Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Συμφωνία για Βάσεις: Δίκτυ ασφαλείας με «συμβατική κυριαρχία»

Δημοσιεύτηκε στις

ΤΟ ΑΤΑΚΤΟ BREXIT, Η ΣΥΝΟΧΗ ΤΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΚΛΗΡΑ ΣΥΝΟΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΙΡΛΑΝΔΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

Του Δρα Γιάννου Χαραλαμπίδη

Ποια είναι η αρχική κοινή θέση για το καθεστώς των Βάσεων σε περίπτωση άτακτου Brexit και πώς επηρεάζονται ενεργειακά και οικονομικά συμφέροντα στην ΕΕ

· Πώς οι Βάσεις έμειναν εκτός ΚΔ και ΕΕ;

· Πώς διαμορφώνεται το ενεργειακό σκηνικό μετά το Brexit
· Η αγορά εργασίας και το πρόβλημα με την Ιρλανδία

Το Brexit έχει ανοίξει μια μεγάλη τρύπα στη συνοχή του οικοδομήματος της ΕΕ. Για πολλούς είναι η αρχή του ξηλώματος της ΕΕ, για άλλους συνιστά μιαν αυτοπαγίδευση των Βρετανών, αφού αντιμετωπίζουν οι ίδιοι και όχι η ΕΕ ζητήματα συνοχής και αναβίωσης παλιών πληγών όπως το Ιρλανδικό, χωρίς κανείς να υποτιμά το Σκωτικό. Από το σκηνικό δεν απουσιάζει η Κύπρος, λόγω, κυρίως, του θέματος των Βάσεων. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο το καθεστώς των Βρετανικών Βάσεων στην περίπτωση ενός άτακτου Brexit, αλλά και οι ενεργειακές και άλλες γεωπολιτικές εξελίξεις και δη με την εμπλοκή της Γαλλίας σε στρατιωτικό επίπεδο, μετά την έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ.

Συμφωνία για τις Βάσεις

Ας πάμε στο διά ταύτα. Υπάρχει ήδη συμφωνία μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας και Ην. Βασιλείου με τη θετική γνώμη της ΕΕ για το καθεστώς των Βάσεων σε περίπτωση Brexit. Η συμφωνία αυτή περιλαμβάνει σε γενικές γραμμές τα εξής:
1. Δεν θα υπάρχουν τελωνεία μεταξύ του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας και των Βρετανικών Βάσεων.
2. Οι εμπορικές και άλλες συναλλαγές θα γίνονται μέσω των λιμανιών και των αεροδρομίων της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία είναι η μόνη νόμιμη και αρμόδια Αρχή για να καθορίζει τις νόμιμες εισόδους και εξόδους του κράτους. Το θέμα αυτό είναι συναφές και με ό,τι συμβαίνει στα κατεχόμενα. Με τη συμφωνία αυτή καθορίζεται, εμμέσως αλλά σαφώς, ότι τα λιμάνια και τα αεροδρόμια της Τύμπου στα κατεχόμενα λειτουργούν παράνομα.
Συνεπώς, δεν υπάρχει εμπάργκο, όπως οι Τούρκοι ισχυρίζονται. Επί τούτου, άλλωστε, έχουμε και την άποψη της νομικής υπηρεσίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η οποία ρητώς καθορίζει ότι η μόνη αρμόδια Αρχή για να ανοίγει και να κλείνει τις εισόδους και εξόδους στην Κύπρο δεν μπορεί να είναι άλλη από εκείνην της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οτιδήποτε άλλο, τονίζεται στη γνωμάτευση, σημαίνει υπόσκαψη των νόμιμων Αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας, κράτους-μέλους της Ε.Ε., όπως το Πρωτόκολλο 10 καθορίζει.
3. Οι Βρετανοί δικαιούνται να χρησιμοποιούν τα λιμάνια και τα αεροδρόμιά τους μόνο για τους στρατιωτικούς σκοπούς που ρητώς καθορίζουν οι Συνθήκες της Ζυρίχης.
4. Οι Κύπριοι πολίτες που διαμένουν στις Βάσεις διέπονται από το νομικό πλαίσιο της Ε.Ε., όπως είναι π.χ. οι αγοραπωλησίες, διαμονή, εμπόριο, φόροι, νόμισμα κ.λπ.
Υπό αυτές τις συνθήκες γίνεται αντιληπτό ότι η κυριαρχία, που ασκούν οι Βρετανοί στις Βάσεις, δεν έχει κρατικό, παρά μόνο συμβατικό χαρακτήρα. Δηλαδή, οι εξουσίες των Βρετανών δεν έχουν κρατική μορφή αλλά μόνο εξουσίες που πηγάζουν ρητώς από τις Συνθήκες. Εξ ου και το γεγονός ότι οι Βρετανοί χρειάζονται άδεια για τη διεξαγωγή υπερπτήσεων, που εκδίδεται από την Κυπριακή Δημοκρατία. Εάν η κυριαρχία των Βάσεων δεν θεωρηθεί ως συμβατική, αλλά ως κρατική, τότε στην περίπτωση άτακτου Brexit θα πρέπει να επιβληθούν συνοριακοί και άλλοι έλεγχοι για τους εξής λόγους:
1. Με βάση το Πρωτόκολλο Μακρίδη-Παπαζώη, οι Βάσεις είναι εκτός εδάφους της Ε.Ε.
2. Έγιναν γνωματεύσεις από τη Γενική Εισαγγελία περί της κυριαρχίας των Βάσεων. Αυτές οι γνωματεύσεις, με τον τρόπο που διατυπώθηκαν, αποδεικνύονται λανθασμένες.

Συμβατική κυριαρχία και σύνορα

Η εκ των προτέρων κοινή θέση μεταξύ Βρετανίας-Κύπρου και Βρυξελλών είναι ότι ακόμη και σε περίπτωση άτακτου Brexit, τα όσα έχουν προαποφασιστεί, θα ισχύσουν. Έχει γίνει μάλιστα περί τούτου νομική έρευνα από τη Νομική Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που στηρίζεται στην ισχύ του Συντάγματος της Ζυρίχης, βάσει του οποίου λειτουργεί η Κυπριακή Δημοκρατία και εντάχθηκε συμφώνως με το Πρωτόκολλο 10 στην ΕΕ.
Το κύριο επί τούτου επιχείρημα είναι ότι η κυριαρχία των Βρετανών δεν έχει τον σκληρό κρατικό χαρακτήρα, αλλά ότι η αποικιοκρατία διατήρησε στις συγκεκριμένες περιοχές όσες εξουσίες και μόνο ρητώς καθορίζονται από τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης. Εάν άλλωστε θεωρηθεί κρατική η κυριαρχία των Βρετανών στις Βάσεις, τότε θα πρέπει να έχουν και εναέριο χώρο, και FIR και χωρικά ύδατα και ΑΟΖ. Συν του γεγονότος ότι θα έχουμε, κατ’ αναλογίαν, να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα που προκύπτει από το μοντέλο του σκληρού συνόρου μεταξύ της Βορείου και Νοτίου Ιρλανδίας.
Υπάρχει, δε, και η άποψη ότι τώρα θα έπρεπε να ήταν η ευκαιρία να εγερθεί θέμα Βάσεων και να ρυθμιστεί κατά το πρότυπο του Γιβραλτάρ. Δηλαδή να το ρυθμίσουν οι Ισπανοί με τους Βρετανούς σε διμερές επίπεδο.
Οι περιπτώσεις δεν είναι οι ίδιες, αλλά όμοιες. Για μας υπάρχει ο κίνδυνος, λόγω παλαιοτέρων λαθών, να εξελιχθούν τα πράγματα χειρότερα επειδή:
1. Έγινε δεκτή η έννοια της κυριαρχίας, χωρίς τη διευκρίνιση του συμβατικού της χαρακτήρα.
2. Έγινε δεκτό ότι το έδαφος των Βάσεων ήταν εκτός ΕΕ και ανήκε στη Βρετανία.
Εάν το Λονδίνο επιμείνει σε δικές του ερμηνείες, που στηρίζονται σε δικές μας νομικές γνωματεύσεις, είναι πιθανό να δημιουργηθούν πολύ μεγαλύτερα προβλήματα από τα υφιστάμενα και ό,τι προβλέπουν τα συμφωνηθέντα. Η αναθεώρηση ή κατάργηση του καθεστώτος των Βάσεων μπορεί να συμβεί στο πλαίσιο της λύσης, ή προ της λύσης εάν γίνει εισήγηση για μετατροπή των Βάσεων από Βρετανικές και ΝΑΤΟϊκές.
Η πρώτιστη αξίωση θα έπρεπε να ήταν η πληρωμή των ενοικίων. Επί τούτου, δεν ευσταθεί οι ισχυρισμός ότι δεν πληρώνουν επειδή αποχώρησαν οι Τουρκοκύπριοι από το κράτος της Ζυρίχης. Το ψήφισμα 186 του 1964, που αναγνωρίζει ως νόμιμη Κυβέρνηση αυτήν της Κυπριακής Δημοκρατίας, εκδόθηκε με τη σύμφωνη γνώμη της Βρετανίας.

Σύνορα και Συμβατική κυριαρχία

Το βασικό στοιχείο σήμερα είναι η αποφυγή δημιουργίας οιονεί συνόρων και η τεκμηρίωση της θέσης περί της συμβατικής κυριαρχίας, για να μη συγκριθεί η δική μας περίπτωση με εκείνην της Ιρλανδίας. Ειδικότερα, μάλιστα, εάν είναι άτακτο το Brexit και επιβληθεί το λεγόμενο σκληρό σύνορο, τότε τα πράγματα και εντός και εκτός Βρετανίας θα είναι δύσκολα. Η Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής του 1998 στηρίζεται ακριβώς στην πρακτική κατάργηση των συνόρων μεταξύ Βορείου και Νοτίου Ιρλανδίας.
Εάν εφαρμοστούν συνοριακοί έλεγχοι, τότε υπάρχει ο κίνδυνος να ανοίξει εκ νέου το Ιρλανδικό Ζήτημα καθώς και το Σκωτικό. Η δημιουργία ειδικού καθεστώτος στην Ιρλανδία με χαλαρά σύνορα, με τη δημιουργία δηλαδή μιας διαφορετικής σχέσης που θα έχει εκεί η ΕΕ, συγκριτικά με το υπόλοιπό Ην. Βασίλειο, δεν γίνεται δεκτή από τους Άγγλους, ούτε καν το θέμα των θαλάσσιων συνόρων, το οποίο θα μπορούσε να ήταν μια εναλλακτική τελωνειακή φόρμουλα στη λογική του αμοιβαίου οφέλους.
Δηλαδή να υπάρχει μια μορφή ελεύθερης εμπορίας μεταξύ των Ιρλανδών, αλλά να γίνεται θαλάσσιος έλεγχος επί των προϊόντων που περνούν από τη Νότιο Ιρλανδία προς την ΕΕ. Και θα πρέπει να συμβαίνει ο έλεγχος αυτός, διότι τα εν λόγω προϊόντα διέπονται από συμφωνίες μεταξύ της Βρετανίας και τρίτων χωρών και δεν ρυθμίζονται μέσω της ενιαίας αγοράς και της ΕΕ.
Η Κύπρος ουδόλως θα έπρεπε να εμπλέξει τον εαυτό της με το μοντέλο της Ιρλανδίας και να θεωρηθούν οι Βάσεις ως πλήρες κυρίαρχο βρετανικό έδαφος. Η μοναδική φόρμουλα είναι αυτή που μέχρι σήμερα υιοθετείται, έστω και σιωπηρώς, δηλαδή της συμβατικής κυριαρχίας.

Βρετανοί, Γάλλοι και EastMed

Το Brexit αγγίζει και τα ζητήματα της ενέργειας στην περιοχή μας. Η εμπλοκή Γάλλων, Αμερικανών και Ιταλών αφήνει τους Βρετανούς εκτός ενεργειακού παιχνιδιού, διότι δεν έχουν πλέον λόγο εντός της ΕΕ και διότι δεν έχουν εμπλακεί με ενεργό τρόπο, δηλαδή μέσω εταιρειών. Είναι υποστηρικτές του αγωγού προς Τουρκία, όπως η Άγκυρα και οι ηγεσίες του ΔΗΣΥ και του ΑΚΕΛ, ως αντάλλαγμα για τη λύση, αλλά και ως αποτρεπτική κίνηση της ενίσχυσης του άξονα Ισραήλ, Κύπρου, Ελλάδας, Ιταλίας και ΕΕ. Ο άξονας αυτός αποτυπώνεται στην κατασκευή του EastMed, που μειώνει τη σημασία της Τουρκίας και ενισχύει την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας, αποτρέποντας, για ευνόητους λόγους, την τουρκική απειλή.
Η Βρετανία, εφόσον μένει εκτός ΕΕ, διαδραματίζει έναν νέο πόλο στην Ευρώπη και στην περιοχή μας, του οποίου τα συμφέροντα δεν συνταυτίζονται απόλυτα με εκείνα των ΗΠΑ, της Γαλλίας και της Γερμανίας. Ο EastMed εμπλέκει περισσότερους συμμαχικούς για την Κυπριακή Δημοκρατία παίκτες και εξισορροπεί τη μονοπωλιακή σχέση που έχουν με τις ΗΠΑ στην περιοχή μας η Βρετανία και η Τουρκία είτε εντός είτε εκτός ΝΑΤΟ.
Ακόμη και ο Αιγύπτιος Υπουργός Εξωτερικών, ο οποίος δήλωσε τις προάλλες ότι δεν υπάρχει η πολυτέλεια να αναμένουμε τον EastMed που θα μπορεί να λειτουργήσει, εντός δύο ετών από την υπογραφή των συμβολαίων, σε βάθος χρόνου, δεν έχει άλλη επιλογή από τον EastMed, για τους εξής λόγους:
1. Οι έρευνες στην κυπριακή ΑΟΖ δεν είναι βέβαιο ότι θα περατωθούν σε διάστημα λιγότερο των δύο ετών.
2. Εάν η επιλογή είναι το τερματικό στην Κύπρο, αυτό δεν θα μπορεί να περατωθεί σε διάστημα λιγότερο των δύο ετών.
3. Το Ισραήλ επέλεξε τον EastMed για να μην εγκλωβιστεί είτε στην Τουρκία είτε στην Αίγυπτο. Από την άλλη, ούτε η Αίγυπτος θέλει να δει την Τουρκία ούτε η Τουρκία την Αίγυπτο ως ενεργειακό κόμβο λόγω της δικής τους αντιπαράθεσης για την πρωτοκαθεδρία στον Αραβικό και Μουσουλμανικό Κόσμο. Εκείνο που θα ήθελε η Αίγυπτος είναι τον αγωγό προς αυτήν από το οικόπεδο 12 και αν ήταν δυνατό και από το Λεβιάθαν πριν από το διάστημα των δυο ετών.
Σε βάθος χρόνου, η συμφέρουσα ακόμη και για την Αίγυπτο επιλογή είναι η διοχέτευση και του δικού της φυσικού αερίου στην ΕΕ μέσω EastMed, διότι συνιστά μια μεγάλη αγορά.

Εμπόριο και παροχή εργασίας

Οι Βρετανοί τραβούν το σχοινί με την ΕΕ, η οποία τονίζει ότι επί της ουσίας δεν θα διαπραγματευτεί εκ νέου για το Brexit γνωρίζοντας ότι το Λονδίνο θα έχει μεγαλύτερο πρόβλημα από εκείνο που θα έχουν οι Βρυξέλλες και τα κράτη μέλη σε περίπτωση άτακτου Brexit, αφού το 60% των εμπορικών συναλλαγών και δη των εξαγωγών της Βρετανίας είναι με την ΕΕ. Εάν προκύψει άτακτη έξοδος τότε θα αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις επί μηδενικής βάσης και η Βρετανία θα θεωρηθεί ως καθαρά τρίτη χώρα, όπως ο Καναδάς και οι ΗΠΑ, με μειωμένο απ’ ό,τι σήμερα καθεστώς ανταγωνιστικότητας. Θα γίνει επανακαθορισμός δασμών και φορολογιών, ενώ μετέωρο θα μείνει το θέμα των Ευρωπαίων πολιτών στη Βρετανία και των Βρετανών στην ΕΕ.

Οι Βρετανοί χάνουν μια μεγάλη αγορά εργασίας, δηλαδή αυτήν της ΕΕ, και οι λοιποί Ευρωπαίοι, κυρίως εκείνοι των πρώην ανατολικών χώρων, χάνουν την αντίστοιχη Βρετανική. Το γεγονός αυτό μεταφράζεται ως εξής: Το βάρος από την παροχή εργασίας θα επωμιστούν κυρίως οι αγορές της Γερμανίας και της Γαλλίας, που είναι ήδη κορεσμένες από τους ξένους και δη τους παράνομους εργάτες και μετανάστες. Η λογική λέει ότι δεν βολεύει κανέναν το άτακτο Brexit. Πολύ δε περισσότερο το Λονδίνο.
Εάν μάλιστα η επιλογή της εξόδου από την ΕΕ είναι ορθή, θα διαφανεί στην πορεία των πραγμάτων, και σε οικονομικό και σε πολιτικό επίπεδο. Υπάρχουν και αυτοί που θεωρούν ότι η έξοδος των Βρετανών από την ΕΕ ήταν φυσιολογική των πραγμάτων εξέλιξη, διότι ποτέ δεν πίστευαν σε αυτήν και, ως εκ τούτου, αφήνει πεδίον δόξης λαμπρόν στην κυριαρχία των Γερμανών με τη στήριξη των Γάλλων εκεί και όπου υπάρχει σύγκλιση συμφερόντων. Ταυτοχρόνως, είναι πρόδηλο ότι η ΕΕ, ως τέτοια, αδυνατεί να δώσει λύσεις στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι λαοί των κρατών μελών, με αποτέλεσμα να διογκώνεται το δημοκρατικό έλλειμμα και να αυξάνονται τα ευρωσκεπτικιστικά ρεύματα. Αυτή η τάση αναμένεται να αποτυπωθεί και στις ευρωεκλογές.

Το Γερμανικό και Βρετανικό Ζήτημα

Γίνεται, δε, αντιληπτό ότι η ΕΕ κινείται σταθερά προς ένα σύστημα πολλαπλών ταχυτήτων, το οποίο δεν είναι πλήρως θεσμοθετημένο αλλά απεικονίζεται, κυρίως, στα κράτη εντός και εκτός Ευρωζώνης καθώς και στον πλούσιο βορρά και στον φτωχό νότο. Ακόμη και αυτοί που ήταν υπέρμαχοι της εμβάθυνσης της περιφερειακής ολοκλήρωσης, τώρα την βλέπουν με σκεπτικισμό, καθότι γνωρίζουν ότι, εάν συμβεί κάτι τέτοιο, με τις υφιστάμενες συνθήκες, κερδισμένη θα βγει η Γερμανία, η οποία χρησιμοποιεί τους θεσμούς της ΕΕ και την οικονομική της ισχύ για να εξυπηρετεί πρωτίστως τα δικά της συμφέροντα, τα οποία εμφανίζει όσο το δυνατόν περισσότερο ως κοινά συμφέροντα της ίδιας της ΕΕ. Πρόκειται για το πάγιο ερώτημα εάν θα έχουμε μια γερμανική Ευρώπη ή μια ευρωπαϊκή Γερμανία.
Ακόμη και τη Βρετανία την απασχολεί, παρά την έξοδό της από την ΕΕ, ο γερμανικός χαρακτήρας της Ευρώπης, διότι εκεί είναι ο κύριος οικονομικός και εμπορικός καθώς και γεωστρατηγικός της πνεύμονας. Το στοίχημα βεβαίως πλέον για τη Βρετανία δεν είναι μόνο εάν θα είναι άτακτο ή όχι το Brexit, αλλά τι θα γίνει με την ίδια τη συνοχή του Ην. Βασιλείου. Η συνοχή αυτή εκ των πραγμάτων σχετίζεται με τη συμφωνία της εξόδου των Βρετανών από την ΕΕ και τις τάσεις εξόδου της Σκωτίας και της Β. Ιρλανδίας από το Ην. Βασίλειο, ειδικώς εάν τεθούν σκληρά σύνορα και επιστρέψει ο εφιάλτης του εμφύλιου πολέμου.
Το Brexit δεν συνοδεύεται από ένα στοίχημα που αφορά μόνο στη συνοχή της ΕΕ και την ταυτότητα των πολλαπλών ταχυτήτων και της γερμανικής Ευρώπης, αλλά και στη συνοχή της ίδιας της Βρετανίας. Όσο, δε, για την Κύπρο, θα πρέπει να είναι ευτυχής εάν παραμείνει η συμφωνία για τις Βάσεις ως έχει και αν αποφευχθούν νέα «σύνορα» και νέοι έλεγχοι επιπρόσθετοι των ήδη υφιστάμενων που παρανόμως επιβάλλει η κατοχή…
Η εξέλιξη αυτή περνά μέσα από την αντίληψη της συμβατικής κυριαρχίας και της διόρθωσης λανθασμένων κινήσεων του παρελθόντος, που είχαν υποτακτικό από τη μια χαρακτήρα έναντι της Βρετανίας και από την άλλη μιαν άναρχη και χωρίς προγραμματισμό συνθηματολογία για αποχώρηση των «Βάσεων του θανάτου», που τελικά εξελίσσεται σε άλλοθι για τη τσιμέντωσή τους, χωρίς η Κύπρος να έχει οικονομικό ή γεωπολιτικό όφελος. Χρειάζεται πολιτική ωριμότητα, στην οποία το κομματικό σύστημα δεν μας έχει συνηθίσει. Έχουμε όμως το δικαίωμα να ελπίζουμε…
Σημερινή Κύπρου

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός7 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις7 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή