Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ραγδαία αύξηση – Στα όριά της η Κύπρος από ροές μεταναστών (πίνακας)

Δημοσιεύτηκε στις

Ραγδαία αύξηση σημείωσαν οι αιτήσεις πολιτικού ασύλου το 2018 κατατάσσοντας τη χώρα μας πρώτη στην Ευρώπη κατ’ αναλογία πληθυσμού. Σχεδόν διπλασιάστηκαν οι αιτητές που ζήτησαν διεθνή προστασία από την Κύπρο σε σύγκριση με το 2017, με την πλειονότητά τους να είναι Σύροι υπήκοοι.
Οι αφίξεις προσφύγων δια θαλάσσης ή μέσω κατεχομένων έχουν σημειώσει ρεκόρ για τη χρονιά που πέρασε, με τη χώρα μας να δοκιμάζει τα όριά της για τη φιλοξενία των ατόμων που ζητούν διεθνή προστασία. Οικογένειες, ασυνόδευτα παιδιά, άτομα κτυπημένα από τον πόλεμο στη Συρία, στιβάζονται σε ένα σαπιοκάραβο και αφού πληρώνουν αδρά τους διακινητές, έρχονται στα παράλια της Κύπρου ψάχνοντας μια δεύτερη ευκαιρία. Το πρόβλημα διογκούται λόγω της στάσης της Τουρκίας να διοχετεύει σιωπηρά Σύρους πρόσφυγες είτε μέσω κατεχομένων είτε διά θαλάσσης, με τις κατοχικές αρχές να μην τους παρεμποδίζουν. Η κατάσταση είναι μεν σήμερα διαχειρίσιμη, ωστόσο οι αρμόδιες Αρχές κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου πως αν συνεχιστούν οι ροές με τους ίδιους ρυθμούς, δεν θα υπάρχουν χώροι για να στεγαστούν οι πρόσφυγες ούτε και να τύχουν σωστού χειρισμού. Η Κύπρος ζητά από την ΕΕ ισότιμη διαχείριση των προσφύγων που προέρχονται κυρίως από τη Συρία, ώστε να δέχεται έναν αριθμό κατ’ αναλογία πληθυσμού και όχι η βοήθεια της ΕΕ να εξαντλείται σε μερικά εκατομμύρια ευρώ.
Για τη Λευκωσία το ζητούμενο ήταν και παραμένει η καθιέρωση μιας υποχρεωτικής ρήτρας για ανακατανομή, όταν θα υπάρχει κάλυψη ενός ορίου που θα καθορίζεται από την αναλογία πληθυσμού. Βασικός πυλώνας της κυβερνητικής πολιτικής είναι πως οι χώρες που δέχονται μεταναστευτικές ροές θα πρέπει να τυγχάνουν καλύτερου χειρισμού από την Ευρώπη ώστε να κατανέμονται ορθότερα και να μην υποστούν όλο το βάρος 4-5 χώρες. Ας δούμε το πρόβλημα μέσα από τους αριθμούς. Το 2018, οι νέοι αιτητές διεθνούς προστασίας που εγγράφηκαν στην Κύπρο ανήλθαν στις 7.761, σε σύγκριση με 4.582 αιτητές το 2017. Η πλειοψηφία των αιτητών είναι Σύροι υπήκοοι και ακολουθούν οι υπήκοοι Ινδίας, Μπαγκλαντές και Πακιστάν. Επιπλέον, σύμφωνα με τις τελευταίες εκθέσεις της Eurostat για το 2018, το υψηλότερο ποσοστό αιτητών διεθνούς προστασίας σε αναλογία πληθυσμού καταγράφηκε στην Κύπρο (2.484 αιτητές ανά ένα εκατομμύριο πληθυσμού).
Επίσης, σύμφωνα με στοιχεία του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης του υπουργείου Εσωτερικών, το 2018 δόθηκε προσφυγικό καθεστώς σε 191 άτομα (123 υποθέσεις), το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας σε 1.011 άτομα (693 υποθέσεις) ενώ απορρίφθηκαν 1.260 άτομα (1.196 υποθέσεις) και εκκρεμούν 3.197 υποθέσεις. Παράλληλα έκλεισε ο φάκελος 50 ατόμων (47 υποθέσεις), ενώ 699 άτομα (610 περιπτώσεις) έχουν προχωρήσει σε απόσυρση του αιτήματος. Για το 2017 τα στοιχεία αφορούν σε 4.582 αιτήσεις για πολιτικό άσυλο, ενώ δόθηκε το καθεστώς πρόσφυγα σε 224 άτομα, το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας σε 1.026 άτομα, απορρίφθηκαν 1.209 άτομα, έκλεισαν 44 φάκελοι και παραμένουν σε εκκρεμότητα 3.843.
Ενημερωτικά αναφέρεται ότι ένας αιτητής ασύλου που απορρίπτεται σε πρώτο βαθμό από την Υπηρεσία Ασύλου έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφυγών ή/και του Διοικητικού Δικαστηρίου. Σε περίπτωση που προσφύγει στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφυγών και απορριφθεί έχει και πάλι δικαίωμα να προσφύγει στο Διοικητικό Δικαστήριο. Σε περίπτωση που η αίτησή του απορριφθεί και δευτεροβάθμια (από το Διοικητικό Δικαστήριο), το άτομο θα πρέπει να εγκαταλείψει τη Δημοκρατία. Αυτή τη στιγμή γίνονται ενέργειες για τη σύσταση Ειδικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας που θα ασχολείται αποκλειστικά με υποθέσεις αλλοδαπών και έτσι υπολογίζεται ότι μια αίτηση θα εξετάζεται πολύ πιο γρήγορα απ’ ό,τι σήμερα, με αποτέλεσμα η Δημοκρατία να μπορεί να επιλαμβάνεται άμεσα των περιπτώσεων που έχουν απορριφθεί.
 
 
Στα €2 εκατ. το κόστος για Κοφίνου 
Το 2015 πρόσβαση στο σύστημα δημοσίου βοηθήματος είχαν 92 περιπτώσεις με ετήσια δαπάνη 601.000 ευρώ, 262 περιπτώσεις το 2016 με δαπάνη 810.000 ευρώ, το 2017 οι περιπτώσεις έφθασαν στις 737 με ετήσια δαπάνη 2,49 εκατ. ευρώ και το 2018 οι περιπτώσεις ξεπέρασαν τις χίλιες με τη δαπάνη να ξεπερνά το ένα εκατομμύριο ευρώ. 
Σημαντικοί είναι και οι οικονομικοί πόροι που απαιτούνται για τη λειτουργία του Κέντρου στην Κοφίνου. Από τις 903.000 ευρώ για το 2015, η δαπάνη αυξήθηκε στο 1,56 εκατ. ευρώ το 2016 και 1,6 εκατ. ευρώ το 2017, ενώ για το 2018 η δαπάνη αναμένεται ν’ αγγίξει τα δύο εκατομμύρια ευρώ. Στο οικονομικό σκέλος του προσφυγικού περιλαμβάνονται και οι οικογένειες προσφύγων που έχουν πρόσβαση στο Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα. Οι περιπτώσεις αυτές αφορούν, μόνο, δικαιούχους Διεθνούς Προστασίας. Με βάση επίσημα στοιχεία, από το 2015 έως το 2017 το ετήσιο ποσό σχεδόν τριπλασιάστηκε. Το 2015 3,79 εκατ. ευρώ για 672 περιπτώσεις/οικογένειες, 12,74 εκατ. ευρώ το 2016 για 1.497 περιπτώσεις/οικογένειες και το 2017 16,5 εκατ. ευρώ για 1.860 περιπτώσεις/οικογένειες.
 
Οι ροές μεταναστών μέσα από αριθμούς 
Για να γίνει ευδιάκριτο το σοβαρό πρόβλημα με τις προσφυγικές ροές στην Κύπρο, το μέτρο σύγκρισης είναι τα επίσημα στοιχεία του 2017. Σύμφωνα με τη Eurostat το μεγαλύτερο πρόβλημα το αντιμετωπίζει η Ελλάδα και το μικρότερο η Σλοβακία. Σε αυτές τις δύο χώρες, όπως προκύπτει και από τους αριθμούς, φαίνεται η ανομοιογένεια που επικρατεί στην πολιτική που εφαρμόζει η Ε.Ε. στο προσφυγικό. Η χώρα μας είναι στη δεύτερη θέση πίσω από την Ελλάδα με 4.582. 
ΕΛΛΑΔΑ:     5.295
ΚΥΠΡΟΣ:     4.582
ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ:     3.931
ΜΑΛΤΑ:     3.502
ΕΣΘΟΝΙΑ:     138
ΤΣΕΧΙΑ:     108
ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ:     98
ΠΟΛΩΝΙΑ:     79
ΣΛΟΒΑΚΙΑ:     27  
Τα στοιχεία με τον αριθμό αιτητών ασύλου είναι σε σχέση τον πληθυσμό, η δε αύξηση σε ό,τι αφορά την Κύπρο ήταν της τάξης του 56%. Η αύξηση στις μεταναστευτικές ροές συνεχίστηκε και το 2018, ενώ το ίδιο αναμένεται να γίνει και το 2019.
Όσον αφορά την παράνομη μετανάστευση, ο ακριβής αριθμός παραμένει αδιευκρίνιστος. Σε καθεστώς παράνομης διαμονής συγκαταλέγονται τα πρόσωπα που ενώ εισήλθαν νόμιμα στη Δημοκρατία, στη συνέχεια και ενώ έληξε η άδεια παραμονής τους παρέμειναν παράνομα στη χώρα, με αποτέλεσμα η διαμονή τους να χαρακτηριστεί ως παράνομη. 
Τέτοιες περιπτώσεις είναι οι απορριφθέντες αιτητές ασύλου που ενώ έπρεπε να αναχωρήσουν από την Κύπρο παρέμειναν εδώ παράνομα και άτομα των οποίων έχει λήξη η άδεια παραμονής τους καθώς καταδικασθέντες για ποινικά αδικήματα. Σύμφωνα με στοιχεία της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Αστυνομίας, από το 2008 έως το 2018 ο κατάλογος των προσώπων που αναζητούνται έχει ανέλθει στις 13 χιλιάδες και αφορά άτομα των οποίων η άδεια έχει λήξη και έχουν καταγγελθεί. Εκτιμάται όμως ότι ο συνολικός αριθμός όσων διαμένουν παράνομα στην Κύπρο είναι μεγαλύτερος, αλλά δεν είναι δυνατόν να είναι γνωστός επ’ αρκιβώς. Υπολογίζεται από πλευράς Αστυνομίας, ότι οι παράνομοι εντός Κυπριακής Δημοκρατίας να ξεπερνούν τις 20.000. Στην προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος, έχει προταθεί η επανεξέταση του δικαιώματος διέλευσης υπηκόων τρίτων χωρών, οι οποίοι δεν υπόκεινται σε καθεστώς εθνικής θεώρησης από μη νόμιμα σημεία εισόδου. Ως παράγοντες που βοηθούν στην παράνομη μετανάστευση είναι:
  • Η Πράσινη Γραμμή και τα αντικειμενικά προβλήματα ελέγχου μιας τόσο μεγάλης έκτασης.
  • Έλλειψη μηχανισμών ελέγχου και επιβολής κυρώσεων.
  • Αδυναμία απέλασης/ πληρότητα χώρων κράτησης.
  • Οικονομικοί λόγοι.
  • Η υποβοήθηση των μεταναστών και προσφύγων από τις κατοχικές αρχές που δεν επεμβαίνουν για να ανακόψουν τη διέλευσή τους στις ελεύθερες περιοχές.
Σύμφωνα με στοιχεία της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (ΥΑΜ) της Αστυνομίας το 2015 οι απελάσεις αλλοδαπών έφτασαν τις 1.764, το 2016 τις 944 και το 2017 οι αναγκαστικές επιστροφές ανήλθαν σε 550. Το κόστος κράτησης ανά άτομο υπολογίζεται στα 2.500 ευρώ το μήνα. Άλλα 200 πρόσωπα αναχωρούν κάθε χρόνο καθ’ υπόδειξη, ενώ η ΥΑΜ αρνήθηκε είσοδο στη Δημοκρατία (από τα αεροδρόμια κυρίως και τα οδοφράγματα) σε 1.029 άτομα το 2017 και 1.600 πέρσι. Οι παράνομοι αλλοδαποί αυξήθηκαν πέρσι κατά 20% περίπου, αφού οι υπηρεσίες της Δημοκρατίας εντόπισαν γύρω στις 4,5 χιλιάδες, σε σύγκριση με τέσσερις χιλιάδες το 2017.
 Αναφέρεται ότι η μέτρηση για τους παράνομους αλλοδαπούς που διαμένουν στην Κύπρο, πραγματοποιείται στη βάση των εγγράφων διαμονής που έχουν λήξει και αν οι κάτοχοί τους δεν έχουν αναχωρήσει από Κύπρο. Η δεύτερη μεγαλύτερη ομάδα διαμονής αφορά υπηκόους τρίτων χωρών, για σκοπούς οικιακής απασχόλησης. Εδώ παρατηρείται μείωση, από 32.200 που ήταν το 2012, το 2018 έχει υποχωρήσει στις 19.000. Μείωση που αποδίδεται στο οικονομικό περιβάλλον αλλά και στις αλλαγές σε ζητήματα πολιτικής. 
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία και για τις άδειες μετανάστευσης, όπου η αύξηση από το 2014 και εντεύθεν είναι κατακόρυφη. Οι άδειες αυτές εκτιμάται ότι οφείλονται στα επενδυτικά προγράμματα των τελευταίων ετών. Από 3.900 που ήταν το 2014 έχουν ανέλθει στις 17.800 το 2018.
Στο ευρύτερο ζήτημα του μεταναστευτικού ζητήματος, η Κύπρος εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια να καταγράφει αυξητικές τάσεις κυρίως από πολίτες κρατών μελών της Ε.Ε. Με βάση την εικόνα που έχει το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (ΤΑΠΜ), σε ισχύ υπάρχουν 245.951 έγγραφα διαμονής πολιτών της Ε.Ε. και υπηκόων τρίτων χωρών. Σχετικά με τους πολίτες της Ε.Ε. αποτελούν την πλειοψηφία των εγγράφων διαμονής που βρίσκονται σε ισχύ και καταγράφεται σταθερά αυξητική τάση τα τελευταία 6 χρόνια (2012: 114.000 – 2018: 162.000).
 
Από τον Λιμνίτη ώς το Κάβο Γκρέκο 
Το προσφυγικό πρόβλημα έχει οξυνθεί τα τελευταία τρία χρόνια αφού η είσοδος στη Δημοκρατία προσφύγων από την πλευρά των κατεχόμενων περιοχών και από σημεία τα οποία δεν ελέγχονται από της αρμόδιες Αρχές είναι ανεξέλεγκτη. Σε αυτές τις περιπτώσεις ενεργοποιείται το σχέδιο «Ναυκράτης», το οποίο για το 2017 χρησιμοποιήθηκε σε 18 περιπτώσεις αφίξεων, το 2016 σε 7 περιπτώσεις, το 2015 σε 4 και το 2014 σε μια περίπτωση. Φέτος το σχέδιο τέθηκε σε εφαρμογή για 41 περιπτώσεις (22 για διελεύσεις διά θαλάσσης και 19 διαμέσου των κατεχομένων), αριθμός που δείχνει και τη ραγδαία αύξηση που σημειώνουν οι αφίξεις άτυπων μεταναστών. Τα στοιχεία δείχνουν σταθερά αυξητική τάση και χρειάζεται η άσκηση πιέσεων προς την Τουρκία ώστε να ανακοπούν οι μεταναστευτικές ροές. Ιδιαίτερη αξία παρουσιάζουν και οι καταγραφές για τις περιοχές εισόδου, σε εδάφη που ελέγχονται από τη Δημοκρατία. Από το 2014 μέχρι και το 2018 το σχέδιο ενεργοποιήθηκε για την άφιξη συνολικά 2.500 περίπου προσφύγων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία των αρμοδίων υπηρεσιών, οι πλείστοι πρόσφυγες έρχονται στην περιοχή του Λιμνίτη και από εκεί περνούν στον Πύργο Τυλληρίας ή στο Λατσί, στην περιοχή του Ακάμα και στον Πωμό. Επίσης το τελευταίο διάστημα άρχισαν να εμφανίζονται πρόσφυγες ερχόμενοι διά θαλάσσης στην περιοχή Κάβο Γκρέκο και Παραλίμνι. Διαμέσου των κατεχομένων έχουν παρατηρηθεί αφίξεις μεταναστών από την Αθηένου, την Κόσιη, στο Ακάκι – Περιστερώνα, στην περιοχή του Λήδρα Πάλας και στην περιοχή Πέρα Χωρίου Νήσου. Συνολικά το 2018 έφτασαν 889 πρόσφυγες εκ των οποίων οι 247 ήταν παιδιά.
Η μαζικότερη άφιξη προσφύγων έχει καταγραφεί στις 25 Σεπτεμβρίου 2014, όπου 345 άτομα αφίχθησαν στο λιμάνι Λεμεσού. Η πλειονότητα των προσφυγικών ροών προσεγγίζει την Κύπρο από τα βόρεια παράλια της Κύπρου. Στις περιπτώσεις εκείνες που ενεργοποιείται το σχέδιο «Ναυκράτης», τα άτομα οδηγούνται στο Κέντρο Προσωρινής Υποδοχής «Πουρνάρα» στην Κοκκινοτριμιθιά. Εκεί οι πρόσφυγες παραμένουν για περίοδο τριών ημερών για την πραγματοποίηση ιατρικών εξετάσεων, δακτυλοσκόπηση, διερεύνηση ταξιδιωτικών εγγράφων, υποβολή αιτημάτων διεθνούς προστασίας. Στο Κέντρο Υποδοχής στην Κοφίνου φιλοξενούνται σήμερα 361 άτομα.
Οι Σύροι τα τελευταία δύο χρόνια αποτελούν τη μεγαλύτερη ομάδα προσφύγων που φθάνουν στην Κύπρο, από τα παράλια της Συρίας μέσω Τουρκίας, λόγω του συνεχιζόμενου πολέμου στη χώρα τους. Με βάση τα στοιχεία που κατέχουν οι αρμόδιες υπηρεσίες, οι Σύροι επιλέγουν την Κύπρο, ως τελικό προορισμό, αφού έχουν συγγενείς που διαμένουν εδώ υπό το καθεστώς αιτητή ή δικαιούχου διεθνούς προστασίας. Για το 2017 ο αριθμός των ατόμων που έφθασαν από Συρία ανήλθε στα 1.770, ενώ για το έτος που πέρασε, υπολογίζεται να ξεπέρασαν τις δύο χιλιάδες.
Σημειώνεται ότι οι πρόσφυγες που φθάνουν στην Κύπρο και αιτούνται πολιτικό άσυλο ή καθεστώς πολιτικής προστασίας έχουν πρόσβαση στο σύστημα δημοσίου βοηθήματος του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Με βάση το ειδικό σχέδιο ΥΚΕ για αιτητές διεθνούς προστασίας, το ύψος του μηνιαίου βοηθήματος ανέρχεται: Για μονομελή οικογένεια στα 320 ευρώ από τα οποία τα 150 ευρώ είναι σε τροφή και ρουχισμό με δελτία, για διμελή στα 420 ευρώ από τα οποία τα 225 σε δελτία, για τριμελή 580 ευρώ από τα οποία τα 300 ευρώ σε δελτία και για τετραμελή και άνω οικογένεια 735 ευρώ από τα οποία τα 375 ευρώ σε δελτία.
Φιλελεύθερος

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO9 λεπτά πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO39 λεπτά πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Η Ευρώπη γνωρίζει, αλλά κάνει τα στραβά μάτια! Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας με Χαμάς και ισλαμιστικά δίκτυα

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεων, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

Δημοφιλή