Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Τα εθνικά θέματα στον «κλοιό» της Άγκυρας

Δημοσιεύτηκε στις

ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ, ΚΥΠΡΙΑΚΟ, ΣΚΟΠΙΑΝΟ, ΑΛΒΑΝΙΚΟ
Η ΑΘΗΝΑ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΠΡΟΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟΥΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΘΕΩΡΩΝΤΑΣ ΜΙΑ ΒΑΣΙΚΗ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟ: ΟΤΙ, ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΕΘΝΙΚΑ ΤΗΣ ΘΕΜΑΤΑ, ΑΜΕΣΩΣ Ή ΕΜΜΕΣΩΣ, ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΙΑ ΣΤΑΘΕΡΑ ΜΕΤΑΒΛΗΤΗ, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΤΟΥΡΚΙΑ
Η Άγκυρα, ενώ σπεύδει, στο «συγκαταβατικό» κλίμα της συνάντησης Τσίπρα-Ερντογάν, να συζητήσει με την ελληνική πλευρά τρόπους αποκλιμάκωσης της έντασης, την ίδια ώρα προχωρεί στη διεξαγωγή της μεγαλύτερης αεροναυτικής άσκησης (Γαλάζια Πατρίδα) με πυρά, που πραγματοποίησαν ποτέ οι ΤΕΔ, στο Αιγαίο και την Αν. Μεσόγειο, για όλο το 2019, δεσμεύοντας περιοχές που για την ελληνική πλευρά αποτελούν εθνική κυριαρχία

Σταυρόλεξο για γερούς λύτες εμφανίζεται η πορεία των εθνικών θεμάτων και ειδικότερα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, μετά την επίσκεψη του Έλληνα Πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα, στην Άγκυρα, και την, πέραν των δύο ωρών, συνάντησή του με τον Τούρκο Πρόεδρο, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Το επιγενόμενο της συνάντησης θα αποκρυσταλλωθεί, ενδεχομένως, στο κλίμα στις σχέσεις των δύο χωρών απ’ εδώ και μπρος, μέσα από συγκεκριμένες ενέργειες εκατέρωθεν και, ιδία, εκ μέρους της Τουρκίας, η οποία είναι και η κύρια πηγή της έντασης, καθώς, καθ’ όλο το προηγούμενο διάστημα, αυτό χαρακτηρίστηκε από την έντονη τουρκική επιθετικότητα εναντίον της Ελλάδας και της Κύπρου, τόσο στο Αιγαίο, όσο και στην Κυπριακή ΑΟΖ.

Παρά τις ρητορικές διακηρύξεις, αλλά και τις καλλιεργούμενες «προσδοκίες» στα ΜΜΕ, από την πρόσφατη «συμφωνία» Αποστολάκη-Ακάρ για την ανασυγκρότηση του πλαισίου Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ) στο Αιγαίο (με βάση τα πρώτα ΜΟΕ του 1988 ανάμεσα σε Παπούλια και Γιλμάζ, τα οποία έχουν αδρανοποιηθεί με πλήρη υπαιτιότητα της Άγκυρας), ο γόρδιος δεσμός των ελληνοτουρκικών σχέσεων συνεχίζει να παραμένει άλυτος, με την Τουρκία να κλιμακώνει επικίνδυνα την επιθετικότητά της.
Η Άγκυρα, ενώ σπεύδει, στο «συγκαταβατικό» κλίμα της συνάντησης Τσίπρα-Ερντογάν, να συζητήσει με την ελληνική πλευρά τρόπους αποκλιμάκωσης της έντασης, την ίδια ώρα προχωρεί στη διεξαγωγή της μεγαλύτερης αεροναυτικής άσκησης (Γαλάζια Πατρίδα) με πυρά, που πραγματοποίησαν ποτέ οι ΤΕΔ, στο Αιγαίο και την Αν. Μεσόγειο, για όλο το 2019, δεσμεύοντας περιοχές που για την ελληνική πλευρά αποτελούν εθνική κυριαρχία.
Δέσμευση που αποτελεί κατάφωρη παραβίαση τόσο της Συνθήκης της Λωζάννης, όσο και της Συνθήκης των Παρισίων.
«Ανάμεσα στις γραμμές»
Όπως τονίζουν έγκυροι πολιτικοί αναλυτές, είναι εξαιρετικά δύσκολο να διαβάσει κανείς ακόμη και «ανάμεσα στις γραμμές» της επίσκεψης του Έλληνα Πρωθυπουργού, αφού, επί της ουσίας των συζητηθέντων, πολλά κρίσιμα σημεία παραμένουν σκοτεινά, δίνοντας λαβή σε εικοτολογίες και πιθανολογήσεις.
«Θα ήταν παράτολμο να προβεί κάποιος σε εδραίες εκτιμήσεις, όσον αφορά τα αποτελέσματα της επίσκεψης του Έλληνα Πρωθυπουργού στην Τουρκία, αφού η εικόνα που έχουμε, ακόμη και σήμερα, παραμένει συγκεχυμένη», επισημαίνει στη «Σημερινή» της Κυριακής ο Καθηγητής Ιωάννης Θ. Μάζης, προσθέτοντας ότι το «σκηνικό στις ελληνοτουρκικές σχέσεις παραμένει ρευστό και μόνον η πορεία των εξελίξεων θα δείξει προς ποια κατεύθυνση πορεύονται τα πράγματα. Και θα ήταν ψέμα να ισχυριστεί κανείς ότι, μέσα από τη συνάντηση, δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για διευθέτηση των ελληνοτουρκικών διαφορών».
Ανάλογη εκτίμηση εκφράζει, μιλώντας στην εφημερίδα μας, και ο Καθηγητής Άγγελος Συρίγος, επιβεβαιώνοντας την πολλαπλώς συγκεχυμένη εικόνα. «Δεν γνωρίζουμε ούτε από τη συνάντηση, ούτε από τους δύο παράλληλους μονολόγους που ακολούθησαν στη συνέντευξη Τύπου, τι πραγματικά διημείφθη», ανέφερε χαρακτηριστικά, για να προσθέσει:
«Προφανώς συζητήθηκε το Κυπριακό», ενόψει και της διαμεσολαβητικής προσπάθειας των ΗΕ, «αλλά δεν γνωρίζουμε ουδόλως τι διημείφθη ή εάν υπήρξε οιαδήποτε προσέγγιση. Γνωρίζουμε, επίσης, ότι συζητήθηκαν τα θέματα της ενέργειας, στα δύο σκέλη που αφορούν τις δύο χώρες -την Κυπριακή ΑΟΖ και τον Turkish Stream-, καθώς και τα ζητήματα στο Αιγαίο, αλλά ούτε εδώ έχουμε σαφή εικόνα όσον αφορά το τι ειπώθηκε. Έγινε, δε, μετά τη συνάντηση, λόγος για συμφωνία επί ενός ‘οδικού χάρτη’, ωστόσο, ούτε στο σημείο αυτό μπορεί να καταλάβει ή να αντιληφθεί κάποιος τι συμφωνήθηκε και τι αφορά ο συγκεκριμένος οδικός χάρτης», επισημαίνει.

«Επιταχυνόμενη» πορεία

Σ’ αυτό το πλαίσιο, ωστόσο, η πορεία των εθνικών θεμάτων δείχνει να προσλαμβάνει μια… επιταχυνόμενη πορεία, ιδία μετά την επικύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών, η οποία, για την ελληνική Κυβέρνηση, «έκλεισε» μια παρατεταμένη ενοχλητική εκκρεμότητα, επαναπροσδιορίζοντας, με θετικό πρόσημο, τη θέση της χώρας στη διεθνή σκηνή.
Η από καιρού τοποθέτηση του Υφυπουργού Εξωτερικών, Γ. Κατρούγκαλου, ότι, μετά τη συμφωνία για επίλυση του Μακεδονικού, η Ελλάδα θα προσανατολίσει όλες τις δυνάμεις της προς την κατεύθυνση επίλυσης και των υπόλοιπων εθνικών θεμάτων που παραμένουν ανοικτά, ίδε Ελληνοτουρκικά, Κυπριακό, Αλβανικό, ενέργεια, μεταναστευτικό, δίνει το moto των προθέσεων και κινήσεων της Αθήνας μέσα στο επόμενο χρονικό διάστημα. Πόσο αποτελεσματική, ωστόσο, θα είναι μια τέτοια προσπάθεια, δεδομένης της πολυπλοκότητας, της συνθετότητας, αλλά και της διασύνδεσης, αφανούς ή φανερής, όλων αυτών των προβλημάτων;
Προφανώς, ως μείζονος σημασίας αξιοθετούνται τα Ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό, στην αμοιβαία συνάρτησή τους, τα οποία, ως προβλήματα, χαρακτηρίζονται από μια ιδιάζουσα ιστορικότητα, ωστόσο, η Αθήνα φαίνεται να προβαίνει στους σχεδιασμούς της παραθεωρώντας μια βασική παράμετρο: Ότι, σε όλα τα εθνικά της θέματα, αμέσως ή εμμέσως, υπάρχει μια σταθερά μεταβλητή, που είναι η Τουρκία.
Για την οποία, η Βαλκανική αποτελεί «υψίστης στρατηγικής σημασίας δίοδο προβολής ισχύος εις την Μεσόγειον και την Ευρώπη, θεωρώντας ότι το καλύτερο εργαλείο προς επίτευξιν του σκοπού αυτού είναι η εξασφάλισις και δημιουργία θεσμικών, κρατικών ή εξωκρατικών μηχανισμών, οι οποίοι θα στηρίξουν κραταιώς τα δικαιώματα προβολής ισχύος και παρεμβάσεώς της στις μουσουλμανικές μειονότητες των Βαλκανίων», στο πλαίσιο της νεο-οθωμανικής προσέγγισης (ίδε, Καθηγητής Ι. Θ. Μάζης).
Διακηρυγμένη, δε, είναι η προσπάθεια της Άγκυρας για δημιουργία ενός ισχυρού τουρκοϊσλαμικού τόξου στη νότια Βαλκανική, συζευγνύοντας τους ισλαμικούς πληθυσμούς της Βουλγαρίας, των Σκοπίων, του Κοσόβου, της Αλβανίας και της Δυτικής Θράκης σ’ έναν αριστοτεχνικά στημένο, ευέλικτο μοχλό περικύκλωσης της Ελλάδας.
Τούτου λεχθέντος, η εκ μέρους της Αθήνας προσέγγιση και διαχείριση των εν λόγω προβλημάτων -Σκοπιανό, Αλβανικό κ.λπ.- δεν μπορεί να παραγνωρίζει τον ρόλο και τις στρατηγικές επιδιώξεις της Τουρκίας στην περιοχή, η οποία, με γοργά και σταθερά βήματα, αυξάνει την επιρροή της.
Ήδη, σε μεγάλο βαθμό, οι ελληνοαλβανικές σχέσεις κινούνται στον αστερισμό της αυξανόμενης τουρκικής επιρροής -οδυνηρή πρέπει να είναι για την Αθήνα η «αχρήστευση» της συμφωνίας με τα Τίρανα για καθορισμό AOZ, η οποία προέβλεπε επέκταση της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ναυτικά μίλια-, η οποία (τουρκική επιρροή) λειτουργεί, πλέον, ως οιονεί «ρυθμιστικός» παράγοντας των εξελίξεων στην περιοχή.
Η «Σ», επιχειρώντας να διασαφηνίσει τις διαστάσεις και τις προεκτάσεις αυτών των σχέσεων, προβαίνει σε μιαν «ανασκόπηση των κύριων εθνικών θεμάτων -εκτός του δημογραφικού και του μεταναστευτικού-, όπως υφίστανται αυτήν τη στιγμή.

Τα προβλήματα με Αλβανία

Τρία είναι τα κύρια προβλήματα της Ελλάδας με την Αλβανία, με επίκεντρο, πρωτίστως, την ελληνική μειονότητα.
Πρώτον, κεντρική είναι η διαφορά ανάμεσα στις δύο χώρες ως προς το τι συνιστά ελληνική μειονότητα. Όπως σημειώνει ο αναλυτής Μιχάλης Μιχαήλ, η μεν αλβανική κυβέρνηση αναγνωρίζει, ως μειονοτική περιοχή στη Βόρειο Ήπειρο, τα 99 ελληνικά χωριά στις περιοχές του Δελβίνου, του Αργυροκάστρου και της Δρόπολης. Αναγνωρίζει μειονοτικά δικαιώματα στους κατοίκους που ζουν ή προέρχονται από αυτές τις περιοχές, όχι όμως όλα τα δικαιώματα, καθώς, η αλβανική διοίκηση, σε πολλές περιπτώσεις, αμφισβητεί τα περιουσιακά δικαιώματα των κατοίκων σε αυτές τις περιοχές και προχωρεί σε αναγκαστικές απαλλοτριώσεις. Η Αλβανία εξαιρούσε από τα χρόνια του Εμβέρ Χότζα και εξαιρεί μέχρι και σήμερα την περιοχή της Χειμάρας – «περιοχή με στρατηγική σημασία και με τεράστιες δυνατότητες ανάπτυξης».
Όπως επισημαίνει ο Μιχάλης Μιχαήλ, «είχε αναγνωριστεί εκεί από τον Χότζα ένα είδος αυτοδιοίκησης αλλά από το 1991 που έπεσε το κομμουνιστικό καθεστώς, όλες σχεδόν οι αλβανικές κυβερνήσεις δεν το αναγνωρίζουν. Κι όχι μόνο, επιδιώκουν να πάρουν με αναγκαστικές απαλλοτριώσεις και τις περιουσίες όσων επέμειναν, προς τουριστική εκμετάλλευση βεβαίως.
Η αλβανική πλευρά ζητάει ταυτόχρονα να επιστραφούν στους νόμιμους ιδιοκτήτες ή τους απογόνους τους ακίνητα Αλβανών πολιτών στην Ελλάδα από τη δεκαετία του ’30. Είναι ακίνητα που έχουν τεθεί σε καθεστώς “μεσεγγύησης” από το ελληνικό κράτος, δηλαδή βρίσκονται υπό την ευθύνη του για να μην καταπατηθούν και αξιοποιούνται ανάλογα».
Στο πλαίσιο της διεκδίκησης περιουσιών εγείρεται, ημιεπισήμως, από αλβανικής πλευράς, το υποτιθέμενο θέμα της Τσαμουριάς, για το οποίο κινητοποιούνται συχνά οι Τσάμηδες στην Αλβανία, διατυπώνοντας αίτημα ακόμη και αναγνώρισης δήθεν γενοκτονίας, το 1943, όταν είχαν απομακρυνθεί από περιοχές της Θεσπρωτίας και της Πρέβεζας.
Δεύτερο σημαντικό πρόβλημα είναι η οριστική διευθέτηση της ΑΟΖ, έπειτα από την τροπή που διέλαβε μετά την τουρκική παρέμβαση και τον εξαιρετικά αμφιλεγόμενο ρόλο του Ράμα.
Μια πρώτη διευθέτηση κατέστη δυνατή τον Απρίλιο του 2009, με τη συμφωνία που υπέγραψε η τότε ΥΠΕΞ Ντόρα Μπακογιάννη για την ΑΟΖ στο Βόρειο Ιόνιο και συγκεκριμένα στη θαλάσσια περιοχή βόρεια της Κέρκυρας και των Διαπόντιων νήσων (Οθωνοί, Ερεικούσα), η οποία διασφάλιζε πλήρως τα ελληνικά συμφέροντα.
Η άνοδος, όμως, του σοσιαλιστή Έντι Ράμα στην εξουσία δύο μήνες μετά, είχε ως επακόλουθο, με παρέμβαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της χώρας, την ακύρωσή της. Σύμφωνα, μάλιστα, με πληροφορίες, η Τουρκία είχε διαδραματίσει και τότε εχθρικό για τα ελληνικά συμφέροντα ρόλο, δωροδοκώντας και δικαστές για λήψη ακυρωτικής απόφασης, γιατί αναγνωρίστηκε ΑΟΖ στα μικρά Διαπόντια νησιά, πράγμα που, αν τελεσφορούσε, θα καταρρίπτονταν οι τουρκικοί ισχυρισμοί για την αντίστοιχη περιοχή στο Καστελόριζο.
Τρίτο ζήτημα «είναι η λεγόμενη άρση του Εμπολέμου. Οι Αλβανοί υποστηρίζουν ότι θέλουν απόφαση της Ελληνικής Βουλής και πως δεν τους αρκεί η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, επί Ανδρέα Παπανδρέου και υπουργού Εξωτερικών, Κάρολου Παπούλια, το 1988 ότι παύει η εμπόλεμη κατάσταση που είχε κηρυχθεί το 1940».
Συναφές πρόβλημα παραμένει και η οριστική διευθέτηση των συνοριακών πυραμίδων στα βουνά της Ηπείρου.
Ειρήσθω εν παρόδω, ότι η Ελλάδα άναψε το πράσινο φως για ένταξη της Αλβανίας στο ΝΑΤΟ, ενώ τα Τίρανα ενέτειναν τις διώξεις κατά της ελληνικής μειονότητας, καταπατώντας θεμελιώδη δικαιώματά της.

Τα προβλήματα με Σκόπια

Παρά τη συμφωνία των Πρεσπών, η επίλυση των χρονολογούμενων προβλημάτων μεταξύ των δύο χωρών παραμένει ένα ουσιαστικό ζητούμενο, αφού πολλά θέματα παραμένουν εκκρεμή, όπως ο μακεδονικός αλυτρωτισμός, με τη εμμονή των Σκοπιανών να εργαλειοποιούν διαρκώς τα ζητήματα της ταυτότητας/εθνότητας και της γλώσσας.
Ήδη, η πλήρης εφαρμογή της Συμφωνίας, με την ολοκλήρωση των συνταγματικών μεταρρυθμίσεων, παρουσιάζει αρκετά προβλήματα, λόγω έντονων λαϊκών αντιδράσεων στα Σκόπια, ενώ θεωρείται δεδομένο ότι ένα ρεύμα αλυτρωτικών διεκδικήσεων εναντίον της Ελλάδας θα συνεχίσει να υφέρπει εις το διηνεκές.
Εξόχως προβληματική, επίσης, παρουσιάζεται η πεποίθηση της Αθήνας ότι η συμφωνία των Πρεσπών θα οδηγήσει στη μείωση της τουρκικής επιρροής στο βαλκανικό κρατίδιο (και στη συνακόλουθη αύξηση της αντίστοιχης ελληνικής), καθώς, τόσο πριν όσο και μετά τη συμφωνία, οι πολύμορφες σχέσεις -κυρίως οικονομικές, εμπορικές, στρατιωτικές και πολιτισμικές- μεταξύ Σκοπίων και Άγκυρας δείχνουν να αναβαθμίζονται ραγδαία.
Συνεπώς, το ελληνικό επιχείρημα περί μελλοντικών ωφελημάτων από την υπογραφή της Συμφωνίας εμφανίζεται άκρως αμφιλεγόμενο, αφού, επιπρόσθετα, η ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ θα το ενοφθαλμίσει πλήρως στον ιστό της συμμαχικής επιρροής, απομακρύνοντάς το από την Ελλάδα.

Ελληνοτουρκικά

Πιο περίπλοκα και κρίσιμα είναι τα πράγματα στο ευρύ πλέγμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, με την Τουρκία να εγείρει διεκδικήσεις εφ’ όλης σχεδόν της ύλης των διμερών θεμάτων.
Το εύρος, καθώς και τη μελλοντική εκδίπλωση των τουρκικών διεκδικήσεων αποτυπώνει η σαφής και επαναλαμβανόμενη αμφισβήτηση, εκ μέρους της Τουρκίας, της Συμφωνίας της Λωζάννης, η οποία, σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του Ταγίπ Ερντογάν, «πρώτα και κύρια, δεν περιλαμβάνει μόνο την Ελλάδα, αλλά ολόκληρη την περιοχή. Αφορά ολόκληρη την περιοχή και, ακριβώς, εξαιτίας αυτού, πιστεύω συγχρόνως ότι όλες οι συνθήκες χρειάζονται μία επικαιροποίηση. Και η Λωζάννη, σύμφωνα με τα τελευταία γεγονότα, χρειάζεται επικαιροποίηση» (δηλώσεις του Τούρκου Προέδρου τον Δεκέμβριο 2017, λίγο μόλις πριν από την επίσκεψή του στην Αθήνα).

Τα προβλήματα στη Θράκη

Οι τουρκικές διεκδικήσεις στη Δυτική Θράκη, με επίκεντρο τη μουσουλμανική μειονότητα, παραμένουν αμείωτες, ενώ η παρέμβαση της Άγκυρας εκδιπλώνεται οργανωμένα, με συντεταγμένη αναβάθμιση των βασικών πυλώνων διείσδυσής της.
Το κυριότερο πρόβλημα για την Ελλάδα, πέρα από την εμμονή της Άγκυρας να μιλά για «ομοεθνείς πληθυσμούς», των οποίων τα δικαιώματα καταπατώνται, είναι το γεγονός ότι, λόγω και της ελληνικής αβελτηρίας, η Τουρκία κατάφερε να δημιουργήσει στη Δυτική Θράκη, με την πάροδο των χρόνων, παράλληλες δομές εξουσίας (πολιτικές, κοινωνικές, θρησκευτικές, οικονομικές), τις οποίες η ελληνική Πολιτεία αδυνατεί, πλέον, να ελέγξει.
Βασικό άξονα διείσδυσης της Άγκυρας στη Θράκη αποτελεί το Τουρκικό Προξενείο, το οποίο, εδώ και χρόνια, μέσα από συστηματική και μεθοδική δουλειά, στη «σκιά» της ελληνικής επανάπαυσης, έχει καταφέρει να δημιουργήσει παράλληλες δομές, εφαρμόζοντας την πολιτική των «μαλακών συνόρων».
Ένα άλλο εργαλείο παρέμβασης, που, επίσης, λειτουργεί ως παράλληλη δομή εξουσίας, αποτελούν οι ψευδομουφτήδες, οι οποίοι ανήκουν καθ’ ολοκληρίαν στο ριζοσπαστικό Ισλάμ και διά των οποίων η Άγκυρα τρομοκρατεί όλους τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Θράκης.
«Αποσχιστικός» είναι και ο ρόλος των μουσουλμάνων περιφερειακών συμβούλων στο Περιφερειακό Συμβούλιο της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης, οι οποίοι ελέγχονται πλήρως από την Τουρκία.
Εσχάτως, δε, η Τουρκία έχει προβεί και στην αναβάθμιση της οικονομικής της παρέμβασης στην περιοχή, με τη λειτουργία της τουρκικής τράπεζας στην Κομοτηνή και Ξάνθη, η οποία, στην ουσία, λειτουργεί πέρα από το ευρύτερο τραπεζικό σύστημα.

Οι αξιώσεις στο Αιγαίο και στην Αν. Μεσόγειο

Όσον αφορά το Αιγαίο, οι τουρκικές αξιώσεις, όπως διατυπώνονται στο δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», ξεπερνούν κάθε όριο, δημιουργώντας για την Ελλάδα έναν… δισεπίλυτο εφιάλτη, καθώς εκδηλώνονται, έμπρακτα, διά της συστηματικής επίσεισης της απειλής της στρατιωτικής ισχύος, κατά παράβασιν κάθε έννοιας διεθνούς δικαίου.
Η Τουρκία, ούτε λίγο ούτε πολύ, διά της δημιουργίας γκρίζων ζωνών, διεκδικεί το μισό Αιγαίο, θέτοντας σε αμφισβήτηση τον ελληνικό εναέριο χώρο των δέκα μιλίων και αμφισβητώντας την ελληνική κυριαρχία επί σειράς ελληνικών νησιών και βραχονησίδων.
Μάλιστα, σε επίσημο έγγραφο που κατατέθηκε στο ΝΑΤΟ, η Άγκυρα εγείρει την απαίτηση να μη γίνεται λόγος για εναέριο χώρο του Αιγαίου, αλλά για “εναέριο χώρο του ΝΑΤΟ”!
Ζητάει, ταυτόχρονα, να μην κατατίθενται σχέδια πτήσης στο FIR Αθήνας, ενώ ακόμη ζητά από τα πλοία του ΝΑΤΟ να μην ελλιμενίζονται στα Δωδεκάνησα.
Και, όλα αυτά, με φόντο το εν ισχύι casus belli εκ μέρους της Τουρκίας, σε ενδεχόμενη οριοθέτηση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 Ναυτικά Μίλια, σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας.
Αν, λοιπόν, για την Αθήνα, μοναδική ελληνοτουρκική διαφορά αποτελεί η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, για την Άγκυρα, ολόκληρο το φάσμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων συνεχίζει να τίθεται υπό το πρόσημο της επεκτατικής της στρατηγικής και των εγερθέντων κυριαρχικών αξιώσεών της στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», όπως διατυπώθηκε, επανειλημμένως, από τον Τούρκο Υπουργό Άμυνας, Χουλουσί Ακάρ, συνιστά και θα αποτελεί, εφεξής, τον ορίζοντα αλλά και τη… δαμόκλειο σπάθη των τουρκικών προσεγγίσεων, οι οποίες δεν επηρεάζονται -αντιθέτως, ανατροφοδοτούνται-, από ευκαιριακούς ή περιστασιακούς τακτικισμούς και ελιγμούς.

Κυπριακό

Στο Κυπριακό, η Άγκυρα επιδιώκει λύση, η οποία θα της εξασφαλίζει τον πλήρη γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό έλεγχο της Κύπρου, αλλά και μόνιμη στρατιωτική παρουσία στο διηνεκές.
Στο πλαίσιο αυτής της επιδίωξης, εμμένει στις σταθερές αξιώσεις της για διατήρηση των εγγυητικών της δικαιωμάτων και παραμονή του τουρκικού στρατού κατοχής, ενώ παρουσιάζεται αμετακίνητη στο κρίσιμο θέμα του διαμοιρασμού της εξουσίας σε μια ενδεχόμενη διευθέτηση του Κυπριακού, στη μορφή διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, αλλά και σε «οποιοδήποτε άλλο μοντέλο λύσης», όπως επισήμανε ο Ρ. Τ. Ερντογάν στον Α. Τσίπρα στην πρόσφατη συνάντησή τους στην Άγκυρα, υποστηρίζοντας την πλήρη πολιτική ισότητα Ε/κ και Τ/κ στις δομές λήψης αποφάσεων.
Η Τουρκία αξιώνει, παράλληλα, διαμοιρασμό των υδρογονανθράκων που έχουν εντοπιστεί στην κυπριακή ΑΟΖ, «είτε με λύση του Κυπριακού είτε χωρίς λύση», ζητώντας, ταυτόχρονα, τη μεταφορά του φυσικό αερίου μέσω των τουρκικών αγωγών.

Γεωπολιτική ηγεμονία

Συμπερασματικά, κύρια στρατηγική επιδίωξη της Άγκυρας είναι η γεωπολιτική ηγεμονία στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και στη Βαλκανική Χερσόνησο, γεγονός που θα την καταστήσει μείζονα περιφερειακή δύναμη, εις βάρος των συμφερόντων των υπολοίπων χωρών της περιοχής.
Ο σχεδιασμός αυτός δεν μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς την γεωπολιτική συρρίκνωση της Ελλάδας και την πλήρη γεωπολιτική εξαφάνιση της Κύπρου, οι οποίες θα καταστούν, σταδιακά, σε «χώρο» εκδίπλωσης και άσκησης της νεο-οθωμανικής κυριαρχίας, πλήρως ελεγχόμενο από την Άγκυρα.
Υπό αυτό το πρίσμα, τα εθνικά θέματα δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται κεχωρισμένα, αλλά στη συστημική συνθετότητά τους, με πρόσημο την οργανωμένα εντεινόμενη τουρκική επεκτατικότητα.
Η Αθήνα, θα έπρεπε, κατά τούτο, έστω και στην αχλή του σούρουπου, να επιτρέψει στη γλαύκα της σοφίας και της γνώσης να την επισκεφθεί…
Σημερινή Κύπρου

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO9 λεπτά πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO38 λεπτά πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Η Ευρώπη γνωρίζει, αλλά κάνει τα στραβά μάτια! Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας με Χαμάς και ισλαμιστικά δίκτυα

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεων, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

Δημοφιλή