Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ο γρίφος των κρατικών ομολόγων

Δημοσιεύτηκε στις

Βασίλης Βιλιάρδος

Για την Ελλάδα, ειδικά μετά το έγκλημα του PSI, δεν υπάρχει η παραμικρή εμπιστοσύνη, υπενθυμίζοντας πως οι ελληνικές τράπεζες δεν δανείζουν πλέον καμία επιχείρηση και κανένα νοικοκυριό, εάν έχουν προβεί σε ρύθμιση των χρεών τους – κάτι που ισοδυναμεί με τη θανατική καταδίκη των υπερχρεωμένων Ελλήνων, τεκμηριώνοντας μεταξύ άλλων πως η χώρα μας θα αναπτυχθεί μόνο όταν αλλάξει ιδιοκτησία (σύντομα).

Ανάλυση

Ενώ εμείς θριαμβολογούμε για τα επιτόκια των πενταετών (3,60%) και δεκαετών (3,90%) ομολόγων μας, τεκμηριώνοντας πως πραγματικά δεν ξέρουμε τι μας γίνεται, η ζήτηση για τα γερμανικά ομόλογα είναι τόσο ισχυρή, ώστε ακόμη και τα μακροπρόθεσμα να διαπραγματεύονται με αρνητικές αποδόσεις – ενώ τα τελευταία τέσσερα έτη ήταν λίγο επάνω από το μηδέν.
Έτσι η Γερμανία, μαζί με την Ελβετία και την Ιαπωνία, ανήκουν στο κλαμπ των μηδενικών επιτοκίων δανεισμού (γράφημα, πατώντας επάνω όλα μεγεθύνονται) – όπου τα πραγματικά τους επιτόκια, αφαιρουμένου δηλαδή του πληθωρισμού, ευρίσκονται ήδη στο -1% ή στο -1,5% (στην Ελλάδα με πληθωρισμό της τάξης του 0,5% κατά μέσον όρο, τα πραγματικά επιτόκια είναι ελάχιστα χαμηλότερα).
Το γεγονός αυτό είναι μεν θετικό για τα κράτη, αλλά καθόλου για τους αποταμιευτές, για τις ασφαλιστικές εταιρείες, για τα συνταξιοδοτικά ταμεία και για εκείνα τα επενδυτικά κεφάλαια που τοποθετούνται σε κρατικά ομόλογα – αποδεικνύοντας πως εφαρμόζεται η χρηματοπιστωτική καταστολή, μέσω της οποίας «πριμοδοτούνται» διάφορες χώρες από τους ιδιώτες. Φαίνεται δε πως στο κλαμπ των αρνητικών επιτοκίων θα προστεθούν σύντομα η Ολλανδία και η Δανία – παρά το ότι το συνολικό χρέος τους, δημόσιο και ιδιωτικό, ήταν ανέκαθεν υψηλότερο από το αντίστοιχο της Ελλάδας.
Εύλογα τώρα αναρωτιέται κανείς εάν η τάση αυτή θα συνεχιστεί στο μέλλον – όπου, χωρίς να προσποιείται πως είναι μάντης συμπεραίνει ότι, για εκείνο το χρονικό διάστημα που ο ρυθμός ανάπτυξης μειώνεται τόσο στις παραπάνω χώρες, όσο και παγκοσμίως, δεν πρόκειται να υπάρξουν σημαντικές αλλαγές. Το κοινό χαρακτηριστικό βέβαια των παραπάνω χωρών είναι το ότι, θεωρούνται απόλυτα φερέγγυες – όχι μόνο από την πλευρά της οικονομίας αλλά, επίσης, της πολιτικής, αφού οι κυβερνήσεις τους είναι σταθερές, συναινετικά προσανατολισμένες, στηρίζονται σε μεγάλες πλειοψηφίες στα Κοινοβούλια τους και δεν αλλάζουν τόσο συχνά (η οικονομία εξαρτάται απόλυτα από την πολιτική).
Το ίδιο σημαντική είναι η σχέση των εργαζομένων με τους εργοδότες τους,όπου σχεδόν πάντοτε αναζητούνται συναινετικές λύσεις και δεν υπάρχουν συγκρούσεις – λόγω κυρίως του ότι, η ασφάλεια των θέσεων εργασίας στις μισθολογικές, συλλογικές ή άλλες, διαπραγματεύσεις, αποτελεί και για τις δύο πλευρές το σπουδαιότερο αγαθό, σε βαθμό μεγαλύτερο από τις αυξήσεις των αμοιβών (κάτι που δεν συνέβη ποτέ στην Ελλάδα, κυρίως λόγω του βρώμικου συνδικαλισμού).
Αυτό που επί πλέον καθησυχάζει τους επενδυτές (το ύψος των επιτοκίων είναι η τιμολόγηση του ρίσκου που αναλαμβάνουν), είναι τα συστήματα Δικαίου που υπάρχουν σε αυτές τις χώρες – στις οποίες δεν φοβούνται πως θα βρεθούν απέναντι σε δυσάρεστες εκπλήξεις (προφανώς τίποτα από τα παραπάνω δεν συναντάται στην Ελλάδα, εκτός του ότι είναι η πιο χρεοκοπημένη χώρα του πλανήτη – οπότε λογικά θα απαιτούνται πάντοτε κατά πολύ υψηλότερα επιτόκια, συγκριτικά με τα άλλα κράτη).
Περαιτέρω, οι επενδυτές δεν προβληματίζονται ούτε για το ποσοστό του δημοσίου χρέους της Ιαπωνίας ως προς το ΑΕΠ της, το οποίο υπερβαίνει το 240%, ούτε καν για το ότι η Τράπεζα της Ιαπωνίας αγοράζει το μεγαλύτερο μέρος των ομολόγων που εκδίδει η χώρα – οπότε χρηματοδοτεί τα ελλείμματα της με φρέσκα τυπωμένα χρήματα, αυξάνοντας κάθε φορά τους κινδύνους πληθωρισμού (που όμως δεν επαληθεύονται).
Παρά το ότι λοιπόν το δημόσιο χρέος της Γερμανίας είναι στο 63% του ΑΕΠ της και της Ελβετίας κάτω από το 30% (γράφημα), οι τεράστιες διαφορές με την Ιαπωνία δεν διαδραματίζουν κανένα ρόλο όσον αφορά τα επιτόκια δανεισμού τους – επειδή οι επενδυτές εμπιστεύονται τη χώρα, έχοντας την πεποίθηση πως δεν θα αθετήσει ποτέ την πληρωμή των χρεών της (για την Ελλάδα, ειδικά μετά το έγκλημα του PSI, δεν υπάρχει η παραμικρή εμπιστοσύνη, υπενθυμίζοντας πως οι ελληνικές τράπεζες δεν δανείζουν πλέον καμία επιχείρηση και κανένα νοικοκυριό, εάν έχουν προβεί σε ρύθμιση των χρεών τους – κάτι που ισοδυναμεί με τη θανατική καταδίκη των υπερχρεωμένων Ελλήνων, τεκμηριώνοντας μεταξύ άλλων πως η χώρα μας θα αναπτυχθεί μόνο όταν αλλάξει ιδιοκτησία).
Το σημαντικότερο βέβαια είναι η παραμονή του πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα, αφού οι επενδυτές έτσι δεν φοβούνται τη μείωση της αγοραστικής αξίας των χρημάτων τους, με τα οποία αγοράζουν ομόλογα του δημοσίου – κάτι που ισχύει και για την Ιαπωνία, παρά τη μη συμβατική κρατική χρηματοδότηση (έχουμε ήδη αναφερθεί στις ιδιαιτερότητες των κεντρικών τραπεζών της Ελβετίας και της Ιαπωνίας), αφού η μείωση της αγοραστικής αξίας λόγω του πληθωρισμού στα επόμενα δέκα χρόνια υπολογίζεται κατά 0,23% στην Ιαπωνία και κατά 1,08% στη Γερμανία!
Η ερμηνεία του φθηνού δανεισμού
Εν τούτοις, όλα τα παραπάνω δεν ερμηνεύουν γιατί οι αποδόσεις των ομολόγων (=επιτόκια δανεισμού) είναι τόσο χαμηλές. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον οικονομικό κανόνα «Τάση αύξησης της παραγωγικότητας ΕΠΙ τον αναμενόμενο πληθωρισμό ΣΥΝ την πριμοδότηση των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης» (=για όλους τους δυνητικούς μελλοντικούς κινδύνους), το φυσιολογικό δεκαετές επιτόκιο της Ιαπωνίας θα έπρεπε να ευρίσκεται στο 1,33% αντί στο 0,08% που είναι σήμερα – ενώ της Ελβετίας στο 1,5% αντί του σημερινού -0,32% (πηγή).
Το ίδιο ισχύει και για άλλα κράτη που δεν ανήκουν στην ομάδα των μηδενικών επιτοκίων, όπως για τις Η.Π.Α., τη Μ. Βρετανία και την Κίνα, όπου τα επιτόκια τους είναι ασυνήθιστα χαμηλά – κάτι που σημαίνει ότι, πρόκειται για ένα παγκόσμιο φαινόμενο. Εν προκειμένω, θεωρείται πως οι αιτίες είναι οι εξής:
(α) η αναμενόμενη περαιτέρω επιβράδυνση της αύξησης της παραγωγικότητας,
(β) τα υπερβολικά ακριβά εναλλακτικά πάγια, όπως οι μετοχές και τα ακίνητα (με πολύ μεγάλη εξαίρεση την Ελλάδα, η οποία είναι σήμερα η φθηνότερη χώρα του πλανήτη), καθώς επίσης
(γ) η συνεχιζόμενη υποχώρηση του πληθωρισμού.
Όσον αφορά το πρώτο, η παραγωγικότητα μειώνεται συνεχώς τα τελευταία δέκα έτη (γράφημα) – ενώ υπάρχουν φόβοι πως είμαστε αντιμέτωποι με μία «κοσμική στασιμότητα» που δεν φαίνεται να αλλάζει σύντομα και που θα οδηγήσει σε μία ακόμη μεγαλύτερη μείωση του ρυθμού ανάπτυξης. Το γεγονός αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι, το κεφαλαιακό απόθεμα στις συγκεκριμένες οικονομίες είναι ήδη τόσο μεγάλο, ώστε να μην είναι δυνατή μία μεγαλύτερη αύξηση της παραγωγικότητας – ή ίσως στο ότι θα χρειαστεί ακόμη χρόνος, έως ότου επιτέλους η επανάσταση του διαδικτύου μετουσιωθεί σε νέα επιχειρηματικά μοντέλα εξοικονόμησης πόρων (κεφαλαίων). Κανένας πάντως δεν είναι σίγουρος.
Σε σχέση με το δεύτερο, με τις τιμές των μετοχών και των ακινήτων, προφανώς είναι υπερβολικά υψηλές – οπότε είναι πολύ πιθανόν να τοποθετούνται σταδιακά οι επενδυτές σε ομόλογα, έτσι ώστε να αποφύγουν την κατάρρευση των χρηματιστηρίων. Έτσι θα ερμηνευόταν η αύξηση της ζήτησης στα ομόλογα και η πτώση των επιτοκίων τους – υπενθυμίζοντας πως το είχαμε αναφέρει πολύ πριν η ελληνική κυβέρνηση βγει στις αγορές, θεωρώντας πως ήταν ευκαιρία (αυτό σημαίνει με τη σειρά του πως οι συγκρίσεις με το παρελθόν είναι ανόητες και πως χρησιμοποιούνται πολιτικά για να πείσουν άσχετους).
Εν προκειμένω, ο δείκτης Shiller (=κυκλικά εκκαθαρισμένη σχέση των τιμών με τα κέρδη των αμερικανικών επιχειρήσεων, γράφημα), έχει φτάσει ήδη στο 32 – μέγεθος που είναι στα επίπεδα του 1929 (κραχ) και διπλάσιο από τον ιστορικό μέσο όρο. Λογικά λοιπόν αυτοί που έχουν μετοχές τις πουλούν και αγοράζουν ομόλογα – από τα οποία μπορεί να μην κερδίζουν, αλλά εξασφαλίζονται απέναντι στο ρίσκο ενός κραχ, ενώ είναι εύκολα ρευστοποιήσιμα και οι διακυμάνσεις των τιμών τους δεν είναι μεγάλες.
Αναφορικά με το τρίτο, με τον πληθωρισμό, είναι πράγματι πιθανόν να μην αυξηθεί – κρίνοντας από το ότι παρέμεινε σε χαμηλά επίπεδα, παρά το πλημμύρισμα των αγορών με νέα χρήματα από τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες μετά το 2008. Ενδεχόμενη αιτία είναι η αύξηση της προσφοράς εργατικού δυναμικού σε ολόκληρο τον πλανήτη, λόγω της παγκοσμιοποίησης – επίσης του ανοίγματος των εμπορικών συνόρων, του μειωμένοι μεταφορικού κόστους και της αυξανόμενης διαφάνειας των αγορών του εξωτερικού, μέσω των σύγχρονων μεθόδων επικοινωνίας.
Με την παγκοσμιοποίηση οι Ινδοί, για παράδειγμα, ευρίσκονται σε άμεσο ανταγωνισμό με τους εργαζόμενους των χωρών του ΟΟΣΑ, οπότε πιέζουν τους μισθούς τους – με αποτέλεσμα να μην τίθεται σε λειτουργία ο φαύλος κύκλος μισθών-τιμών που καταλήγει σε πληθωρισμό.  Το δεύτερο «κανάλι» που εμποδίζει την αύξηση των τιμών είναι οι φθηνές εισαγωγές από τις αναπτυσσόμενες/αναδυόμενες οικονομίες – ιδίως λόγω της υποχώρησης των δασμολογικών επιβαρύνσεων.
Σε κάθε περίπτωση, όλες οι παραπάνω διεργασίες μπορούν να διαρκέσουν αρκετές δεκαετίες, ενώ η παραγωγικές ρεζέρβες στις πλούσιες χώρες, μετά από πολλά χρόνια μείωσης των χρεών και δημοσιονομικής εξυγίανσης, είναι μεγάλες – οπότε μειώνονται τα περιθώρια αύξησης των τιμών (όποιος αυξάνει τις τιμές χάνει μερίδια αγοράς).
Επίλογος
Συμπερασματικά λοιπόν, για τους λόγους που προαναφέραμε, τα επιτόκια δανεισμού (=οι αποδόσεις των ομολόγων), θα παραμείνουν χαμηλά τουλάχιστον για τα κράτη του κλαμπ των αρνητικών επιτοκίων – πόσο μάλλον αφού θεωρούνται επί πλέον ασφαλή λιμάνια για τους επενδυτές.
Η αιτία είναι το ότι, έχουν πλεονάσματα στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών τους, πολύ μεγάλα περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό οπότε μηδενικές εκροές ρευστότητας και δεν εξαρτώνται από εισροές κεφαλαίων – οι οποίες θα τα καθιστούσαν ευάλωτα σε ξένες χρηματοπιστωτικές κρίσεις. Εάν δε συνεχιστεί η παγκοσμιοποίηση, θα υποτάξουν οικονομικά μεγάλες περιοχές του πλανήτη – αφού είναι ήδη πανίσχυρες και εξοικονομούν τεράστια ποσά από τα μηδενικά επιτόκια δανεισμού.
Όσον αφορά τα υπόλοιπα κράτη, όπως η Ελλάδα, έχουν μεν αρχικά επωφεληθεί από την τάση, αλλά κανένας δεν είναι σίγουρος για το μέλλον – αφού επενδύουν σε αυτά μόνο εκείνοι που αναλαμβάνουν ρίσκα ή κερδοσκοπούν βραχυπρόθεσμα και οι οποίοι είναι πάντοτε απρόβλεπτοι. Σε τελική ανάλυση πάντως είναι όλα υποψήφιες αποικίες των ισχυρών – εκτός εάν αλλάξουν εντελώς οι συνθήκες, με επαναστάσεις τύπου κίτρινων γιλέκων.
Βιβλιογραφία: Trading economics, Wermuth      

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ιστορία - Πολιτισμός38 λεπτά πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις50 λεπτά πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO50 λεπτά πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

Δημοφιλή