Διεθνή
Σε κινούμενη άμμο Κύπρος και Ελλάδα
Ανδρέας Πενταράς*
Η περιοχή της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής υπήρξε εδώ και πολλούς αιώνες πεδίο συγκρούσεων λαών, κρατών, θρησκειών και πολιτισμών. Κύριο χαρακτηριστικό των συγκρούσεων αυτών ήταν η εμπλοκή των εκάστοτε ισχυρών της Γης (Πέρσες, Έλληνες, Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, Οθωμανοί, Δυτικοί κ.λπ), κάτι που βιώνουμε και στην σημερινή εποχή με τις παρεμβάσεις όχι μόνο των μεγάλων δυνάμεων (ΗΠΑ, Ρωσίας), αλλά και ισχυρών περιφερειακών δρώντων (Τουρκία, Ιράν, Σαουδική Αραβία, Αίγυπτος). Έτσι, το περιβάλλον ασφάλειας γίνεται ολοένα και πιο περίπλοκο, χωρίς μέχρι στιγμής να διαγράφεται κάποια ευοίωνη προοπτική ως προς την ύπαρξη ειρήνης και σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή.
Αυτή η ρευστότητα και αστάθεια καθιστά κάθε πρόβλεψη των γεωπολιτικών εξελίξεων για τον επόμενο χρόνο (2019) αρκετά παρακινδυνευμένη. Ωστόσο, θα επιχειρήσουμε να κάνουμε κάποιες εκτιμήσεις για το πώς θα εξελιχθεί το γεωπολιτικό σκηνικό το επόμενο έτος, στην ευαίσθητη και ασταθή περιοχή μας.
Τελευταίος γύρος στο Κυπριακό
Είναι γνωστό ότι η Τουρκία αντιμετωπίζει το Κυπριακό ως πρόβλημα ασφάλειας της ίδιας της χώρας. Αυτό διαφαίνεται τόσο από την στρατηγική σχεδίαση στην διαχείριση του προβλήματος (σχέδιο Νιχάτ Ερίμ, σχέδιο ανάκτησης Κύπρου του Ισμαήλ Τάνσου) όσο και από τις ενέργειες της Τουρκίας εις βάρος της Κύπρου από την δεκαετία του ‘50 μέχρι σήμερα. Την ασφάλειά της η Τουρκία πιστεύει ότι την επιτυγχάνει με την άσκηση του γεωπολιτικού και γεωστρατηγικού ελέγχου όχι μόνο ολόκληρης της Κύπρου αλλά και ενός μεγάλου μέρους της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου. Αυτός ο έλεγχος απαιτεί την παρουσία τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο, αλλά και κάποιας μορφής εγγυήσεις με συμμετοχή της Τουρκίας, ενώ παράλληλα επιδιώκει μέσα από την οποιαδήποτε λύση να έχει λόγο, μέσω του δικαιώματος αρνησικυρίας (βέτο) της Τ/Κ κοινότητας, τουλάχιστον στα θέματα ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής του οποιουδήποτε κρατικού μορφώματος θα υπάρχει στην Κύπρο. Από την άλλη, η πλευρά μας έχει θέσει κόκκινες γραμμές στα ζητήματα εγγυήσεων και τουρκικών στρατευμάτων και είναι γνωστό ότι καμιά λύση που να μην προβλέπει μηδέν εγγυήσεις και μηδέν στρατεύματα δεν περνά σε δημοψήφισμα από τον κυπριακό Ελληνισμό. Πέραν βέβαια των πιο πάνω, υπάρχουν και άλλα ζητήματα που απομακρύνουν ή δεν ευνοούν στην παρούσα χρονική περίοδο (2019) την επίτευξη λύσης στο Κυπριακό, όπως η ανισορροπία ισχύος που υπάρχει και αυξάνεται συνεχώς υπέρ της Τουρκίας, καθώς και οι εξελίξεις στη Συρία, στην οποία η Τουρκία έχει στραμμένη την προσοχή της, ιδιαίτερα μετά την απόφαση των ΗΠΑ να αποσυρθούν από την περιοχή.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, εκτιμούμε ότι και η νέα διαδικασία συνομιλιών που βρίσκεται σε εξέλιξη με την εκπρόσωπο του Γενικού Γραμματέα κ. Λουτ θα έχει το ίδιο αποτέλεσμα που είχαν όλες οι προηγούμενες προσπάθειες. Με την διαφορά ότι αυτή η προσπάθεια το πιο πιθανό θα είναι και η τελευταία με τη μορφή που διεξάγονται οι συνομιλίες μέχρι σήμερα.
Πιθανή αποχώρηση της Ειρηνευτικής Δύναμης
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος που διαγράφεται για την πορεία του Κυπριακού, σε περίπτωση που ο Γενικός Γραμματέας κηρύξει λήξη των προσπαθειών για εξεύρεση λύσης, είναι η πιθανή αποχώρηση της ειρηνευτικής δύναμης, αφού αυτό προβλέπεται από τους όρους εντολής όλων των ειρηνευτικών δυνάμεων του κεφαλαίου 6 του Καταστατικού Χάρτη, όπως καθορίζονται από το Τμήμα Ειρηνευτικών αποστολών του ΟΗΕ. Στη περίπτωση αυτή, που ενδεχομένως να συμβεί τον Ιούλιο του 2019 ή τον Ιανουάριο του 2020, η Κυπριακή Δημοκρατία θα πρέπει να ανακτήσει τον έλεγχο του εδάφους της Ουδέτερης Ζώνης, που ας σημειωθεί αποτελεί το 2,7% του συνολικού εδάφους της Κύπρου και αποτελεί τμήμα των ελευθέρων εδαφών της Δημοκρατίας, ο έλεγχος του οποίου παραδόθηκε στην ΕΔ τον Αύγουστο του 1974 προκειμένου η τελευταία να μπορέσει να εκπληρώσει την αποστολή της.
Σ’ αυτήν την περίπτωση, θα πρέπει να θεωρούμε βέβαιο ότι η τουρκική πλευρά θα αντιδράσει, αφού δεν αποδέχεται την θέση ότι το έδαφος τής ΟΖ ανήκει στην ΚΔ. Ήδη, η Τ/Κ πλευρά φρόντισε διά του κ. Οζερσάι να δημοσιοποιήσει τις προθέσεις της για την ΟΖ, που αποσκοπούν στην συνεργασία των αρχών των δύο πλευρών (στρατιωτικές, αστυνομικές, τοπικές κλπ) για κοινή διαχείριση της ΟΖ. Αυτό σημαίνει αναγνώριση του ψευδοκράτους από την ΚΔ, κάτι βέβαια που απορρίπτει η πλευρά μας. Εκείνο που θα συμβεί λοιπόν στην περίπτωση αποχώρησης της ΕΔ, είναι να καταστεί η ΟΖ πεδίο εντάσεων, επεισοδίων και πιθανών συγκρούσεων μεταξύ της Εθνικής Φρουράς και του κατοχικού στρατού.
Ενεργειακοί σχεδιασμοί
Οι θέσεις της Τουρκίας απέναντι στο ενεργειακό πρόγραμμα της ΚΔ είναι γνωστές και η Τουρκία φροντίζει καθημερινά σχεδόν να μας τις υπενθυμίζει, τόσο σε ρητορικό επίπεδο όσο και στην πράξη, αφ’ ενός με την προβολή ισχύος (Navtex, ασκήσεις, παρεμπόδιση ερευνών, συλλήψεις αλιευτικών σκαφών κ.λπ) και αφ’ ετέρου με διεξαγωγή ερευνών στην ΑΟΖ της ΚΔ. Είναι γνωστές οι παράνομες διεκδικήσεις της Τουρκίας, είτε για λογαριασμό της ίδιας είτε για λογαριασμό των Τ/Κ. Αυτές εκτείνονται σε ολόκληρη την ΑΟΖ και καλύπτουν όλα τα θαλασσοτεμάχια της ΚΔ, είτε στο σύνολό τους είτε μέρος από αυτά, πλην των θαλασσοτεμαχίων 10 και 11. Για όλα τα διεκδικούμενα θαλασσοτεμάχια, η Τουρκία έχει θέσει τρεις όρους για την εκμετάλλευσή τους χωρίς λύση του Κυπριακού. Κοινή διαχείριση από επιτροπή Ε/Κ και Τ/Κ, διαμοιρασμός των εσόδων μεταξύ των δύο κοινοτήτων και αγωγός προς Τουρκία. Όροι, που οδηγούν στην αναγνώριση του ψευδοκράτους και γι’ αυτό απορρίπτονται από την ε/κ πλευρά.
Με βάση λοιπόν τις διακηρυγμένες θέσεις της Τουρκίας, το ενεργειακό πρόγραμμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, όσο κι αν δεν θέλουμε να το παραδεχθούμε, βρίσκεται σχεδόν στο σύνολό του υπό την αίρεση της Tουρκίας, με δεδομένο ότι ελλείψει ναυτικής αποτρεπτικής δύναμης από τη ΚΔ, καθώς και αμυντικών συμφωνιών με γειτονικά κράτη, η Τουρκία κατά πάσα πιθανότητα θα υλοποιήσει τις απειλές της, όπως έπραξε και στο οικόπεδο 3 τον περασμένο Φεβρουάριο.
Η εντύπωση που καλλιεργείται ότι ο αμερικάνικος, ο γαλλικός ή ο ιταλικός στόλος θα υπερασπισθούν τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κύπρου απέναντι στην Τουρκία είναι νομικά ανυπόστατη και το λιγότερο ουτοπική. Ούτε το εσωτερικό δίκαιο των κρατών, ούτε το διεθνές δίκαιο επιτρέπουν μια τέτοια ενέργεια και μάλιστα μεταξύ συμμάχων κρατών στο ΝΑΤΟ. Αυτή βέβαια η εκτίμηση δεν θα πρέπει να οδηγήσει την ΚΔ σε αναστολή των ενεργειακών της σχεδιασμών, γιατί κάτι τέτοιο θα σήμαινε παράδοση άνευ όρων. Δεν πρέπει επίσης να αποκλείουμε την έναρξη ερευνητικών γεωτρήσεων της Τουρκίας σε θαλασσοτεμάχια της ΚΔ. Είτε το ένα πράξει είτε το άλλο, θα δημιουργηθεί μεγάλη ένταση στην περιοχή με απρόβλεπτες συνέπειες.
Σε κάθε περίπτωση, το έτος 2019 θα είναι καθοριστικό για τους ενεργειακούς σχεδιασμούς Κύπρου και Ελλάδας, αφού η ΚΔ θα προχωρήσει σε νέες αδειοδοτήσεις και θα επιχειρήσει έρευνες σε πολλά θαλασσοτεμάχια, η Ελλάδα θα κηρύξει τη δική της ΑΟΖ, ενώ θα υπογραφεί στην Κρήτη από τις τρεις χώρες (Κύπρο, Ελλάδα και Ισραήλ) η συμφωνία για έναρξη των διαδικασιών κατασκευής του αγωγού EastMed.
Δοκιμάζονται οι ελληνοτουρκικές σχέσεις
Κατά το 2019 η κατάσταση στο Αιγαίο και γενικά στα ελληνοτουρκικά ζητήματα εκτιμούμε ότι θα παραμείνει στα επίπεδα του 2018. Η Τουρκία θα συνεχίσει σε ρητορικό επίπεδο να απειλεί και να προκαλεί την Ελλάδα στα ζητήματα τα οποία η ίδια θεωρεί ανοικτά με την Ελλάδα, (υφαλοκρηπίδα, αιγιαλίτιδα ζώνη, εθνικός εναέριος χώρος, FIR, έρευνα και διάσωση, καθεστώς 18 νήσων, αποστρατιωτικοποίηση νήσων ανατολικού Αιγαίου και Δωδεκανήσων), ενώ, όπως είναι γνωστό, η Ελλάδα αναγνωρίζει μόνο το θέμα της υφαλοκρηπίδας ως διαφορά με την Τουρκία. Παράλληλα, η Τουρκία θα συνεχίσει να προβαίνει σε πράξεις παραβίασης του διεθνούς δικαίου τόσο στον αέρα όσο και στη θάλασσα του Αιγαίου, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να καταγράψει τις διεκδικήσεις της στην περιοχή. Ενόσω η ισορροπία ισχύος στο Αιγαίο μεταξύ των δύο χωρών παραμένει όπως είναι σήμερα, η Τουρκία δεν θα αποτολμήσει κανένα βήμα δημιουργίας θερμού επεισοδίου ή κάποιας ελεγχόμενης κρίσης.
Μπορεί η Τουρκία εντός του 2019 να αρχίσει την παραλαβή των αεροσκαφών F-35, τα οποία θα μπορούσαν να ανατρέψουν τη σημερινή ισορροπία ισχύος, όμως η επιχειρησιακή αξιοποίησή τους απαιτεί τουλάχιστον ένα χρόνο, οπότε αυτό δεν θα συμβεί εντός του 2019. Όσο για το αντιπυραυλικό σύστημα S-400, φαίνεται ότι τελικά η Τουρκία δεν θα το προμηθευθεί, ύστερα απ’ όσα ο Αμερικανός Πρόεδρος υποσχέθηκε στον Ερντογάν (F-35, Patriot, αποχώρηση Αμερικανών από την Συρία, ενδεχομένως παράδοση του Γκιουλέν).
Από την άλλη, όμως, δεν πρέπει να αποκλείουμε τη δημιουργία θερμού επεισοδίου είτε στην θάλασσα, είτε στον αέρα, λόγω ατυχήματος ή ανθρώπινου λάθους, κάτι που μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε πόλεμο τις δύο χώρες. Η επικείμενη ανακήρυξη της ΑΟΖ από την Ελλάδα στο Αιγαίο και στην περιοχή του Καστελορίζου εντός του 2019 θα είναι ένα πρόκριμα για τα όρια αντίδρασης της Τουρκίας, αλλά και για την αποφασιστικότητα της Ελλάδας να υπερασπισθεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα.
Περιπλέκεται η κατάσταση στην Συρία
Η απόφαση του Προέδρου Τραμπ να αποσύρει τα αμερικανικά στρατεύματα από την βόρεια Συρία περιέπλεξε επί τα χείρω την κατάσταση και εξανέμισε τις ελπίδες για τη διαφαινόμενη εντός του 2019 πρόοδο στη διευθέτηση του συριακού ζητήματος, ύστερα από την ήττα του Ισλαμικού κράτους στη Συρία και το Ιράκ. Κερδισμένη από την απόφαση αυτή βγαίνει πρώτιστα η Τουρκία, η οποία εντός του 2019 θα ολοκληρώσει τον έλεγχο της ζώνης των 40 χιλιομέτρων βάθους στα σύνορά της με τη Συρία, εκδιώκοντας ή και σφαγιάζοντας τους Κούρδους της περιοχής, οι οποίοι ετύγχαναν της προστασίας των αμερικανικών στρατευμάτων. Εκείνο που απέμενε στο κουρδικό στοιχείο της περιοχής να πράξει -και ήδη το πράττει- ήταν η στροφή προς τον Άσαντ, ζητώντας του την ασφάλεια των συνόρων με την Τουρκία, με αντάλλαγμα μια σχετική αυτονομία της κουρδικής οντότητας μέσα σε ένα ενιαίο συριακό κράτος. Σε μια τέτοια περίπτωση τα συριακά στρατεύματα θα βρεθούν αντιμέτωπα με τα τουρκικά και αυτή θα είναι μια νέα πτυχή, που ενδεχομένως να επιτείνει τη ρευστότητα και αστάθεια της περιοχής.
Δεύτερος κερδισμένος από την αποχώρηση των Αμερικανών είναι η Ρωσία, της οποίας ο ρόλος στην περιοχή αναβαθμίζεται και ταυτόχρονα ενισχύεται η σταθεροποίηση του καθεστώτος Άσαντ. Τρίτος κερδισμένος είναι το Ιράν, αφού οι αμερικανικές δυνάμεις στην περιοχή αποτελούσαν ανάχωμα στη διείσδυση του Ιράν στη Συρία αλλά και στο Λίβανο, με την έμπρακτη υποστήριξη της Χεζμπολάχ στις πολεμικές δραστηριότητές της εναντίον του Ισραήλ. Η αποχώρηση των Αμερικανών από τη Συρία δημιουργεί κενό ασφάλειας στην περιοχή, το οποίο λειτουργεί πρωτίστως εις βάρος του Ισραήλ. Σ’ αυτήν τη περίπτωση, εκτιμούμε ότι το Ισραήλ δεν θα παραμείνει απλός θεατής, ιδιαίτερα αν διαπιστώσει ότι το Ιράν συνεχίζει να διατηρεί Βάσεις στη Συρία και να ενισχύει με οπλισμό και μέσα την Χεζμπολάχ, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει μετατραπεί σε μια πραγματική απειλή για το Ισραήλ. Στη βάση αυτών των δεδομένων, θεωρούμε βέβαιο ότι το Ισραήλ θα συνεχίσει τις αεροπορικές επιθέσεις εναντίον ιρανικών στόχων στη Συρία, ενώ ένας ολοκληρωτικός πόλεμος εναντίον της Χεζμπολάχ στο Λίβανο εντός του 2019 δεν πρέπει να αποκλείεται.
Σε γενικές γραμμές, η ρευστότητα και η αστάθεια των προηγούμενων χρόνων, που χαρακτηρίζει την ευρύτερη περιοχή μας, εκτιμούμε ότι θα συνεχισθεί και το 2019, ίσως σε πιο έντονο βαθμό, με επιπτώσεις στην ασφάλεια, την σταθερότητα, την οικονομία, τις προσφυγικές ροές κ.λπ για όλες τις χώρες της περιοχής.
*Ο Ανδρέας Πενταράς είναι αντιστράτηγος ε.α. ενώ έχει διατελέσει και Γ.Γ. στο υπουργείο Αμύνης της Κύπρου καθώς και Διοικητής της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας
Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Σημερινή» της Κυριακής
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

