Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Αξίζει να μελετηθεί – Οι δυόμισι τουρκικοί πόλεμοι και το τόξο της «Γαλάζιας Πατρίδας»

Δημοσιεύτηκε στις

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΤΟΥΡΚΙΚΑ ΔΟΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΙ ΔΙΔΑΣΚΕΙ Ο Ι. ΜΕΤΑΞΑΣΠΩΣ Η ΑΓΚΥΡΑ ΣΧΕΔΙΑΖΕΙ ΝΑ ΚΤΥΠΑ ΤΗΝ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ, ΣΕ ΠΟΙΟΥΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥΣ ΠΡΟΒΑΙΝΕΙ ΚΑΙ ΠΩΣ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΤΗΝ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΧΩΡΩΝ ΠΟΥ ΑΠΕΙΛΕΙ
Γιάννος Χαραλαμπίδης


· Η ανεξαρτησία του Ερντογάν και η πολιτική του εκκρεμούς

· Το φυσικό αέριο, οι απειλές και οι συμμαχίες
· Πώς η Τουρκία δείχνει τον δρόμο σε μια ελληνική αποτροπή
Η «Γαλάζια Πατρίδα» θα αγκυροβολήσει και στην Κύπρο. Δεν υπάρχει επί τούτου καμιά αμφιβολία. Είναι στο πρόγραμμα της άσκησης. Ο τουρκικός στόλος, αφού εισβάλει στην Κυπριακή ΑΟΖ, μετά θα σταθμεύσει και σε λιμάνια των κατεχομένων για να ανυψώσει το ηθικό των Τουρκοκυπρίων και να σπάσει το δικό μας, αποδεικνύοντας στην πράξη ότι η δική τους μητέρα πατρίδα είναι πάντα κοντά. Δεν λογαριάζει αποστάσεις. Άλλωστε, η άσκηση «Γαλάζια Πατρίδα», η μεγαλύτερη διακλαδική, στην ουσία, άσκηση, καθότι σ’ αυτήν δεν θα συμμετάσχουν μόνο ναυτικές, αλλά και αεροπορικές καθώς και χερσαίες αποβατικές δυνάμεις, ξεκινά από τη Μαύρη Θάλασσα, περνά μέσα από το Αιγαίο και καταλήγει στην Ανατολική Μεσόγειο. Τι σημαίνει η άσκηση «Γαλάζια Πατρίδα»; Είναι απλώς μια άσκηση εντυπωσιασμού, αποτυπώνει κάποιο νέο στρατηγικό δόγμα και πού αποσκοπεί; Μπορεί να αντιμετωπιστεί και πώς;

Το δόγμα και το εκκρεμές

Στα προηγούμενα χρόνια είχαμε το δόγμα της τουρκικής θάλασσας, η οποία εκτείνετο από τη Μαρμαρίδα ώς την Αλεξανδρέττα. Τώρα έχουμε το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», που καλύπτει τις θαλάσσιες περιοχές από τη Μαύρη Θάλασσα ώς την Ανατολική Μεσόγειο διά του Αιγαίου. Απλά πράγματα: Οι Τούρκοι θεωρούν ότι και η θάλασσα είναι πατρίδα και ότι η κυριαρχία τους εκεί είναι εξίσου σημαντική και απολύτως συμπληρωματική της κυριαρχίας τους στην ξηρά και στον αέρα. Εκεί, δηλαδή, στη θάλασσα, υπάρχει ο πλούτος, δηλαδή το φυσικό αέριο. Συνεπώς, η άσκηση «Γαλάζια Πατρίδα» επιδιώκει:
Πρώτον, να δείξει στον κόσμο όλο το νέο τουρκικό στρατηγικό δόγμα, που είναι συναφές με την ανάδειξη της Τουρκίας σε ανεξάρτητη περιφερειακή δύναμη.
Δεύτερον, να τονώσει το ηθικό των Τούρκων και, αν το εξυψώσει, να εδραιώσει ακόμη περισσότερο το καθεστώς Ερντογάν, ενόψει των εορτασμών των 100 χρόνων του νέου τουρκικού κράτους. Στόχος του Ερντογάν είναι να καταστεί ο νέος Πατέρας των Τούρκων. Τρίτον, να στείλει το μήνυμα προς τις γειτονικές χώρες ότι η Τουρκία είναι το αφεντικό στη θάλασσα. Πρόκειται για προβολή ισχύος. Τέταρτον, να ενισχύσει αυτό που ο Ερντογάν αναφέρει ως ανεξαρτησία. Δηλαδή, θέλει μια χώρα, η οποία να είναι όσο το δυνατόν πιο απεξαρτημένη από τις ΗΠΑ και τη Δύση, δηλαδή το ΝΑΤΟ και την Ε.Ε. Γι’ αυτό, και εκτός των άλλων, αναπτύσσει την πολεμική της βιομηχανία, που είναι κλάδος συνδεδεμένος με την οικονομία και την αγορά εργασίας, καθώς και την ανάπτυξη και την τεχνολογία.
Η Τουρκία πλέον κατασκευάζει δικά της πλοία, πυροβόλα κ.λπ., τη στιγμή που η Ελλάδα και η Κύπρος αδυνατούν από δική τους υπαιτιότητα. Η Άγκυρα, στη λογική της απεξάρτησης, υιοθετεί ήδη την πολιτική του εκκρεμούς. Όταν δεν της κάνουν τα χατίρια οι ΗΠΑ, στρέφεται προς τη Μόσχα και αντίστροφα. Μια τέτοια πολιτική είναι ακροβατική. Και ο βαθμός επικινδυνότητας μειώνεται όσο αυξάνεται ο βαθμός της απεξάρτησης, γεγονός που αυξάνει τον δείκτη ανεξαρτησίας, και όσο αυξάνεται η στρατιωτική ισχύς ενός έθνους κράτους, η οποία είναι συνδεδεμένη με τα διάφορα συμφέροντα και την οικονομία, που ήταν πάντα για την Τουρκία η αχίλλειος πτέρνα της. Μέσα σε δύο μήνες οι ΗΠΑ γονάτισαν μαζί με το Ισραήλ την τουρκική οικονομία, με το πρόσχημα της παράδοσης ενός πάστορα.
Βεβαίως, παντού υπάρχουν όρια. Συνεπώς, από την πλευρά τους, οι Αμερικανοί προτιμούν μια πληγωμένη οικονομικά Τουρκία, παρά την πτώση του καθεστώτος και τη δημιουργία χάους. Εάν άλλες χώρες, όπως η Ελλάδα, σε συμμαχία με εκείνες τις χώρες που απειλούνται από την Άγκυρα είχαν κοινή στρατηγική και πρόταση προς τις ΗΠΑ και την ΕΕ για μια εναλλακτική επιλογή, που θα στηριζόταν ακόμη και σε αυτόν τον τεμαχισμό της Τουρκίας, η κατάσταση θα ήταν διαφορετική.
Επί του παρόντος, όχι μόνον κάτι τέτοιο δεν συντρέχει, αλλά εναγωνίως επιδιώκεται μια συμμαχία αποτροπής, η οποία δεν είναι αξιόπιστη επαρκώς. Εάν ήταν, η Άγκυρα δεν θα αλώνιζε τις θάλασσες ανενόχλητη κάνοντας επίδειξη δυνάμεως. Είναι ανόητο να υποστηρίζει κάποιος τον πόλεμο. Ο πόλεμος, όμως, προκύπτει τότε και μόνον τότε, όταν δεν υπάρχει αποτροπή. Και όταν δεν υπάρχει αποτροπή, αποφεύγεται, όταν ο αδύναμος υποκύπτει στις αξιώσεις του ισχυρού, εφόσον ο ισχυρός ξέρει και αυτός να παίζει καλά τον ρόλο του στο παιχνίδι της ισχύος.
Εάν όχι, τότε η αλαζονεία, και αυτό το είδαμε πολλές φορές στην περίπτωση της Τουρκίας, μπορεί να δίδει την ευκαιρία στον αδύναμο να ξεφεύγει από τη μέγκενη των απειλών. Εάν, δηλαδή, η Άγκυρα κάνει ένα κλικ στο θέμα της ασφάλειας και των εγγυήσεων, μπορεί να φέρει τούμπα το Κυπριακό και να ελέγχει το σύνολο της Κύπρου μέσα από τις συνταγματικές δομές τής υπό συζήτηση ομοσπονδιακής λύσης, συνομοσπονδιακού χαρακτήρα.

Καντίλ, Χορμούζ και «τρίγωνο του διαβόλου»

Το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» είναι συναφές ζήτημα με τη στρατηγική της Τουρκίας να αναδειχθεί περιφερειακή δύναμη. Συνεπώς, σχετίζεται με τις Βάσεις που έχει η Άγκυρα πέραν των δικών της εδαφών, στο Κατάρ και στη Σομαλία, που μαζί με τον έλεγχο της Κύπρου συνιστούν το «τρίγωνο του διαβόλου» και σύστημα εξυπηρέτησης των στρατηγικών και άλλων συμφερόντων της.
Εάν δει κάποιος τον χάρτη, τόσο η λογική της «Γαλάζιας Πατρίδας», όσο και του «Τριγώνου του Διαβόλου», είναι σημαντικά για την Τουρκία, προκειμένου να έχει λόγο στις θαλάσσιες οδούς και στον έλεγχο στρατηγικών σημείων όπως το Σουέζ, το Χορμούζ και ο Βόσπορος. Για να συμβεί, όμως, κάτι τέτοιο πρέπει κάποιο κράτος να έχει αξιόπιστες ένοπλες δυνάμεις και δη πολεμικό στόλο.
Οι θαλάσσιες οδοί δεν σχετίζονται μόνο με το εμπόριο, αλλά και με το φυσικό αέριο. Εξ ου και το γεγονός ότι η Τουρκία δεν εισέβαλε στη Συρία μόνο για τη δημιουργία ζώνης ασφαλείας, αλλά επειδή γνωρίζει το αυτονόητο: Από την περιοχή ήταν προγραμματισμένο να περάσουν αγωγοί. Ταυτοχρόνως, θέλει να δώσει τη χαριστική βολή στους Κούρδους και να αλλάξει πλήρως το σκηνικό με τις εξής κινήσεις:
Προώθηση των στρατευμάτων της για την κατάληψη του Καντίλ, όπου βρίσκεται η φωλιά του κουρδικού αντάρτικου, το οποίο θεωρεί ως πηγή τρομοκρατίας. Η Τουρκία, από το Καντίλ, περνά ανατολικώς του Ευφράτη και, αφενός, μπορεί, μέσω της ζώνης ασφαλείας, να αναλαμβάνει στην περιοχή άλλες επιχειρήσεις, όταν κρίνει σκόπιμο, κατεβαίνοντας προς τα νότια, αφετέρου φτάνει πλησίον των πετρελαίων της Μοσούλης.
Από την άλλην, η Κύπρος θεωρείται εκ των πραγμάτων ζωτικής σημασίας και αβύθιστο αεροπλανοφόρο, το οποίο η Άγκυρα είτε θα διατηρήσει ως έχει με την πρόθεση δημιουργίας Ναυτικής Βάσης, παρότι λειτουργεί ως τέτοια η Αμμόχωστος, είτε μέσω μιας ομοσπονδιακής λύσης που θα της κατοχυρώνει: Α) Τον έλεγχο του πολιτειακού συστήματος μέσω συνταγματικών δομών και του δικαιώματος των βέτο για κάθε σημαντικό θέμα, στη λογική της πολιτικής ισότητας.
Η Τουρκία θα έχει βέτο στα εσωτερικά μας μέσω των Τουρκοκυπρίων, αλλά και μέσω της ισχύος της, που σημαίνει Β) Τον γεωστρατηγικό έλεγχο της περιοχής. Αυτό μεταφράζεται ως εξής: Η ασφάλεια της Κύπρου θα ανήκει στην Τουρκία είτε εντός είτε εκτός ΝΑΤΟ και συνεπώς και το φυσικό αέριο θα είναι σε αυτήν εγκλωβισμένο.
Είναι γι’ αυτόν τον λόγο που το Ισραήλ δεν θα ήθελε μια τέτοια εξέλιξη, διότι, όπως εκτιμούν οι Ισραηλινοί, αντί να μιλούν μαζί μας, θα μιλούν για θέματα ενέργειας, και όχι μόνο, με την Άγκυρα. Ακόμη, οι Ισραηλινοί, ενώ σήμερα έχουν μια έξοδο μέσω Κύπρου, λόγω της έλλειψης στρατηγικού βάθος, εάν το σκηνικό αλλάξει με μια ομοσπονδία και η Άγκυρα δεν μεταβάλει την πολιτική της, θα είναι σε αυτήν εγκλωβισμένη.
Η Τουρκία θα αποκτήσει νέα γεωπολιτικά πλεονεκτήματα. Η απειλή της δεν θα μειωθεί, αλλά θα κλιμακωθεί και οι κίνδυνοι κρίσης θα αυξηθούν. Εκτός και αν επέμβουν άλλοι παράγοντες, όπως οι ΗΠΑ, για παράδειγμα.
Αιγαιοποίηση της ΑΟΖ και εκμηδενισμός απόστασης
Είναι πρόδηλον ότι η Τουρκία έχει ήδη αιγαιοποιήσει την ΑΟΖ της Κύπρου. Η Άγκυρα όχι μόνο διεκδικεί το μισό Αιγαίο φτάνοντας ώς την Κρήτη, αλλά σταδιακά επιζητά να ξεπεράσει τον «σκόπελο» της θάλασσας, εκμηδενίζοντας τις αποστάσεις, με την κατασκευή πυραυλικών συστημάτων που θα έχουν τη δυνατότητα να φτάσουν ώς και τα 1000 χιλιόμετρα.
Προσοχή, λοιπόν: Μόνο τους τελευταίους 12 μήνες, η Τουρκία, εκτός των άλλων, έχει ενισχυθεί με 72 πυραυλικά συστήματα BORA, δικής της κατασκευής, με βεληνεκές 240 χιλιόμετρα, με 44 ελικόπτερα τουρκικής κατασκευής Τ-129 ΑΤΑΚ και 75 UAV Bayraktar. Η τουρκική πολεμική βιομηχανία εργάζεται επί του συστήματος BORA, με απώτερο στόχο τα 1000 χιλιόμετρα και, ως εκ τούτου, να μπορεί να κτυπά επί ελληνικού εδάφους (στον ηπειρωτικό χώρο). Γίνεται αντιληπτόν ότι η ανεξαρτησία της Τουρκίας είναι συναφής με την πολεμική της βιομηχανία.
Η άσκηση «Γαλάζια Πατρίδα»: 1. Δίδει το στίγμα της δημιουργίας ενός τουρκικού τόξου κάτω από την περιφέρεια της Ευρασίας και της καρδιάς της Γης, επί τη βάσει της οποίας οι ΗΠΑ οικοδομούν από τις αρχές του περασμένου αιώνα τις στρατηγικές τους για την κυριαρχία τους στο παγκόσμιο σύστημα.
2. Σε συνδυασμό με την εν εξελίξει στρατιωτική επιχείρηση στη Συρία, όπου λαμβάνουν μέρος περί τις 80 χιλιάδες, ανεξαρτήτως εάν αυτό ισχύει στην πράξη ή όχι, δημιουργεί την εικόνα ότι η ικανότητά της να διεξάγει δυόμισι πολέμους δεν είναι λόγια.
3. Προσφέρει στην Τουρκία το πλεονέκτημα να έχει αναπτυγμένο τον στρατό σε θέσεις μάχης. Όχι μόνον τον στόλο της, αλλά και τις αεροπορικές και τις χερσαίες δυνάμεις της. Έχει, δηλαδή, πλεονέκτημα και ανά πάσα στιγμή δύναται να δημιουργήσει επεισόδιο ή κρίση. Λογικά, οι δυνάμεις της Ελλάδας και της Κύπρου, σε συνεργασία με το Ισραήλ, θα έπρεπε να παρακολουθούν στενά την κατάσταση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να παρασυρθούμε και, ως εκ τούτου, να μας οδηγήσει η Άγκυρα σε κλιμάκωση της κρίσης και στη δημιουργία νέων τετελεσμένων είτε στη θάλασσα είτε στην ξηρά. Υπάρχει επί του θέματος αυτού η ευφυής στρατηγική του Ιωάννη Μεταξά έναντι των ιταλικών προκλήσεων προτού ξεσπάσει η επίθεση της 28ης Οκτωβρίου.
Ο Μεταξάς, κάτοχος της στρατιωτικής τέχνης και της στρατηγικής, σε καμιά περίπτωση δεν παγιδεύτηκε στις ιταλικές προκλήσεις, ώστε να υπάρχει το πρόσχημα για τη Ρώμη να επιτεθεί. Ακόμη και όταν οι Ιταλοί βύθισαν την «Έλλη», παρέμεινε ψύχραιμος και, ταυτοχρόνως, με όσες δυνάμεις και μέσα είχε, προετοιμαζόταν για την αναπόφευκτη ιταλική εισβολή, γράφοντας το έπος του ’40. Δεν καθόταν με σταυρωμένα τα χέρια.
Πολύ φοβούμαστε ότι η δική μας ηγεσία, στην περίπτωση της Τουρκίας, απλώς εφαρμόζει το ένα σκέλος της στρατηγικής Μεταξά και όχι το δεύτερο. Δεν ακολουθεί τις προκλήσεις, αλλά δεν έχει αξιόπιστη αποτροπή. Και εξηγούμε: Τι θα πράξει η κυπριακή Κυβέρνηση ή το κομματικό σύστημα όταν η Τουρκία θα κατεβάσει εντός ολίγων μηνών τρυπάνι στην Κυπριακή ΑΟΖ; Θα προβεί σε διαμαρτυρία στον ΟΗΕ;
Ποιον ΟΗΕ, αυτόν του οποίου οι εκπρόσωποι χάνουν τα έγγραφα των συνομιλιών; Ας υποθέσουμε ότι κάνουμε το διάβημα. Μύγα τσίμπησε την Τουρκία. Τι θα της κάνει ο ΟΗΕ; Τίποτα! Ωραία, τι θα πρέπει να κάνουμε; Πόλεμο; Αστείο. Και να θέλαμε, δεν μπορούμε. Είμαστε κράτος – νησί, έχουμε «γαλάζια πατρίδα» έντεκα φορές πιο μεγάλη από την ξηρά και δεν έχουμε ναυτικό.
Τι, τέλος πάντων, να πράξουμε; Να λύσουμε το Κυπριακό και να δώσουμε το φυσικό αέριο στην Τουρκία και να μας δώσει ποσοστά; Ήδη, κάποιοι το λένε. Εάν, όμως, υποχωρήσουμε, γιατί η Άγκυρα, με τη λογική που τη διακατέχει, να μη ζητήσει και άλλα; Εκτός και αν στείλουμε το κομματικό σύστημα, που συχνά πυκνά τρώει και πίνει με τον Ακιντζί, να τον πείσει για έλεος.
Και σε αυτό το εγχείρημα, όμως, δεν υπάρχουν μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας. Εάν υπήρχαν, δεν θα τον έπειθαν και στη λύση του Κυπριακού; Το κομματικό κατεστημένο όχι μόνο δεν έπεισε τους Τούρκους για λύση, αλλά φέρει ακεραία την ευθύνη για το αδιέξοδο και για το γεγονός ότι εδραιώνεται η διχοτόμηση. Αυτοί κυβερνούσαν με την ομοσπονδιακή εξευμενιστική τους πολιτική. Αυτοί αφόπλισαν την Κύπρο, ειδικώς από την εποχή του Τ. Παπαδόπουλου έως σήμερα, και αυτοί δημιούργησαν τις συνθήκες για την κλιμάκωση της τουρκικής απειλής στην κυπριακή ΑΟΖ.

Τι πράττουμε;

Ερώτημα: Τι πράττουμε; Ο γράφων, τον περασμένο Οκτώβριο, είχε παρουσιάσει ένα μικρό βιβλίο με τίτλο «Τουρκία: Μια αναδυόμενη Θαλάσσια Δύναμη», στο οποίο ανέλυσε την «τουρκική γαλάζια πατρίδα» με στοιχεία και χάρτες. Κυκλοφόρησε, μάλιστα, σε όλη την Ευρώπη και δη στου Συνδέσμους των Μόνιμων Αξιωματικών. Όσο, δε, για την πολιτική ηγεσία της Κύπρου, είναι ως να ρίχνεις αβγά στον τοίχο. Τα ξέρει όλα!
Στο διά ταύτα, λοιπόν: Αντιμετωπίζεται ή όχι η Τουρκία; Εξαρτάται. Εάν υιοθετηθεί μια ρεαλιστική στρατηγική, επί τη βάσει των επιστημονικών εργαλείων της αποτροπής και των συμμαχιών, λαμβάνοντας υπόψη τον Θουκυδίδη και τον Μεταξά, η απάντηση είναι «ναι». Τη λογική της δική μας στρατηγικής την δείχνει η ίδια η Τουρκία.
Αντί, δηλαδή, να φτιάχνει μόνη της τόξο στην περιφέρεια της Ευρασίας, θα πρέπει εμείς, με τον αγωγό EastMed, να είχαμε ήδη φτιάξει ανάλογο, και δη αποτρεπτικό, τόξο, με το Ισραήλ, την Ελλάδα, την Ιταλία, τη Γαλλία και τις ΗΠΑ προς την Ευρώπη, για την κάλυψη των αναγκών της και τη δημιουργία κοινωνίας οικονομικών και ενεργειακών συμφερόντων, που θα ενισχύσει τη θέση μας διεθνώς. Ακόμη και αν εγκαθιδρυθεί τερματικό, η στρατηγική λογική του τόξου δεν αλλάζει.
Η Τουρκία δεν απειλεί μόνον τα δικά μας συμφέροντα, αλλά και εκείνα των συμμάχων μας. Κάθε τουρκική κίνηση φωνάζει πώς εμείς πρέπει να αντιδράσουμε. Η Άγκυρα παίζει πόκερ με ανοιχτά χαρτιά. Και εμείς, τις περισσότερες φορές, ούτε θέλουμε να ακούμε, ούτε θέλουμε να βλέπουμε. Επί του παρόντος, δεν την γλιτώνουμε, επειδή έχουμε στρατηγική, αλλά επειδή η Τουρκία δεν μας υπολογίζει και τα θέλει όλα και επειδή, στην παρούσα φάση, τα συμφέροντα του Ισραήλ, του πρώτου τη τάξει περιφερειακού ηγεμόνα, είναι σε σύγκρουση με την Άγκυρα, της οποίας τους στρατηγικούς στόχους δεν θέλουν τα Ιεροσόλυμα να δουν να υλοποιούνται. Για πόσο, όμως;

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO9 λεπτά πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO39 λεπτά πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Η Ευρώπη γνωρίζει, αλλά κάνει τα στραβά μάτια! Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας με Χαμάς και ισλαμιστικά δίκτυα

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεων, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

Δημοφιλή