Ακολουθήστε μας

Διεθνή

ΑΝΑΛΥΣΗ: Η προϊστορία της αντιπαράθεσης Νέου Δελχί-Ισλαμαμπάντ

Δημοσιεύτηκε στις

Γιατί η Ινδία και το Πακιστάν μισούν τόσο πολύ ο ένας τον άλλον; Αν θέλουμε να εντοπίσουμε την απαρχή αυτού του μίσους, τότε θα πρέπει να ταξιδεύσουμε πίσω στα μεσάνυχτα της 14ης Αυγούστου 1947, οπόταν και ξεκίνησε η σύγκρουση.
Ήταν τότε, στα χρόνια που ακολούθησαν τα τέλη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, οπότε εξαντλημένη από τη μακρά σύρραξη η βρετανική αυτοκρατορία έπρεπε να αποφασίσει γρήγορα τι επέπρωτο να κάνει με την τεράστια ινδική αυτοκρατορία της, της οποίας ο πληθυσμός γίνονταν ολοένα και πιο ανήσυχος, πολιτικά δραστήριος και όλο και πιο δύσκολο να ελεγχθεί. Το ινδικό Κόμμα του Κογκρέσου, με επικεφαλής τον Μαχάτμα Γκάντι, ζητούσε επίμονα τη δημιουργία ενός μεγάλου ομοσπονδιακού κράτους που θα περιλαμβάνει όλη την έκταση της Ινδίας, ενώ ο ηγέτης της Μουσουλμανικής Ένωσης (Λίγκας), Μοχάμαντ Άλι Τζίνα, αξίωνε να αποσπασθεί το 30% του ινδικού εδάφους για να δημιουργηθεί ένα ανεξάρτητο μουσουλμανικό κράτος, προκειμένου να προφυλαχθεί η θρησκευτική μειονότητα από οποιαδήποτε καταπίεση από την ινδουιστική πλειοψηφία.
Ο τελευταίος Βρετανός αντιβασιλέας της Ινδίας, λόρδος Μάουντμπάτεν αποδέχθηκε εν τέλει αυτή την τελευταία λύση και χώρισε την υποήπειρο σε τρία μέρη. Ένα μεγάλο μέρος της νότιας περιοχής, κεντρική και βόρεια, απετέλεσε την κρατική οντότητα που σήμερα αναγνωρίζουμε ως Ινδία, ενώ το βόρειο-δυτικό και βόρειο-ανατολικό άκρο της, που χωρίζονται με μία συνοριογραμμή μήκους 2.000 χλμ. Από την Ινδία, έγινε το κράτος του Πακιστάν (που και από αυτό το δεύτερο βορειο-ανατολικό τμήμα του τελικά απέκτησε την ανεξαρτησία του στη δεκαετία του ’70 κι απετέλεσε το Μπανγκλαντές). Αυτό που έγινε γνωστό ως «Διαχωρισμός» (Partition) τέθηκε σε ισχύ τα μεσάνυχτα της 14ης και της 15ης Αυγούστου 1947, και είναι grosso modo η ημέρα που οι δύο χώρες γιορτάζουν την ημέρα της ανεξαρτησίας τους (το Πακιστάν γιορτάζει στις 14, η Ινδία στις 15).

Η κατάτμηση αυτή ήταν μια τραυματική στιγμή για πολλούς Ινδούς. Η Ινδία ήταν και εξακολουθεί να είναι ένα περίπλοκο μωσαϊκό διαφορετικών πολιτισμών, γλωσσών και θρησκειών. Είναι αδύνατο να διαχωρισθεί το ένα από το άλλο μόνο με ένα απλό περίγραμμα στον χάρτη. Έτσι, μία ημέρα μετά την έναρξη ισχύος των συμφωνιών, 15 εκατομμύρια άνθρωποι άρχισαν να μετακινούνται προς τα εδάφη εκείνα που ένιωθαν να αντανακλούν καλύτερα τη θρησκεία, τις πεποιθήσεις και την προέλευσή τους, ή αναγκάστηκαν να το κάνουν με τη βία. Εκτιμάται ότι ένα εκατομμύριο άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους εκείνες τις ημέρες. Η Ινδία και το Πακιστάν, από την πρώτη ημέρα της ύπαρξής τους, έγιναν θέατρο στυγερών δολοφονιών και ωμής βίας. Αντάρτικα και πραγματικοί πόλεμοι, αψιμαχίες και επιθέσεις μεταξύ των δυνάμεων των δύο χωρών θα συνεχιστούν αμείωτα για τα επόμενα 70 χρόνια.

Η πρώτη από αυτές τις συγκρούσεις ξεκίνησε μόλις λίγους μήνες μετά τον Διαχωρισμό, με αφορμή αυθόρμητες συγκρούσεις μεταξύ κοινοτήτων και σύντομα μετατράπηκε σε ένα πραγματικό πόλεμο, όταν οι στρατοί των δύο χωρών ήλθαν αντιμέτωποι στην κοιλάδα του Κασμίρ, η οποία είναι μια ορεινή περιοχή που και οι δύο χώρες υποστηρίζουν ότι τους ανήκει. Το 1965 και το 1971, η Ινδία και το Πακιστάν συγκρούστηκαν και πάλι ανοικτά. Η απόληξη της δεύτερης ήταν ακριβώς η ανεξαρτησία του Μπαγκλαντές από το υπόλοιπο Πακιστάν. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 υπήρξε μια νέα περίοδος έντασης, αλλά αυτή τη φορά χωρίς κάποια πραγματική σύγκρουση μεταξύ των στρατών των δύο χωρών. Το Πακιστάν ενθάρρυνε μια σειρά αντάρτικων κινημάτων στο Κασμίρ, οι οποίες μαζί με τη βίαιη καταστολή του ινδικού στρατού, έχει κοστίσει περισσότερους από 40.000 θανάτους. Το 1999 ένα νέο περιστατικό οδήγησε σε μια σύντομη αντιπαράθεση μεταξύ των δυνάμεων των δύο χωρών και η οποία έληξε με μία συμφωνία για κατάπαυση του πυρός, το 2003, η οποία μέχρι σήμερα έχει γίνει σε γενικές γραμμές σεβαστή. Το Πακιστάν, ωστόσο, συνεχίζει να υποθάλπει, σύμφωνα με πολλούς ανεξάρτητους παρατηρητές, ανατρεπτικές ομάδες μέσα στην ινδική επικράτεια και να κατηγορεί την Ινδία ότι κάνει το αντίστοιχο στα δικά του εδάφη. Από τη δεκαετία του ‘90, αφότου και οι δύο χώρες απέκτησαν πυρηνικά όπλα και πυραύλους ικανούς κι έτοιμους να πλήξουν τον μισητό αντίπαλο, μία ενδεχόμενη σύγκρουση μεταξύ των δύο χωρών θα μπορούσε δυνητικά να εμπλέξει ολόκληρο τον κόσμο.

Το ζήτημα του Κασμίρ

Το κομβικό σημείο της σύγκρουσης μεταξύ της Ινδίας και του Πακιστάν αποτελεί η κοιλάδα του Κασμίρ, μια περιοχή μήκους 135 χλμ. και πλάτους περίπου 30 χλμ., που κείται βορειοανατολικά της Ινδίας, σε υψόμετρα πάνω από 1.500 μέτρα. Η ιστορία της κοιλάδας είναι πολυτάραχη. Το 1846 οι Βρετανοί κατατρόπωσαν εκεί την αυτοκρατορία των Σιχ, που κυριαρχούσε στην περιοχή και προσάρτησαν τα περισσότερα από τα εδάφη της. Η κοιλάδα του Κασμίρ και τα γύρω εδάφη, μια ιδιαίτερα πλούσια και εύφορη περιοχή, πωλήθηκαν σε μια πλούσια οικογένεια Ινδών ευγενών, τους Ντόγκρα. Έτσι γεννήθηκε το πριγκιπάτο του Τζάμου και Κασμίρ, ένα από τα 500 ημι-ανεξάρτητα κρατίδια μέσω των οποίων το βρετανικό στέμμα κυβερνούσε εμμέσως τα υποτελή ινδικά εδάφη, χωρίς να ασκεί απ’ ευθείας την εξουσία του.

Σε αντίθεση με πολλά άλλα κρατίδια, όπου ήσαν αμιγώς μουσουλμανικά, ή ινδουιστικά, στο Κασμίρ επικρατούσε μία ιδιάζουσα κατάσταση: ήταν μία περιοχή με πλειοψηφούντα μουσουλμανικό πληθυσμό, αλλά με ινδουιστή ηγέτη. Όταν ήρθε η ώρα να χωριστεί η χώρα το 1947, τόσο η Ινδία όσο και το Πακιστάν ισχυρίστηκαν ότι το μικρό πριγκιπάτο ήταν δικό του, βασίζοντας τις αξιώσεις τους σε θρησκευτικούς, ή πολιτιστικούς λόγους. Οι Πακιστανοί για να υποστηρίξουν τους ισχυρισμούς τους έστειλαν επί τόπου στρατό εθελοντών. Ο τοπικός άρχοντας παραιτήθηκε από την ιδέα να γίνει αυτόνομο έθνος, μία περίπτωση που εξετάσθηκε για βραχύ χρονικό διάστημα και ζήτησε από τον ινδικό στρατό βοήθεια για να αντιμετωπισθεί η άφιξη των Πακιστανών. Η σύγκρουση ήταν σύντομη και τελικά το Πακιστάν κατόρθωσε να αποκτήσει τον έλεγχο μόνο ενός μικρού τμήματος της περιοχής, ενώ μεγάλο μέρος της κοιλάδας και των μουσουλμάνων κατοίκων της παρέμειναν υπό τον έλεγχο της Ινδίας.

Έκτοτε, το Πακιστάν, σύμφωνα με δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου, συνέχισε να στέλνει εθελοντές στην περιοχή και να στηρίζει τις αυτονομιστικές ομάδες, αναγκάζοντας την Ινδία να διατηρήσει μια σημαντική στρατιωτική φρουρά στην περιοχή. Οι επτά εκατομμύρια κάτοικοι της κοιλάδας χρειάστηκε να πληρώσουν υψηλό τίμημα για αυτόν τον πολυετούς κατάστασης συναγερμό. Όλα τούτα τα χρόνια, οι ινδικές στρατιωτικές δυνάμεις έχουν προβεί σε χιλιάδες συλλήψεις, έρευνες και στρατιωτικές επιχειρήσεις. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 έως σήμερα, οι Πακιστανοί αντάρτες και η ινδική καταστολή έχουν προκαλέσει περισσότερους από 40.000 θανάτους.

Ωστόσο, πολλοί μουσουλμάνοι του Κασμίρ προτιμούν σήμερα να ζουν σε μια δημοκρατία όπως η Ινδία αντί για το Πακιστάν, μια πολύ πιο ασταθή χώρα που συχνά στενάζει από τις πάμπολλες στρατιωτικές δικτατορίες που καταλύουν την πολιτική εξουσία. Τούτη η λεπτομέρεια αποτελεί ένα λεπτό στοιχείο που αποκαλύπτει το ουσιαστικό βάθος του προβλήματος: το ζήτημα του Κασμίρ έχει γίνει μια δικαιολογία χάρις στην οποία οι εθνικιστές και στις δύο πλευρές των συνόρων δικαιολογούν μια μόνιμη κατάσταση έχθρας, που εξυπηρετεί τους πολιτικούς τους σκοπούς στο εσωτερικό της χώρας τους.

Μια δύσκολη σχέση

Το ζήτημα του Κασμίρ είναι το πιο ορατό από τα προβλήματα που διαχρονικά κρατούν την Ινδία και το Πακιστάν σε διένεξη, αλλά δεν είναι όμως το μοναδικό. Ο διαχωρισμός άφησε στην Ινδία τα πλουσιότερα και πιο εύφορα εδάφη, ενώ το Πακιστάν βρέθηκε με τα χρόνια χωρισμένο σε δύο μέρη, με το τμήμα του Μπαγκλαντές να αποσπάται από το υπόλοιπο έθνος, καρπούμενο δύο χιλιάδες χιλιόμετρα που ανήκαν κάποτε στην Ινδία. Συνεπώς, το Πακιστάν επιδίωξε να βρει ισχυρούς συμμάχους στην παγκόσμια σκηνή για να προωθεί τις διεκδικήσεις του. Τους βρήκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, για τις οποίες η ασιατική αυτή χώρα έγινε απαραίτητη ως σύνδεσμος μεταξύ των κρατών που βαθμιαία βοηθούσε να συγκροτηθούν στην περιοχή, ώστε να «συγκρατήσουν» την επιρροή της τότε Σοβιετικής Ένωσης.

Από τη δεκαετία του 1950, οι ΗΠΑ χορηγούσαν αφειδώς όπλα και χρηματοδότηση στο Πακιστάν, γεγονός που ώθησε τους Πακιστανούς στρατηγούς να αισθάνονται ασφαλείς και συνέβαλε έτσι στην επιθετική στάση που υιοθέτησαν έναντι της Ινδίας. Ο πακιστανικός στρατός, μετατράπηκε σε μία πολύ σημαντική δύναμη για τη χώρα: στον πρώτο προϋπολογισμό του νέου κράτους προβλεπόταν πως τα τρία τέταρτά του θα αποτελούντο από στρατιωτικές δαπάνες.

Εντούτοις, αυτό το υψηλότατο επίπεδο δαπανών δεν ήταν βιώσιμο και παρόλο που έχει μειωθεί με τα χρόνια, εξακολουθεί να παραμένει δυσθεώρητο για τα πρότυπα μιας αναπτυσσόμενης χώρας όπως το Πακιστάν. Για να δικαιολογηθεί αυτό το υψηλό επίπεδο δαπανών, οι στρατιωτικοί χρειάζονται έναν σκοπό. Η αντιπαλότητα με την Ινδία κι ειδικότερα το ζήτημα του Κασμίρ, έχει γίνει η δικαιολογία που επιτρέπει στους Πακιστανούς στρατηγούς, όχι μόνο για να διατηρούν σε υψηλό βαθμό τις στρατιωτικές δαπάνες, αλλά και να παρεμβαίνουν συχνά στην πολιτική ζωή της χώρας, επιβάλλοντας, ή παύοντας κυβερνήσεις, και αρκετές φορές, καταλαμβάνοντας άμεσα την ηγεσία του έθνους.

Τα τελευταία χρόνια κάτι παρόμοιο συνέβη και στην Ινδία. Το 2015 πέρα από κάθε πρόβλεψη τις εκλογές κέρδισε το ινδικό εθνικιστικό κόμμα BJP, υπό την ηγεσία του σημερινού πρωθυπουργού Ναρέντρα Μόντι. Μολονότι το BJP δεν τηρεί ρητά μία εχθρική πολιτική απέναντι στο Πακιστάν στο εσωτερικό του υπάρχουν πολλές ακραίες εθνικιστικές οργανώσεις, που τρέφουν εχθρότητα προς τους μουσουλμάνους που εξακολουθούν να ζουν στην Ινδία και πάντα υποψιάζονται πακιστανικό δάκτυλο σε κάθε αιματηρό γεγονός που συμβαίνει στη χώρα.

Η οικονομική κατάσταση

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των στρατιωτικών συγκρούσεων μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν είναι ότι, χάρη στους μεγαλύτερους πόρους και τον σαφώς ανώτερο σε αριθμό πληθυσμό του, το Νέο Δελχί κατάφερε πάντα να υπερτερήσει σε όλες τις στρατιωτικές συγκρούσεις, στις οποίες ενεπλάκη με τον γείτονά του. Για το λόγο αυτό, το Πακιστάν έχει συχνά καταφύγει σε εναλλακτικά μέσα αντιμετώπισης του αντιπάλου του: από το αντάρτικο έως την τρομοκρατία, περνώντας βέβαια από την απόκτηση πυρηνικού οπλοστασίου. Τα τελευταία χρόνια όμως η Ινδία κατόρθωσε να κατατροπώσει και οικονομικά το Πακιστάν, γεγονός που θα μπορούσε να έχει αποσταθεροποιητικές συνέπειες στο μέλλον.

Όπως σημειώνει το περιοδικό «Εconomist», στα εβδομήντα χρόνια αντιπαλότητάς τους, το Πακιστάν ήταν εκείνο που αναπτυσσόταν πιο γρήγορα, εν μέρει επειδή είχε λιγότερες βιομηχανίες και υποδομές, δηλ. είχε κάρπιμο έδαφος για επενδύσεις, αλλά κι εν μέρει επειδή η Ινδία για πολύ καιρό διοικούνταν αυταρχικά, ενώ το Πακιστάν ήταν πιο ανοικτό στις διεθνείς συναλλαγές. Ωστόσο, τα τελευταία τριάντα χρόνια η τάση αυτή έχει αντιστραφεί και η Ινδία συστηματικά υπερέβη το Πακιστάν στο επίπεδο των οικονομικών αποτελεσμάτων.

Από τη δεκαετία του 1980, αρκετές ινδικές κυβερνήσεις έχουν κάνει την οικονομία της χώρας πιο ευέλικτη, εξαλείφοντας τους παλαιούς φραγμούς στην οικονομική ανάπτυξη – μερικές φορές μάλιστα φτάνουν και σε υπερβολές προς την αντίθετη κατεύθυνση. Στις αρχές της δεκαετίας του ‘90, η Ινδία παρήγαγε δύο εκατ. μοτοσικλέτες ετησίως. Σήμερα παράγει περισσότερα από είκοσι εκατ. Η εναέρια κυκλοφορία σε εσωτερικές γραμμές έχει διπλασιαστεί μέσα σε δέκα χρόνια. Ο αριθμός των επιβατών μόνο το 2016 αυξήθηκε κατά 23%, με αποτέλεσμα οι ινδικές αεροπορικές εταιρείες να παραγγείλουν συνολικά χίλια νέα αεροσκάφη. Οι εξαγωγές λογισμικού και υψηλής τεχνολογίας έχουν τετραπλασιαστεί σε μια δεκαετία, ενώ τον Φεβρουάριο η ινδική διαστημική υπηρεσία έστειλε 104 δορυφόρους στο Διάστημα με την εκτόξευση μόνον ενός πυραύλου, επίτευγμα που αποτελεί παγκόσμιο ρεκόρ.

Για να αντιμετωπίσει αυτόν τον ανταγωνισμό, το Πακιστάν δεν έχει άλλες επιλογές από το να αναζητήσει νέους ισχυρούς συμμάχους. Αυτή τη στιγμή, ο σημαντικότερος σύμμαχός του στον οικονομικό τομέα είναι η Κίνα. Οι δύο χώρες έχουν πραγματικά μια μακρά ιστορία φιλίας, για τον απλό λόγο ότι η Κίνα ήταν ένας προαιώνιος αντίπαλος της Ινδίας, με την οποία μοιράζεται κοινά και διαμφισβητούμενα σύνορα. Πρόσφατα, η φιλία αυτή έχει καταστήσει το Πακιστάν ως αποδέκτη του μεγαλύτερου επενδυτικού σχεδίου που φιλοδοξεί να δρομολογήσει η Κίνα. Είναι αυτό που αποκαλείται «Νέος Δρόμος του Μεταξιού» για τη μεταφορά των κινεζικών αγαθών από τα δυτικά σύνορα της χώρας μέσω ολόκληρης της Ασίας.

Στην πράξη, το σχέδιο προβλέπει μια επένδυση ύψους 60 δισεκατομμυρίων δολαρίων στο Πακιστάν, που αφορά πρωτίστως υποδομές, όπως σταθμοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, δρόμοι, σήραγγες, λιμάνια και αεροδρόμια. Ωστόσο, ορισμένοι Πακιστανοί ανησυχούν για την κλίμακα και τις συνέπειες αυτού του σχεδίου. Ο φόβος τους είναι ότι η χώρα θα καταλήξει να παραχωρήσει σημαντικά τμήματα της εθνικής της κυριαρχίας σε Κινέζους επενδυτές. Ανάμεσα στις εταιρείες που θα αναλάβουν τα μεγαλεπήβολα έργα είναι και κάποιες που έχουν στον έλεγχό τους ολόκληρες πόλεις, περιλαμβανομένων και παραστρατιωτικών δυνάμεων στην κινεζική επαρχία Σιντζιάνγκ, όπου μια μειοψηφία μουσουλμάνων, οι Ουιγούροι, υφίσταται συνεχείς διακρίσεις και καταπίεση.

Στην αξιολόγηση των κινεζικών επενδύσεων, ο θρησκευτικός παράγοντας δεν αποτελεί δευτερεύον στοιχείο για πολλούς Πακιστανούς. Το επενδυτικό σχέδιο μιλά για τα θέρετρα και καζίνο, που θα χτιστούν στις ακτές της χώρας, που έως σήμερα αποτελούν σε μεγάλο βαθμό παρθένο έδαφος. Οι Πακιστανοί συντηρητικοί, πολλοί από τους οποίους ασπάζονται περισσότερο ή λιγότερο ριζοσπαστικές εκδοχές του Ισλάμ, θεωρούν αυτές τις επενδύσεις ως μια πορεία προς την ηθική παρακμή. Τους τελευταίους μήνες, η πακιστανική κυβέρνηση έσπευσε να διαβεβαιώσει ότι δεν πρόκειται να κτισθεί καζίνο και δεν έχει καμία πρόθεση να παραχωρήσει κυριαρχικά δικαιώματα στις κινεζικές εταιρείες.

Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ, SigmaLive 

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός3 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις3 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή