Ακολουθήστε μας

Διεθνή

«Όπλο» στα χέρια της Τουρκίας ο φόνος Κασόγκι

Δημοσιεύτηκε στις

Ξένια Τούρκη   

Ο φόνος του δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι στο προξενείο της Σαουδικής Αραβίας στην Κωνσταντινούπολη ανέδειξε με τον πλέον τραγικό τρόπο τα σκοτεινά παιχνίδια που παίζει το Ριάντ και τον ηγεμονικό ρόλο που έχει στη Μέση Ανατολή.
Η δυσκολία του πλούσιου βασιλείου να αντιδράσει με πειστικό τρόπο και οι προσπάθειές του να κρύψει την αλήθεια φανέρωσαν τον αδίστακτο τρόπο με τον οποίο δρα. Παράλληλα, όμως, η αμήχανη αντίδραση των χωρών της Δύσης, και κυρίως των ΗΠΑ, κατέδειξε πως πάνω από τα λόγια και τις διακηρύξεις για ανθρώπινα δικαιώματα κρύβονται τα οικονομικά συμφέροντα και οι εμπορικές σχέσεις.
Ο Τζαμάλ Κασόγκι δεν ήταν ένας απλός αντιφρονών δημοσιογράφος, δήλωσε στον «Φιλελεύθερο», ο Μπαράκ Μπάρφι, αναλυτής στο New America και ειδικός σε θέματα Ισλάμ και Αραβικού κόσμου. Ο Κασόγκι είχε σπουδάσει στις Ηνωμένες Πολιτείες και αρθρογραφούσε σε μια από τις πιο γνωστές εφημερίδες παγκοσμίως. Το φιλικό του περιβάλλον αποτελείτο από ανθρώπους των μέσων ενημέρωσης και σχετιζόταν με πολιτικούς και κέντρα εξουσίας. Ήταν, λοιπόν, φυσικό η εξαφάνισή του να σημάνει συναγερμό, με αποτέλεσμα η δολοφονία του να γίνει κύριο θέμα στις ειδήσεις, ειδικά όταν βγήκαν στην επιφάνεια οι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες του θανάτου του.
Η τόση πολλή δημοσιότητα οφείλεται και σε μεγάλο βαθμό στον ρόλο που παίζει η Τουρκία σε αυτή την υπόθεση. Άγκυρα και Ριάντ βρίσκονται σε αντιπαράθεση εδώ και πολλά χρόνια και η τουρκική ηγεσία βρήκε με τη δολοφονία ένα πολύ καλό «όπλο» για να πλήξει τον αντίπαλό της. Ο Τούρκος πρόεδρος διεκδικεί για τη χώρα του την ηγεσία στον μουσουλμανικό κόσμο από τη Σαουδαραβική βασιλική οικογένεια, που θεωρεί από την πλευρά της την Άγκυρα επικεφαλής μιας εχθρικής περιφερειακής συμμαχίας σουνιτών ισλαμιστών, που περιλαμβάνει τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και τους ανταγωνιστές της στο Κατάρ. Στόχος του Ταγίπ Ερντογάν, σύμφωνα με τον Αμερικανό ειδικό, είναι ο διάδοχος πρίγκιπας, Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν. «Ο Τούρκος πρόεδρος επιθυμεί την εκδίωξη του 33χρονου διαδόχου, εξαιτίας της έχθρας που τρέφει για τη Μουσουλμανική Αδελφότητα. Θα έκανε τα πάντα για να απαλλαγεί από αυτόν και σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και οι τόσες πολλές αποκαλύψεις για τη δολοφονία του Κασόγκι. Στόχος της Τουρκίας είναι να ασκήσει αφόρητες πιέσεις προς τη Σαουδική Αραβία, επεσήμανε.
Σε διαφορετικό μήκος κύματος, όμως κινούνται οι υπόλοιπες χώρες, οι οποίες φαίνονται διατεθειμένες να τα βάλουν αυτή τη φορά με τη Σαουδική Αραβία, χωρίς, ωστόσο, να προκαλέσουν ζημιά στις μεταξύ τους εμπορικές και οικονομικές σχέσεις. Πρόκειται για ένα παιχνίδι ισορροπιών το οποίο κινείται μεταξύ των επιδεικτικά σκληρών κατηγοριών και την απροθυμία να επιβληθούν αυστηρές κυρώσεις στο Ριάντ. Η υπόθεση θα έχει κάποιες επιδράσεις στις σχέσεις του Ριάντ και της Ουάσινγκτον, εκτίμησε ο Μπαράκ Μπάρφι.
Ακόμη και αν ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται απρόθυμος για δράση, μέλη του Κογκρέσου ζητούν εξηγήσεις και πιέζουν τους Σαουδάραβες να κάνουν κάτι. Γερουσιαστές όπως ο Λίντσεϊ Γκρέαμ κάνουν λόγο για εγκλήματα πολέμου που διαπράττει η Σαουδική Αραβία στην Υεμένη και ζητούν τη λήψη μέτρων. Είναι πιθανόν, έστω βραχυπρόθεσμα, πως θα δούμε την επιβολή κυρώσεων, σίγουρα όμως δεν θα πρόκειται για μέτρα που μακροπρόθεσμα θα βλάψουν τις διμερείς σχέσεις και τις εμπορικές συμφωνίες, ειδικά τις στρατιωτικές που έχουν οι δύο χώρες».
Για πολλά χρόνια Ουάσινγκτον και Ριάντ έχουν αναπτύξει μια σχέση αλληλεξάρτησης η οποία έχει ως κεντρικό σημείο τα οικονομικά συμφέροντα των δύο χωρών, αλλά και θέματα επιρροής και ασφάλειας στη Μέση Ανατολή. Η σχέση αυτή βασίζεται σε τρεις πυλώνες. Ο πρώτος είναι το πετρέλαιο, ο δεύτερος είναι η εξουδετέρωση του κοινού εχθρού του Ριάντ και ο τρίτος η τρομοκρατία και ιδιαίτερα η τζιχαντιστική τρομοκρατία. Οι δύο πλευρές καλούνται να ζυγίσουν τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις του και να βρουν μια λύση που να βολεύει όλους για να αποκλιμακώσουν την ένταση μετά τη δολοφονία του Τζαμάλ Κασόγκι. «Η Σαουδική Αραβία είναι πολύ σημαντική για τις ΗΠΑ. Δεν θα αφήσουν αυτή την υπόθεση να μπει εμπόδιο», ανέφερε ο Μπαράκ Μπάρφι.
Παράλληλα, χώρες όπως η Βρετανία, η Γερμανία και η Γαλλία αλλά και η Ευρωπαϊκή Ένωση αυξάνουν τις πιέσεις τους προς τη Σαουδική Αραβία. «Βλέπουμε πως απαιτούν απαντήσεις και πως συζητούν για μέτρα που πρέπει να παρθούν.
Αλλά όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, όλοι κοιτάζουν προς τη μεριά των ΗΠΑ για να δώσουν κατεύθυνση προς τα πού θα κινηθούν τα πράγματα», επισήμανε ο Αμερικανός ειδικός. Ο Τζαμάλ Κασόγκι πέτυχε, λοιπόν, έστω και με τον θάνατό του αυτό που πάλευε σε ολόκληρη τη ζωή του. Να στρέψει τα βλέμματα της διεθνούς κοινότητας στο αδίστακτο καθεστώς που κυβερνά τη χώρα του.
Μπιν Σαλμάν, ο αδίστακτος διάδοχος πρίγκιπας
Γνωστός με τα αρχικά του, MBS, o 33χρονος Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν παραμέρισε όλους τους αντιπάλους του από τη στιγμή που αναδείχθηκε τον Ιούνιο του 2017 πρώτος στη σειρά διαδοχής του θρόνου της Σαουδικής Αραβίας. Εισάγοντας αδιανόητες για τα δεδομένα του υπερσυντηρητικού βασιλείου καινοτομίες υποσχέθηκε μια πιο «μετριοπαθή» Σαουδική Αραβία καθώς προσπαθεί να προσελκύσει διεθνείς επενδυτές με το όραμά του για απεξάρτηση της οικονομίας της χώρας από το πετρέλαιο. Τα έβαλε με πανίσχυρους κληρικούς που κυριαρχούσαν επί δεκαετίες στη ζωή της χώρας, αλλά τα πρώτα ανησυχητικά δείγματα για τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τα πράγματα, τα έδωσε πέρσι τον Νοέμβριο, όταν εξαπέλυσε ένα πογκρόμ κατά της ελίτ της χώρας του, συλλαμβάνοντας στο πλαίσιο μιας εκστρατείας, όπως είπε, κατά της διαφθοράς εκατοντάδες πρίγκιπες, υπουργούς και μεγαλοεπιχειρηματίες.
Στις δυτικές κυβερνήσεις εμφανιζόταν ως πρόθυμος να συνεχίσει τις μπίζνες μεταρρυθμιστής με μια σειρά μέτρων, όπως η άρση της απαγόρευσης οδήγησης για τις γυναίκες, η μείωση των εξουσιών της Θρησκευτικής Αστυνομίας και η επαναλειτουργία κινηματογράφων, στο πλαίσιο του Οράματος 2030 του MBS για οικονομικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις καθώς το Ριάντ ετοιμάζεται για τη μετα-πετρέλαιο εποχή. Αλλά πολλές οργανώσεις έσπευσαν να καταδικάσουν το πογκρόμ διώξεων που εξαπέλυσε ο νεαρός πρίγκιπας κατά των πολιτικών αντιφρονούντων. Η Διεθνής Αμνηστία και η Human Rights Watch κατήγγειλαν τις συλλήψεις δεκάδων συγγραφέων, ακτιβιστών και σημαινόντων θρησκευτικών ηγετών πέρυσι τον Σεπτέμβριο, περίπου την εποχή που Τζαμάλ Κασόγκι έφυγε από τη χώρα του για να ζήσει αυτοεξόριστος στις ΗΠΑ.
Σφοδρά πυρά δέχθηκε και για την απόφασή του να τεθεί υπό κατ’ οίκον περιορισμό στο Ριάντ τον περασμένο Νοέμβριο και ο πρωθυπουργός του Λιβάνου Σαάντ αλ Χαρίρι (ο οποίος έχει και σαουδαραβική υπηκοότητα) λόγω της αδυναμίας του να εμποδίσει την άνοδο της υποστηριζόμενης από την Τεχεράνη Χεζμπολάχ.
Ενώ έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις τόσο λόγω του αποκλεισμού που επέβαλε σε συνεργασία με άλλες χώρες του Κόλπου και την Αίγυπτο στο Κατάρ, πολλοί κάτοικοι τον αποκαλούν ήδη «μικρό Σαντάμ» φοβούμενοι ότι θα εισβάλει και αυτός στο εμιράτο τους, αλλά κυρίως λόγω του πρωταγωνιστικού ρόλου των ενόπλων δυνάμεων της χώρας του στον καταστροφικό πόλεμο στη γειτονική Υεμένη στο πλευρό της κυβέρνησης και κατά των υποστηριζόμενων από το Ιράν ανταρτών Χούθι. «Βαθιά μέσα του παραμένει ένας παλιομοδίτης φύλαρχος», είχε πει ο δολοφονηθείς δημοσιογράφος στο Newsweek σε μια off the record συνέντευξη, που δόθηκε στη δημοσιότητα μετά τον θάνατό του. «Θέλει να απολαμβάνει τους καρπούς του δυτικού κόσμου αλλά ταυτόχρονα θέλει να κυβερνά όπως ο παππούς του κυβερνούσε τη Σαουδική Αραβία».
Συμφωνίες δισεκατομμυρίων δολαρίων
Οι σχέσεις των χωρών της Δύσης με τη Σαουδική Αραβία είναι περίπλοκες, πολυδιάστατες και σίγουρα όχι πάντα ξεκάθαρες. Πρωτίστως όμως είναι οικονομικές και αυτός είναι άλλωστε ο λόγος, για τον οποίο λίγοι τολμούν να μιλήσουν για κυρώσεις κατά του πλούσιου βασιλείου. Η Σαουδική Αραβία δαπανά κατά μέσο όρο το 10% του ΑΕΠ της σε αμυντικές δαπάνες. Σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Άμυνας η χώρα το 2017 ξόδεψε 224 δισεκατομμύρια δολάρια σε συμφωνίες όπλων και υπολογίζεται πως ανάλογο ποσό θα ξοδέψει και για φέτος. Τα μεγαλύτερα συμβόλαια υπογράφονται με αμερικανικές εταιρείες.
Το Ριάντ είναι ο μεγαλύτερος πελάτης των ΗΠΑ και ακολουθούν με μεγάλη διαφορά η Αυστραλία, η Βρετανία, το Ισραήλ, η Γαλλία και η Γερμανία. Τα συμβόλαια αυτά εξασφαλίζουν εκτός των άλλων και εκατοντάδες θέσεις εργασίας, ενώ τυχόν αθέτησή τους προϋποθέτει κυρώσεις.
Παράλληλα είναι και το θέμα του πετρελαίου. Η Σαουδική Αραβία παραμένει κορυφαία εξαγωγική δύναμη του μαύρου χρυσού και η ισχυρότερη φωνή μέσα στον ΟΠΕΚ. Η επιρροή του καρτέλ στην αγορά είναι σαφώς σημαντική και μπορεί να επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τις τιμές του πετρελαίου. Οι χώρες της Δύσης το γνωρίζουν αυτό πολύ καλά και αυτό λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους όταν διαπραγματεύονται με το Ριάντ. Την ίδια στιγμή, όμως, και η εξάρτηση της Σαουδικής Αραβίας από τα έσοδα από το πετρέλαιο καθιστά δύσκολη τη μετατροπή του σε διαπραγματευτικό όπλο για το βασίλειο.
Σαούντ αλ Καχτάνι, ο σκοτεινός βοηθός
Τον αποκαλούν «Στιβ Μπάνον της Σαουδικής Αραβίας». Ο Σαούντ αλ Καχτάνι, ο άνθρωπος που κατηύθυνε τη δολοφονία του Τζαμάλ Κασόγκι μέσω Skype, διατάζοντας κάποια στιγμή «Φέρτε μου το κεφάλι του σκύλου», ήταν εκείνος που πλάσαρε fake news για λογαριασμό του πρίγκιπα διαδόχου Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν (MΒS), ο υπεύθυνος για να κατασκευάζει μια ερμηνεία των γεγονότων θετική για την εικόνα του διαδόχου. Θεωρείται ένας από τους πιο «επιδραστικούς» στο σαουδαραβικό Twitter.
Μοιάζει σαν να αντιγράφει τον Στιβ Μπάνον, έγραψε τον Αύγουστο του 2017 η παναραβική ιστοσελίδα με έδρα το Λονδίνο The New Arab. Λίγες ημέρες νωρίτερα ο Αλ Καχτάνι, ή «Κύριος Hashtag», είχε καλέσει μέσω Twitter τους Σαουδάραβες να καταρτίσουν μια μαύρη λίστα με τα ονόματα όλων όσοι υποστηρίζουν το Κατάρ (στο οποίο το Ριάντ επιβάλλει εμπάργκο από τον Ιούνιο του 2017) και είχε υποσχεθεί να ερευνήσει καθένα από τα ονόματα που θα ανέβαζαν στο Twitter. Πολλοί άρχισαν να ανεβάζουν ονόματα αντιφρονούντων. Ο Αλ Καχτάνι όμως δεν δρούσε μόνος του. Απαντώντας σε τουίτ που αμφισβητούσε το παραπάνω μέτρο, άφησε να φανεί ότι ήταν επίσημη πολιτική: «Πιστεύετε ότι αυτά τα βγάζω από το μυαλό μου; Ποιου είμαι πιστός και υπάκουος υπηρέτης;».
Στη Σαουδική Αραβία, οι πολέμιοι του Αλ Καχτάνι τον αποκαλούν υποτιμητικά «Νταλίμ», από ένα παραδοσιακό παραμύθι για έναν ταπεινό υπηρέτη. Ο βασιλιάς Σαλμάν τον διόρισε σύμβουλο του παλατιού και, στη συνέχεια, υπουργό στα τέλη του 2015. Υπήρξε καθοριστικός στο να «πουλήσει» τον γιο του, διάδοχο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, στη σαουδαραβική κοινή γνώμη και ηγήθηκε της εκστρατείας αμαύρωσης του Κατάρ. Έγινε ο βεζίρης του διαδόχου, με απευθείας πρόσβαση σε αυτόν.
Προτού διοριστεί στο παλάτι, είχε υπάρξει για ένα σύντομο διάστημα δημοσιογράφος σε φιλομοναρχικά μέσα. Λέγεται ότι ήταν πληροφοριοδότης των μυστικών υπηρεσιών. Γεννήθηκε πριν από 40 χρόνια στο Ριάντ, όπου πήγε σχολείο και ήταν άριστος μαθητής. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Βασιλιάς Σαούντ, μετά εκπαιδεύθηκε ως αξιωματικός της πολεμικής αεροπορίας της χώρας και στη συνέχεια έλαβε μάστερ στο ποινικό δίκαιο από το Αραβικό Πανεπιστήμιο Επιστημών Ασφαλείας Ναΐφ.
Δίπλα στον διάδοχο Μπιν Σαλμάν, απέκτησε τη φήμη ωμού ανθρώπου και το όνομά του προκαλεί φόβο στους δημοσιογράφους της χώρας, στους οποίους στέλνει συχνά απειλητικά μηνύματα αναφέροντας ότι είναι «κατ’ εντολή της βασιλικής υψηλότητάς του». Πολλοί δημοσιογράφοι παραδέχονται κατ’ ιδίαν ότι έχουν υποστεί μπούλινγκ από αυτόν για να κατεβάσουν ένα άρθρο ή να αναπαράξουν τη γραμμή του παλατιού, ακόμα και ότι τους έχει υπαγορεύσει τίτλους κ.ά.
Ο Αλ Καχτάνι λέγεται ότι βρίσκεται πίσω από τις εκστρατείες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εναντίον επιλεγμένων στόχων: συντονίζει έναν στρατό από χάκερ και άλλους που σπιλώνουν υπολήψεις αντιφρονούντων και επιτίθενται σε ιστοσελίδες που δεν είναι της αρεσκείας του Μπιν Σαλμάν. Έχει στήσει μια μονάδα παρακολούθησης των κοινωνικών μέσων δικτύωσης που συντάσσει καθημερινά εκθέσεις για τους αντιφρονούντες. Ελέγχει τον λεγόμενο «ρομποτικό στρατό του Twitter», που διαδίδει fake news και πατάσσει τους αντιπάλους.
Για να περιορίσει τη ζημιά από τη δολοφονία του Κασόγκι, ο Μπιν Σαλμάν έριξε την ευθύνη στον Αλ Καχτάνι ο οποίος απολύθηκε με βασιλικό διάταγμα το περασμένο Σάββατο. Αλλά είναι δύσκολο να πιστέψει κάποιος ότι ο Αλ Καχτάνι δολοφόνησε τον δημοσιογράφο εν αγνοία του MBS. Άλλωστε, όπως είχε τουιτάρει το καλοκαίρι, «πιστεύετε ότι παίρνω αποφάσεις χωρίς καθοδήγηση; Είμαι υπάλληλος και πιστός εκτελεστής του βασιλιά και του πρίγκιπα διαδόχου».

Φιλελεύθερος

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή