Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ε.Ε.: Ισχυρή προειδοποίηση προς Τουρκία για την ΑΟΖ της Κύπρου

Δημοσιεύτηκε στις

  Παύλος Ξανθούλης, Βρυξέλλες   
Για πρώτη φορά, η Ευρωπαϊκή Ενωση επιστρατεύει ισχυρή υπόδειξη προς την Τουρκία, με χαρακτήρα προειδοποίησης, διαμηνύοντας ότι θα απαντήσει «κατάλληλα» και σε «πλήρη σύμπνοια» προς τη Λευκωσία, υπό το φως των εξαγγελιών της Άγκυρας για έρευνες/γεωτρήσεις στην ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η υπόδειξη της Ε.Ε. περιλαμβάνεται στο κείμενο της Κοινής Θέσης των «28» ενόψει του Συμβουλίου Σύνδεσης με την Τουρκία, στις 15 Μαρτίου. Το κείμενο, του οποίου έλαβε γνώση ο «Φ», εκφράζει ανησυχία για τις προγραμματισμένες γεωτρήσεις της Άγκυρας και επισημαίνει χαρακτηριστικά: «Η Ε.Ε. καλεί την Τουρκία να απόσχει από τέτοιες έκνομες ενέργειες, στις οποίες η Ε.Ε. θα απαντήσει κατάλληλα και σε πλήρη αλληλεγγύη με την Κύπρο». Η τοποθέτηση των «28» προσημειώνει ουσιαστικά «υποθήκη», προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η Ε.Ε. θα απαντήσει συλλογικά και ουσιαστικά προς την Τουρκία εάν και εφόσον υλοποιήσει τις εξαγγελίες της για γεωτρήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ. 
Αυτός, όπως πληροφορούμαστε, ήταν και ο στόχος του ΥΠΕΞ Νίκου Χριστοδουλίδη που επεδίωξε μια ισχυρή αναφορά, η οποία εκλαμβάνεται ως προπομπός για έναρξη συζητήσεων αναφορικά με την επιβολή κυρώσεων. Υπό αυτή την έννοια, η υπόδειξη των «28» προς την Τουρκία αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και, όπως επισημαίνουν κοινοτικοί κύκλοι, «για πρώτη φορά γίνεται λόγος για κατάλληλη απάντηση από πλευράς Ε.Ε. και σε πλήρη σύμπνοια με την Κυπριακή Δημοκρατία», με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι ο δρόμος για την εξασφάλιση ισχυρού λεκτικού στη Κοινή Θέση των «28» δεν ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα. Όπως έλεγαν στον «Φ» κύκλοι της ΕΥΕΔ και ξένη διπλωματική πηγή, απαιτήθηκαν τέσσερα προσχέδια μέχρι να συμφωνηθεί το κείμενο και αρκετές εναλλακτικές φόρμουλες, με επίκεντρο το ζήτημα της απάντησης της Ε.Ε. στις εξαγγελθείσες προθέσεις της Τουρκίας να προβεί σε γεωτρήσεις εντός της κυπριακής ΑΟΖ.
Το κείμενο και η ισχυρή σε κάθε περίπτωση υπόδειξη ήταν τελικά προϊόν συμβιβασμού. Από τη μια, η Λευκωσία εξασφάλισε για πρώτη φορά μια εξαιρετικά θετική αναφορά, η οποία της παρέχει την ευκαιρία να οικοδομήσει στο ζήτημα των κυρώσεων, εάν και εφόσον η Τουρκία υλοποιήσει τις εξαγγελίες της. Από την άλλη, ένας σημαντικός αριθμός κρατών-μελών, τα οποία ήταν απρόθυμα στην παρούσα φάση και προκαταβολικά να θέσουν ευθέως θέμα επιβολής κυρώσεων, εξασφάλισαν μια αναφορά που διατηρεί μεν ανοικτή την επιλογή αυτή, αλλά τη μεταθέτει για δύο λόγους. Αφενός, γιατί οι τουρκικές εξαγγελίες δεν έχουν υλοποιηθεί και, αφετέρου, γιατί ένα ενδεχόμενο ζήτημα κυρώσεων θα πρέπει να τεθεί και να αποφασιστεί στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο, δηλαδή σε μια Σύνοδο Κορυφής και όχι στο πλαίσιο διαμόρφωσης της Κοινής Θέσης των «28» και ενός Συμβουλίου Σύνδεσης. Σύμφωνα με την ίδια ξένη διπλωματική πηγή, τη θέση αυτή υποστήριξαν, μεταξύ άλλων, η Γερμανία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Βρετανία και Πορτογαλία. 
Σε κάθε περίπτωση, το κείμενο που υιοθετήθηκε και με το οποίο θα πορευτεί η Ε.Ε. στο Συμβούλιο Σύνδεσης με την Τουρκία είναι το καλύτερο που εξασφάλισε ποτέ η Κυπριακή Δημοκρατία. Σε ό,τι αφορά στα ζητήματα της ΑΟΖ και της άσκησης της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας, υπογραμμίζει τα εξής: 
«Η Ε.Ε. επαναλαμβάνει τη σοβαρή της ανησυχία και καλεί την Τουρκία να απόσχει από κάθε απειλή ή ενέργεια που κατευθύνεται εναντίον ενός κράτους-μέλους ή πηγή τριβών και ενεργειών που προκαλούν ζημιά στις καλές γειτονικές σχέσεις και στην ειρηνική επίλυση διαφορών. Η Ε.Ε. υπενθυμίζει ότι τον Μάρτιο 2018 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο καταδίκασε έντονα τις συνεχιζόμενες έκνομες δραστηριότητες της Τουρκίας στην ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο Πέλαγος και υπενθύμισε την υποχρέωση της Τουρκίας να σεβαστεί το διεθνές δίκαιο και τις καλές γειτονικές σχέσεις και να εξομαλύνει τις σχέσεις της με όλα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. Η Ε.Ε. τονίζει και πάλι όλα τα κυριαρχικά δικαιώματα όλων των κρατών-μελών, τα οποία περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα συνομολόγησης διμερών συμφωνιών, την εξερεύνηση και την εκμετάλλευση των φυσικών τους πόρων σύμφωνα με το ευρωπαϊκό κεκτημένο και το διεθνές δίκαιο, περιλαμβανομένης της σύμβασης του ΟΗΕ για το δίκαιο της θάλασσας. Η Ε.Ε. τονίζει επίσης την ανάγκη σεβασμού της κυριαρχίας όλων των κρατών-μελών επί των αντίστοιχων χωρικών τους υδάτων και του εναερίου τους χώρου. Η Ε.Ε. προτρέπει την Τουρκία να επιδείξει αυτοσυγκράτηση και να σεβαστεί την κυριαρχία της Κύπρου επί των χωρικών της υδάτων και εκφράζει μεγάλη ανησυχία για τις πρόσφατες δηλώσεις της Τουρκίας σε σχέση με τις προγραμματισμένες δραστηριότητες γεωτρήσεων εκεί. Η Ε.Ε. καλεί την Τουρκία να απόσχει από τέτοιες έκνομες ενέργειες, στις οποίες η Ε.Ε. θα απαντήσει κατάλληλα και σε πλήρη αλληλεγγύη με την Κύπρο. Η Ε.Ε. θα παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις» αναφέρεται στην Κοινή Θέση των «28».
 
Υποδείξεις για τελωνειακή ένωση 
Υποδείξεις προς την Τουρκία να διασφαλίσει την εκπλήρωση της υφιστάμενης τελωνειακής ένωσης διατυπώνουν οι «28» στο πλαίσιο της Κοινής Θέσης, καθιστώντας σαφές ότι δεν προβλέπονται στην παρούσα φάση εργασίες για αναβάθμιση της εν λόγω σχέσης, κάτι που ζητούν με κοινή φωνή Άγκυρα και Κομισιόν. Επί του προκειμένου, το κείμενο της Κοινής Θέσης της Ε.Ε. αναφέρει: «Η Ε.Ε. σημειώνει ότι η Τουρκία είναι σημαντικός εμπορικός εταίρος της Ε.Ε. λόγω κυρίως της υφιστάμενης τελωνειακής ένωσης. Η Ε.Ε. καλεί την Τουρκία να διασφαλίσει τη σωστή και χωρίς διακρίσεις λειτουργία της τρέχουσας τελωνειακής ένωσης προς όλα τα κράτη-μέλη και να απέχει από κάθε μέτρο που την παρεμποδίζει και επιπλέον να εξαλείψει ενδεχόμενες τριβές κατά την εφαρμογή της. Η Ε.Ε. εκφράζει λύπη γιατί η Τουρκία έχει δημιουργήσει μεγάλο αριθμό εμπορικών φραγμών από την αρχή της τελωνειακής ένωσης, παρά την αρχικά θετική τάση και την αυξανόμενη ευθυγράμμιση. Ως εκ τούτου, η Ε.Ε. τονίζει την ανάγκη επίλυσης αυτών των ζητημάτων. Η Ε.Ε. υπενθυμίζει τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2018, τα οποία δηλώνουν ότι δεν προβλέπονται περαιτέρω εργασίες για τον εκσυγχρονισμό της τελωνειακής ένωσης Ε.Ε. – Τουρκίας».
 
Στήριξη στις εταιρείες 
Όπως επεσήμανε στον «Φ» ξένη διπλωματική πηγή, «η Ε.Ε. στηρίζει για πρώτη φορά την εμπλοκή ευρωπαϊκών εταιρειών στη διαδικασία έρευνας και εκμετάλλευσης κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην κυπριακή ΑΟΖ». Στο κείμενο της Κοινής Θέσης που υιοθετήθηκε, η Ε.Ε. τονίζει προς την Τουρκία ότι ένας υπεύθυνος συνεταιρισμός, βασισμένος στο διεθνές δίκαιο περιλαμβανομένης της εναλλακτικής προμήθειας πετρελαίου και φυσικού αερίου, είναι προς το κοινό όφελος. «Υπό αυτή την άποψη, η Ε.Ε. εκφράζει την πλήρη της στήριξη στη συνεχιζόμενη εμπλοκή των ευρωπαϊκών εταιρειών στις περιοχές όπως η ανατολική Μεσόγειος»…  
Συμβολή στην ασφάλεια 
Το κείμενο της Κοινής Θέσης των «28» καταγράφει μία προς μία τις κυπρογενείς υποχρεώσεις της Άγκυρας έναντι της Λευκωσίας:
Κυπριακό: Καλωσορίζει τις προσπάθειες του Γ.Γ. του ΟΗΕ για επανάναρξη της διαδικασίας επανένωσης της Κύπρου. Παραπέμπει στο διαπραγματευτικό πλαίσιο και σημειώνει ότι «παραμένει κρίσιμο η Τουρκία να δεσμευθεί και να συμβάλει σε μια δίκαιη, συνολική και βιώσιμη διευθέτηση στο κυπριακό πρόβλημα, περιλαμβανομένων των εξωτερικών πτυχών (σ.σ. ασφάλεια), εντός του πλαισίου ΟΗΕ, σύμφωνα με τα σχετικά ψηφίσματα του ΟΗΕ και τις αρχές επί των οποίων θεμελιώθηκε η Ε.Ε. και το ευρωπαϊκό κεκτημένο». 
Πρωτόκολλο: Εκφράζει λύπη γιατί παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις, η Τουρκία δεν έχει συμμορφωθεί με την υποχρέωσή της για εφαρμογή του Πρωτοκόλλου (σ.σ. άνοιγμα τουρκικών λιμανιών) χωρίς δυσμενείς διακρίσεις έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σημειώνει ότι στην απουσία προόδου επί του προκειμένου, το Συμβούλιο θα διατηρήσει τις κυρώσεις που επέβαλε ομόφωνα το 2006 κατά της Άγκυρας. Δηλαδή, το πάγωμα 8 διαπραγματευτικών κεφαλαίων και την απαγόρευση κλεισίματος των εναπομείναντων 34 διαπραγματευτικών κεφαλαίων. 
Αναγνώριση: Υπογραμμίζει ότι «η αναγνώριση όλων των κρατών-μελών είναι απαραίτητη», εκφράζει λύπη γιατί η Τουρκία δεν έκανε βήματα για εξομάλυνση των σχέσεων με την Κυπριακή Δημοκρατία και την καλεί να τερματίσει την πρακτική των βέτο για συμμετοχή της Κύπρου σε διεθνείς οργανισμούς και μηχανισμούς. Προσθέτει ότι η Ε.Ε. θα συνεχίσει να παρακολουθεί την εκπλήρωση των τουρκικών υποχρεώσεων όπως καταγράφονται στη δήλωση της 21ης Σεπτεμβρίου 2005.
ΕΔΑΔ: Προτάσσει την ανάγκη εφαρμογής όλων των αποφάσεων του ΕΔΑΔ, παραπέμποντας και στο άρθρο 46, κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία σε σχέση με την εφαρμογή των αποφάσεων για την Τέταρτη Διακρατική προσφυγή της Κυπριακής Δημοκρατίας. 
Μεταναστευτικό: Η Κοινή Θέση σημειώνει ότι «αποτελεί ανησυχητική εξέλιξη» η αύξηση του αριθμού των παράτυπων μεταναστών από την Τουρκία προς την Ε.Ε., μέσω της διαδρομής της ανατολικής Μεσογείου, το 2018. Καλεί την Τουρκία να ενισχύσει τη μάχη κατά των διακινητών και για να αποτρέψει αναχωρήσεις προς το Αιγαίο, προς την Ελλάδα, αλλά και σε άλλες διαδρομές, προς την Κύπρο, την Ιταλία και τη Βουλγαρία. 
Δικαστική συνεργασία: Ζητεί από την Τουρκία να συνεργαστεί με όλα τα κράτη-μέλη σε όλα τα ζητήματα δικαιοσύνης και εσωτερικών υποθέσεων, περιλαμβανομένων και των απελάσεων.
Θεωρήσεις διαβατηρίων: Ζητεί από την Τουρκία να εφαρμόσει τα εναπομείναντα κριτήρια του οδικού της χάρτη, χωρίς δυσμενείς διακρίσεις, προς όλα τα κράτη-μέλη και τους πολίτες τους. 
Άκκιουγιου: Ενθαρρύνει την Τουρκία να ευθυγραμμιστεί με τις συστάσεις της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας (International Nuclear Safety Group). Προτρέπει την Τουρκία να διασφαλίσει ότι οι πυρηνικοί της σταθμοί κατασκευάζονται και λειτουργούν σύμφωνα με τη συνθήκη ΕΥΡΑΤΟΜ και το παράγωγο δίκαιο της Ε.Ε. 
Κονδύλια: Η Κοινή Θέση επαναλαμβάνει τη μείωση προενταξιακών κονδυλίων για τα έτη 2018-2020 και τον επαναπροσανατολισμό τους προς την κοινωνία πολιτών και για την ενίσχυση της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου στην Τουρκία. Προσθέτει πάντως ότι τα προενταξιακά κονδύλια αποτελούν πολύτιμο εργαλείο και υπογραμμίζει την ανάγκη για βελτίωση των δημοκρατικών προτύπων και του κράτους δικαίου στην Τουρκία. 
Φιλελλήνων

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO22 λεπτά πριν

Η Ευρώπη γνωρίζει, αλλά κάνει τα στραβά μάτια! Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας με Χαμάς και ισλαμιστικά δίκτυα

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεων, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των...

Αναλύσεις53 λεπτά πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Αρμενία–Ινδία: Στο τραπέζι παραγωγή Pinaka Mk2 – Τα ανοίγματα σε ΕΕ και ΗΠΑ

Συζητήσεις για παραγωγή ινδικών πυραύλων στην Αρμενία, στενότερες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και επαφές στην Ουάσιγκτον συνθέτουν την ατζέντα...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Τομ Μπάρακ: Ο μυστικός παίκτης της τουρκικής αναβάθμισης; Το παιχνίδι ισχύος από τον Λευκό Οίκο ως την Ανατολική Μεσόγειο

F-35, S-400, Συρία, Κούρδοι και ενεργειακοί διάδρομοι: οι επιχειρηματικές διασυνδέσεις και τα γεωστρατηγικά ερωτήματα που οφείλει να εξετάσει η Ελλάδα.

Δημοφιλή