χρέος θα μπορούσε να μειωθεί μέσω των πλεονασμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, έτσι και το δημόσιο εάν ο προϋπολογισμός της χώρας ήταν πλεονασματικός – σημειώνοντας πως κράτη, όπως η Δανία και η Σουηδία, έχουν αφενός μεν πλεονασματικά ισοζύγια, αφετέρου χαμηλά δημόσια χρέη ως προς το ΑΕΠ τους (η Δανία έχει μηδενίσει τα εξωτερικά της κρατικά χρέη).
Φυσικά βοήθησε το ότι διαθέτουν δικό τους νόμισμα, αλλά δεν είναι η βασική αιτία – αφού ωφελούνται κυρίως από το σταθερό πολιτικό και οικονομικό τους πλαίσιο, από το υψηλό επίπεδο μόρφωσης και παιδείας, από την καινοτομία, καθώς επίσης από την πρόσβαση τους σε νέες τεχνολογίες. Η πολιτική σταθερότητα με τη σειρά της οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ανεπτυγμένο κοινωνικό τους κράτος – αν και τόσο το κοινωνικό κράτος τους, όσο και η εξισορρόπηση του προϋπολογισμού τους απαιτούν υψηλούς φόρους, οι οποίοι αυξάνουν το ιδιωτικό χρέος σημαντικά. Αυτός ήταν ο λόγος της μεγάλης τραπεζικής κρίσης που βίωσαν στις αρχές του 1990 – ενώ η υπερχρέωση των νοικοκυριών τους σήμερα, σε συνδυασμό με τη φούσκα ακινήτων και στις δύο χώρες, ίσως οδηγήσει σε μία ανάλογη επόμενη κρίση.
Σε κάθε περίπτωση, το χαμηλό δημόσιο χρέος επιτυγχάνεται με το υψηλό ιδιωτικό, ειδικά όταν δεν είναι εις βάρος του κοινωνικού κράτους. Είναι όμως προτιμότερο από το μεγάλο δημόσιο χρέος, επειδή μπορεί να αντιμετωπισθεί καλύτερα – όπως πρόσφατα στην περίπτωση της Ισλανδίας και της Ιρλανδίας.
Εδώ οφείλουμε να κατανοήσουμε πως είναι απείρως προτιμότερο να έχει κανείς ένα χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο σε μία μη χρεωμένη και ασφαλή χώρα, από ένα υψηλότερο σε μία υπερχρεωμένη – αφού τελικά οι Πολίτες καλούνται να πληρώσουν τα δημόσια χρέη, όταν το κράτος αδυνατεί, ενώ τους κοστίζουν τα πολλαπλάσια. Για παράδειγμα, η χρεοκοπία έχει κοστίσει μέχρι στιγμής στην Ελλάδα πάνω από 1 τρις €, έναντι δανείων της τάξης των 270 δις € – ενώ έχει χάσει εντελώς την εθνική της κυριαρχία, έχει δρομολογηθεί η υφαρπαγή του δημοσίου και ιδιωτικού της πλούτου, η πλειοψηφία των Ελλήνων κινδυνεύει να εξαθλιωθεί κοκ.
Ως εκ τούτου οι φόροι, ιδιαίτερα όταν είναι ανταποδοτικοί και δεν σπαταλούνται από τις κυβερνήσεις, είναι απαραίτητοι για να είναι βιώσιμο και ασφαλές ένα κράτος – κάτι που δυστυχώς δεν συνέβη ποτέ στην Ελλάδα, όπου όχι μόνο οι κυβερνήσεις διαχειρίσθηκαν ανεύθυνα τους φόρους αλλά, το κυριότερο, δεν ανέπτυξαν τη φορολογική συνείδηση των Πολιτών. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να συμβεί κάτι τέτοιο, όταν οι φόροι δεν ήταν ποτέ ανταποδοτικοί – ενώ ένα μεγάλο μέρος τους απορροφούταν από τη διαφθορά και τη διαπλοκή της πολιτικής με την οικονομική εξουσία. Πώς μπορεί μία κυβέρνηση να αλλάξει τα κακώς κείμενα εάν η ίδια δεν δώσει το καλό παράδειγμα; Πώς θα αποκτήσουν οι Πολίτες φορολογική συνείδηση, εάν οι πολιτικοί διαπλέκονται, διαφθείρονται και προσφέρουν στους εαυτούς τους ειδικά φορολογικά προνόμια;
Η λύση εδώ είναι ολοφάνερη: η ίδρυση ενός σώματος δίωξης της πολιτικής διαφθοράς, καθώς επίσης της διαφθοράς του δημοσίου, όπως το ΣΔΟΕ για τη φοροδιαφυγή, υπό την εποπτεία μίας πραγματικά ανεξάρτητης Δικαιοσύνης – έτσι ώστε να σταματήσει το έγκλημα που διενεργείται τόσα χρόνια, έχοντας οδηγήσει στη χρεοκοπία της πατρίδας μας. Εάν συμβεί κάτι τέτοιο, παράλληλα με τη σωστή λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών του δημοσίου, είμαστε σίγουροι πως ο κρατικός προϋπολογισμός μας θα γίνει πλεονασματικός – ενώ η φοροδιαφυγή θα υποχωρήσει σημαντικά, το λαθρεμπόριο των καυσίμων θα μηδενιστεί κοκ. Τότε θα επιστρέψουν και τα 100 δις € των καταθέσεων που έχουν διαφύγει στο εξωτερικό, αυξάνοντας τη ρευστότητα της χώρας – η οποία θα μπορούσε τότε να χρηματοδοτηθεί από μόνη της.
Η μείωση του εξωτερικού χρέους
Γενικότερα στο θέμα του δημοσίου χρέους έχουμε αναφέρει ήδη πως πρέπει να διαγραφεί ονομαστικά ένα μεγάλο μέρος του – αφενός μεν επειδή εμποδίζει την έξοδο της χώρας μας από την κρίση λόγω της μηδενικής πιστοληπτικής της ικανότητας, αφετέρου επειδή το δικαιούμαστε μετά από τα τεράστια λάθη της Τρόικα, τα οποία πληρώσαμε πανάκριβα. Είμαστε βέβαιοι δε πως η καγκελάριος το γνωρίζει καλύτερα από εμάς, ενώ τοποθετείται εναντίον όχι για τα χρήματα (άλλωστε μόνο το 28% των συνολικών δανείων είναι «δικό» της), αλλά (α) για να μην απαιτήσουν κάτι ανάλογο τα άλλα κράτη που όμως δεν το δικαιούνται, αφού δεν τους επιβλήθηκαν τέτοια εγκληματικά μέτρα και (β) το κυριότερο, για να μετατρέψει την Ελλάδα σε γερμανικό προτεκτοράτο (ανάλυση).
Ανεξάρτητα όμως από το θέμα της διαγραφής, ασφαλώς είμαστε σε θέση και πρέπει να επιτύχουμε κάποια άλλα πράγματα μόνοι μας – όπως θα ήταν ο εσωτερικός δανεισμός με εθνικά ομόλογα, όπου θα συνέβαλαν επίσης οι καταθέσεις των Ελλήνων στο εξωτερικό, εάν υπήρχε εμπιστοσύνη στη χώρα. Η εμπιστοσύνη βέβαια κερδίζεται – για παράδειγμα, με την επίτευξη πλεονασμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και στον προϋπολογισμό, με την καταπολέμηση της πολιτικής διαφθοράς μέσω του σώματος δίωξης που αναφέραμε παραπάνω κοκ.
Σε κάθε περίπτωση, γνωρίζοντας πως η βασική αιτία της χρεοκοπίας ενός κράτους δεν είναι το δημόσιο χρέος, αλλά το εξωτερικό, πρέπει οπωσδήποτε να το μειώσουμε – πριν ακόμη ξεσπάσει η επόμενη μεγάλη κρίση στον πλανήτη και μας βρει ξανά εντελώς απροετοίμαστους.
Επίλογος
Εάν μία χώρα έχει πλεονασματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, πλεονασματικό προϋπολογισμό, επαρκή συγκριτική ανταγωνιστικότητα και ένα χαμηλό εξωτερικό χρέος, τότε μπορεί να ευημερήσει με οποιοδήποτε νόμισμα – ενώ τότε μόνο έχει τη ρεαλιστική επιλογή του δικού της, το οποίο οχυρώνει καλύτερα μία οικονομία. Με απλά λόγια πιστεύουμε πως ακόμη και αν θα έπρεπε να εγκαταλείψουμε την Ευρωζώνη, διαπιστώνοντας πως μετατρέπεται σε γερμανική ή/και για λόγους καθαρά οικονομικούς, θα πρέπει προηγουμένως να έχουμε δημιουργήσει τις προϋποθέσεις – αφού διαφορετικά θα ήταν αυτοκτονία.
Ειδικότερα, όταν μία χώρα είναι υπερχρεωμένη σε ξένο νόμισμα, με δίδυμα ελλείμματα, με ένα διεφθαρμένο κράτος και με μία ανεπαρκή/ανίκανη κυβέρνηση, τότε δεν τη βοηθάει ούτε το εθνικό της νόμισμα, ούτε μία δική της κεντρική τράπεζα, η οποία είναι ακόμη σημαντικότερη – όσο αισιόδοξος και αν είναι κανείς.
Σε κάθε περίπτωση, υπάρχουν ακόμη λύσεις για την Ελλάδα, με την ιδανική κυβέρνηση και με τις υπόλοιπες προϋποθέσεις που συμπεριέλαβε ο αναγνώστης – οι οποίες φυσικά δεν μπορούν να περιγραφούν στα πλαίσια ενός μικρού άρθρου. Είναι δε απαραίτητο ένα ελληνικό σχέδιο για την οικονομία της, το οποίο να συμπεριλαμβάνει τα πάντα(ασφαλιστικό, εμπορικές τράπεζες, αναπτυξιακή τράπεζα, δημόσιο χρέος, ιδιωτικό χρέος, κόκκινα δάνεια κλπ.), με κάθε λεπτομέρεια. Διαφορετικά η χώρα μας είναι καταδικασμένη να μετατραπεί σε γερμανική αποικία – χωρίς καμία δυνατότητα ανάκτησης της εθνικής της κυριαρχίας.
Ολοκληρώνοντας, η Ελλάδα χρειάζεται ριζικές αλλαγές, όπως θα ήταν μία ικανή κυβέρνηση και η ύπαρξη λιγότερων υπουργείων (τομέων καλύτερα), με εκ περιτροπής υπουργούς ανά εξάμηνο – καθώς επίσης όλα ανεξαιρέτως με κατεύθυνση την παραγωγή πλούτου κατά το παράδειγμα της Ελβετίας (1. Εξωτερικών, 2. Εσωτερικών, 3. Δικαιοσύνης, 4. Άμυνας, μετανάστευσης και Ασφάλειας του Πολίτη, 5. Οικονομίας 6. Ανάπτυξης, παιδείας, έρευνας, οικογένειας, πολιτισμού και 7. Περιβάλλοντος, συγκοινωνιών, επικοινωνιών, ενέργειας). Να έχουν όλα ανεξαιρέτως δηλαδή έσοδα και όχι μόνο έξοδα – κάτι που είναι εφικτό, εάν λειτουργούν σωστά.
Τις αλλαγές αυτές μπορεί και πρέπει να τις δρομολογήσει η Ελλάδα, στηριζόμενη φυσικά από όλους τους Έλληνες – καταργώντας πριν από όλα το τεσσαρακονταετές μνημόνιο που την οδηγεί απ’ ευθείας στην πλήρη καταστροφή της. Εν προκειμένω δεν χρειάζεται να συγκρουστεί κατά μέτωπο με τους πιστωτές της, με την πρωσική κυβέρνηση για να είμαστε πιο πραγματιστές – αλλά να εκπονήσει μία ήρεμη και σωστή στρατηγική, η οποία να συμπεριλαμβάνει την παραδειγματική τιμωρία όλων αυτών που την οδήγησαν στην παγίδα μετά το 2009, έχοντας προετοιμαστεί σωστά για τις πιέσεις που αναμφίβολα θα της ασκηθούν, ως συνήθως με μοχλό την ΕΚΤ.
Βασίλης Βιλιάρδος
Οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακά στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου – viliardos@analyst.gr – Facebook – Twitter

analyst

GEOPOLITICO

Freedom of Press: Λιγνίτης, αμερικανικό LNG και η μάχη για την ενεργειακή ασφάλεια

Το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, οι συμφωνίες για αμερικανικό LNG και η προσφυγή πολιτών στο ΣτΕ βρέθηκαν στο μικροσκόπιο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αιχμή τις καταγγελίες Πολάκη και τις παρεμβάσεις για τον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: ποιος εγγυάται την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας όταν αποξηλώνονται εγχώριες παραγωγικές υποδομές;

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Το ερώτημα ποιος αποφασίζει για την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας και με ποια κριτήρια βρέθηκε στο επίκεντρο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αφετηρία τις καταγγελίες του Παύλου Πολάκη στη Βουλή, ο δημοσιογράφος συνέδεσε την απολιγνιτοποίηση με τις συμφωνίες εισαγωγής αμερικανικού LNG, αναδεικνύοντας παράλληλα τη δικαστική διεκδίκηση πολιτών που ζητούν να αποτραπεί η αποξήλωση κρίσιμων εγκαταστάσεων της ΔΕΗ. Κεντρικό ζήτημα της εκπομπής ήταν κατά πόσο η χώρα μπορεί να εγκαταλείπει οριστικά εγχώριες ενεργειακές υποδομές μέσα σε συνθήκες διεθνούς αστάθειας.

Η εκπομπή άνοιξε με απόσπασμα κοινοβουλευτικής παρέμβασης του Πολάκη, ο οποίος κατηγόρησε ευθέως τον Νίκο Τσάφο για υπονόμευση της ενεργειακής ασφάλειας. Ο βουλευτής υποστήριξε ότι, σε σύσκεψη με δεκαεπτά ανώτερα τεχνικά στελέχη της ΔΕΗ, ανακοινώθηκε πως οι λιγνιτικές μονάδες θα κλείσουν «με τρόπο που δεν θα μπορούν να ξανανοίξουν ποτέ ξανά». Η αναφορά παρουσιάστηκε ως καταγγελία του Πολάκη, με τον Πολυχρονιάδη να την εντάσσει στην κριτική του για τον κυβερνητικό ενεργειακό σχεδιασμό.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην Πτολεμαΐδα 5. Ο Πολάκης ανέφερε ότι πρόκειται για σύγχρονη μονάδα, για την οποία δαπανήθηκαν περίπου 1,5 δισ. ευρώ, και αμφισβήτησε την επιλογή οριστικής εγκατάλειψης της λιγνιτικής λειτουργίας της. Έθεσε, μάλιστα, το ενδεχόμενο επέκτασης πολεμικών συγκρούσεων ή διακοπής της τροφοδοσίας με πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ζητώντας να διατηρηθεί η δυνατότητα αξιοποίησης του λιγνίτη ως εγχώριου καυσίμου. Παράλληλα, απέδωσε τις κυβερνητικές επιλογές στην προώθηση συμφωνιών με εταιρείες αμερικανικού LNG.

Ο Πολυχρονιάδης παρουσίασε στη συνέχεια τις αμφιβολίες που, σύμφωνα με δημοσίευμα της «Wall Street Journal» το οποίο επικαλέστηκε, εκφράζονται για την οικονομική βιωσιμότητα σχετικών συμφωνιών. Όπως μετέφερε, το υπουργείο Ενέργειας της Αλβανίας δεν εμφανίζεται πλήρως πεπεισμένο για τη βιωσιμότητα της συμφωνίας, η ουκρανική Naftogaz έχει διακόψει τις σχετικές διαπραγματεύσεις, ενώ η ρουμανική Transgaz αναφέρει ότι το μνημόνιο κατανόησης που είχε υπογράψει έχει λήξει. Οι αναφορές αυτές αξιοποιήθηκαν στην εκπομπή για να αμφισβητηθεί η εικόνα μιας εξασφαλισμένης εμπορικής επιτυχίας.

Στο ίδιο πλαίσιο παρουσιάστηκε ο ρόλος της Atlantic SEE LNG Trade, με μετόχους τη ΔΕΠΑ Εμπορίου και την AKTOR Energy, καθώς και του Αλέξανδρου Εξάρχου. Ο δημοσιογράφος αναφέρθηκε στην ανακοίνωση με την οποία ο Εξάρχου εξήρε τη συμβολή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στην προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου, χαρακτηρίζοντας την πρωτοβουλία στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αντιπαρέβαλε αυτήν την επιχειρηματολογία με τις επιφυλάξεις για το κόστος του αμερικανικού φυσικού αερίου και την πορεία των διαπραγματεύσεων.

Το δεύτερο σκέλος της εκπομπής επικεντρώθηκε στις αλλαγές στις εγκαταστάσεις της ΔΕΗ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Πολυχρονιάδης, στις 18 Μαΐου 2026 υπογράφηκε υπουργική απόφαση τροποποίησης περιβαλλοντικών όρων για τη μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 σε μονάδα φυσικού αερίου.

Επικαλούμενος δημοσιεύματα, ανέφερε κόστος περίπου 400 εκατ. ευρώ και ανάληψη του έργου από τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Προβλήθηκε επίσης η καταγγελία Πολάκη ότι η χωροθέτηση νέας μονάδας στον χώρο απόθεσης λιγνίτη θα εμποδίσει τη μελλοντική επαναχρησιμοποίηση της υπάρχουσας υποδομής.
Παράλληλα, ο παρουσιαστής αναφέρθηκε σε μνημόνιο συνεργασίας της ΔΕΗ με την Amazon Web Services για δημιουργία μεγάλου κέντρου δεδομένων στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Υπογράμμισε ότι οι πληροφορίες για την ηλεκτροδότησή του δεν συγκλίνουν: κυβερνητικοί κύκλοι, όπως είπε, παραπέμπουν στη νέα μονάδα φυσικού αερίου, ενώ πηγές της ΔΕΗ μιλούν για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κατά την εκπομπή, αυτή η διαφορετική ενημέρωση αφήνει αναπάντητα ουσιώδη ερωτήματα για τον σχεδιασμό, τις υποδομές και τον τρόπο κάλυψης των ενεργειακών αναγκών.

Ξεχωριστή θέση είχε η αναφορά στην παράταση λειτουργίας της Πτολεμαΐδας 5 μέχρι τις 31 Μαρτίου 2027. Ο Πολυχρονιάδης απέδωσε την παράταση στην ανάγκη διασφάλισης της επάρκειας του ηλεκτρικού συστήματος εν μέσω ενεργειακής κρίσης και πολεμικών αναταράξεων. Η συγκεκριμένη εξέλιξη παρουσιάστηκε ως στοιχείο που ενισχύει τη συζήτηση για τη διατήρηση διαθέσιμων λιγνιτικών υποδομών, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο. Το βάρος της επιχειρηματολογίας του ήταν ότι η επάρκεια πρέπει να εξετάζεται πριν ληφθούν αποφάσεις που δυσκολεύουν την επιστροφή σε προηγούμενες δυνατότητες παραγωγής.

Η δικαστική διάσταση αφορά προσφυγή πενήντα πολιτών, η οποία, σύμφωνα με την εκπομπή, αναμένεται να συζητηθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 20 Οκτωβρίου. Αντικείμενό της είναι η αποξήλωση πέντε πύργων ψύξης στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Σε συνέντευξη Τύπου, από την οποία προβλήθηκαν αποσπάσματα, ο πρώην πρόεδρος της ΔΕΗ Μανώλης Παναγιωτάκης υποστήριξε ότι η ασφάλεια εφοδιασμού υπερβαίνει τις επιδιώξεις μιας ανώνυμης εταιρείας, αλλά και τη θητεία μιας κυβέρνησης. Ζήτησε συγκεκριμένες θεσμικές διαδικασίες και αρμόδια όργανα για τη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής.

Η δικηγόρος Μαρία Μαγαλιού προανήγγειλε νέα προσφυγή κατά διοικητικής πράξης της 21ης Σεπτεμβρίου, που αφορά έγκριση πρόδρομων εργασιών καθαίρεσης και απομάκρυνσης εξοπλισμού και κτιριακών εγκαταστάσεων. Εξήγησε ότι η προσβολή της πράξης δημιουργεί στέρεη νομική βάση για αίτημα αναστολής, εφόσον ξεκινήσουν κατεδαφίσεις, αντιμετωπίζοντας το επιχείρημα ότι η προκήρυξη της ΔΕΗ αποτελεί ιδιωτική πράξη. Οι προσφεύγοντες επιδιώκουν, όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις τους, να παραμείνει ανοιχτή η δυνατότητα επαναλειτουργίας εγκαταστάσεων, μέχρι να κριθούν οι αποφάσεις και οι συνέπειές τους εθνικά. Μέσα από αυτές τις παρεμβάσεις, η εκπομπή ανέδειξε ένα συγκεκριμένο διακύβευμα: αν οι αποφάσεις για την ενεργειακή μετάβαση διατηρούν περιθώρια ασφάλειας ή οδηγούν σε μη αναστρέψιμη απώλεια παραγωγικών υποδομών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ακρίβεια στα καύσιμα: Η πρόταση Καλόγηρου για άμεση φορολογική ανάσα

Ο Αντώνης Καλόγηρος, επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, παρεμβαίνει στο Ionian για την ακρίβεια, τις τιμές των καυσίμων και το ενεργειακό κόστος.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Την ανάγκη άμεσης μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης στα καύσιμα υπογράμμισε ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, Αντώνης Καλόγηρος, μιλώντας στο Ionian για το ενεργειακό κόστος και τις πιέσεις που δέχονται νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Ο κ. Καλόγηρος αμφισβήτησε τον ισχυρισμό ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν επιτρέπουν τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ. Όπως ανέφερε, περισσότερες από δέκα ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε αντίστοιχες παρεμβάσεις, επικαλούμενος τα παραδείγματα της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Σουηδίας και της Μάλτας.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αμόλυβδη βενζίνη, σημειώνοντας ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης φτάνει περίπου τα 70 λεπτά ανά λίτρο, ενώ επάνω στη συνολική τιμή επιβάλλεται και ΦΠΑ 24%. Κατά τον ίδιο, το βάρος για τους Έλληνες καταναλωτές γίνεται ακόμη μεγαλύτερο εξαιτίας της σημαντικής απόστασης που χωρίζει το μέσο ελληνικό εισόδημα από εκείνο άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

«Η ακρίβεια πρέπει πάντοτε να εξετάζεται σε συνάρτηση με τους μισθούς», τόνισε, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση διαθέτει τα περιθώρια για ουσιαστικές φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλά δεν επιδεικνύει την απαιτούμενη πολιτική βούληση.

Ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ επικαλέστηκε επίσης τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, τα οποία, σύμφωνα με όσα παρουσίασε, καταγράφουν έσοδα υψηλότερα από τον στόχο. Υποστήριξε ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την υπερφορολόγηση και πρέπει να επιστρέψει στην κοινωνία μέσω χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών για πολίτες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Παρουσιάζοντας τις προτάσεις της ΝΙΚΗΣ, ο κ. Καλόγηρος εισηγήθηκε:

  • μείωση του ΦΠΑ και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα,
  • αύξηση της φορολόγησης των μερισμάτων,
  • εντατικότερους ελέγχους για εικονικά τιμολόγια και εταιρείες,
  • σταδιακή κατάργηση του αναβαλλόμενου φόρου των τραπεζών,
  • έκτακτη εισφορά στα υπερκέρδη των ενεργειακών ομίλων.

Κλείνοντας, έστρεψε το ενδιαφέρον στην κερδοφορία των διυλιστηρίων, υποστηρίζοντας ότι η μεγάλη αύξηση των κερδών τους ενισχύει το αίτημα για έκτακτη φορολόγηση. Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασής του ήταν ότι η ελάφρυνση της κοινωνίας είναι οικονομικά εφικτή, εφόσον υπάρξει διαφορετική κατανομή των φορολογικών βαρών.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η ενεργειακή συμφωνία ΗΠΑ–Ρωσίας και η νέα γεωπολιτική εξίσωση: Οι επιπτώσεις στην Ευρώπη, οι κερδισμένοι και οι χαμένοι και η παράμετρος των ενδιάμεσων εκλογών

Η Ουάσιγκτον ανοίγει ενεργειακό δίαυλο με τη Μόσχα, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η Ευρώπη αναζητά στρατηγική αυτονομία. Ποιος κερδίζει από τη χαλάρωση των περιορισμών στο ρωσικό ντίζελ, τι κρύβουν οι διερευνητικές συζητήσεις για τον Nord Stream και γιατί οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν κρίσιμο παράγοντα; Μια ανάλυση για την επιστροφή της ενεργειακής διπλωματίας και τον κίνδυνο η Ευρωπαϊκή Ένωση να βρεθεί ξανά εγκλωβισμένη ανάμεσα στις επιλογές Ουάσιγκτον και Μόσχας.

Δημοσιεύτηκε

στις

Η γεωπολιτική δεν γνωρίζει μόνιμες φιλίες και εχθρότητες. Γνωρίζει, πρωτίστως, συμφέροντα. Και όταν η ενεργειακή ασφάλεια μιας υπερδύναμης συναντά τις οικονομικές ανάγκες ενός στρατηγικού αντιπάλου, ακόμη και οι πιο ισχυρές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές μπορούν να γίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Η ενεργειακή προσέγγιση Ουάσιγκτον και Μόσχας, με φόντο τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, την πίεση στις διεθνείς αγορές καυσίμων και τις επικείμενες αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, αποκαλύπτει μια σύνθετη πραγματικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν τρόπους περιορισμού του ενεργειακού κόστους, η Ρωσία επιδιώκει οικονομική και διπλωματική ανάσα, ενώ η Ευρώπη αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να επηρεαστεί καθοριστικά από αποφάσεις στις οποίες δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Πρόκειται για μια περιορισμένη συναλλαγή υπαγορευμένη από την οικονομική συγκυρία ή για την απαρχή μιας βαθύτερης γεωπολιτικής αναδιάταξης; Η απάντηση δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τους αγωγούς. Αφορά το μέλλον των κυρώσεων, την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και τις ισορροπίες ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις.

Του Δημήτρη Παπαδογιάννη

Εισαγωγή: Όταν η ενέργεια μετατρέπεται σε εργαλείο γεωπολιτικής

Η πρόσφατη ενεργειακή προσέγγιση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα κεντρικά ζητήματα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής: τη σχέση μεταξύ οικονομικών συμφερόντων, ενεργειακής ασφάλειας και στρατηγικού ανταγωνισμού. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία μαίνεται και επιβαρύνει την αλληλεπίδραση Ρωσίας-Δύσης σε όλα τα πεδία, η απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να άρει de facto τον οικονομικό αποκλεισμό στη Ρωσική Ομοσπονδία και να διευκολύνει την προμήθεια ρωσικού ντίζελ προς τις αμερικανικές και διεθνείς αγορές συνιστά αξιοσημείωτη μεταβολή στην εφαρμογή της αμερικανικής πολιτικής των κυρώσεων.

Στις 9 Οκτωβρίου 2026, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει τις διεθνείς αγορές με περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ αρχικά, ενώ προανήγγειλε πρόσθετες ποσότητες κατά τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε προσωρινή χαλάρωση συγκεκριμένων περιορισμών για τις σχετικές συναλλαγές. Η ανακοίνωση έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ είχαν εκτιναχθεί, εν μέρει εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν και των διαταραχών στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά. Σύμφωνα με το Reuters, η τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ είχε αυξηθεί περίπου κατά 70% από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026. Η αποτελεσματικότητα της συμφωνίας στην αποκλιμάκωση των τιμών, ωστόσο, παραμένει αβέβαιη. (Reuters, 9 Οκτωβρίου 2026).

Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν περιορίζεται στην προμήθεια καυσίμων. Παράλληλα, έχουν πραγματοποιηθεί διερευνητικές επαφές μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων αξιωματούχων σχετικά με πιθανή συμμετοχή αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων στις υποδομές των αγωγών Nord Stream και με την αξιοποίηση ρωσικών ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων. Πρόκειται, όμως, για ξεχωριστές συζητήσεις, οι οποίες δεν έχουν οδηγήσει σε επιβεβαιωμένη συμφωνία επαναλειτουργίας των αγωγών. (Reuters, 8 Οκτωβρίου 2026).

Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν οι δύο χώρες μπορούν να συνεργαστούν στον ενεργειακό τομέα. Ο κεντρικός προβληματισμός έγκειται στο γιατί επιλέγουν τη δεδομένη χρονική φάση, ποιά συμφέροντα εξυπηρετούνται, ποιές συνέπειες προκύπτουν για την Ευρώπη και κατά πόσο η συγκεκριμένη εξέλιξη προαναγγέλλει μια ευρύτερη αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων, ενεργειακών και στρατηγικών.

Η σημασία της χρονικότητας. Η ενεργειακή κρίση και η πολιτική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ

Η χρονική συγκυρία της συμφωνίας δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να περιορίσει το κόστος ζωής και να παρουσιάσει αποτελέσματα σε ένα ζήτημα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.

Το ντίζελ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα της αμερικανικής οικονομίας. Χρησιμοποιείται στις εμπορευματικές μεταφορές, στη γεωργία, στις κατασκευές και σε ένα ευρύ μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η αύξηση της τιμής του, επιβαρύνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, παράγωντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Επομένως, η μείωση της τιμής των καυσίμων έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγροτικές περιοχές, τους επαγγελματίες οδηγούς, τις μικρές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Η προεκλογική διάσταση είναι σαφής. Το Reuters και το Associated Press συνδέουν την ενεργειακή πρωτοβουλία με την προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις υψηλές τιμές πριν από τις εκλογές, από τις οποίες θα κριθεί κατά πολύ ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. (Reuters, Associated Press).

Η συμφωνία εξυπηρετεί, συνεπώς, δύο παράλληλους στόχους. Ο πρώτος είναι οικονομικός: η αύξηση της προσφοράς καυσίμων και η προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τιμών. Ο δεύτερος είναι πολιτικός: η δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να παρουσιάσει μια άμεση πρωτοβουλία που ανταποκρίνεται στις επισφάλεια των ψηφοφόρων.

Υπάρχει, ωστόσο, μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ της πολιτικής ανακοίνωσης και του πραγματικού αποτελέσματος. Οι διεθνείς τιμές εξαρτώνται από το σύνολο της προσφοράς και της ζήτησης, τη διαθεσιμότητα διυλιστηριακής παραγωγής, τα αποθέματα, το κόστος μεταφοράς και τη γεωπολιτική κατάσταση. Ακόμη και μια σημαντική συμφωνία προμήθειας δε λειτουργεί ως εχέγγυο για την αισθητή μείωση στις τιμές λιανικής.

Επιπλέον, η συμφωνία δεν αποτελεί τη μοναδική παρέμβαση της Ουάσιγκτον. Στις αρχές Οκτωβρίου, η κυβέρνηση είχε ήδη πιέσει τις χώρες της G7 για αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και καυσίμων, με στόχο την αύξηση της προσφοράς. (Reuters, 2 Οκτωβρίου 2026).

Αυτό υποδηλώνει ότι η αμερικανική πολιτική δεν στηρίζεται σε μία μόνο κίνηση, αλλά σε μια προσπάθεια συνδυασμού διαφορετικών εργαλείων για τον περιορισμό της ενεργειακής πίεσης. Η συνεργασία με τη Ρωσία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί ένα πολιτικό μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να διαπραγματευτεί ακόμη και με έναν στρατηγικό αντίπαλο, όταν το θεωρεί οικονομικά αναγκαίο, στα πλαίσια της άσκησης μίας ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής.

Η σύνδεση με τις εκλογές είναι, επομένως, ισχυρή και τεκμηριωμένη. Δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει από μόνη της το σύνολο των εξελίξεων, ιδίως τις παράλληλες συζητήσεις για τις ενεργειακές υποδομές και τις πιθανές επενδύσεις σε ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.

Τα στρατηγικά κίνητρα της Ρωσίας: Έσοδα, αγορές και διπλωματική επαναπροσέγγιση

Για τη Μόσχα από την άλλη, η ενεργειακή συνεργασία προσφέρει περισσότερα από τα έσοδα που μπορούν να προκύψουν από την πώληση συγκεκριμένων ποσοτήτων ντίζελ. Δημιουργεί τη δυνατότητα επανασύνδεσης με αγορές από τις οποίες οι συναλλαγές περιορίστηκαν σημαντικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.

Οι κυρώσεις στοχεύουν στον περιορισμό των εσόδων που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια και να αυξήσουν το κόστος της παράτασης του πολέμου. Η προσωρινή χαλάρωση ορισμένων περιορισμών για τις εξαγωγές καυσίμων προκαλεί, επομένως, μια διαφορετική οικονομική συνθήκη για τη Ρωσία.

Η Μόσχα αποκτά δυνητικά τρία οφέλη.

Πρώτον, μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα από τις ενεργειακές εξαγωγές, εφόσον οι ανακοινωθείσες ποσότητες παραδοθούν και οι συναλλαγές υλοποιηθούν.

Δεύτερον, θα βρίσκεται σε θέση να διευρύνει τις εμπορικές της διεξόδους και να μειώσει την εξάρτησή της από περιορισμένο αριθμό αγοραστών.

Τρίτον, αποκτά διπλωματικό πλεονέκτημα, καθώς η συνεργασία με την Ουάσιγκτον δείχνει ότι η ενεργειακή της ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί υπολογίσιμο παράγοντα που για τις αμερικανικές αποφάσεις.

Το τρίτο στοιχείο είναι ιδιαίτερα μείζον. Η Μόσχα επιδιώκει εδώ και χρόνια να διαχωρίσει την οικονομική συνεργασία από τη συνολική πολιτική αντιπαράθεση με τη Δύση. Μια επιλεκτική ενεργειακή συμφωνία μπορεί να ενισχύσει αυτή την επιδίωξη, χωρίς να σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί οι διαφωνίες για την Ουκρανία ή ότι έχουν αρθεί συνολικά οι κυρώσεις.

Ωστόσο υπάρχουν προϋποθέσεις. Η πραγματική εξαγωγική δυνατότητα της Ρωσίας εξαρτάται από την κατάσταση των διυλιστηρίων της, τις εγχώριες ανάγκες και την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών. Οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει την παραγωγική ικανότητα, ενώ οι ανάγκες της ρωσικής αγοράς επηρεάζουν την ποσότητα των καυσίμων που μπορούν να διατεθούν στο εξωτερικό.

Η ανακοίνωση της συμφωνίας δεν αποδεικνύει, συνεπώς, ότι όλες οι προβλεπόμενες ποσότητες θα παραδοθούν στον προβλεπόμενο χρόνο. Το πραγματικό οικονομικό όφελος της Ρωσίας θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή της συμφωνίας και όχι μόνο από την πολιτική της ανακοίνωση.

Οι ΗΠΑ: Οικονομική αναγκαιότητα ή αλλαγή στρατηγικής;

Η ενεργειακή προσέγγιση με τη Ρωσία αναδεικνύει μια αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής. Από το 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στηρίξει ένα ευρύ πλαίσιο κυρώσεων με στόχο τον περιορισμό της ρωσικής οικονομικής και ενεργειακής ισχύος. Η τρέχουσα όμως κυβέρνηση, εφαρμόζοντας μία περισσότερο πολυδιάστατη πολιτική, εδραζόμενη εν μέρει στην καλή πίστη, επιτρέπει μια επιλεκτική εξαίρεση, επικαλούμενη την ανάγκη αντιμετώπισης των υψηλών τιμών καυσίμων.

Η εξέλιξη μπορεί να ερμηνευθεί ως εφαρμογή μιας περισσότερο συναλλακτικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική: η οικονομική συνεργασία δεν αποκλείεται a priori, ακόμη και όταν οι δύο χώρες παραμένουν αντίπαλες σε άλλα πεδία.

Από αμερικανικής πλευράς, η επιδίωξη είναι κατανοητή. Η αύξηση της προσφοράς καυσίμων μπορεί να συμβάλει στη μείωση των πιέσεων στην αγορά, ενώ η απευθείας διαπραγμάτευση με τη Μόσχα προσφέρει έναν πρόσθετο δίαυλο επικοινωνίας.

Πάρα ταύτα η κίνηση δημιουργεί τρία προβλήματα.

Το πρώτο αφορά την αποτελεσματικότητα. Οι ανακοινωθείσες ποσότητες ενδέχεται να μην επαρκούν για να μεταβάλουν ουσιαστικά τις διεθνείς τιμές, ιδίως όταν οι διαταραχές προέρχονται από ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.

Το δεύτερο αφορά τη συνέπεια των κυρώσεων. Εάν οι περιορισμοί χαλαρώνουν κάθε φορά που προκύπτει οικονομική πίεση, η προβλεψιμότητα της αμερικανικής πολιτικής μειώνεται και οι άλλες χώρες ενδέχεται να αμφισβητήσουν τη σταθερότητά της.

Το τρίτο αφορά την Ουκρανία. Η παροχή πρόσθετων εσόδων στη Ρωσία, χωρίς αντίστοιχες πολιτικές δεσμεύσεις, πιθανότατα θα αποδυναμώσει την πίεση που επιδιώκει να ασκήσει η Δύση στη Μόσχα.

Η αμερικανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, μπορεί να υποστηρίξει ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η προστασία των καταναλωτών αποτελούν άμεσες προτεραιότητες. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν η εξαίρεση θα παραμείνει περιορισμένη ή θα εξελιχθεί σε ευρύτερη αναθεώρηση της πολιτικής κυρώσεων.

Προς ώρας, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να θεωρήσουμε ότι η συμφωνία σηματοδοτεί μία θεμελιακή μεταβολή της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία. Δείχνει, ωστόσο, ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής και πως στο τέλος της ημέρας έκαστο κράτος θα προτεραιοποιήσει τα προσωπικά του συμφέροντα.

Η Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα νέο ενεργειακό δίλημμα

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εξέλιξη είναι περισσότερο σύνθετη. Μετά το 2022, η ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική στηρίχθηκε στη διαφοροποίηση των προμηθευτών, στην ανάπτυξη υποδομών υγροποιημένου φυσικού αερίου και στη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία.

Η κατεύθυνση αυτή δεν ήταν αποκλειστικά πολιτική επιλογή. Συνδέθηκε με την εμπειρία της ενεργειακής πίεσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή, με τις διακοπές και τις μειώσεις στις ροές φυσικού αερίου και με την εκτίμηση ότι η υπερβολική εξάρτηση από έναν προμηθευτή μπορεί να δημιουργήσει στρατηγικούς κινδύνους.

Η πρόσφατη αμερικανορωσική προσέγγιση επαναφέρει το δίλημμα ανάμεσα στο κόστος και στην ασφάλεια.

Από τη μία πλευρά, μια αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς καυσίμων θα μπορούσε να ωφελήσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, εφόσον μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές. Οι μεταφορές, η βιομηχανία, η γεωργία και οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη μείωση του κόστους.

Από την άλλη, η πιθανότητα επανεμφάνισης ρωσικών ποσοτήτων φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά δημιουργεί νέα πολιτικά και στρατηγικά ερωτήματα. Η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε πρόσθετες ποσότητες ενέργειας, αλλά κάτι τέτοιο επισύει τον κίνδυνο να επαναφέρει μορφές εξάρτησης που επιδίωξε να περιορίσει.

Σύμφωνα με το Reuters, οι συζητήσεις για το Nord Stream περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο συμμετοχής Αμερικανών επενδυτών στις σχετικές υποδομές. Ωστόσο, οι αγωγοί υπόκεινται σε κυρώσεις, ενώ η γερμανική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την επαναλειτουργία τους υπό τις παρούσες συνθήκες. Συνεπώς, η επανέναρξη των ροών δεν αποτελεί άμεσο ή εξασφαλισμένο αποτέλεσμα.

Το σημαντικότερο ζήτημα για την Ευρώπη είναι ότι οι συζητήσεις φαίνεται να διεξάγονται πρωτίστως μεταξύ αμερικανικών και ρωσικών διπλωματικών διαύλων, ενώ οι συνέπειες αφορούν άμεσα την ευρωπαϊκή αγορά. Εάν οι δύο χώρες καταλήξουν σε ένα επενδυτικό ή εμπορικό πλαίσιο χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τελευταία θα βρεθεί αντιμέτωπη με αποφάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την ενεργειακή της ασφάλεια χωρίς να έχει διαμορφώσει η ίδια τους βασικούς όρους. Συνεπώς σε ενεργειακό εγκλωβισμό

Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι;

Η κατανομή των ωφελειών και των κινδύνων δεν είναι ομοιόμορφη. Διαφέρει ανάλογα με το αν εξετάζουμε το βραχυπρόθεσμο οικονομικό αποτέλεσμα ή τη μακροπρόθεσμη γεωπολιτική ισορροπία.

Η Ρωσία: οικονομικό και διπλωματικό όφελος

Η Ρωσία είναι ένας από τους βασικούς δυνητικούς ωφελημένους. Η δυνατότητα εξαγωγής πρόσθετων ποσοτήτων καυσίμων μπορεί να ενισχύσει τα έσοδά της, ενώ η επιλεκτική χαλάρωση των κυρώσεων προλειαίνει το έδαφος για περαιτέρω διαπραγματεύσεις.

Το σημαντικότερο κέρδος, όμως, μπορεί να είναι πολιτικό: η αποδοχή ότι η ενεργειακή συνεργασία με τη Μόσχα μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία ακόμη και από την Ουάσιγκτον, παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία.

Η αμερικανική κυβέρνηση: πολιτικό όφελος με αβέβαιο οικονομικό αποτέλεσμα

Η κυβέρνηση Τραμπ αποκτά ένα εργαλείο για να αντιμετωπίσει την πίεση γύρω από το κόστος ζωής και να εμφανίσει μια ενεργειακή πρωτοβουλία παράλληλη και με την αποκλιμάκωση ενός πολεμικού μετώπου, ενόψει των midterms.

Το πολιτικό όφελος θα εξαρτηθεί, ωστόσο, από το αν οι πολίτες διαπιστώσουν πραγματική μείωση στις τιμές. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να μην αποδώσει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται.

Η Ουκρανία: κίνδυνος ακύρωσης της πολιτικής των κυρώσεων

Για την Ουκρανία, η ενεργειακή συμφωνία δημιουργεί τον κίνδυνο να αυξηθούν τα έσοδα της Ρωσίας χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη πολιτική ή στρατιωτική αποκλιμάκωση.

Στις 11 Οκτωβρίου, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι διατεθειμένη να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Ρωσία σταματήσει τις επιθέσεις κατά της ουκρανικών ενεργειακών υποδομών. Η θέση αυτή υπογραμμίζει τη διαφορά μεταξύ μιας μονομερούς παραχώρησης και μιας αμοιβαίας, επαληθεύσιμης αποκλιμάκωσης. (Reuters, 11 Οκτωβρίου 2026).

Η Ευρωπαϊκή Ένωση: ενδεχόμενο οικονομικό όφελος αλλά και στρατηγικός κίνδυνος.

Η Ευρώπη μπορεί να ωφεληθεί από χαμηλότερες τιμές ενέργειας, αλλά αντιμετωπίζει τον κίνδυνο νέων διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών σχετικά με την επιστροφή στις ρωσικές προμήθειες.

Οι χώρες που δίνουν προτεραιότητα στο χαμηλότερο ενεργειακό κόστος μπορεί να αντιμετωπίσουν θετικότερα μια πιθανή επανέναρξη ροών. Άλλες, ιδίως στην ανατολική Ευρώπη, ενδέχεται να τη θεωρήσουν απειλή για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πιθανότητα αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο να αποδυναμωθεί η ευρωπαϊκή συνοχή, εάν δεν υπάρξει κοινή προσέγγιση.

Οι ενδιάμεσες εκλογές και η επόμενη ημέρα

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν κρίσιμο χρονικό ορόσημο, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθούν αυτόματα το τέλος ή η αρχή μιας νέας ενεργειακής στρατηγικής.

Εάν η κυβέρνηση Τραμπ καταφέρει να περιορίσει τις τιμές καυσίμων, θα μπορεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως ένδειξη αποτελεσματικότητας. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η πολιτική αξία της εν λόγω στρατηγικής κίνησης θα μειωθεί.

Μετά τις εκλογές, το αποτέλεσμα θα επηρεάσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα λειτουργήσει η κυβέρνηση. Εάν μεταβληθεί ο έλεγχος του Κογκρέσου, ενδέχεται να δυσκολέψει η προώθηση ορισμένων επιλογών εξωτερικής πολιτικής ή η αναδιαμόρφωση του πλαισίου των κυρώσεων. Ωστόσο, δεν θα υπάρξει αυτομάτως τροποποίηση της ενεργειακής πολιτικής μόνο και μόνο λόγω του εκλογικού αποτελέσματος.

Εξίσου σημαντική θα είναι η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Εάν υπάρξει ουσιαστική πρόοδος προς μια συμφωνία αποκλιμάκωσης, η ενεργειακή συνεργασία θα μπορούσε να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών ανταλλαγμάτων. Εάν δεν υπάρξει τέτοια πρόοδος, οι ενεργειακές συναλλαγές ενδέχεται να παραμείνουν αποσπασματικές, ενώ η σύγκρουση και οι κυρώσεις θα συνεχίσουν να περιορίζουν τις δυνατότητες συνεργασίας.

Η χρονική συγκυρία, κατά συνέπεια, ερμηνεύεται από τη σύγκλιση τριών παραγόντων: της ενεργειακής κρίσης, της προεκλογικής πίεσης στις ΗΠΑ και της προσπάθειας να διερευνηθούν οι οικονομικές συναλλαγές με τη Ρωσία. Δεν υπάρχει, ωστόσο, επαρκής βάση για να θεωρηθεί ότι η συμφωνία αποτελεί ήδη μέρος μιας ολοκληρωμένης ειρηνευτικής διευθέτησης.

Ποια είναι η πιθανότερη κατάληξη;

Η εξέλιξη μπορεί να κινηθεί προς τρεις κατευθύνσεις.

Το πρώτο ενδεχόμενο είναι η διατήρηση μιας περιορισμένης, επιλεκτικής ενεργειακής συνεργασίας. Η προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών επιτρέπει ορισμένες συναλλαγές, χωρίς να οδηγεί σε συνολική άρση των κυρώσεων ή σε άμεση επαναλειτουργία του Nord Stream.

Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι η σταδιακή επέκταση της συνεργασίας σε επενδύσεις και ενεργειακές υποδομές. Για να επιτευχθεί μία τέτοια πρόοδος, θα χρειαστούν συγκεκριμένες συμφωνίες, σαφείς όροι για τις κυρώσεις και σημαντικές πολιτικές αποφάσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, αλλά δεν είναι δεδομένη.

Το τρίτο ενδεχόμενο είναι η περιορισμένη εφαρμογή της συμφωνίας. Εάν οι παραδόσεις αποδειχθούν ποσοτικά χαμηλότερες από τις ανακοινωθείσες ή οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να αποδώσει περιορισμένα οικονομικά αποτελέσματα, ενώ θα διατηρηθούν οι πολιτικές αντιδράσεις.

Κατά τη δική μου εκτίμηση δε θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε πως πρόκειται για πλήρη επαναπροσέγγισητων δύο ενεργειακών παικτών ούτε την άμεση επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη ως προδιαγεγραμμένες εξελίξεις. Η πιο επισταμένη ανάγνωση είναι ότι η Ουάσιγκτον και η Μόσχα διερευνούν τη δυνατότητα επιλεκτικής οικονομικής συνεργασίας, με την ενέργεια να λειτουργεί ως πιθανό μέσο διαπραγμάτευσης.

Το εάν αυτή η προσέγγιση θα εξελιχθεί σε ευρύτερη συμφωνία θα εξαρτηθεί από την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, τις αμερικανικές πολιτικές εξελίξεις, την εφαρμογή των κυρώσεων και την αντίδραση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Συμπερασματικά, η ενεργειακή προσέγγιση ΗΠΑ–Ρωσίας καταδεικνύει ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να ανοίξουν παράθυαρα συνεργασίας ακόμη και μεταξύ κρατών που βρίσκονται σε στρατηγική αντιπαράθεση.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συμφωνία συνδέεται με την προσπάθεια περιορισμού των τιμών καυσίμων και με την πολιτική πίεση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Για τη Ρωσία, προσφέρει τη δυνατότητα πρόσθετων εσόδων, εμπορικής πρόσβασης και διπλωματικής αναβάθμισης. Για την Ουκρανία, δημιουργεί τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγει ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο βραχυπρόθεσμο ενεργειακό όφελος και στη μακροπρόθεσμη στρατηγική αυτονομία.

Η πιο αξιοσημείωτη συνέπεια, ωστόσο, δεν θα κριθεί από τα πρώτα φορτία ντίζελ. Αλλά από το εάν η ενεργειακή συναλλαγή θα παραμείνει ένα περιορισμένο μέτρο διαχείρισης της αγοράς ή θα αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συμφωνίας για τις κυρώσεις, τις επενδύσεις, τις ενεργειακές υποδομές και τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Εάν παραμείνει μεμονωμένη συναλλαγή, οι επιπτώσεις θα είναι κυρίως οικονομικές και βραχυπρόθεσμες. Εάν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική και τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.

Για την Ευρώπη, η κρίσιμη επιλογή είναι να μην αντιμετωπίσει τις εξελίξεις μόνο ως ευκαιρία για φθηνότερη ενέργεια. Οφείλει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις για την ενεργειακή της τροφοδοσία θα λαμβάνουν υπόψη την οικονομική ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και τη δυνατότητα ανεξάρτητων στρατηγικών επιλογών.

Η παράμετρος της ενέργειας ενίοτε αποτελεί γέφυρα διαπραγμάτευσης μεταξύ αντιπάλων όχι όμως εγγύηση ειρήνης από μόνη της. Επιπρόσθετα η μείωση του ενεργειακού κόστους δεν εξασφαλίζει αυτομάτως μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πραγματική δοκιμασία για την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εναπόκειται στο αν θα κατορθώσουν να μετατρέψουν τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά συμφέροντα σε μια σταθερότερη πολιτική διευθέτηση, χωρίς να δημιουργήσουν νέες εξαρτήσεις και νέες εστίες έντασης.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO3 λεπτά πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO32 λεπτά πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Η Ευρώπη γνωρίζει, αλλά κάνει τα στραβά μάτια! Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας με Χαμάς και ισλαμιστικά δίκτυα

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεων, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

Δημοφιλή