Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Ο Ερντογάν, μετά τον Τραμπ, νομίζει ότι μπορεί να «δουλέψει» και τον Πούτιν

Δημοσιεύτηκε στις

Σάββας Καλεντερίδης
Επειδή έχουν γραφτεί και ακουστεί πολλά για την απόφαση Τραμπ να αποσύρει τα αμερικανικά στρατεύματα από τη Συρία, ένα από τα οποία το επιχείρημα του ίδιου του προέδρου των ΗΠΑ, ότι δηλαδή αποσύρεται από τη Συρία επειδή τα αμερικανικά στρατεύματα δεν έχουν καμία δουλειά εκεί, έρχονται οι ίδιες οι εξελίξεις να τον διαψεύσουν.
Την περασμένη Πέμπτη ο πρόεδρος των ΗΠΑ επισκέφθηκε το Ιράκ, όπου ευχήθηκε στους Αμερικανούς στρατιώτες που υπηρετούν εκεί «Καλές γιορτές και καλή χρονιά». Μάλιστα, το πρώτο «φρούτο» της πολιτικής του αναξιόπιστου συμμάχου το γεύθηκε εκεί, στο Ιράκ, όπου ο πρωθυπουργός αρνήθηκε να συναντηθεί μαζί του – απόφαση που επηρεάστηκε και από την αναξιοπιστία που επέδειξε ο Τραμπ προς τους Κούρδους συμμάχους και συμμαχητές των Αμερικανών στρατιωτών.
Όσο για τη διάψευση, αυτή ήλθε από το στόμα του ίδιου του Τραμπ, ο οποίος αυτοδιαψεύστηκε. Εκεί, στο Ιράκ, δήλωσε ότι τα στρατεύματα που υπηρετούν στη χώρα αυτή θα παραμείνουν τα επόμενα χρόνια, γιατί αυτό επιβάλλουν τα εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Αν λοιπόν ο πρόεδρος των ΗΠΑ έπαιρνε μια γενική απόφαση και έλεγε “αποσύρω όλα τα αμερικανικά στρατεύματα από τις χώρες της Μέσης Ανατολής”, θα μπορούσε κανείς να κατανοήσει και την απόφαση απόσυρσης από τη Συρία. Από τη στιγμή όμως που αποφασίζει να αποσύρει τα στρατεύματα από τη Συρία και την ίδια στιγμή λέει ότι τα στρατεύματα θα παραμείνουν στο γειτονικό Ιράκ, απ’ όπου μάλιστα θα επεμβαίνουν στη Συρία όταν απαιτείται, τότε αβίαστα οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι η απόσυρση από τη Συρία είναι μια απόφαση που επιβλήθηκε από την Τουρκία και μόνο από αυτήν.

Πάμε τώρα στο win-win της Τουρκίας με τη Ρωσία, ή το «καζάν-καζάν», όπως λέγεται αυτό στα τουρκικά.
Μελετώντας τα δημοσιεύματα και τα άρθρα Τούρκων αρθρογράφων που κομπορημονούν για την απόφαση που επέβαλε η «Μεγάλη Τουρκία» στις ΗΠΑ, είναι φανερό ότι οι προσδοκίες τους είναι μεγάλες για την επίσκεψη της αντιπροσωπείας υψηλόβαθμων Τούρκων αξιωματούχων στη Μόσχα που είναι σε εξέλιξη την ώρα που διαβάζονται αυτές οι γραμμές. Ή μάλλον, οι προσδοκίες ήταν μεγάλες μέχρι το πρωί της Παρασκευής, όταν ο στρατός της Συρίας εισήλθε στην Ιεράπολη/Μένπετζ και ανέλαβε τον έλεγχο της πόλης και της περιφέρειας από τους Κούρδους του YPG και ακολούθησαν οι δηλώσεις Ρώσων αξιωματούχων ότι «η Ρωσία καλωσορίζει τον έλεγχο της πόλης και της περιοχής από τον στρατό της Συρίας», ενώ έγινε και μια περίεργη αναφορά για αποχώρηση της Τουρκίας από τη Συρία.
Συγκεκριμένα, βρίσκονται από χθες Σάββατο στη Μόσχα ο υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου, ο υπουργός Άμυνας Χουλουσί Ακάρ, ο δοικητής της ΜΙΤ Χακάν Φιντάν, και ο εκπρόσωπος του προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας Ιμπραήμ Καλίν, για να παρουσιάσουν τα επιχειρησιακά τους σχέδια στους Ρώσους αξιωματούχους, να ζητήσουν την άδεια να εισβάλουν στη Συρία και να ζητήσουν την άδεια χρήσης του εναέριου χώρου της Συρίας από την τουρκική πολεμική αεροπορία.
Η τουρκική αντιπροσωπεία, για να ξεπεράσει τις ρωσικές ενστάσεις, να αποτρέψει τον έλεγχο των περιοχών που κατέχουν σήμερα στρατεύματα των ΗΠΑ μαζί με τους Κούρδους του YPG και να αποσπάσει την άδεια εισβολής στη Συρία, σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν δημοσιευτεί στον τουρκικό Τύπο, αναμένεται να θέσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων όλα τα θέματα που έχουν ανοίξει και «τρέχουν», από τότε που η Τουρκία αποφάσισε να προσεγγίσει τη Ρωσία και να αποστρέψει το «πρόσωπό» της από τις ΗΠΑ.
Η τουρκική αντιπροσωπεία, αφού θέσει πρώτα επί τάπητος τους κινδύνους που αντιμετωπίζει η ίδια από την παραμονή των Κούρδων του YPG στα εδάφη της βόρειας Συρίας, και την ενόχλησή της από τα σχέδια του Ισραήλ και της Γαλλίας για την περιοχή, για να πείσει τους αξιωματούχους της Μόσχας θα βάλει στο τραπέζι συνολικά το θέμα των ρωσοτουρκικών σχέσεων.
Δηλαδή, θα θέσουν εκβιαστικό δίλημμα στους συνομιλητές τους και θα προσπαθήσουν να αποδείξουν πόσο μεγάλη ζημιά μπορεί να πάθει η Ρωσία αν κατά κάποιον τρόπο στηρίξει τους Κούρδους του YPG και τον Άσαντ και δεν δώσει την άδεια στην Τουρκία να εισβάλει στη Συρία, κάτι που θα οδηγήσει σε σοβαρή επιδείνωση τις ρωσοτουρκικές σχέσεις.
Θα υπενθυμίσουν επίσης στους Ρώσους συνομιλητές τους ότι σε μια περίοδο που η Ρωσία έχει οικονομικά προβλήματα, η Τουρκία είναι η μοναδική πύλη εξαγωγής του ρωσικού πετρελαίου στις διεθνείς αγορές. Επίσης, θα θέσουν το θέμα του αγωγού φυσικού αερίου Turkish Stream, που είναι ζωτικής σημασίας για τη Ρωσία, του αγωγού Blue Stream που εξασφαλίζει έσοδα περίπου 20 δισ. δολαρίων ετησίως στη Ρωσία, των πυρηνικών εργοστασίων παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, της προμήθειας των συστημάτων S-400, καθώς και άλλα ήσσονος σημασίας θέματα.
Επίσης, ένα θέμα που αναμένεται να τεθεί στο τραπέζι των συζητήσεων είναι το ενεργειακό της Αν. Μεσογείου, όπου η Τουρκία δεν βρήκε τη στήριξη που επιζητούσε από τις ΗΠΑ. Στο ζήτημα αυτό θα αναζητηθούν δυνατότητες συνεργασίας Τουρκίας-Ρωσίας!
Αυτά είναι τα θέματα που θα συζητηθούν, με την τουρκική πλευρά να θέτει εκβιαστικά διλήμματα στη Ρωσία αλλά και κόκκινες γραμμές, μία από τις οποίες είναι η εκδίωξη από τα εδάφη της Συρίας των Κούρδων του YPG.
Αντικειμενικός σκοπός της επίσκεψης αυτής δεν είναι η εξεύρεση λύσης, αλλά η βολιδοσκόπηση πιο πολύ της ρωσικής πλευράς, για να ακολουθήσει συνάντηση Πούτιν-Ερντογάν όπου θα ληφθούν τελικές αποφάσεις.
Είναι γεγονός ότι η τουρκική διπλωματία κατέγραψε επιτυχίες, αφού κατόρθωσε να εξευτελίσει στην κυριολεξία τον πρόεδρο Τραμπ αλλά και τις ίδιες τις ΗΠΑ, καθιστώντας τες αναξιόπιστο σύμμαχο στην παγκόσμια κοινή γνώμη.
Τώρα τα ίδια, με άλλους όρους, σχεδιάζει να κάνει με τον Πούτιν και τη Ρωσία.
Θα τα καταφέρει;
Οψόμεθα.

GEOPOLITICO

Η Ευρώπη γνωρίζει, αλλά κάνει τα στραβά μάτια! Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας με Χαμάς και ισλαμιστικά δίκτυα

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεων, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των θρησκευτικών ιδρυμάτων στο εξωτερικό και την αντίδρασή της στους χρηματοδότες της Χαμάς στο εσωτερικό ως άσχετες με τη στρατηγική συνεργασία.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

«Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητά έλεγχο των ισλαμιστικών δικτύων, ενώ η Κομισιόν ενισχύει τη συνεργασία με την Άγκυρα. Η Diyanet, οι αμερικανικές κυρώσεις για χρηματοδότηση της Χαμάς και οι τουρκικές φιλοδοξίες για SAFE και SEPA αποκαλύπτουν τις αντιφάσεις της ευρωπαϊκής πολιτικής».

Η κεντρική διάκριση που αξίζει να διατηρηθεί είναι ότι το άρθρο δεν ταυτίζει τη θρησκευτική δραστηριότητα με την τρομοκρατία, αλλά θέτει ζητήματα κρατικής επιρροής, διαφάνειας και εφαρμογής των νόμων.

Του Σάι Γκαλ, Το Βήμα

Στις 8 Οκτωβρίου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απαίτησε έλεγχο της χρηματοδότησης που συνδέεται με την Τουρκία και το Κατάρ. Στις 9 Οκτωβρίου, η Επίτροπος Διεύρυνσης της ΕΕ, Μάρτα Κος, στάθηκε δίπλα στον Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για να εγκαινιάσει μια σιδηροδρομική γραμμή που χρηματοδοτείται από 275 εκατομμύρια ευρώ σε επιχορηγήσεις της ΕΕ.

Η ψηφοφορία ήταν 381 υπέρ έναντι 167 κατά. Στοχοποίησε τα δίκτυα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και τον ισλαμιστικό εισοδισμό: την πολιτική επιρροή που καλλιεργείται εντός των καθιερωμένων θεσμών. Η Κος επέκρινε την δημοκρατική οπισθοδρόμηση της Τουρκίας, ενώ παράλληλα επιβεβαίωσε την αυξανόμενη στρατηγική της σημασία. Η Άγκυρα επιδιώκει βαθύτερη πρόσβαση στα οικονομικά και αμυντικά συστήματα της Ευρώπης.

Η επιχορήγηση προηγείται της ψηφοφορίας. Το ίδιο ισχύει και για τα αποδεικτικά στοιχεία. Κανένα κοινό κριτήριο κρατικής λογοδοσίας δεν συνδέει τις απαιτήσεις του Κοινοβουλίου με τη συνεργασία της Επιτροπής με την Άγκυρα.

Το μη δεσμευτικό ψήφισμα συνδέει το Συμβούλιο των Ευρωπαίων Μουσουλμάνων, ένα πανευρωπαϊκό όργανο-ομπρέλα, και το Europe Trust, ένα βρετανικό φιλανθρωπικό ίδρυμα με σημαντικές επενδύσεις σε ακίνητα, με το ευρωπαϊκό δίκτυο της Αδελφότητας Μουσουλμάνων. Απαιτεί τον εντοπισμό των επιχορηγήσεων της ΕΕ στους τελικούς δικαιούχους τους, τον περιορισμό της θεσμικής πρόσβασης, τον έλεγχο της ξένης χρηματοδότησης και την αξιολόγηση των συνδεδεμένων οντοτήτων βάσει των κριτηρίων ένταξης της ΕΕ στον κατάλογο τρομοκρατών. Ο τίτλος του υπόσχεται μια στρατηγική· οι λειτουργικές του διατάξεις δεν απαιτούν καμία.

Η πολιτική επιρροή δεν συνιστά απαραίτητα τρομοκρατία. Η ξένη χρηματοδότηση από μόνη της δεν συνιστά παρέμβαση. Το νομικό καθεστώς δεν θεμελιώνει αυτονομία. Οι ενώσεις, τα φιλανθρωπικά ιδρύματα και τα θρησκευτικά ιδρύματα μπορούν να είναι νόμιμα και να διοικούνται από το εξωτερικό, ακόμη και όταν ισχυρίζονται ότι εκπροσωπούν ολόκληρες κοινότητες. Το κριτήριο είναι ποιος τα διευθύνει, ποιος τα χρηματοδοτεί και ποιος ωφελείται.

Μετά την ανατροπή του Μοχάμεντ Μόρσι στην Αίγυπτο το 2013, η Τουρκία φιλοξένησε εξόριστους της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Μια μελέτη του 2025 από το Κέντρο Τεκμηρίωσης Πολιτικού Ισλάμ της Αυστρίας κατέγραψε ιδεολογικούς, προσωπικούς και οργανωτικούς δεσμούς μεταξύ του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) του Ερντογάν, του Millî Görüş, ενός τουρκικού ισλαμιστικού κινήματος, και των δικτύων της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην Ευρώπη.

Η μελέτη κατέγραψε επίσης πρόσωπα που συνδέονται με την Αδελφότητα και συμμετείχαν στη Συνάντηση Ευρωπαίων Μουσουλμάνων του 2019, η οποία διοργανώθηκε στη Γερμανία από την Τουρκική Ισλαμική Ένωση Θρησκευτικών Υποθέσεων (DITIB), μια θρησκευτική οργάνωση-ομπρέλα που είναι εγγεγραμμένη στη Γερμανία και συνδέεται θεσμικά με την Diyanet, την κρατική θρησκευτική αρχή της Τουρκίας. Η Diyanet και η Αδελφότητα παραμένουν θεσμικά διακριτές.
Μέσω οργανισμών όπως η DITIB, η οποία περιλαμβάνει σχεδόν 900 κοινότητες στη Γερμανία, η Diyanet διορίζει και επιβλέπει ιμάμηδες στο εξωτερικό. Το τουρκικό κράτος πληρώνει πολλούς από αυτούς. Οι διορισμοί, τα καθήκοντα αναφοράς, οι οδηγίες και η οικονομική εξάρτηση δημιουργούν μια αλυσίδα εξουσίας που εκτείνεται στην Άγκυρα.

Το 2017, ιμάμηδες που συνδέονται με την DITIB διαβίβασαν πληροφορίες σχετικά με οπαδούς του Φετουλάχ Γκιουλέν, τον οποίο η Άγκυρα κατηγόρησε για το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, αφού έλαβαν οδηγίες από την Diyanet. Η DITIB παραδέχτηκε τις διαβιβάσεις, αλλά αρνήθηκε την θεσμική ευθύνη για κατασκοπεία. Γερμανοί εισαγγελείς έκλεισαν τις έρευνες τον Δεκέμβριο του 2017 χωρίς να απαγγελθούν κατηγορίες.

Στις 7 Ιουνίου 2022, το Κοινοβούλιο προειδοποίησε ότι η Άγκυρα χρησιμοποιεί την Προεδρία για τους Τούρκους του Εξωτερικού και τις Συναφείς Κοινότητες και την DITIB για να επηρεάσει τη διασπορά της, διακινδυνεύοντας να παρέμβει στις δημοκρατικές διαδικασίες των κρατών μελών.

Ένα κράτος δεν παύει να ασκεί κρατική εξουσία επειδή την ασκεί μέσω της θρησκείας.

Η ευρωπαϊκή συνταγματική προστασία επεκτείνεται στους πιστούς, τις κοινότητες και τα θρησκευτικά ιδρύματα. Δεν παρέχει ούτε πολιτική εξουσία επί των Ευρωπαίων πολιτών σε ξένες κυβερνήσεις ούτε ασυλία από τους νόμους κατά της κατασκοπείας, των παράνομων παρεμβάσεων και της παράνομης χρηματοδότησης.

Ένα από τα πέντε σχέδια προτάσεων κατονόμαζε την Diyanet, ενώ το ψήφισμα που εγκρίθηκε δεν το έκανε. Οι διατάξεις του αφορούν τη χρηματοδότηση που συνδέεται με την Τουρκία και την πρόσβαση σε ιδρύματα, όχι την ιεραρχία των κληρικών στην Άγκυρα.

Το Μητρώο Διαφάνειας της ΕΕ γενικά εξαιρεί τις θρησκευτικές ενώσεις, αν και όχι τα γραφεία που έχουν συσταθεί για την εκπροσώπησή τους ενώπιον των θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Η προτεινόμενη οδηγία της Ένωσης σχετικά με την εκπροσώπηση ξένων συμφερόντων καλύπτει δραστηριότητες που αποσκοπούν στην επιρροή δημόσιων αποφάσεων εκ μέρους τρίτων χωρών. Καμία από τις δύο δεν αντιμετωπίζει την εξουσία της ξένης κυβέρνησης επί του κλήρου, από μόνη της, ως καλυπτόμενη εκπροσώπηση συμφερόντων. Ο έλεγχος αυτής της εξουσίας παραμένει σε μεγάλο βαθμό στην αρμοδιότητα των επιμέρους κρατών μελών.

Η συγχώνευση του ελέγχου των ισλαμιστικών δικτύων με την εχθρότητα προς τους Μουσουλμάνους προστατεύει τα πολιτικά κινήματα και τον ξένο θρησκευτικό έλεγχο από την λογοδοσία. Η αντιμετώπιση της λατρείας, της καταγωγής ή της ταυτότητας των Μουσουλμάνων ως απόδειξη απιστίας ενισχύει τον ισλαμιστικό ισχυρισμό ότι οι Μουσουλμάνοι δεν μπορούν να ανήκουν στην Ευρώπη και επιτρέπει στον Ερντογάν να ισχυρίζεται ότι τους προστατεύει. Ο ένας μπερδεύει την ελευθερία με την ασυλία. Ο άλλος μπερδεύει την ταυτότητα με την ενοχή.

Οι μουσουλμάνοι πολίτες της Ευρώπης δεν αποτελούν το πολιτικό εκλογικό σώμα της Άγκυρας.

Η αυστριακή μελέτη προσδιόρισε τη Χαμάς ως τον τελευταίο σημαντικό εταίρο του ΑΚΡ εντός του στρατοπέδου της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Στις 12 Μαρτίου 2026, το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ προσδιόρισε την Hayat Yolu, με έδρα την Τουρκία, ως επιχειρησιακό αρχηγείο, τραπεζικό και χρηματοοικονομικό κόμβο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και της επέβαλε κυρώσεις για υλική υποστήριξη της στρατιωτικής πτέρυγας της Χαμάς. Στις 23 Ιουλίου, το Υπουργείο Οικονομικών όρισε τον Μαχμούντ αλ-Αμπιάρι, ανώτερο αξιωματούχο της Αιγύπτιας Αδελφότητας με έδρα τη Βρετανία, για την υποστήριξη της συγκέντρωσης κεφαλαίων για την Hayat Yolu και μια άλλη οργάνωση που είχε προηγουμένως τιμωρηθεί στην Τουρκία.

Σε αντίθεση με την άμεση εξουσία της επί του κλήρου στο εξωτερικό, η ευθύνη της Άγκυρας για τους χρηματοδότες που δραστηριοποιούνται στην Τουρκία έγκειται στην επιβολή του νόμου. Το οικονομικό ίχνος χρονολογείται πριν από τις 7 Οκτωβρίου 2023. Το 2019, η Ουάσιγκτον επέβαλε κυρώσεις στην Redin Exchange με έδρα την Τουρκία για μια μεταφορά 10 εκατομμυρίων δολαρίων προς τη στρατιωτική πτέρυγα της Χαμάς. Το 2022, αποκάλυψε ένα μυστικό επενδυτικό χαρτοφυλάκιο της Χαμάς που ξεπερνούσε τα 500 εκατομμύρια δολάρια, συμπεριλαμβανομένων εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην Τουρκία.

Η Τουρκία ήταν επίσης ένας κύριος διάδρομος διέλευσης για τους Ευρωπαίους τζιχαντιστές που ταξίδευαν από και προς τη Συρία κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, συμπεριλαμβανομένων των νεοσύλλεκτων του ISIS. Στις 5 Ιανουαρίου 2023, η Ουάσινγκτον και η Άγκυρα στόχευσαν από κοινού ένα δίκτυο χρηματοδότησης του ISIS. Οι αμερικανικές αρχές επέβαλαν κυρώσεις· οι τουρκικές αρχές πάγωσαν περιουσιακά στοιχεία.

Τον Ιούνιο του 2024, η Ομάδα Χρηματοοικονομικής Δράσης (Financial Action Task Force), η παγκόσμια αρχή κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, αφαίρεσε την Τουρκία από τη γκρίζα λίστα της, αφού αναγνώρισε αυστηρότερες οικονομικές έρευνες, εποπτεία και επιβολή του νόμου.

Οι χαρακτηρισμοί ως τρομοκρατικοί διαμορφώνουν την επιβολή του νόμου, τις οικονομικές έρευνες και τη συνεργασία στις υπηρεσίες πληροφοριών. Παρ’ όλα αυτά, ο Ερντογάν νομιμοποιεί τη Χαμάς ως αντίσταση, παρά τον χαρακτηρισμό της ως τρομοκρατικής οργάνωσης από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η άρνηση της Άγκυρας να αναγνωρίσει τη Χαμάς ως τρομοκρατική οργάνωση είναι πολιτική επιλογή και όχι περιορισμός στην επιβολή του νόμου.

Η απειλή της Χαμάς στην Ευρώπη επεκτάθηκε πέρα ​​από τη χρηματοδότηση. Τον Δεκέμβριο του 2023, η γερμανική και η ολλανδική αστυνομία συνέλαβαν ύποπτους για τη συμμετοχή της Χαμάς στο Βερολίνο και το Ρότερνταμ, κατηγορούμενους για προετοιμασία επιθέσεων εναντίον εβραϊκών ιδρυμάτων. Οι ερευνητές αποκάλυψαν επίσης μια κρυψώνα όπλων που συνδέεται με τη Χαμάς στη Βιέννη. Τον Νοέμβριο του 2025, η Μοσάντ αποκάλυψε ευρωπαϊκές έρευνες για ύποπτη εμπλοκή…

Μέλη της Χαμάς με έδρα την Τουρκία σχεδιάζουν επιθέσεις.

Από τις 7 Οκτωβρίου 2023, η Μοσάντ, η Σιν Μπετ και οι ισραηλινές στρατιωτικές υπηρεσίες πληροφοριών έχουν εντείνει τη συλλογή πληροφοριών για την Τουρκία και τη Χαμάς, ξεχωριστά και όπου διασταυρώνονται τα δίκτυά τους. Οι ισραηλινές πληροφορίες σχετικά με τη διοίκηση, τη χρηματοδότηση, τους μεσάζοντες και τους επιχειρησιακούς δεσμούς της Χαμάς στο εξωτερικό έχουν συμβάλει σε έρευνες που αφορούν την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος (BfV) της Γερμανίας και τη Διεύθυνση Κρατικής Ασφάλειας και Πληροφοριών (DSN) της Αυστρίας. Η Υπηρεσία Ασφάλειας και Πληροφοριών (PET) της Δανίας έχει διερευνήσει ξεχωριστά διασυνοριακές απειλές. Μια συμφωνία του 2018 προβλέπει στρατηγική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ισραηλινών αρχών επιβολής του νόμου και της Europol.

Η Ευρώπη έχει το ιστορικό της θεσμικής επιρροής της Άγκυρας, των οικονομικών στοιχείων της Ουάσιγκτον και των επιχειρησιακών πληροφοριών του Ισραήλ.

Το ΝΑΤΟ δεσμεύει την Άγκυρα με τη συλλογική άμυνα, όχι με τον χαρακτηρισμό της Χαμάς από τους συμμάχους της ή τις αντιτρομοκρατικές τους πολιτικές.

Η Ευρώπη έχει ήδη νόμους κατά της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, εξουσίες δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων, ειδικές κυρώσεις κατά της Χαμάς και κανόνες κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Οι αμερικανικές ονομασίες δεν ενεργοποιούν αυτόματα τις ευρωπαϊκές κυρώσεις. Οι ευρωπαϊκές αρχές μπορούν να αξιολογήσουν τα αποδεικτικά στοιχεία και να επιβάλουν κυρώσεις όπου το επιτρέπει η νομοθεσία της ΕΕ.

Η Τουρκία επιδιώκει πρόσβαση στο SAFE, το πλαίσιο χρηματοδότησης και προμηθειών της ΕΕ για την άμυνα, και ένταξη στον SEPA, τον Ενιαίο Χώρο Πληρωμών σε Ευρώ για τυποποιημένες μεταφορές σε ευρώ. Το SAFE θέτει όρους για τη συμμετοχή τρίτων χωρών σε ισχύουσες συμφωνίες και διασφαλίσεις σχετικά με τον ξένο έλεγχο, τις ευαίσθητες πληροφορίες και τις αλυσίδες εφοδιασμού. Ο SEPA εφαρμόζει ξεχωριστά κριτήρια συστήματος πληρωμών και συμμόρφωσης. Κανένα από τα δύο δεν προσφέρει αυτόματη ένταξη.

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεις, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των θρησκευτικών ιδρυμάτων στο εξωτερικό και την αντίδρασή της στους χρηματοδότες της Χαμάς στο εσωτερικό ως άσχετες με τη στρατηγική συνεργασία.

Η Ευρώπη γνωρίζει. Επιλέγει να μην συνδέει αυτά που γνωρίζει με αυτά που κάνει.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών παρεμβάσεων στην ενημέρωση. Η εικόνα με 26 μέσα ενημέρωσης που έκλεισαν ή τέθηκαν υπό κρατικό έλεγχο αποτυπώνει μόνο μέρος της πραγματικότητας. Την ίδια ώρα, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν καταγγέλλει το Ισραήλ και δυτικές κυβερνήσεις για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ελευθερίας του Τύπου, δημιουργώντας έντονη αντίφαση ανάμεσα στη διεθνή ρητορική της Άγκυρας και στην κατάσταση στο εσωτερικό της χώρας.

Δημοσιεύτηκε

στις

Του Χρήστου Κωνσταντινίδη

Μια εικόνα που κυκλοφορεί στην Τουρκία παρουσιάζει τα τηλεοπτικά κανάλια, τις εφημερίδες και τα ειδησεογραφικά πρακτορεία που έχουν βρεθεί στο στόχαστρο των τουρκικών αρχών από το 2015 μέχρι και τις 14 Οκτωβρίου 2026.

Τα ονόματα είναι χαρακτηριστικά: Kanaltürk, Bugün TV, Zaman, Today’s Zaman, Cihan, Samanyolu, TELE1 και, πλέον, Halk TV.

Συνολικά, η συγκεκριμένη καταγραφή περιλαμβάνει 26 ονομασίες. Δεν πρόκειται, όμως, αποκλειστικά για οριστικά κλεισμένα μέσα ενημέρωσης. Ο κατάλογος συνδυάζει επιχειρήσεις που έκλεισαν με κυβερνητικά διατάγματα, σταθμούς που καταλήφθηκαν από διορισμένους διαχειριστές και περιπτώσεις στις οποίες διεκόπη η ανεξάρτητη ειδησεογραφική λειτουργία.

Η πραγματική έκταση των παρεμβάσεων είναι μεγαλύτερη.

Μόνο τον Ιούλιο του 2016, μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος, η τουρκική κυβέρνηση διέταξε το κλείσιμο 45 εφημερίδων, 16 τηλεοπτικών σταθμών, 23 ραδιοφώνων, 15 περιοδικών και 29 εκδοτικών οίκων και εταιρειών διανομής. Το Committee to Protect Journalists (CPJ) κατήγγειλε τότε το πρωτοφανές εύρος των εκκαθαρίσεων στον χώρο της ενημέρωσης.

Από τη Zaman στη Samanyolu: Η μεγάλη εκκαθάριση του 2016

Η πρώτη μεγάλη φάση των παρεμβάσεων άρχισε πριν από το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016.

Ήδη από το 2015, οι τουρκικές αρχές είχαν παρέμβει στη λειτουργία τηλεοπτικών και δημοσιογραφικών οργανισμών που θεωρούνταν συνδεδεμένοι με το κίνημα του Φετουλάχ Γκιουλέν.

Ακολούθησε, τον Μάρτιο του 2016, η επιβολή δικαστικά διορισμένων διαχειριστών στην εφημερίδα Zaman και στην αγγλόφωνη έκδοσή της, Today’s Zaman. Αστυνομικές δυνάμεις εισήλθαν στις εγκαταστάσεις, ενώ δημοσιογράφοι απομακρύνθηκαν ή παραιτήθηκαν.

Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, η κυβέρνηση χρησιμοποίησε τις έκτακτες εξουσίες της για να κλείσει μεγάλο αριθμό μέσων, επικαλούμενη δεσμούς τους με οργανώσεις τις οποίες κατηγορούσε για τρομοκρατική δράση.

Ανάμεσά τους βρίσκονταν τα Kanaltürk, Bugün, Millet, Samanyolu TV, Samanyolu Haber, Can Erzincan TV και Cihan News Agency.

Το ίδιο μοτίβο επεκτάθηκε και σε κουρδικά μέσα ενημέρωσης. Τον Οκτώβριο του 2016, νέες αποφάσεις οδήγησαν στο κλείσιμο τουλάχιστον 15 ακόμη ειδησεογραφικών οργανισμών, μεταξύ των οποίων κουρδικά πρακτορεία και εφημερίδες.

Η τουρκική κυβέρνηση υποστήριζε ότι ενεργούσε για την προστασία της εθνικής ασφάλειας και την αντιμετώπιση οργανώσεων που θεωρούσε υπεύθυνες για την απόπειρα ανατροπής της.

Ανθρωπιστικές οργανώσεις και διεθνείς ενώσεις δημοσιογράφων επισήμαιναν, ωστόσο, ότι οι μαζικές αποφάσεις, η περιορισμένη δικαστική προστασία και η γενικευμένη επίκληση της τρομοκρατίας δημιουργούσαν σοβαρούς κινδύνους για την ελευθερία της ενημέρωσης.

Οκτώβριος 2026: Το Halk TV εκτός ζωντανής μετάδοσης

Η υπόθεση επανήλθε με ιδιαίτερη ένταση στις 14 Οκτωβρίου 2026.

Τουρκικές αστυνομικές δυνάμεις εισήλθαν τα ξημερώματα στις εγκαταστάσεις του Halk TV στην Κωνσταντινούπολη. Ο τηλεοπτικός σταθμός, γνωστός για την αντιπολιτευτική του γραμμή, τέθηκε υπό τη διοίκηση διορισμένου διαχειριστή και οι ζωντανές μεταδόσεις του διακόπηκαν.

Οι εισαγγελικές αρχές συνέδεσαν την επιχείρηση με έρευνα για οικονομικά αδικήματα που αφορούσαν τον ιδιοκτήτη του σταθμού, Καφέρ Μαχίρογλου. Εκείνος αρνήθηκε τις κατηγορίες και απέδωσε την επέμβαση σε πολιτικά κίνητρα.

Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε ενώ το Halk TV κάλυπτε συστηματικά την υπόθεση του φυλακισμένου δημάρχου Κωνσταντινούπολης Εκρέμ Ιμάμογλου και τις εξελίξεις στην τουρκική αντιπολίτευση.

Η Human Rights Watch χαρακτήρισε την ανάληψη ελέγχου του σταθμού ακόμη μία παρέμβαση εις βάρος ανεξάρτητης δημοσιογραφικής φωνής.

Δεν είναι η μοναδική πρόσφατη περίπτωση.

Σύμφωνα με την ανεξάρτητη τουρκική δημοσιογραφική πλατφόρμα Bianet, από τον Μάρτιο του 2025 μέχρι τον Οκτώβριο του 2026, συνολικά δέκα τηλεοπτικοί σταθμοί πέρασαν σε καθεστώς διοίκησης από κρατικά διορισμένους διαχειριστές.

Σε αυτούς περιλαμβάνονται τα Flash Haber TV, Ekotürk TV, Habertürk TV, Show TV, Bloomberg HT, HT Spor, Show Türk, Show Max, TELE1 και Halk TV.

Εδώ υπάρχει μία κρίσιμη διαφορά: αρκετοί από τους σταθμούς συνέχισαν να μεταδίδουν πρόγραμμα υπό τη νέα διοίκηση. Στο TELE1, όμως, ανεστάλησαν οι ζωντανές ειδησεογραφικές μεταδόσεις, ενώ στο Halk TV διακόπηκε η ζωντανή εκπομπή μετά την αστυνομική επέμβαση.

Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν ένας σταθμός εξακολουθεί να εκπέμπει. Είναι ποιος αποφασίζει για τη διοίκησή του, ποιος ελέγχει τη δημοσιογραφική γραμμή και κατά πόσον οι δημοσιογράφοι έχουν τη δυνατότητα να εργάζονται χωρίς κρατική πίεση.

Η φίμωση περνά και στο διαδίκτυο

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται πλέον στις τηλεοπτικές συχνότητες και στον έντυπο Τύπο.

Τον Οκτώβριο του 2026, η Τουρκία βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο διεθνών αντιδράσεων για περιορισμούς στην πρόσβαση σε ανεξάρτητες ειδησεογραφικές ιστοσελίδες και λογαριασμούς κοινωνικών δικτύων.

Περισσότερες από 20 οργανώσεις υπεράσπισης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων η Human Rights Watch και η ARTICLE 19, κάλεσαν τις ψηφιακές πλατφόρμες να αντισταθούν σε δικαστικές εντολές αποκλεισμού περισσότερων από 1.200 λογαριασμών.

Οι λογαριασμοί αφορούσαν δημοσιογράφους, πανεπιστημιακούς, ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στον αποκλεισμό της ανεξάρτητης ειδησεογραφικής ιστοσελίδας T24.

Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στη διεθνή αξιολόγηση της χώρας.

ΚΑΤΑΤΑΞΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ

163η / 180

Τουρκία, 2026 – Reporters Without Borders

Η Freedom House αναφέρει επίσης ότι μεγάλο μέρος των τουρκικών μέσων ανήκει σε επιχειρηματικούς ομίλους με κυβερνητικές διασυνδέσεις, ενώ οι ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι αντιμετωπίζουν διώξεις, πρόστιμα, περιορισμούς και συλλήψεις.

Ο Ερντογάν καταγγέλλει το Ισραήλ και τη Δύση για τα ανθρώπινα δικαιώματα

Η αντίφαση αποκτά ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα όταν εξετάσει κανείς τη διεθνή ρητορική της τουρκικής κυβέρνησης.

Ο Ερντογάν εμφανίζεται συστηματικά ως υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καταγγέλλοντας άλλες χώρες για παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου και για περιορισμούς των ελευθεριών.

Πρώτος στόχος των κατηγοριών του είναι το Ισραήλ.

Στην ομιλία του στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, στις 22 Σεπτεμβρίου 2026, κατηγόρησε την ισραηλινή κυβέρνηση για εγκλήματα στη Γάζα, επικρίνοντας παράλληλα την αδυναμία των διεθνών οργανισμών να προστατεύσουν τους Παλαιστινίους.

Το Ισραήλ απορρίπτει τις τουρκικές κατηγορίες περί γενοκτονίας.

Η τουρκική προεδρία έχει προχωρήσει ακόμη περισσότερο στο πεδίο της ελευθερίας του Τύπου.

Τον Δεκέμβριο του 2025, η Διεύθυνση Επικοινωνίας της Προεδρίας εξέδωσε βιβλίο με τίτλο Murdering the Truth: Israel’s Campaign Against Journalism, με πρόλογο του Ερντογάν, κατηγορώντας το Ισραήλ για στοχοποίηση δημοσιογράφων και καταστροφή δημοσιογραφικών υποδομών στη Γάζα.

Η τουρκική πλευρά ασκεί επίσης κριτική σε ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ιδιαίτερα για τη στάση τους απέναντι στον πόλεμο στη Γάζα, την ισλαμοφοβία, τον ρατσισμό και την προστασία των μειονοτήτων.

Σε επίσημες δηλώσεις του, ο Ερντογάν έχει κατηγορήσει δυτικές χώρες για επιλεκτική εφαρμογή της Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καταλογίζοντάς τους υποκρισία. Έχει επίσης επικρίνει τη Γερμανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες για ανεπαρκή αντίδραση στις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Οι καταγγελίες αυτές πρέπει ασφαλώς να εξετάζονται με βάση τα πραγματικά περιστατικά. Η κατάσταση των δημοσιογράφων στη Γάζα, οι περιορισμοί πρόσβασης ξένων ανταποκριτών και οι καταγγελίες παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελούν σοβαρά ζητήματα που έχουν τεθεί και από διεθνείς δημοσιογραφικούς οργανισμούς.

Υπάρχει, όμως, ένα ουσιώδες ζήτημα συνέπειας: οι αρχές της ελευθερίας της έκφρασης και της προστασίας των δημοσιογράφων οφείλουν να εφαρμόζονται και στο εσωτερικό μιας χώρας που επικαλείται αυτές τις αξίες στη διεθνή σκηνή.

Η Ευρώπη επικρίνει, αλλά συνεργάζεται με την Άγκυρα

Το θέμα αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς η Τουρκία επιχειρεί να αναβαθμίσει τις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η επίτροπος Διεύρυνσης Μάρτα Κος, στις 9 Οκτωβρίου 2026, επισήμανε ότι οι τελευταίες παρεμβάσεις της Άγκυρας στην ελευθερία των μέσων ενημέρωσης και στα ατομικά δικαιώματα απομακρύνουν τη χώρα από τις απαιτούμενες ευρωπαϊκές δημοκρατικές προδιαγραφές.

Παράλληλα, αναγνώρισε την αυξανόμενη στρατηγική σημασία της Τουρκίας για την Ευρώπη, ιδιαίτερα σε θέματα άμυνας, περιφερειακής ασφάλειας και οικονομικής συνεργασίας.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται το ευρωπαϊκό δίλημμα.

Η Άγκυρα επιδιώκει συμμετοχή σε ευρωπαϊκά αμυντικά και χρηματοπιστωτικά προγράμματα, μεταξύ των οποίων τα SAFE και SEPA, την ώρα που η κατάσταση στο εσωτερικό της χώρας προκαλεί αντιδράσεις για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, τη μεταχείριση της αντιπολίτευσης και την ελευθερία της δημοσιογραφίας.

Το Reuters κατέγραψε τον Ιούλιο του 2026 ότι αρκετοί δυτικοί σύμμαχοι της Τουρκίας έχουν περιορίσει τη δημόσια κριτική τους για τις παραβιάσεις δικαιωμάτων, δίνοντας μεγαλύτερη προτεραιότητα στη στρατηγική και αμυντική συνεργασία με την Άγκυρα.

Το ερώτημα που παραμένει

Η εικόνα με τα 26 μέσα ενημέρωσης δεν αποτυπώνει το σύνολο των περιορισμών που έχουν επιβληθεί στον τουρκικό Τύπο από το 2015.

Πίσω από τις ονομασίες βρίσκονται δημοσιογράφοι που έχασαν τη δουλειά τους, επιχειρήσεις που πέρασαν σε κρατικό έλεγχο, ειδησεογραφικά προγράμματα που διακόπηκαν και πολίτες που είδαν τις δυνατότητες ανεξάρτητης ενημέρωσης να περιορίζονται.

Η κυβέρνηση Ερντογάν επικαλείται την εθνική ασφάλεια, την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και τη διερεύνηση οικονομικών αδικημάτων για τις ενέργειές της. Οι διεθνείς οργανώσεις για την ελευθερία του Τύπου, αντιθέτως, καταγράφουν ένα διαρκές πρόβλημα πολιτικής πίεσης και περιστολής της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας.

Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την Τουρκία. Αγγίζει και την αξιοπιστία της διεθνούς συζήτησης για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Όταν ο Ερντογάν επικρίνει το Ισραήλ και τη Δύση για την ελευθερία της έκφρασης, οι ίδιες αρχές επιβάλλουν να εξετάζεται και η μεταχείριση των δημοσιογράφων στην Κωνσταντινούπολη, στην Άγκυρα και στην υπόλοιπη τουρκική επικράτεια.

Η ελευθερία του Τύπου δεν κρίνεται από τις δηλώσεις ενός ηγέτη για τις παραβιάσεις άλλων κρατών, αλλά από το εάν οι δημοσιογράφοι στη δική του χώρα μπορούν να ελέγχουν την εξουσία χωρίς να κινδυνεύουν με διώξεις ή απώλεια της ανεξαρτησίας τους.

Και αυτή είναι η αντίφαση που αναδεικνύεται από τη δεκαετή καταγραφή των παρεμβάσεων στα τουρκικά μέσα ενημέρωσης.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Αρμενία–Ινδία: Στο τραπέζι παραγωγή Pinaka Mk2 – Τα ανοίγματα σε ΕΕ και ΗΠΑ

Συζητήσεις για παραγωγή ινδικών πυραύλων στην Αρμενία, στενότερες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και επαφές στην Ουάσιγκτον συνθέτουν την ατζέντα του δελτίου «Η φωνή της Αρμενίας», με τη Λιάνα Μανουκιάν. Παράλληλα, το Ερεβάν υποδέχεται υψηλόβαθμους αξιωματούχους του ΟΗΕ ενόψει της COP17 για τη βιοποικιλότητα.

Δημοσιεύτηκε

στις

Στο ενδεχόμενο τοπικής παραγωγής και συναρμολόγησης πυραύλων Pinaka Mk2 επικεντρώνονται οι συζητήσεις Αρμενίας και Ινδίας, σύμφωνα με πληροφορίες που παρουσιάστηκαν στο δελτίο. Η προοπτική αυτή αφορά την ενίσχυση της στρατιωτικοβιομηχανικής συνεργασίας και τη διασφάλιση σταθερότερων προμηθειών πυρομαχικών για τις αρμενικές Ένοπλες Δυνάμεις.

Όπως μεταδόθηκε, η Αρμενία διαθέτει ήδη ινδικά συστήματα Pinaka, με αναφορά σε κατευθυνόμενους πυραύλους Mk2 και μη κατευθυνόμενους αυξημένης εμβέλειας ER. Μια πιθανή συμφωνία θα μπορούσε να επιτρέψει στο Ερεβάν να αναπτύξει σταδιακά δικές του παραγωγικές δυνατότητες, περιορίζοντας την εξάρτηση από εισαγωγές.

Η ινδική πλευρά, σύμφωνα με το δημοσίευμα που επικαλείται η εκπομπή, αναμένεται να συνδράμει με τεχνική υποστήριξη, οργάνωση της παραγωγής και εκπαίδευση Αρμενίων ειδικών. Στην αρχική φάση, η συναρμολόγηση θα μπορούσε να βασιστεί σε ινδικά εξαρτήματα, με σταδιακή αύξηση της τοπικής συμμετοχής.

Το σχέδιο παραμένει υπό συζήτηση. Στο δελτίο δεν παρουσιάζεται υπογεγραμμένη σύμβαση ή συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα λειτουργίας μονάδας παραγωγής. Επισημαίνεται, μάλιστα, ότι η πλήρης εγχώρια κατασκευή σύνθετων κατευθυνόμενων πυραύλων προϋποθέτει χρόνο και ανάπτυξη των απαραίτητων τεχνολογιών.

Στενότερα με την Ευρώπη, ανοιχτή η κατάληξη

Στο διπλωματικό πεδίο, ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν οι δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών και Διεθνούς Εμπορίου Αραράτ Μιρζογιάν στο Φόρουμ Ασφαλείας της Βαρσοβίας.

Ο επικεφαλής της αρμενικής διπλωματίας περιέγραψε τις σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση ως στενότερες και βαθύτερες από ποτέ, υπογραμμίζοντας ότι η συνεργασία επεκτείνεται πέρα από το εμπόριο και την οικονομία, στην ασφάλεια και την εξωτερική πολιτική.

Ωστόσο, απέφυγε να προεξοφλήσει την πλήρη ένταξη της χώρας. Η δημόσια συζήτηση στην Αρμενία βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο, ενώ παραμένει ανοιχτό το ζήτημα των τελικών αποφάσεων και των δύο πλευρών. Στην επίσημη τοποθέτησή του αναφέρεται ότι ο σχετικός αρμενικός νόμος ψηφίστηκε την άνοιξη του 2025.

Ο Μιρζογιάν αναφέρθηκε επίσης στους ιστορικά στενούς δεσμούς με τη Ρωσία. Η τοποθέτησή του καταγράφει την προσπάθεια του Ερεβάν να διευρύνει τις ευρωπαϊκές του σχέσεις, συνυπολογίζοντας τις περιφερειακές ισορροπίες.

Στο ίδιο φόρουμ, ο Αρμένιος υπουργός συναντήθηκε με τον Ουκρανό ομόλογό του, Αντρίι Σιμπίχα. Σύμφωνα με το δελτίο, εξετάστηκαν η ανάπτυξη των διμερών σχέσεων, η επέκταση των εμπορικών ανταλλαγών, η συνεργασία σε πολυμερή σχήματα και οι διεθνείς και περιφερειακές εξελίξεις.

Αμυντικές και οικονομικές επαφές στις ΗΠΑ

Η αρμενική παρουσία στην Ουάσιγκτον είχε αμυντικό και οικονομικό περιεχόμενο.

Αντιπροσωπεία υπό τον αναπληρωτή υπουργό Άμυνας συμμετείχε στην ετήσια συνάντηση και έκθεση της Ένωσης Στρατού των Ηνωμένων Πολιτειών, AUSA, επισκεπτόμενη και τα εκθεσιακά περίπτερα.

Παράλληλα, ο πρέσβης της Αρμενίας στις ΗΠΑ συναντήθηκε με τον πρόεδρο της αμερικανικής Τράπεζας Εξαγωγών–Εισαγωγών, Τζον Γιοβάνοβιτς. Στο επίκεντρο βρέθηκαν η διεύρυνση των οικονομικών σχέσεων, οι προοπτικές αμερικανικών εξαγωγών, τα κοινά έργα και η διοργάνωση επιχειρηματικών επισκέψεων.

Το Ερεβάν υποδέχεται τον ΟΗΕ

Το δελτίο αναφέρεται στην προγραμματισμένη επίσκεψη του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες στις 15–16 Οκτωβρίου, ενόψει της COP17 για τη βιοποικιλότητα. Στο πρόγραμμα περιλαμβάνονται συναντήσεις με τον πρωθυπουργό Νικόλ Πασινιάν και τον πρόεδρο Βαχάγκν Χατσατουριάν.

Προβλέπεται επίσης παρουσίαση παγκόσμιας έκθεσης για την πρόοδο εφαρμογής του Παγκόσμιου Πλαισίου Κουνμίνγκ–Μόντρεαλ για τη Βιοποικιλότητα, που εγκρίθηκε το 2022. Η ίδια η COP17 έχει προγραμματιστεί για τις 19–30 Οκτωβρίου 2026 στο Ερεβάν.

Στις συναφείς συναντήσεις συμμετέχει και ο αναπληρωτής διοικητής του Αναπτυξιακού Προγράμματος του ΟΗΕ, Χαολιάνγκ Σου, ο οποίος επισκέπτεται την Αρμενία στις 14–17 Οκτωβρίου. Η ατζέντα συνδέει την προστασία της φύσης με τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αναπτυξιακή χρηματοδότηση.

Η αρχαία Αρμενία στο Μουσείο Ακρόπολης

Ξεχωριστή θέση στο δελτίο κατέχει η πολιτιστική συνεργασία με την Ελλάδα και την Κύπρο.

Σύμφωνα με όσα μεταδόθηκαν, στις 19 Νοεμβρίου προγραμματίζονται τα εγκαίνια της έκθεσης «Αρχαία Αρμενία» στο Μουσείο Ακρόπολης. Θα παρουσιαστούν περισσότερα από 170 αντικείμενα, από τη λίθινη εποχή μέχρι την υιοθέτηση του χριστιανισμού, αναδεικνύοντας παράλληλα τους ιστορικούς δεσμούς των δύο λαών.

Η έκθεση προβλέπεται να διαρκέσει τρεις μήνες και να συνοδευτεί από εικονογραφημένη έκδοση. Στη Λευκωσία, το δελτίο αναφέρει ότι εγκαινιάστηκε στις 9 Οκτωβρίου η έκθεση «Πίστη και ταυτότητα», αφιερωμένη στη χριστιανική κληρονομιά και στους πολιτιστικούς δεσμούς Αρμενίας και Κύπρου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO22 λεπτά πριν

Η Ευρώπη γνωρίζει, αλλά κάνει τα στραβά μάτια! Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας με Χαμάς και ισλαμιστικά δίκτυα

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεων, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των...

Αναλύσεις53 λεπτά πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Αρμενία–Ινδία: Στο τραπέζι παραγωγή Pinaka Mk2 – Τα ανοίγματα σε ΕΕ και ΗΠΑ

Συζητήσεις για παραγωγή ινδικών πυραύλων στην Αρμενία, στενότερες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και επαφές στην Ουάσιγκτον συνθέτουν την ατζέντα...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Τομ Μπάρακ: Ο μυστικός παίκτης της τουρκικής αναβάθμισης; Το παιχνίδι ισχύος από τον Λευκό Οίκο ως την Ανατολική Μεσόγειο

F-35, S-400, Συρία, Κούρδοι και ενεργειακοί διάδρομοι: οι επιχειρηματικές διασυνδέσεις και τα γεωστρατηγικά ερωτήματα που οφείλει να εξετάσει η Ελλάδα.

Δημοφιλή