Διεθνή
Τουρκία: Πώς ήλθε η οικονομική αποσταθεροποίηση (ανάλυση)
Νίκος Μούδουρος
Σε ένα πρώτο επίπεδο, αυτά που βιώνει σήμερα η κοινωνία στην Τουρκία δεν ξεκίνησαν και ούτε πρόκειται να τελειώσουν με επίκεντρο την ίδια τη χώρα. Η παγκόσμια οικονομία και πολιτική τάξη πραγμάτων «συγκλονίζεται» και σχηματοποιείται εδώ και μια δεκαετία από τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης του 2008. Το πρώτο ισχυρό στάδιο της κρίσης, όπως είναι γνωστό, εκφράστηκε με τη μορφή της χρηματοπιστωτικής κατάρρευσης στις ΗΠΑ. Το δεύτερο στάδιο διευρύνθηκε στην Ευρώπη και αποτυπώθηκε στη λεγόμενη κρίση της Ευρωζώνης. Κορυφώθηκε την περίοδο 2010–2012 με τις γνωστές συνέπειες, ιδιαίτερα στις χώρες του Νότου. Το τρίτο της στάδιο εμφανίστηκε περίπου το 2013 και συμπεριέλαβε έναν μεγάλο αριθμό αναπτυσσόμενων-περιφερειακών χωρών με τη μορφή της οικονομικής στασιμότητας ή και της μείωσης των ρυθμών ανάπτυξης.
Η εσωτερική πτυχή:
Η κρίση ενός νεοφιλελεύθερου λαϊκισμού
Σε ό,τι αφορά στις αρνητικές συνέπειες του παγκόσμιου περιβάλλοντος στην Τουρκία, η περίοδος που ξεκίνησε από το 2013 αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Σε εκείνη τη χρονική συγκυρία οι εξωτερικές αναταράξεις ταυτίστηκαν με την εσωτερική αδυναμία αναπαραγωγής του μοντέλου συσσώρευσης κεφαλαίου που επιδίωξε να επιβάλει η κυβέρνηση του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ).
Με λίγα λόγια, εξαιτίας της απόφασης της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ να περιορίσει την παγκόσμια ρευστότητα του δολαρίου και να προχωρήσει στην αύξηση των επιτοκίων, ο νεοφιλελεύθερος λαϊκισμός του ΑΚΡ παρουσίασε σημάδια μιας εντεινόμενης κρίσης.
Ο νεοφιλελεύθερος λαϊκισμός στην τουρκική περίπτωση είναι συνυφασμένος με ένα περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων και ρευστότητας κεφαλαίων σε παγκόσμιο επίπεδο. Όμως ούτε η σταθερότητα σε χαμηλά επιτόκια είναι δεδομένη, αλλά ούτε και μακροπρόθεσμα βιώσιμη είναι μια οικονομική δομή που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές καταναλωτικών προϊόντων και τις εισροές ξένου κεφαλαίου, όπως είναι η τουρκική. Συνεπώς η αναπαραγωγή του απαιτούσε μια συγκεκριμένη υλική βάση.
Αυτή η υλική βάση οικοδομήθηκε αρχικά στην εξής πραγματικότητα: Μέχρι και την κρίση του 2008, η Τουρκία είχε εύκολη πρόσβαση σε φθηνό συνάλλαγμα, πρόσβαση που σε συνδυασμό με τη μείωση του πληθωρισμού τη βοήθησε να ολοκληρώσει με «επιτυχία» και χωρίς ιδιαίτερες αντιδράσεις ένα αυστηρό πρόγραμμα λιτότητας από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Η αφθονία παγκόσμιας ρευστότητας συνέβαλε στην παροχή φθηνών πιστώσεων σε επιχειρήσεις, αλλά και στη συνεχώς αυξανόμενη εισροή ξένων κεφαλαίων.
Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, μεταξύ πολλών άλλων πλεονεκτημάτων, η κυβέρνηση του ΑΚΡ μπόρεσε να διευρύνει την υποστήριξή της ανάμεσα στο λεγόμενο ισλαμικό κεφάλαιο μέσα από τη συγκρότηση ενός ισχυρού δικτύου πελατειακών σχέσεων και παροχής συμβολαίων για μεγάλα κρατικά έργα υποδομής. Στο ίδιο πλαίσιο, το οικονομικό περιβάλλον συνέβαλλε και στη διευκόλυνση της εσωτερικής κατανάλωσης στην Τουρκία. Συγκεκριμένα μέτρα και πολιτικές οδήγησαν στην συμπερίληψη ενός τεράστιου αριθμού μισθωτών στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και στην εύκολη πρόσβαση σε καταναλωτικά δάνεια.
Η προαναφερθείσα βασική κατεύθυνση οικονομικής ανάπτυξης μέσα από τη συνεχή ενίσχυση της εσωτερικής κατανάλωσης εντατικοποιήθηκε κατά την περίοδο που ακολούθησε την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008. Το ΑΚΡ αξιοποίησε αρχικά την πολιτική χαμηλών επιτοκίων που ακολουθούσαν οι ΗΠΑ. Σε συνδυασμό με την αναπαραγωγή των ευνοϊκών συνθηκών από την εισροή κεφαλαίου, η κυβέρνηση Ερντογάν μπορούσε να συγκρατεί τα επιτόκια χαμηλά και να σταθεροποιεί την οικονομική μεγέθυνση σε υψηλούς ρυθμούς. Άλλωστε οι ρυθμοί της οικονομικής ανάπτυξης, ανεξαρτήτως εάν μεταφράζονταν σε αύξηση της απασχόλησης ή όχι, αποτελούν μέχρι σήμερα ένα από τα ισχυρά ιδεολογικά όπλα του ΑΚΡ στην εσωτερική αντιπαράθεση. Όλα αυτά όμως, άρχισαν να αμφισβητούνται από το 2013 και μετά.
Η σημασία της κρίσιμης τριετίας 2013–2016
Όπως έχει σημειωθεί προηγουμένως, η αλλαγή πολιτικής από την Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ με επίκεντρο τον περιορισμό της ρευστότητας και την αύξηση των επιτοκίων, μείωσε τα περιθώρια συνέχισης των βασικών χαρακτηριστικών της οικονομικής πολιτικής του ΑΚΡ που επικράτησαν από το 2002. Τον Ιανουάριο 2014 η Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας αναγκάστηκε σε απότομη αύξηση των επιτοκίων, ως αποτέλεσμα των νέων πολιτικών από τις ΗΠΑ. Σταδιακά φαινόταν ότι οι συνέπειες της παγκόσμιας αστάθειας θα μεταφέρονταν με μεγαλύτερη ένταση στις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Τότε η κυβέρνηση ΑΚΡ σε συνθήκες ιδεολογικές πόλωσης απέδωσε την αύξηση των επιτοκίων στις κινητοποιήσεις Γκεζί και στους Γκιουλενιστές.
Μετά την απόπειρα πραξικοπήματος στις 15 Ιουλίου 2016, για πρώτη φορά από το 2009 η τουρκική οικονομία μπήκε σε συνθήκες στενότητας. Η μείωση του ξένου κεφαλαίου προκάλεσε παράλληλα έναν νέο κύκλο υποτίμησης της τουρκικής λίρας. Ως απάντηση η Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας προχώρησε σε ακόμα μια απότομη αύξηση των επιτοκίων.
Οι αρνητικές επιπτώσεις αυτών των πολιτικών επί της οικονομικής ανάπτυξης αντιμετωπίστηκαν από την κυβέρνηση με τη δημιουργία του ταμείου εγγύησης πιστώσεων και με την κρατική παρέμβαση για τη διάσωση περίπου 30 χιλιάδων επιχειρήσεων. Δόθηκαν κίνητρα και παραχωρήθηκαν επίσης φοροαπαλλαγές. Αυτή η στρατηγική είχε βασικό στόχο το προσωρινό ξεπέρασμα της κρίσης ενόψει δημοψηφίσματος του 2017.
Οι «γκρίζες ζώνες» των οικονομικών και κοινωνικών δυναμικών
Όπως ήταν αναμενόμενο στις συγκυρίες της έντονης οικονομικής αποσταθεροποίησης που βιώνει η Τουρκία σήμερα, η πόλωση και η αντιπαράθεση στη δημόσια σφαίρα εντατικοποιήθηκε. Πολλές και διαφορετικές θέσεις, απόψεις και αναλύσεις αντιπαρατίθενται με στόχο να εξηγήσουν τη σημερινή δύσκολη οικονομική κατάσταση στη χώρα. Ο πραγματικά μεγάλος όγκος «υλικού», ο οποίος προέκυψε μέσα από την αντιπαράθεση του τελευταίου χρονικού διαστήματος μπορεί να διαχωριστεί γενικά σε τρεις μεγάλες ομάδες – σχολές σκέψης:
***Η πρώτη ομάδα επικεντρώνεται αυστηρά στην «οικονομική εξήγηση» της κατάστασης στην οποία περιήλθε η Τουρκία. Διαφορετικές οικονομικές σχολές σκέψης ενεργοποιούν διαφορετικά εργαλεία για να αναλύσουν το κρισιακό περιβάλλον, αλλά συμφωνούν ότι τα προβλήματα της τουρκικής οικονομίας μπορούν να εξηγηθούν αποκλειστικά και μόνο μέσα από τις οικονομικές μεταβλητές.
***Η δεύτερη ομάδα υπογραμμίζει ότι ο κεντρικός πυρήνας του προβλήματος που αντιμετωπίζει η οικονομία της Τουρκίας είναι η άνοδος του αυταρχισμού και η πορεία οικοδόμησης της μονοκρατορίας μιας πολιτικής προσωπικότητας (Ερντογάν). Οι απόψεις που περιλαμβάνονται σε αυτή την ομάδα, προεκτείνουν το σκεπτικό τους στο ζήτημα του εκδημοκρατισμού. Θεωρούν ότι ο κίνδυνος μιας παρατεταμένης οικονομικής κρίσης μπορεί να ξεπεραστεί με την εγκαθίδρυση μιας «κανονικής δημοκρατίας». Μεγάλο μέρος των κομμάτων της αντιπολίτευσης υιοθετούν στον ένα ή στον άλλο βαθμό τις προαναφερθείσες αντιλήψεις.
***Η τρίτη μεγάλη ομάδα επικεντρώνεται στην έννοια του «οικονομικού πολέμου». Σύμφωνα με αυτή, η Τουρκία βάλλεται από «ξένη επίθεση» – κυρίως από τις ΗΠΑ – ακριβώς όπως και στο παράδειγμα της πραξικοπηματικής απόπειρας της 15ης Ιουλίου 2016.
Στο ίδιο πλαίσιο, υποστηρίζεται ότι τα οικονομικά δεδομένα της χώρας δεν δικαιολογούν, ούτε και μπορούν να εξηγήσουν τη δραστική υποτίμηση της τουρκικής λίρας. Ως προέκταση υπογραμμίζεται ότι η πηγή του προβλήματος είναι «εξωτερική» και η επίθεση γίνεται με στόχο τον περιορισμό της «οικονομικής ανεξαρτησίας» της Τουρκίας. Επομένως – σύμφωνα με αυτή την ομάδα – το πρόβλημα καλλιεργείται πρωτίστως από δυνάμεις που ενοχλούνται από τους σημερινούς γεωπολιτικούς προσανατολισμούς της χώρας. Πρωταγωνίστρια σε αυτή τη σχολή σκέψης είναι φυσικά η εξουσία Ερντογάν και οι διαφορετικές της συνιστώσες.
Παρόλο που οι τρεις προαναφερθείσες διαφορετικές απόπειρες εξήγησης της οικονομικής αποσταθεροποίησης προωθούνται ως συγκρουόμενες και αλληλοαποκλειόμενες, εντούτοις η σύνθεση κάποιων βασικών τους πτυχών σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, μπορεί ίσως να φωτίσει κάποιες «γκρίζες ζώνες» των οικονομικών και κοινωνικών δυναμικών στην Τουρκία σήμερα.
Η αντιπαράθεση του επόμενου διαστήματος…
Όπως είναι γνωστό, το τελευταίο διάστημα αυξάνονται οι πιέσεις προς τον Ερντογάν για να συναινέσει σε μια νέα συμφωνία με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ). Παρόμοιες πιέσεις καταγράφηκαν και την περίοδο 2008-2009 στο περιβάλλον της παγκόσμιας οικονομικής κατάρρευσης. Τότε η κυβέρνηση του ΑΚΡ αποφάσισε τελικά να μην υπογράψει τη συμφωνία, παρόλο που έγιναν μια σειρά από διαπραγματεύσεις με το ΔΝΤ. Σήμερα η Άγκυρα διατηρεί περίπου την ίδια πολιτική θέση και ξεκαθαρίζει ότι δεν πρόκειται να προχωρήσει σε μια τέτοια συμφωνία. Η άρνηση του Ερντογάν να συναινέσει σε όρους του ΔΝΤ αναμένεται να τεθεί στο επίκεντρο των αντιπαραθέσεων του επόμενου χρονικού διαστήματος. Και αυτή η εξέλιξη δεν είναι τυχαία, καθώς αντικατοπτρίζει πτυχές των κοινωνικών και οικονομικών δυναμικών της εξουσίας στη χώρα.
Το ΑΚΡ είναι κόμμα-δημιούργημα των μικρομεσαίων λεγόμενων ισλαμικών επιχειρηματικών κύκλων της Τουρκίας. Παρόλο που στη διάρκεια της οικονομικής εξέλιξης η σύνθεση του ισλαμικού κεφαλαίου έχει αλλάξει, εντούτοις τα βασικά ιστορικά χαρακτηριστικά και ανησυχίες συνεχίζουν να επηρεάζουν τις πολιτικές θέσεις της συγκεκριμένης επιχειρηματικής ομάδας. Λόγω της θέσης τους στην οικονομία της Τουρκίας, οι κύκλοι του ισλαμικού κεφαλαίου εκφράζουν έντονη καχυποψία σε πολιτικές δημοσιονομικής πειθαρχίας, μείωσης των κρατικών επενδύσεων και χορηγιών. Πιθανή συμφωνία με το ΔΝΤ θα περιορίσει τις προσβάσεις τους σε πιστώσεις εγγυημένες από το κράτος, αλλά και σε προνομιακά συμβόλαια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση φυσικά τοποθετούνται μεγαλύτεροι επιχειρηματικοί όμιλοι, οι οποίοι έχουν καλύτερες προσβάσεις στα διεθνή χρηματοπιστωτικά κέντρα και επικεντρώνονται περισσότερο στον τραπεζικό τομέα της Τουρκίας.
Στο παρόν στάδιο, οι διεκδικήσεις των επιχειρηματικών κύκλων που βρίσκονται σε ιδεολογική ταύτιση με τον Ερντογάν «ακούγονται περισσότερο». Συνεπώς, αναλόγως και των γεωπολιτικών επιλογών που θα κάνει η Άγκυρα, το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα θα είναι ιδιαίτερα κρίσιμο. Θα κρίνει ποικιλοτρόπως ένα πολύ μεγάλο μέρος των στρατηγικών οικονομικών προσανατολισμών της χώρας με βάση μια συμφωνία με το ΔΝΤ ή την εκ νέου απόρριψη αυτής της επιλογής.
Η προσπάθεια του Ερντογάν να ξεπεράσει την κρίση σήμερα
Την περίοδο μεταξύ 10 και 13 Αυγούστου 2018, όταν η λίρα έχασε ακόμα 15% από την αξία της έναντι του δολαρίου, η κυβέρνηση της Τουρκίας φάνηκε να συναινεί σε αύξηση των επιτοκίων. Παρόλο που ο Ερντογάν συνεχίζει να θεωρεί –καθόλου τυχαία– τα ψηλά επιτόκια ως τη «μητέρα όλων των κακών» της τουρκικής οικονομίας, εντούτοις στη συγκεκριμένη συγκυρία τουλάχιστον «έκλεισε τα μάτια». Το ζήτημα της αύξησης των επιτοκίων θα συνεχίσει να βρίσκεται ενώπιον της κυβέρνησης.
Πέραν των προαναφερθέντων, όμως, οι ανακοινώσεις που έγιναν σε σχέση με τους βασικούς προσανατολισμούς, που επιδιώκει να δώσει ο Ερντογάν στην πολιτική αντιμετώπισης της οικονομικής αποσταθεροποίησης, είναι ενδεικτικές του περιεχομένου της εσωτερικής αντιπαράθεσης που υπάρχει στη χώρα. Στις 17 Αυγούστου 2018, το υπουργείο Βιομηχανίας και Τεχνολογίας ανακοίνωσε πακέτο 16 υποστηρικτικών μέτρων προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Χωρίς να χρησιμοποιείται ο όρος, τα μέτρα θα μπορούσαν να περιγραφούν και ως «μερική επιστροφή» σε πολιτικές υποκατάστασης των εισαγωγών. Ιδιαίτερος στόχος είναι η ενίσχυση της τοπικής παραγωγής ενδιάμεσων προϊόντων προς τη βιομηχανία, τα οποία σήμερα εισάγονται. Ωστόσο οι γενικότεροι άξονες του πακέτου δεν περιλαμβάνουν συγκεκριμένες πολιτικές μετακίνησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας σε παραγωγικούς τομείς. Εάν αυτή η παρατήρηση θα επιβεβαιωθεί και στο πρακτικό επίπεδο, τότε το πακέτο θα λειτουργήσει περισσότερο ως μεταφορά κονδυλίων για τη διάσωση μικρομεσαίων επιχειρήσεων, των οποίων ο δανεισμός σε δολάρια έφτασε σε εξαιρετικά ψηλά επίπεδα.
Παράλληλα με τα προαναφερθέντα, η κυβέρνηση προχώρησε σε μέτρα υποβοήθησης της πώλησης ενός μέρους του τεράστιου αριθμού ακινήτων, ιδιαίτερα σε αγορές του εξωτερικού. Στο συγκεκριμένο επίπεδο, ο Ερντογάν επιδιώκει τη διάσωση του κατασκευαστικού τομέα. Ο λόγος είναι ο εξής: Ο κατασκευαστικός τομέας της Τουρκίας εδώ και χρόνια ήταν στο επίκεντρο της κρατικής ενίσχυσης, αλλά και της πολιτικής χαμηλών επιτοκίων. Μέσα από τη δραστική επέκταση των κατασκευών, η κυβέρνηση του ΑΚΡ κατάφερε να ενδυναμώσει προϋπάρχοντα «κομματικά» επιχειρηματικά δίκτυα, αλλά και να δημιουργήσει νέα. Ένα μεγάλο τμήμα του «κομματικού καπιταλισμού» εκφράζεται μέσα από επιχειρηματίες του κατασκευαστικού τομέα, οι οποίοι διατηρούν ισχυρότατες προσβάσεις στην Άγκυρα. Είναι λοιπόν κατανοητό ότι η αύξηση των επιτοκίων και οι δυσκολίες αποπληρωμής δανείων αποτελούν δυναμικές προοπτικές πληγμάτων στον κατασκευαστικό τομέα.
Ο τελευταίος άξονας πάνω στον οποίο η τουρκική κυβέρνηση επεξεργάζεται μέτρα είναι η προσπάθεια εξισορρόπησης των ζημιών ανάμεσα στον τραπεζικό και στον βιομηχανικό τομέα. Αυτό είναι ίσως ένα από τα κρισιμότερα ζητήματα της εξέλιξης της πολιτικής οικονομίας στη χώρα στις συνθήκες της σημερινής οικονομικής αποσταθεροποίησης. Αξίζει να αναφερθεί ότι ακόμα και πριν την ένταση της κρίσης συναλλάγματος, μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι επιδίωξαν αναδιαρθρώσεις χρεών, οι οποίες έφτασαν το ποσό των 24 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Το ποσό αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο εάν ληφθεί υπόψη ότι σύμφωνα με στοιχεία του τουρκικού κράτους το εξωτερικό χρέος της Τουρκίας το 2018 ανήλθε στα 466 δισεκατομμύρια δολάρια, από τα οποία περίπου τα 352 δισεκατομμύρια δολάρια είναι χρέος του ιδιωτικού τομέα.
Ενώπιον της κατάστασης που δημιουργήθηκε με τη συνεχόμενη υποτίμηση του νομίσματος, η κυβέρνηση έδειξε ότι δεν επιθυμούσε να μεταφέρει το μεγαλύτερο βάρος της κρίσης στη βιομηχανία. Η διάσωση των επιχειρηματικών ομίλων καταγραφόταν ως προτεραιότητα διαμέσου της συνέχισης ανοιχτών πιστωτικών καναλιών. Όμως η αντίφαση που προέκυψε είναι τελικά στρατηγικού χαρακτήρα. Το βάρος των δανείων είναι τέτοιο που μετατρέπει την προστασία της βιωσιμότητας του τραπεζικού συστήματος σε έναν ακόμα στρατηγικό στόχο. Συνεπώς στο σημείο αυτό αναπαράγεται ένα δίλημμα που θα στιγματίσει τις επιλογές Ερντογάν, τουλάχιστον σε όλη τη διάρκεια του επόμενου χρόνου.
*δρ. Τουρκικών Σπουδών
Φιλελεύθερος
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

