Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Επικίνδυνο παιχνίδι η «διόρθωση των συνόρων» Σερβίας – Κοσόβου

Δημοσιεύτηκε στις

Μποζανίνου Τάνια  
Ανησυχία εντός και εκτός Βαλκανίων προκαλεί το ενδεχόμενο ανταλλαγής εδαφών που προωθείται με στόχο την ομαλοποίηση των σχέσεων Βελιγραδίου – ΠρίστιναςΕπικίνδυνο παιχνίδι η «διόρθωση των συνόρων» Σερβίας - Κοσόβου
Σέρβοι κληρικοί και πολίτες μετέχουν σε εκδήλωση για τα 629 χρόνια από τη μάχη του Κοσσυφοπεδίου το 1389. Η ένταση μεταξύ της σερβικής μειονότητας και της αλβανικής πλειοψηφίας στο Κόσοβο δεν έχει μειωθεί παρά τα χρόνια
Φωτιές έχουν ανάψει στα Βαλκάνια δηλώσεις των προέδρων της Σερβίας και του Κοσόβου περί «ανταλλαγής εδαφών» και «διόρθωσης των συνόρων», την ώρα που έχουν μπει στο τελικό στάδιο οι συνομιλίες ανάμεσα στο Βελιγράδι και στην Πρίστινα για την ομαλοποίηση των σχέσεων. Κρίσιμος μήνας θεωρείται ο Σεπτέμβριος και οι δηλώσεις του σέρβου προέδρου Αλεξάνταρ Βούτσιτς και του κοσοβάρου ομολόγου του Χασίμ Θάτσι «τεστάρουν» τα νερά για το ενδεχόμενο αλλαγής συνόρων, που μέχρι πρόσφατα αποτελούσε κόκκινη γραμμή για την Ουάσιγκτον η οποία, όπως φαίνεται, αλλάζει στάση στο θέμα αυτό.

Ο Σεπτέμβριος μήνας-«κλειδί»

Η ανταλλαγή των εδαφών στα οποία πλειοψηφούν οι Σέρβοι στο Βόρειο Κόσοβο (βόρεια του ποταμού Ιμπάρ και της πόλης Μιτρόβιτσα, περιοχή που εφάπτεται της Σερβίας) με εδάφη στα οποία πλειοψηφούν οι Αλβανοί στη Νότια Σερβία (Κοιλάδα του Πρέσεβο – «στριμωγμένη» ανάμεσα στο Κόσοβο και στην πΓΔΜ -, Μπουγιάνοβατς – βόρεια του Πρέσεβο, περιοχή εφαπτόμενη στο Κόσοβο – και Μεντβέντα – λίγο βορειότερα, επίσης εφαπτόμενη στο Κόσοβο) αποτελούσε μέχρι πρότινος ταμπού και για πολλούς, όπως η Ορθόδοξη Εκκλησία της Σερβίας και η κοσοβάρικη αντιπολίτευση, παραμένει ανάθεμα.
Χαρακτηριστικό είναι ότι η ανταλλαγή εδαφών δεν υπήρξε ποτέ ένα από τα θέματα της επίσημης ατζέντας των συνομιλιών ανάμεσα στο Βελιγράδι και στην Πρίστινα που διεξάγονται από το 2013 στις Βρυξέλλες, υπό την αιγίδα της ΕΕ. Ο Θάτσι ζητεί να συμπεριληφθεί η «διόρθωση των συνόρων» στον επόμενο γύρο συνομιλιών τον Σεπτέμβριο.
Ο Σεπτέμβριος θεωρείται μήνας-«κλειδί» από τα σερβικά μέσα ενημέρωσης, που ερμηνεύουν την κινητικότητα του προέδρου Βούτσιτς (επίσκεψη στους Σέρβους του Κοσόβου στις αρχές του μήνα, στη συνέχεια επίσκεψη στην Κίνα και στις 24-28 Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη για τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ) ως προετοιμασία του εδάφους για τη λύση.

Ανησυχίες για αποσταθεροποίηση

Οι αλλαγές συνόρων είναι ευαίσθητη διαδικασία, ειδικά σε αυτή την περιοχή του κόσμου, και πολλοί εκφράζουν την ανησυχία ότι ενδέχεται να αποσταθεροποιήσουν γειτονικές χώρες, όπως την πΓΔΜ – στην περίπτωση που δεν περάσει η συμφωνία για την ονομασία της με την Ελλάδα – και τη Βοσνία. Εκφράζεται επίσης η ανησυχία ότι με τυχόν ανταλλαγή εδαφών – προς την οποία λέγεται ότι είναι δεκτικός ο αλβανός πρωθυπουργός Εντι Ράμα – τίθενται τα θεμέλια για τη δημιουργία μιας «Μεγάλης Αλβανίας» στην περιοχή.
Η κατάσταση στο Κόσοβο είναι τεταμένη επειδή το περασμένο Σάββατο (4/8) εξέπνευσε η προθεσμία για να παρουσιάσει η Πρίστινα το σχέδιο για την Κοινότητα Σερβικών Δήμων του Κοσόβου, το οποίο θα έδινε διευρυμένη αυτονομία στους Σέρβους του κρατιδίου. Το σχέδιο – που περιλαμβάνεται στη Συμφωνία των Βρυξελλών (2013) για την εξομάλυνση των σχέσεων Σερβίας και Κοσόβου – δεν παρουσιάστηκε και την περασμένη εβδομάδα κυκλοφορούσαν φήμες για μονομερή ανακήρυξη ανεξαρτησίας των Σέρβων που ζουν στο Βόρειο Κόσοβο.
Οι φήμες δεν επιβεβαιώθηκαν. Ο σέρβος πρόεδρος Βούτσιτς έκανε το παν για να κατευνάσει τα πνεύματα, καλώντας του Σέρβους του Κοσόβου να μην παρασυρθούν από προβοκάτσιες. Πιστεύεται ότι τόσο ο Βούτσιτς (που ξεκίνησε την πολιτική του καριέρα από την Ακροδεξιά και διετέλεσε υπουργός Τύπου, δηλαδή προπαγάνδας, του Μιλόσεβιτς την εποχή του πολέμου στο Κόσοβο και της νατοϊκής επιχείρησης κατά της Σερβίας στα τέλη της δεκαετίας του ’90, αλλά σήμερα έχει αποκηρύξει τα λάθη του παρελθόντος) όσο και ο κοσοβάρος πρόεδρος Θάτσι (που καθιερώθηκε πολιτικά ως ηγέτης της παραστρατιωτικής οργάνωσης Απελευθερωτικός Στρατός του Κοσόβου ή UCK στη δεκαετία του ’90 και κατηγορείται από το Συμβούλιο της Ευρώπης ως αρχηγός μαφιόζικης οργάνωσης λαθρεμπορίου όπλων, ναρκωτικών και ανθρώπινων οργάνων) είναι πιο «ώριμοι» κατ’ ιδίαν ως προς το να κάνουν συμβιβασμούς για να λυθεί το ζήτημα του Κοσόβου απ’ όσο φαίνεται από τις δημόσιες δηλώσεις τους.

Τα επιχειρήματα υπέρ και κατά

Στις δηλώσεις του ο Θάτσι αναφέρεται μόνο στην προσάρτηση του Πρέσεβο, του Μπουγιάνοβατς και της Μεντβέντα από το Κόσοβο, αποκλείοντας τόσο τη διάσπαση του Κοσόβου όσο και την αυτονομία των Σέρβων εντός του. Το κυριότερο επιχείρημά του είναι οι απαιτήσεις των αλβανόφωνων που ζουν εκεί.
Τα επιχειρήματα του σέρβου προέδρου Βούτσιτς υπέρ της εξεύρεσης, σύντομα, λύσης που θα περιλαμβάνει την ανταλλαγή εδαφών και την αναγνώριση του Κοσόβου είναι αφενός η ασφάλεια για τους Σέρβους του Κοσόβου και αφετέρου η οικονομική πρόοδος, οι ξένες επενδύσεις και το πράσινο φως για να ξεμπλοκαριστεί η πορεία της Σερβίας προς την ΕΕ που θα επιφέρει η λύση. Ο Βούτσιτς τονίζει την ανάγκη για έναν δύσκολο συμβιβασμό και ότι ιδιαίτερη προσοχή θα δοθεί στα ορθόδοξα σερβικά μνημεία του Κοσόβου και στις περιουσίες των Σέρβων εντός και εκτός Κοσόβου. Υπόσχεται να θέσει τη λύση σε δημοψήφισμα στη Σερβία.    
Στήριξη στη γραμμή του Βούτσιτς προσφέρει ο σέρβος υπουργός Εξωτερικών Ιβιτσα Ντάτσιτς, ο οποίος τοποθετήθηκε υπέρ της ανταλλαγής εδαφών και της διαίρεσης του Κοσόβου. Αναφέρθηκε και στη στάση των ΗΠΑ, η οποία έγινε ευνοϊκότερη προς το Βελιγράδι αφότου ανέλαβε υφυπουργός Εξωτερικών ο Γουές Μίτσελ. 
Αλλά και ο αμερικανός πρεσβευτής στην Πρίστινα Γκρεγκ Ντελαουί δεν απέκλεισε την ανταλλαγή εδαφών, ενώ μέχρι πριν από λίγους μήνες την απέρριπτε ως «επικίνδυνη», δείχνοντας ότι η αμερικανική στάση περί της διατήρησης της ακεραιότητας του Κοσόβου έχει αλλάξει. 

«Συνταγή για μακροχρόνια καταστροφή» λένε οι πολέμιοι

Τόσο στη Σερβία όσο και στο Κόσοβο υπάρχουν εσωτερικές αντιστάσεις, που χαρακτηρίζουν κάθε συμβιβασμό εθνική μειοδοσία. Κατά τοποθετούνται ο πρωθυπουργός του Κοσόβου Ραμούς Χαραντινάι, ο οποίος προειδοποιεί ότι τυχόν διαίρεση του Κοσόβου «θα προκαλέσει τραγωδία στα Βαλκάνια», και στελέχη της αντιπολίτευσης. Ο Χαραντινάι δηλώνει ότι την αλλαγή συνόρων την καλλιεργεί ο ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν με στόχο να βάλει μεγαλύτερο πόδι στα Βαλκάνια.  

«Η ανταλλαγή εδαφών μεταξύ Κοσόβου και Σερβίας (που σήμερα αποκαλείται “διόρθωση συνόρων”) δεν αποτελεί λύση. Είναι συνταγή για μακροχρόνια καταστροφή. Αν αφήσουμε τους Βούτσιτς – Θάτσι να επανασχεδιάσουν τον χάρτη, θα καταδικάσουμε ολόκληρα τα Βαλκάνια να ζήσουν τις επόμενες δεκαετίες με συγκρούσεις» τουίταρε ο Αγκρόν Μπαϊράμι, διευθυντής της εφημερίδας «Koha Ditore» του Κοσόβου. 
Περισσότερες από 35 σερβικές και κοσοβαρικές ΜΚΟ έστειλαν επιστολή αυτή την εβδομάδα στην επικεφαλής της Εξωτερικής Πολιτικής της ΕΕ Φεντερίκα Μογκερίνι, στην οποία προειδοποιούν ότι η ιδέα της ανταλλαγής εδαφών όπου πλειοψηφούν οι Σέρβοι με εδάφη όπου πλειοψηφούν οι Αλβανοί θα αποσταθεροποιήσει τα Βαλκάνια. Αλλά σε πρωτεύουσες των «28» κερδίζει έδαφος αυτή η ιδέα. 
Οι ΜΚΟ υποστηρίζουν πως τέτοιες ιδέες «νομιμοποιούν την επικίνδυνη προπαγάνδα για εθνοτική ιδιοκτησία των εδαφών – αρχή που έχει φέρει αρκετές φορές αιματηρές συγκρούσεις στην περιοχή». Προειδοποιούν ότι μια τέτοια εξέλιξη «θα οδηγήσει σε πολλά αιτήματα για αλλαγές συνόρων στα Βαλκάνια, ανοίγοντας την πόρτα σε νέες συγκρούσεις» και καλούν τη διεθνή κοινότητα να μην υποστηρίξει το «παρωχημένο μοντέλο του 19ου αιώνα για εθνοτικά καθαρές χώρες».   
Η Εκκλησία της Σερβίας είναι κατά οποιασδήποτε λύσης, διότι θεωρεί αδιανόητη την εγκατάλειψη του Νότιου Κοσόβου όπου βρίσκονται τα μεγαλύτερα μνημεία της σερβικής Ορθοδοξίας.  
«Τη διάσπαση του Κοσόβου επιθυμεί μεγάλο μέρος της σερβικής κοινής γνώμης, εκτός από τη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία. Το πρόβλημα είναι ότι αποτελεί ταμπού στο Κόσοβο και η κοινή γνώμη δεν έχει προετοιμαστεί» είπε στο BIRN (Βαλκανικό Δίκτυο Ερευνητικής Δημοσιογραφίας) ο κοσοβάρος πολιτικός αναλυτής Αγκόν Μαλίκι. «Περάσαμε 10 χρόνια οικοδομώντας εμπιστοσύνη στο τωρινό μοντέλο κράτους. Μόλις τώρα άρχισε ο κόσμος να αγκαλιάζει την κοσοβάρικη σημαία, αν και σχεδόν πάντα σε συνδυασμό με την αλβανική… Θα υπάρξει βαθιά πόλωση διότι η διάσπαση θα μετακινήσει αυτομάτως τη δημόσια συζήτηση στο πότε και πώς θα ενωθούμε με την Αλβανία». 
Σύμφωνα με τον Εντουαρντ Τζόζεφ, καθηγητή Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins, που επίσης μίλησε στο BIRN, «αν η συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Μακεδονίας για την ονομασία τεθεί σε εφαρμογή, η διάσπαση της Μακεδονίας βγαίνει από το τραπέζι και η χώρα οδεύει προς είσοδο στο ΝΑΤΟ, το οποίο ουσιαστικά εγγυάται ότι η χώρα δεν θα διασπαστεί, ασχέτως του πόσο ανήσυχοι θα γίνουν οι Αλβανοί. Βεβαίως ισχύει και το αντίθετο: αν ναυαγήσει η συμφωνία για την ονομασία και κερδίσει έδαφος το κίνημα για τη διάσπαση του Κοσόβου, θα υπάρξουν φωνές για την απόσχιση περιοχών της Μακεδονίας όπου πλειοψηφούν οι Αλβανοί». 

«Κίνηση υψηλού ρίσκου που μπορεί να έχει τα αντίθετα αποτελέσματα»

Η επίλυση του ζητήματος του Κοσόβου μέσω της διάσπασής του είναι μια κίνηση υψηλού ρίσκου, ιδίως αν η πορεία των Δυτικών Βαλκανίων προς την ΕΕ χάσει τη δυναμική της, λέει στο «Βήμα» ο Ιωάννης Αρμακόλας, επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και επικεφαλής του Προγράμματος Νοτιοανατολικής Ευρώπης του ΕΛΙΑΜΕΠ.

Πόσο πιθανή είναι μια λύση στο Κόσοβο που θα περιλαμβάνει ανταλλαγή εδαφών με τη Σερβία και τι προβλήματα και αντιδράσεις θα προκαλούσε; 

«Για χρόνια η δυτική διπλωματία αντιδρούσε σφόδρα σε λύσεις εθνοτικής διαίρεσης γιατί ήταν σε αντίθεση με τις πάγιες αρχές της περί πολυεθνικότητας και λόγω των φόβων για ενδεχόμενη διάχυση της κρίσης στην ευρύτερη περιοχή. Φαίνεται όμως ότι, τελευταία, παράγοντες στην Ουάσιγκτον – και δευτερευόντως στις Βρυξέλλες – εξετάζουν σοβαρά μια συνολική λύση του Κοσοβαρικού που θα περιλαμβάνει συνοριακές διευθετήσεις, με πιθανότερη τη μερική ανταλλαγή εδαφών: μέρος του Βόρειου Κοσόβου να περάσει σε σερβική κυριαρχία με αντάλλαγμα για την Πρίστινα δύο αλβανικής πλειονότητας δήμους της Κοιλάδας του Πρέσεβο της Νότιας Σερβίας και κάποια ευνοϊκή για την ανεξαρτησία του Κοσόβου λύση στο θέμα του καθεστώτος. 
Οι λόγοι για τη διαφαινόμενη αλλαγή στάσης συνδέονται με τα αδιέξοδα στα πολιτικά ζητήματα της περιοχής, την αποτυχία του Κοσόβου να αποκτήσει πλήρη εξωτερική και εσωτερική κυριαρχία και την ανησυχία ότι η παρατεταμένη αβεβαιότητα επιτρέπει στη Ρωσία να επανακτήσει επιρροή στην περιοχή και να δημιουργήσει ισχυρά προγεφυρώματα στη Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας, στο Βόρειο Κόσοβο, στην πΓΔΜ και αλλού.
Υπάρχουν άλλωστε σαφείς ενδείξεις ότι ίσως μια τέτοια λύση προετοιμάζεται από τους κορυφαίους πολιτικούς των δύο χωρών, τους προέδρους Βούτσιτς της Σερβίας και Θάτσι του Κοσόβου. Η σερβική πλευρά έχει εδώ και χρόνια προτείνει τη διάσπαση και διαμοιρασμό της πρώην αυτόνομης επαρχίας της μεταξύ Σερβίας και ανεξάρτητου Κοσόβου. Και οι δύο πλευρές θα συναντήσουν την αντίδραση σύσσωμης της αντιπολίτευσης της κάθε χώρας και άλλων ισχυρών παραγόντων, όπως της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, ιδιαίτερα της Επισκοπικής Επαρχίας Ράσκας και Κοσόβου – Μετοχίων. 
Πάντως, με δεδομένη την απόλυτη κυριαρχία του Αλεξάνταρ Βούτσιτς στο πολιτικό σκηνικό της Σερβίας, είναι πιθανό μια σχετική συμφωνία να συναντήσει μεγαλύτερη αντίσταση στο Κόσοβο, όπου ο Χασίμ Θάτσι είναι πλήρως αποδυναμωμένος και η εθνικιστική αντιπολίτευση ιδιαίτερα δημοφιλής. Και οι δύο πλευρές πάντως έχουν προχωρήσει σε πολλές κινήσεις προετοιμασίας της κοινής γνώμης για πιθανό συμβιβασμό (εθνικός διάλογος για το Κόσοβο στη Σερβία, επανειλημμένες σχετικές δηλώσεις ηγετών των δύο χωρών, στοίχιση των φιλικών μίντια στη Σερβία, φήμες για επεισόδια και πογκρόμ εναντίον των Σέρβων του Κοσόβου κ.ά.)».

Τυχόν ανταλλαγή εδαφών, σε συνδυασμό με το ότι η Αλβανία θα καταργήσει τα σύνορα με το Κόσοβο από 1η Ιανουαρίου 2019, θα αποσταθεροποιήσει την περιοχή, κυρίως την πΓΔΜ αλλά και τη Βοσνία; 

«Νομίζω ότι η λεγόμενη κατάργηση των συνόρων Αλβανίας – Κοσόβου είναι μέρος της καμπάνιας προετοιμασίας της κοινής γνώμης του Κοσόβου για τη δύσκολη συμφωνία με τη Σερβία και δεν πιστεύω ότι άμεσα θα δημιουργήσει προβλήματα για την ευρύτερη περιοχή. Αλλωστε μια συμφωνία επίλυσης του Κοσοβαρικού θα πρέπει να γίνει αντιληπτή στο πλαίσιο της συνολικής διευθέτησης των ζητημάτων της περιοχής ώστε τα Δυτικά Βαλκάνια να μπουν στο μονοπάτι ένταξης στην Ευρωπαική Ενωση – μέρος αυτής της διευθέτησης είναι και η συμφωνία των Πρεσπών. Μόνο σε αυτό το πλαίσιο, και γνωρίζοντας την ισχυρή βούληση της Σερβίας να εκμεταλλευθεί το παράθυρο ευκαιρίας για ένταξη στην Ενωση μέχρι το 2025, μπορεί να γίνει αντιληπτή και η ετοιμότητα της σερβικής κυβέρνησης να κάνει “το μεγάλο βήμα”. 
Πάντως, είναι δεδομένο ότι θα προκληθούν εθνοτικές και πολιτικές πιέσεις στα πιο αδύναμα από τα κράτη της περιοχής, με προεξάρχουσα περίπτωση εδώ τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Στην πΓΔΜ, στην περίπτωση που η συμφωνία με την Ελλάδα προχωρήσει ομαλά και η χώρα ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και ξεκινήσει ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την ΕΕ, οι εθνοτικές εντάσεις για κάποιο διάστημα θα αποκλιμακωθούν. 
Συνολικά, η επίλυση του Κοσοβαρικού μέσω εθνοτικής διαίρεσης είναι μια κίνηση υψηλού ρίσκου που μπορεί να έχει τα αντίθετα αποτελέσματα και να οδηγήσει σε εκ νέου κλιμάκωση των εντάσεων αν γίνει κακή διαχείριση των πολλών και δύσκολων παραμέτρων. Αν δε η διαδικασία ένταξης στην ΕΕ απολέσει τη δυναμική της, θεωρώ δεδομένο ότι τα πολιτικο-εθνοτικά ζητήματα θα τεθούν εκ νέου και με ένταση. 
Ενα άλλο ζήτημα που πρέπει να προβληματίσει, ιδιαίτερα την Ελλάδα, θα είναι το μέλλον του Κοσόβου ως ενός διασπασμένου, αποκλειστικά αλβανικού πλέον, αδύναμου ανεξάρτητου κράτους. Δεν νομίζω ότι έχει γίνει πλήρως αντιληπτό ότι είναι προς το συμφέρον της Ελλάδας το Κόσοβο, το οποίο έχει πλέον χαθεί για τη Σερβία, να παραμείνει σταθερό, πολυεθνικό και αρκετά υγιές ως κράτος ώστε να αποτελέσει αυτόνομο πολιτικό παράγοντα στη διεθνή σκηνή και να μη γίνει υποχείριο τρίτων χωρών». 
ΒΗΜΑ

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός3 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις4 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή