Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Σε άμεσο κίνδυνο ο Ασάνζ (Από τον Καπιταλισμό της παρακολούθησης στο τέλος του Ανθρώπου;)

Δημοσιεύτηκε στις

του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Σε άμεσο κίνδυνο βρίσκεται ο ιδρυτής των Wikileaks Τζούλιαν Ασάνζ, με την φιλοαμερικανική κυβέρνηση του Ισημερινού έτοιμη να τον εκδώσει τώρα στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου οι “αρμόδιες αρχές” των ΗΠΑ του ετοιμάζουν σειρά κατηγοριών.

Είναι προφανές ότι η απηνής δίωξη του Ασάνζ δεν έχει σαν στόχο μόνο τον ίδιο, αλλά την ελευθερία της πληροφόρησης παγκοσμίως. Η επιδίωξη είναι να τρομοκρατηθούν όλοι όσοι σκέπτονται να συνεχίσουν να βγάζουν τα άπλυτα των εξουσιών στη φόρα και να αποκαλύπτουν τα σχέδιά τους εναντίον του ανθρώπινου πολιτισμού.
Πρέπει να θεωρείται πολύ πιθανό ότι στην Αμερική θα προσπαθήσουν να συνδέσουν την υπόθεση Assange με τον αμερικανικό και παγκόσμιο νεο-μακαρθισμό που αναπτύσσεται τώρα αρχής γενομένης από το Russiagate, την υποτιθέμενη ανάμειξη της Ρωσίας στις αμερικανικές εκλογές.
Πιο αποτελεσματικό από το να τα βάζεις με δημοσιογράφους που αποκαλύπτουν αλήθειες είναι να βρίσκεις παντού “Ρώσους κατασκόπους”. ‘Εγινε κατά κόρον στην Ελλάδα μετά το 1945 και πήγε να γίνει και πρόσφατα, έγινε και στην Αμερική του Μακ Κάρθυ για να γίνει ο Ψυχρός Πόλεμος.

Τα ψέμματα τελειώνουν. Τόσο η οικονομική κρίση, όσο και η ανάγκη προετοιμασίας του πολέμου κατά της Ρωσίας, της Κίνας και κάθε σχετικά ανεξάρτητης οντότητας έχει απομείνει στον πλανήτη, επιβάλλουν την επιβολή καθεστώτος έκτακτης ανάγκης και αναστολής των δημοκρατικών ελευθεριών και δικαιωμάτων, που γίνεται όμως κυρίως επιλεκτικά προς το παρόν, έχει κυρίως στόχο να πλήξει φορείς αντίθεσης και να τρομοκρατήσει επίδοξους μιμητές τους. Μπορεί ασφαλώς να πάρει και θα πάρει και μαζικό χαρακτήρα αν και όταν χρειασθεί.
Τρεις δεκαετίες σχεδόν μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής ‘Ενωσης, ο κόσμος δεν βιώνει την “ευημερία των αγορών”, τον “θρίαμβο της δημοκρατίας” ή την “αιώνια ειρήνη” που προφήτευαν οι νικητές του Ψυχρού Πολέμου τύπου Φουκουγιάμα, αλλά την είσοδο σε μια περίοδο συγκρούσεων, βίας και οπισθοχώρησης του πολιτισμού, που έξοχα συμβολίζει η δολοφονία και ο κατατεμαχισμός του Κασόγκι – και τώρα ο σχεδιαζόμενος αποκεφαλισμός όσων διατάχθηκαν να τον κάνουν και τώρα προσφέρονται ως εξιλαστήρια θύματα μιας απίθανης, αλλά τόσο αντιπροσωπευτικής υπόθεσης.
Δεδομένων των οικολογικών και τεχνολογικών παραμέτρων της κρίσης στην οποία μπαίνουμε, δεν μπορεί να υπάρξει η παραμικρή αμφιβολία ότι είναι η πιο επικίνδυνη στην ιστορία του ανθρώπινου γένους, αυτή που θα κρίνει την ύπαρξη και το μέλλον του Ανθρώπου.
Ελπιζουμε ότι, παρά τα πολύ μεγάλα προβλήματα και τις δυσκολίες μπροστά του, ο αρχηγός του Εργατικού Κόμματος Τζέρεμι Κόρμπιν θα βρει το κουράγιο να παρέμβει υπέρ του Ασάνζ.
Στη συνέχεια δημοσιεύουμε ένα άρθρο μας από τις 25.10 για τις πολύ ενδιαφέρουσες τελευταίες απόψεις του Ασάνζ για τους κινδύνους για τον ανθρώπινο πολιτισμό.

Ασσάνζ: Από τον “καπιταλισμό της παρακολούθησης” στο τέλος του Ανθρώπου

του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου
Οι άνθρωποι που γεννιούνται τώρα είναι η τελευταία γενηά ελεύθερων ανθρώπων στον πλανήτη. Μόνο τεχνικά πολύ ικανοί άνθρωποι θα μπορούν να επιλέγουν μόνοι τους τον δρόμο τους στο μέλλον.
Αυτή την απαισιόδοξη εκτίμηση κάνει ο Αυστραλός Τζούλιαν Ασάνζ, ένας από τους ανθρώπους που σφράγισαν, ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο, τα ψηφιακά πράγματα της εποχής μας, με το Wikileaks. Περιέχεται σε μια μεγάλη, εκ βαθέων συνέντευξη, στην οποία θέτει πολλά ζητήματα που αφορούν το μέλλον της ανθρωπότητας.
Κατά την άποψη του ιδρυτή των Wikileaks αυτό που απειλεί τον Ανθρωπο είναι η ταχύτητα της διαδικασίας της πληροφορίας, που έχει πολλαπλασιαστεί εκθετικά την τελευταία επταετία, οδηγώντας κατ’ ανάγκην στην όλο και μεγαλύτερη ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, αλγορίθμων δηλαδή που, εν τέλει, θα αποφασίζουν στη θέση των ανθρώπων.
Από αυτό που ορισμένοι ακαδημαϊκοί ήδη ονομάζουν «καπιταλισμό της παρακολούθησης» (Surveillance Capitalism), και όπου οργανισμοί όπως η αμερικανική NSA επιδίδονται ήδη σε μαζική παρακολούθηση του παγκόσμιου πληθυσμού, πάμε ήδη στην επικράτηση της τεχνητής νοημοσύνης. Είναι το τέλος του Ανθρώπου πιστεύει ο Assange, ένα είδος σχεδόν ολοκληρωτισμού, διαφορετικού όμως στη μορφή από αυτόν που περιγράφουν οι διάφορες δυστοπίες.
Ο Ασάνζ συζητά επίσης, στην ίδια συνέντευξη, για την αρχή της αιτιότητας στο ψηφιακό σύμπαν, για τις δυνατότητες μικρών σχετικά εφαρμογών να προκαλέσουν μεγάλα πληροφοριακά αποτελέσματα, αλλά και για την πολιτιστική δυναμική του Ιντερνετ, εξηγώντας ότι τώρα, οι «μεγάλοι παίκτες» έχουν επικρατήσει στο διαδίκτυο.
Η κρυπτογράφηση είναι το θεμέλιο της ελευθερίας, υποστηρίζει ο ιδρυτής των Wikileaks, που έχει και ο ίδιος εκπαιδευτεί ως μηχανικός κρυπτογράφησης.
Ο Ασσάνζ υπογραμμίζει επίσης ότι οργανισμοί όπως το Facebook και η Amazon συγκεντρώνουν όλη τη γνώση της ανθρωπότητας και κάνει λόγο για μια ήδη συντελούμενη μείζονα πολιτιστική μεταβολή.
Πιο φειδωλός παραμένει σε προτάσεις για το τι μπορούμε να κάνουμε, αν και κάπου κάπως κάνει μια έμμεση αναφορά στο θέμα της αυτοδιαχείρισης του Διαδικτύου, από τους ίδιους τους χρήστες του. ‘Όπως και σε όλους άλλωστε τους άλλους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, περιλαμβανομένης της οικονομίας, η «αυτοδιαχείριση», η ανάδυση δηλαδή ανθρώπων και κοινωνικών ομάδων υποκειμένων της εξέλιξής τους και κυριαρχούντων επί των μέσων που παράγουν, οικονομικών, γνωστικών, τεχνολογικών, όχι κυριαρχούμενων από αυτά, μοιάζει η μόνη διέξοδος για τη συνέχιση του ανθρώπινου πολιτισμού.
Υπάρχει μια ψηφιοποίηση των συγκρούσεων, λέει ο Ασάνζ, υπενθυμίζοντας ότι η απόσταση Νέα Υόρκη – Ναϊρόμπι είναι μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου στον ψηφιακό χώρο και πρακτικά τα σύνορα έχουν καταργηθεί. Θυμίζει όμως ότι τα σύνορα μπορεί να τα δει κανείς και ως έναν τρόπο να σταματάνε κάπου οι συγκρούσεις και φοβάται τον πολλαπλασιασμό και τη ψηφιοποίηση των τελευταίων. Στον ψηφιακό κόσμο, τα δεδομένα παίρνουν τη θέση του κεφαλαίου.
Σκοτώστε τον τρομοκράτη!
Οι αποκαλύψεις του Ασάνζ, ιδίως σχετικά με τα μέιλ που αντήλλασσε η Κλίντον και το γραφείο της, είχαν ένα διακριτό αποτέλεσμα στις αμερικανικές εκλογές, αλλά και μας επέτρεψαν να μάθουμε πολλά μυστικά της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Eίχαν προηγηθεί εξάλλου εντυπωσιακές αποκαλύψεις, μεταξύ άλλων για τους πολέμους στο Αφγανιστάν και το Ιράκ και το στρατόπεδο συγκέντρωσης στην αμερικανική βάση του Γκουαντάναμο.
Οι αποκαλύψεις των Wikileaks έκαναν τον Ασσάνζ εξαιρετικά δημοφιλή στην παγκόσμια κοινή γνώμη, εξίσου όμως μισητό σε μεγάλο τμήμα του κατεστημένου, που είδε τα «άπλυτά» του να βγαίνουν στα φόρα. Ο πρώην αντιπρόεδρος των ΗΠΑ έφτασε στο σημείο να τον αποκαλέσει «τρομοκράτη», ενώ άλλοι Αμερικανοί πολιτικοί ζήτησαν από τη χώρα τους να τον αντιμετωπίσει όπως την Αλ Κάιντα και τον Μπιν Λάντεν, να τον κυνηγήσει δηλαδή και να τον σκοτώσει!
Βέβαια, χωρίς να θέλει κανείς να υποτιμήσει την συνεισφορά τέτοιου είδους αποκαλύψεων στη δημοκρατία και στο τι πραγματικά «μαγειρεύεται» από τους πολιτικούς, πίσω από την πλάτη των ψηφοφόρων τους, υπάρχει πάντα ένα σοβαρό ερώτημα γύρω από τέτοιους είδους αποκαλύψεις. Αφορά τη σημασία του πιθανώς εκλεκτικού χαρακτήρα τους και της πολιτικής χρήσης τους. Υποθέτει κανείς αίφνης ότι στα μέιλς του Ντόναλντ Τραμπ και των συνεργατών του θα μπορούσε κανείς ενδεχομένως να βρει εξίσου ενδιαφέροντα ή και επιβαρυντικά πράγματα.
Εν πάσει περιπτώσει, οι αποκαλύψεις του Ασάνζ προκάλεσαν την οργή εναντίον του από μεγάλη μερίδα του δυτικού κατεστημένου. Ο Ισημερινός του Κορέα του χορήγησε πολιτικό άσυλο το 2012 και την υπηκοότητα της χώρας, αλλά ο φόβος της σύλληψης και έκδοσής του στις ΗΠΑ οδήγησε στον αναγκαστικό εγκλεισμό του στην πρεσβεία της χώρας αυτής στο Λονδίνο επί πολλά έτη, παρόλο που δεν του έχει απαγγελθεί ποτέ κατηγορία και το αρχικό σουηδικό ένταλμα σύλληψης εναντίον του έχει αποσυρθεί. Κατ’ ουσίαν είναι φυλακισμένος χωρίς όχι καταδίκη, αλλά ούτε καν κατηγορία εναντίον του. Πρόσφατα μάλιστα ετέθη ουσιαστικά σε απομόνωση, καθώς του απαγορεύθηκε οποιαδήποτε επικοινωνία με τον εξωτερικό κόσμο, περιλαμβανομένης της ιντερνετικής, πλην των δικηγόρων του.
Η αλλαγή κυβέρνησης στον Ισημερινό και η φιλοαμερικανική στροφή της χώρας, προκάλεσε νέους πονοκεφάλους στον Ασάνζ, καθώς ο νέος Πρόεδρος της χώρας Λένιν Μορένο αποκάλυψε ότι σκέπτεται την άρση του πολιτικού ασύλου που του δόθηκε.
Ένα μεγάλο κίνημα αλληλεγγύης και συμπαράστασης, με τη συμμετοχή σημαντικών προσωπικοτήτων, έχει δραστηριοποιηθεί ζητώντας την απελευθέρωσή του και καθιστώντας τον παγκόσμιο σύμβολο του αγώνα για ελευθερία της πληροφόρησης.
Μεταξύ άλλων την υποστήριξή τους προς τον Ασάνζ έχουν εκδηλώσει ο πρώην Πρόεδρος της Βραζιλίας Λούλα, ο Ρώσος Πρωθυπουργός και πρώην Πρόεδρος Ντιμίτρι Μεντβιέντεφ, ο ηγέτης των Αγγλων Εργατικών Τζέρεμι Κόρμπιν και γνωστές προσωπικότητες όπως ο Tariq Ali, ο John Perry Barlow, ο Daniel Ellsberg, η Mary Kostakidis, ο John Pilger, ο Ai Weiwei, ο Michael Moore, ο Noam Chomsky, ο Oliver Stone κ.α.
Στον Ασάνζ έχει απονεμηθεί το Χρυσό Μετάλιο για Ειρήνη με Δικαιοσύνη της Sydney Peace Foundation (το έχουν λάβει μόνο τρία άλλα πρόσωπα, ο Νέλσον Μαντέλα, ο Δαλάι Λάμα και ο βουδιστής πνευματικός ηγέτης Νταϊσάκου Ικέντα), και το βραβείο Sam Adams.
‘Εχει επίσης πάρει το βραβείο των αναγνωστών της γαλλικής Μοντ και του αμερικανικού Τάιμ ως πρόσωπο της χρονιάς. Επίτιμο μέλος της ‘Ενωσης Δημοσιογράφων της Αυστραλίας, ο Ασάνζ τιμήθηκε με το Martha Gellhorn Prize για δημοσιογράφους , το βραβείο Walkley για την πιο εξαιρετική συμβολή στη δημοσιογραφία και το βραβείο για τα Media της βρετανικής Διεθνούς Αμνηστίας.
Αναμφισβήτητα, η μάχη για την ελευθερία, αν όχι για τη ζωή του Ασάνζ, δεδομένων των εναντίον του απειλών, είναι μία από τις πλέον εμβληματικές μάχες για την ελευθερία στην εποχή μας.
Μπορείτε να δείτε ολόκληρη τη συνέντευξή του, στην οποία αναφερθήκαμε και που είναι η τελευταία πριν τhν θέση του σε απομόνωση, στον παρακάτω σύνδεσμο
Generation being born now is the last to be free – Assange in last interview before blackout

konstantakopoulos.gr/

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις30 λεπτά πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO60 λεπτά πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Αρμενία–Ινδία: Στο τραπέζι παραγωγή Pinaka Mk2 – Τα ανοίγματα σε ΕΕ και ΗΠΑ

Συζητήσεις για παραγωγή ινδικών πυραύλων στην Αρμενία, στενότερες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και επαφές στην Ουάσιγκτον συνθέτουν την ατζέντα...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Τομ Μπάρακ: Ο μυστικός παίκτης της τουρκικής αναβάθμισης; Το παιχνίδι ισχύος από τον Λευκό Οίκο ως την Ανατολική Μεσόγειο

F-35, S-400, Συρία, Κούρδοι και ενεργειακοί διάδρομοι: οι επιχειρηματικές διασυνδέσεις και τα γεωστρατηγικά ερωτήματα που οφείλει να εξετάσει η Ελλάδα.

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Μάζης: Οι υποχωρήσεις καταγράφονται – Η Τουρκία ανοίγει διαρκώς μέτωπα

Κριτική για Κρήτη, Κάσο και Διακήρυξη των Αθηνών από τον καθηγητή στη «Ναυτεμπορική» – Οι ανησυχίες για τη Λιβύη, τον...

Δημοφιλή