Διεθνή
Ανάλυση: Κύπρος και Αμερικανική Εθνική στρατηγική στην περιοχή
Η πρόσφατη υπογραφή «Δήλωσης Προθέσεων» μεταξύ του Κύπριου υπουργού Εξωτερικών κ. Νίκου Χριστοδουλίδη και του Αμερικανού υφυπουργού Εξωτερικών κ. Γουές Μίτσελ στην Ουάσιγκτον, με κύριο αντικείμενο την ανάπτυξη των διμερών σχέσεων στην προώθηση της ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο, προφανώς και θα θεωρείται από την κυβέρνηση της Κύπρου ως επιτυχημένο γεγονός.
Βέβαια όπως διαμορφώνεται το στρατηγικό τοπίο ενόψει του δόγματος που αναπτύσσουν οι ΗΠΑ κατά της «ρωσικής επιθετικότητας» και άλλων προκλήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο, η κίνηση αυτή δύναται να εκληφθεί και ως στρατηγική απομάκρυνση της Λευκωσίας από την παραδοσιακά πιο ουδέτερη στάση που τηρεί στον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων στην περιοχή και ταύτιση με την αμερικανική πολιτική.
Εάν όμως δεν έχουν εκτιμηθεί σωστά τα υπέρ και τα κατά της ενέργειας αυτής θα μπορούσε να αποδειχθεί παρακινδυνευμένη και χωρίς ουσιαστικό όφελος ακροβασία της κυπριακής εξωτερικής πολιτικής. Τη θέση αυτή αναπτύσσει η ανάλυση που ακολουθεί αποσκοπώντας να αποτελέσει τροφή για σκέψη και για εποικοδομητικό προβληματισμό γύρω από το θέμα αυτό.
Εθνική Στρατηγική ΗΠΑ και Κύπρος
Είναι πρόδηλο ότι με βάση τη νέα Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας (ΕΣΑ) των ΗΠΑ, οι Αμερικανοί αναζωογονούν το ενδιαφέρον τους στην Ανατολική Μεσόγειο και γενικά την περιοχή. Για την εξυπηρέτηση των σκοπών της στρατηγικής αυτής, προωθούν επαφές και συνεργασίες με συμμάχους και εταίρους, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα και η Κύπρος. Αυτό είναι πρόδηλο και από το περιεχόμενο των συναντήσεων, των συμφωνιών που επετεύχθησαν και ιδίως των δηλώσεων που συνόδευσαν τον κ. Χριστοδουλίδη κατά την επίσκεψη στις ΗΠΑ. « Η υπογραφή της Δήλωσης Προθέσεων για ενίσχυση και ανάπτυξη της διμερούς σχέσης ασφάλειας», ανακοίνωσε το Γραφείο της Εκπροσώπου του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στις7/11/2018, «θα προωθήσει τα κοινά συμφέροντα στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας, ενίσχυση της θαλάσσιας και συνοριακής ασφάλειας και προώθηση της περιφερειακής σταθερότητας». Ο δε κ. Χριστοδουλίδης εξέφρασε ικανοποίηση γιατί όπως είπε η υπογραφή της Δήλωσης Προθέσεων «για πρώτη φορά, θεσμοθετεί, θέτει ένα πλαίσιο και την πορεία δράσης που θα ακολουθηθεί σε σχέση με τις διμερείς μας σχέσεις, στον τομέα της Ασφάλειας». (ΚΥΠΕ, 7/11/2018).
Κύπρος – ΗΠΑ και «ρωσική απειλή»
Την ίδια ώρα, ανησυχώντας για τυχόν αρνητικά μηνύματα που πιθανόν να εκπέμπει η ταύτιση με την αμερικανική στρατηγική στα μάτια επηρεαζόμενων κυβερνήσεων όπως της Ρωσίας, ο Κύπριος υπουργός διαβεβαίωνε ότι «η περαιτέρω ενίσχυση της στρατηγικής μας συνεργασίας με τις ΗΠΑ δεν στρέφεται ενάντια σε οποιανδήποτε τρίτη χώρα» (ΚΥΠΕ, 7/11/2018). Τα πραγματικά γεγονότα όμως δεν βοηθούν τη θέση αυτή. Κατ’ αρχήν η πιο σημαντική πτυχή της νέας αμερικανικής στρατηγικής στα πλαίσια της οποίας εντάσσεται η εξέλιξη αυτή, είναι ότι για πρώτη φορά μετά από χρόνια προσδιορίζει τόσο ρητά και επαναλαμβανόμενα πως οι κυριότερες δυνάμεις – «ανταγωνιστές» – που απειλούν τα συμφέροντά των ΗΠΑ στον πλανήτη, είναι η Ρωσία (και η Κίνα) και το Ιράν (στη Μέση Ανατολή). Πιο εξειδικευμένα, ο κ. Μίτσελ στην ομιλία του στο Heritage Foundation στις 2/6/2018 υπογράμμισε τη σημασία της Ανατολικής Μεσογείου για τις ΗΠΑ, χαρακτηρίζοντας την ως «αναδυόμενο θαλάσσιο σύνορο» αντιπαλότητας δυτικών συμφερόντων με άλλες δυνάμεις, όπου «αντιμετωπίζουμε πλήρη ανταγωνισμό από τους Ρώσους». Η Αμερικανίδα Πρέσβειρα κ. Κάθλιν Ντόχερντι μιλώντας σε πρόσφατο συνέδριο του Economist στη Λευκωσία υπέδειξε ότι: «Η περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου προβάλλει ιδιαίτερες προκλήσεις» από τις οποίες «πιο πιεστικές» είναι «η τρομοκρατία, η ρωσική επιθετικότητα, οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις, τα άνευ προηγουμένου κύματα μεταναστών, οι απειλές από το Ιράν». Η Κυπριακή Δημοκρατία, είπε, «μπορεί να παίξει σπουδαίο μέρος στις κοινές προσπάθειες για να αντιμετωπίσουμε τις υπερατλαντικές απειλές». (USA Embassy Cyprus, 2/11/2018). Είναι σαφές λοιπόν προς ποιες κατευθύνσεις στρέφονται οι διαγραφόμενες στρατηγικές συνεργασίες της Ουάσιγκτον στην περιοχή, που ξεπερνούν τα όρια προηγούμενων συμφωνιών με την Κύπρο, οι οποίες αφορούσαν συνήθως τη διεθνή τρομοκρατία και την ανάληψη ανθρωπιστικών αποστολών, και θα ήταν δύσκολο για τον Κύπριο Υπουργό να πείσει για το αντίθετο.
Ρωσική απάντηση
Το Κρεμλίνο έχει ήδη σαφή άποψη για τη νέα αμερικανική στρατηγική ασφάλειας, καθώς και για τα ανοίγματα που επιχειρούν οι ΗΠΑ στην περιοχή και βέβαια στην Κύπρο. Ο Γραμματέας του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας της Ρωσίας κ. Νικολάι Πατρούσεφ επεσήμανε από την πρώτη στιγμή που ανακοινώθηκε η αμερικανική ΕΣΑ το Δεκέμβριο του 2017 ότι πράγματι η χώρα του «κατονομάζεται σαν η κύρια απειλή κατά της ασφάλειας των ΗΠΑ». Προειδοποίησε ότι η προώθηση των στόχων και των σκοπών της δυνατό να απειλήσει την παγκόσμια και περιφερική ασφάλεια και ότι η Μόσχα αναπόφευκτα θα απαντήσει διαμορφώνοντας ανάλογα τη δική της εθνική στρατηγική (TASS, 20/12/2017). Όσον αφορά την Κύπρο, η Πρεσβεία της Ρωσίας στη Λευκωσία με αφορμή κάποιες δηλώσεις του Προέδρου του ΔΗΣΥ για τη ρωσική πολιτική στο Κυπριακό και έχοντας υπόψη το διαμορφούμενο ανταγωνισμό και τα σχέδια των ΗΠΑ για το νησί, σε ανακοίνωση της στις 10/09/2018 υποδεικνύει ότι «κάποιοι εταίροι της Κυπριακής Δημοκρατίας θα ήθελαν να διασπάσουν τη σχέση μεταξύ Ρωσίας και Κύπρου ώστε να αποτραπεί η εμπλοκή της Ρωσίας στην Ανατολική Μεσόγειο»
Σχέσεις Κύπρου – Ρωσίας
Η Κυπριακή Δημοκρατία σαν κράτος αλλά και σαν μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) μπορεί σε κάποιο βαθμό να συμμερίζεται ορισμένες από τις προαναφερθείσες προκλήσεις κατά των ΗΠΑ, οι οποίες αόριστα καθορίζονται και στην Παγκόσμια Στρατηγική της Ε.Ε. του 2016 ( π.χ. αστάθεια Ανατολικής Μεσογείου και Μέσης Ανατολής, μεταναστευτικό, τρομοκρατία). Όμως οι σε βάρος της Κύπρου άμεσοι κίνδυνοι και απειλές προέρχονται από την Τουρκία και όχι τόσο από τις κατευθύνσεις που η Ουάσιγκτον ιεραρχεί ως προτεραιότητα της δικής της στρατηγικής στην περιοχή ή από τη Ρωσία. Σχετικά με τη Μόσχα, ασφαλώς και εξυπηρετεί πρωτίστως τα συμφέροντα της και έχει τη δική της στρατηγική ασφάλειας – ανησυχώντας κυρίως για τη δράση του ΝΑΤΟ στον περίγυρό της ή και αλλού – αλλά, όσον αφορά την Κύπρο, σύμφωνα με τον τότε κυβερνητικό εκπρόσωπο και νυν υπουργό Εξωτερικών κ. Χριστοδουλίδη, η Ρωσία « παραδοσιακά στηρίζει τις θέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας ως μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας” (ΚΥΠΕ 24/2/2015). Επίσης η χώρα αυτή εκτός του ότι αποτελεί σημαντικό εμπορικό εταίρο, από το 1964 υπήρξε εκ των κυριοτέρων προμηθευτών οπλισμού για την άμυνα του νησιού, όταν άλλοι όπως οι ΗΠΑ δεν επέτρεπαν ή και ματαίωναν την πώληση στρατιωτικού υλικού στην Κύπρο. Εξάλλου, Μόσχα και Λευκωσία έχουν υπογράψει συμφωνίες στρατιωτικού χαρακτήρα που επικαιροποιήθηκαν το Φεβρουάριο του 2015 κατά την επίσκεψη του Προέδρου κ. Νίκου Αναστασιάδη, ο οποίος για να καθησυχάσει αυτή τη φορά τους δυτικούς και δη τους Αμερικανούς, διαβεβαίωνε ότι από ρωσικής πλευράς «τίποτε δεν μας ζητήθηκε που θα μπορούσε να μας φέρει σε δύσκολη θέση είτε με τους εταίρους μας είτε με τους υπερατλαντικούς συμμάχους μας» ( ΚΥΠΕ, 26/2/2015).
Τουρκική απειλή
Όσον αφορά την Τουρκία, η χώρα αυτή με τις χιλιάδες των στρατιωτών της εισέβαλε και συνεχίζει να κατέχει από το 1974 το βόρειο τμήμα της Κύπρου, προβάλλοντας συνεχή απειλή άμεσης ή έμμεσης χρήσης της στρατιωτικής της ισχύος σε βάρος της κυριαρχίας της Δημοκρατίας αλλά και των δικαιωμάτων της στην κυπριακή ΑΟΖ. Η Άγκυρα διατυπώνει διεκδικήσεις επί των θαλασσίων πόρων του νησιού για την ίδια και για τους Τουρκοκυπρίους, προσπαθώντας να επιβάλει νέα τετελεσμένα στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου. «Δεν θα επιτρέψουμε ενέργειες για την εξόρυξη φυσικών πόρων στην Ανατολική Μεσόγειο, από τις οποίες θα έχει αποκλειστεί η Τουρκία και η “Βόρεια Κύπρος”. Τα πλοία μας δείχνουν την ισχύ μας» προειδοποιεί με λόγια και με πράξεις ο Τούρκος Πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν, δημιουργώντας συνθήκες σύγκρουσης και έντασης στη θαλάσσια αυτή περιοχή (can.gr., 4/11/2018). Συνεπώς για τη Λευκωσία κύρια απειλή και συντελεστής ανασφάλειας και αστάθειας στην Ανατολική Μεσόγειο είναι πρωτίστως η Τουρκία και η επιθετική στάση που ακολουθεί, η οποία όμως δεν κατονομάζεται από την αμερικανική ΕΣΑ ως μία από τις προκλήσεις στην περιοχή.
ΗΠΑ, Τουρκία και Κυπριακή ΑΟΖ
Ασφαλώς η αμερικανική στάση στο θέμα της κυπριακής ΑΟΖ είναι πολύ σημαντική. Είναι καλοδεχούμενη και θετική για τη Λευκωσία. Έχει όμως και τα όρια της. Η υποστήριξη από τις ΗΠΑ του δικαιώματος της Κυπριακής Δημοκρατίας να εκμεταλλευτεί τους φυσικούς της πόρους «οι οποίοι θα πρέπει να διαμοιραστούν δίκαια μεταξύ των δύο κοινοτήτων στα πλαίσια μιας λύσης, όπως και η υπόδειξη ότι στρατιωτικές απαντήσεις σε εμπορικές διαφορές είναι ανάρμοστες» ( δηλώσεις Πρέσβειρας ΗΠΑ, ο.π.) αποτελούν αποθαρρυντικό στοιχείο
στις στοχεύσεις και στρατιωτικούς εκβιασμούς της τουρκικής πλευράς. Δεν σημαίνει όμως ότι θα την αποτρέψουν τελικά να επιμένει, να διεκδικεί και να απειλεί. Η άποψη των ΗΠΑ για την Τουρκία και το ρόλο της στη νέα στρατηγική στην περιοχή είναι ότι : Από τη μια, αναγνωρίζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει μεταξύ τους (ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες , συριακό και Κούρδοι της Συρίας, σχέσεις της Άγκυρας με Ιράν και Μόσχα όπως και το θέμα των S-400) και ότι δεν μπορούν να παραμείνουν σιωπηλοί. Από την άλλη, συνεχίζουν να την θεωρούν εξαιρετικά σημαντικό νατοϊκό σύμμαχο στην μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση του ρωσικού ανταγωνισμού και ως το ισχυρότερο αντίβαρο στην εξάπλωση της ιρανικής επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Μέσα στα πλαίσια της νέας Εθνικής Στρατηγικής Ασφάλειας, λοιπόν, ο κ. Μίτσελ τόνισε στην προαναφερθείσα ομιλία του ότι «δουλεύουμε αποφασιστικά να σταθεροποιήσουμε τη σχέση με την Τουρκία και να τη διατηρήσουμε σε στρατηγική πορεία της Δύσης. Μία μόνιμη παραβίαση αυτής της σχέσης θα προκαλούσε ζημίες πολλών γενεών στην εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ». Αυτή η στάση στρατηγικής θα καθορίζει, ανάλογα με τις εξελίξεις, τα μέσα και την έκταση της αμερικανικής αντίδρασης απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις και προκλήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ – όπου ούτε η μια ούτε η άλλη πλευρά θα ήθελαν να συγκρουστούν μετωπικά. Όμως δεν θα είναι τέτοιου βαθμού αποφασιστικότητας οι αμερικανικές ενέργειες που να αποτρέψουν ουσιαστικά την Τουρκία από το να προκαλεί, να παρενοχλεί και να διεκδικεί.
Συνειδητή επιλογή στρατηγικής
Επανερχόμενοι στο θέμα, η ταύτιση της Λευκωσίας με την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου, που δυνατό να εκληφθεί ως επιλογή στρατοπέδου στον ανταγωνισμό τους με άλλες δυνάμεις στην περιοχή, θα ήταν δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι λήφθηκε χωρίς να είχε προηγουμένως δεόντως μελετηθεί. Εξάλλου η στενότερη στρατηγική συνεργασία με την Ουάσιγκτον ή και με το ΝΑΤΟ εκκολαπτόταν από την παρούσα κυβέρνηση πριν και την επίσκεψη του τέως Αμερικανού Αντιπροέδρου Τζο Μπάιντεν στην Κύπρο τον Αύγουστο του 2014 ( Sigmalive, 21/08/2014), με τον καθοριστικό ρόλο της εδώ Πρεσβείας, αλλά τότε σε αντίθεση με σήμερα, θα μπορούσε να λεχθεί ότι δεν στοχοποιούσαν τη Ρωσία ως κύρια απειλή κατά των ΗΠΑ στην περιοχή. Θα ήταν εκπληκτικό αν ο Κύπριος υπουργός Εξωτερικών καλωσορίζοντας την επιστροφή των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο, όπως εγκύρως μεταδόθηκε από την Ουάσιγκτον (ΚΥΠΕ, 7/11/2018) και υπογράφοντας τη Δήλωση Προθέσεων, δεν γνώριζε το γενικότερο περιεχόμενο αλλά και τις ιδιαίτερες στοχεύσεις της νέας αμερικανικής στρατηγικής κατά της λεγόμενης ρωσικής απειλής στην περιοχή. Θα ήταν μεγάλη παράλειψη να μην είχαν προσμετρηθεί οι επιδράσεις της εξέλιξης αυτής στις διεθνείς σχέσεις της Κύπρου και στο Κυπριακό. Έχοντας υπόψη το φιλοσοφικό υπόβαθρο της κυβέρνησης στην οποία υπηρετεί ο κ. υπουργός, όπως και παλιότερες ανεπιτυχείς προσπάθειες της να ενταχθεί στο Νατοϊκό πρόγραμμα για το Συνεταιρισμό για την Ειρήνη ή ακόμη και την επιθυμία της – εάν ήταν δυνατό – για ένταξη στο ΝΑΤΟ, θα ήταν δύσκολο να πεισθεί κανείς ότι η πρόθεση για ενεργό συστράτευση με τις ΗΠΑ στην υλοποίηση της αμερικανικής στρατηγικής δεν ήταν συνειδητή επιλογή στρατηγικής. Το ερώτημα βέβαια είναι πόσο καλά έχει μελετηθεί και εκτιμηθεί η μετακίνηση αυτή από την παραδοσιακά πιο ουδέτερη στάση που τηρούσε η Κύπρος ακόμη και ως μέλος της Ε.Ε. στον ανταγωνισμό μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, έχοντας ανάγκη τη συνεργασία τους και αρκετές φορές τη στήριξη τους σε διάφορα διεθνή φόρουμ και στο Συμβούλιο Ασφαλείας.
Συμπέρασμα
Πεποίθηση της Λευκωσίας προφανώς είναι ότι ταυτιζόμενη με τα αμερικανικά στρατηγικά συμφέροντα θα εξυπηρετούνταν καλύτερα οι εθνικοί της στόχοι. Με αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα ήθελε να διαταραχθούν οι σχέσεις της με τη Μόσχα ή να λειτουργεί σε βάρος της Ρωσίας, αλλά δεν μπορεί να επιτευχθούν και τα δύο. Δηλαδή από τη μια να συστρατεύεται με τους μεν εναντίον τους δε και από την άλλη να αναμένει να τα έχει καλά και με τους δύο.
Επίσης όπως φάνηκε πιο πάνω οι Αμερικανοί ιεραρχούν πολύ ψηλά τη στρατηγική σημασία της Τουρκίας για τη χώρα τους και για το ΝΑΤΟ και θέλουν να τη διατηρήσουν στο δυτικό στρατόπεδο παρά τις διαφορές τους – χωρίς ταυτόχρονα να πάψουν να αποδοκιμάζουν ορισμένες πολιτικές της. Από την άλλη, αν και καλοδεχούμενη και ενισχυτική η στήριξη των Αμερικανών προς την Κυπριακή Δημοκρατία και την ΑΟΖ – που υπήρχε βέβαια και πριν την υπογραφή της Δήλωσης Προθέσεων – ωστόσο σε τελική ανάλυση δεν απομακρύνει ή αποτρέπει αποφασιστικά τις τουρκικές προκλήσεις και απειλές σε βάρος της Κύπρου. Την ίδια ώρα θα ήταν απίθανο οι στρατηγικές επιλογές της κυβέρνησης της Κύπρου να αφήσουν ασυγκίνητη τη Ρωσία και εντελώς ανεπηρέαστες τις σχέσεις των δύο χωρών.
Όλα αυτά αν δεν έχουν μελετηθεί προσεκτικά και αν δεν έχουν εκτιμηθεί σωστά, τότε η κίνηση της Λευκωσίας να ταχθεί έμπρακτα υπέρ των συμφερόντων της μιας δυνάμεως στο εν εξελίξει γεωπολιτικό ανταγωνισμό στην περιοχή, ενδεχομένως να αποδειχθεί επιζήμιος πειραματισμός εξωτερικής πολιτικής, χωρίς να δώσει λύσεις σε καίρια προβλήματα που ταλανίζουν την Κυπριακή Δημοκρατία και το Κυπριακό. Αυτά κατατίθενται ως τροφή για σκέψη, για σφαιρικότερη μελέτη του θέματος και μεγαλύτερο προβληματισμό, τονίζοντας ταυτόχρονα την ανάγκη διαφανέστερου διάλογο με τις πολιτικές δυνάμεις του τόπου για την καλύτερη προώθηση του εθνικού συμφέροντος της Κύπρου.
Σημερινή
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

