Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Έλληνες προσοχή! Οι Τούρκοι είναι σαν τις ύαινες, είναι η κατάρα και η μάστιγα της Μικράς Ασίας – Ιδού οι ιστορικές αποδείξεις

Δημοσιεύτηκε στις

του Σάββα Καλεντερίδη
Ο Τζορτζ Χόρτον, Αμερικανός διπλωμάτης που βίωσε τα γεγονότα της Γενοκτονίας του ελληνισμού της Μικράς Ασίας και την πυρπόληση της Σμύρνης από τους Τούρκους, έγραψε το βιβλίο The Blight of Asia, που οι Έλληνες μεταφραστές το απέδωσαν άλλοι ως κατάρα, άλλοι ως μάστιγα και άλλοι ως πληγή της Μικράς Ασίας. Πρόκειται για την προσωπική μαρτυρία ενός διπλωμάτη ο οποίος αποφάσισε να εξιστορήσει τα τραγικά γεγονότα της συστηματικής εξόντωσης χριστιανικών πληθυσμών από μουσουλμάνους, και την ενοχή ορισμένων Μεγάλων Δυνάμεων μαζί με την πραγματική ιστορία της πυρπόλησης της Σμύρνης.

Όμως ο Χόρτον στο βιβλίο του περιορίζεται σε ένα μικρό χρονικό διάστημα, για να καταδείξει και να αποδείξει το γιατί οι Τούρκοι αποτελούν την κατάρα της Ασίας.
Εκείνος που εξετάζει επιστημονικά το θέμα είναι ο Σπύρος Βρυώνης, ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες του 20ού αιώνα, για το θάνατο του οποίου ελάχιστα είπαν και έγραψαν κυβέρνηση, πολιτικοί και ΜΜΕ, με δύο πονήματά του, το Η παρακμή του μεσαιωνικού ελληνισμού στη Μικρά Ασία και η διαδικασία εξισλαμισμού (11ος-15ος αιώνας) (μτφρ. Κάτια Γαλαταριώτου, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1996), και το Ο μηχανισμός της καταστροφής. Το τουρκικό πογκρόμ της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου 1955 και ο αφανισμός της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης (μτφρ. Λευτέρης Γιαννουδάκης, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 2007).
Στα πονήματα αυτά ο Σπύρος Βρυώνης αποδεικνύει επιστημονικά ότι οι Τούρκοι ως πολιτικοί, ως λαός και ως κράτος διακατέχονται από το «σύνδρομο της λεηλασίας του πλούτου του άλλου», κάτι που παρατηρούμε ότι διατηρείται μέχρι τις μέρες μας.
Για να γίνει πιο σαφής η εικόνα αλλά και η σημασία του φαινομένου, πρέπει να σημειώσουμε ότι από τότε που βρέθηκαν οι Έλληνες στη Μικρά Ασία, τη Θράκη και τον Πόντο, αυτό που επιδίωξαν δεν ήταν η καταστροφή του άλλου και η λεηλασία του πλούτου του, αλλά η συνεννόηση, η ειρηνική συμβίωση και συνύπαρξη, η συνεννόηση μεταξύ των Ελλήνων αποίκων και των αυτόχθονων λαών της Ανατολίας.
Τοπικές συγκρούσεις και ανταγωνισμοί μπορεί να υπήρχαν, όμως το δόγμα της καταστροφής και της γενοκτονίας, αλλά και της λεηλασίας του πλούτου του άλλου, δεν υπήρχε. Μάλιστα, η λογική τού συν επικράτησε και στους αιώνες της ρωμαϊκής κυριαρχίας αλλά και κατά τα 120 χρόνια της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, με έδρα την Κωνσταντινούπολη. Αυτός είναι και ο λόγος της παραγωγής και συσσώρευσης πλούτου, της ανόδου του πολιτισμού, της παιδείας και των επιστημών αυτήν την περίοδο περίπου των δύο χιλιάδων ετών.
Αυτό μέχρι να εισβάλει και να επεκταθεί στην Ανατολία η κατάρα, η μάστιγα, η πληγή.
Το 1071 ο Αλπ Αρσλάν νίκησε τον Ρωμανό τον Διογένη και έκτοτε ξεκίνησε η καταστροφή του πολιτισμού δύο χιλιάδων χρόνων και η λεηλασία του πλούτου του άλλου.
Οι Τούρκοι, ένας λαός νομαδικός, δεν είχε παράδοση παραγωγής πολιτισμού και πλούτου, με τους όρους που ίσχυαν στην Ανατολία. Δεν έχτισαν ποτέ πόλεις, η ιστορία και ο πολιτισμός τους ήταν τα κοπάδια προβάτων που είχαν, τα άλογα, τα όπλα τους και το γκανιμέτ (ganimet). Είναι η τουρκομουσουλμανική παράδοση σύμφωνα με την οποία όποιος συμμετέχει στην πολιορκία και άλωση μιας πόλης, ανεξαρτήτως βαθμού, μετά την άλωσή της έχει το δικαίωμα να λεηλατήσει τον πλούτο που θα βρει μέσα στην αλωθείσα πόλη επί τριήμερο. Μετά τη λήξη του τριημέρου αυτά τα λάφυρα του ανήκουν.
Όταν οι Τούρκοι του Αλπ Αρσλάν ήλθαν αντιμέτωποι με αυτόν τον πλούτο, σαν πραγματικές ύαινες ξεκίνησαν να καταλαμβάνουν και να λεηλατούν τη μια μετά την άλλη τις πόλεις της Ανατολίας. Η διαδικασία αυτή ξεκίνησε το 1071 και διήρκεσε μέχρι το 1453, όσον αφορά την Ανατολία, ενώ συνεχίστηκε μέχρι το 1699, με την υπογραφή της Συνθήκης του Κάρλοβιτς. Μέχρι τότε η Οθωμανική Αυτοκρατορία έκανε επεκτατικούς πολέμους, στον πυρήνα των οποίων ήταν η λεηλασία του πλούτου του άλλου, ενώ από το 1699 αρχίζει η περίοδος της στασιμότητας και της οπισθοδρόμησης.
Μάλιστα δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι όταν σταμάτησε η πρόσκτηση νέων εδαφών, ξεκίνησαν και τα σοβαρά οικονομικά προβλήματά της Αυτοκρατορίας, που συνέβαλαν τα μέγιστα στη διάλυσή της, η οποία ξεκίνησε σχεδόν έναν αιώνα μετά και ολοκληρώθηκε το 1918, με τη Συνθήκη Ανακωχής του Μούδρου. Οι Οθωμανοί δεν ήξεραν να παράγουν πλούτο μόνοι τους, γιατί δεν υπήρχε αυτό ως διαδικασία στην ιστορία τους και γιατί έμαθαν να ζουν λεηλατώντας τον πλούτο του άλλου.
Δεν θα ήταν δε καθόλου υπερβολικό να πούμε ότι η Γενοκτονία των Ελλήνων, των Αρμενίων και των Ασσυρίων, μπορεί να έγινε για να δημιουργηθεί το 1923 η «καθαρή» από χριστιανούς Τουρκία, όμως είχε μέσα της και το στοιχείο της λεηλασίας του πλούτου των λαών που εξόντωσαν.
Για όσους δε πιστεύουν ότι με την ίδρυση της «κοσμικής» και «δυτικότροπης» Τουρκικής Δημοκρατίας, το 1923, άλλαξαν τα πράγματα, και ότι οι Τούρκοι, η Τουρκία και το τουρκικό κράτος με τις κυβερνήσεις του έχουν αποβάλει το «σύνδρομο της λεηλασίας του άλλου», συγγνώμη αλλά είναι μακριά νυχτωμένοι.
Οι νέοι δυτικότροποι και κοσμικοί Τούρκοι με τα ημίψηλα καπέλα λεηλάτησαν την ανταλλάξιμη περιουσία των Ελλήνων της Θράκης του Πόντου και της Μικράς Ασίας, συνέχισαν να λεηλατούν μέχρι σήμερα τις περιουσίες και των πλούτο των Αρμενίων και των Ασσυρίων που εξολόθρευσαν, λεηλάτησαν την περιουσία των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης με τον Νόμο Τεκμηρίου Περιουσίας, το 1942, λεηλάτησαν τις περιουσίες των Ελλήνων της Πόλης το 1955 – γεγονότα που περιγράφει με μεγάλη ακρίβεια ο Σπύρος Βρυώνης στο δεύτερο βιβλίο που αναφέρουμε πιο πάνω.
Προτελευταία λεηλασία περιουσιών Ελλήνων από τους Τούρκους έγινε στην Κύπρο, στον πρώτο και τον δεύτερο Αττίλα, τότε που Τούρκοι αξιωματικοί και στρατιώτες εισέβαλαν στα σπίτια των Ελλήνων και έκλεψαν τα πάντα. Μάλιστα Τούρκοι αξιωματικοί καταγγέλθηκαν ότι έστελναν με τα αποβατικά τους πίσω στην Τουρκία ψυγεία, τηλεοράσεις, έπιπλα κ.ά. – για να μην πηγαίνουν άδεια πίσω βρε αδερφέ!
Η τελευταία λεηλασία είναι επί των θυρών και αφορά τον ενεργειακό πλούτο της Κύπρου και της Ελλάδος.
Διαβάζοντας Τούρκους καθηγητές αλλά και δηλώσεις Τούρκων πολιτικών, αυτό που διαπιστώνει κανείς είναι αυτό που λένε για τις ιερόδουλες: «Θέλει η… ιερόδουλη να κρυφτεί, μα η χαρά δεν την αφήνει». Έχει θολώσει το μάτι τους από τον πλούτο που έχει ανακαλυφθεί στην ΑΟΖ της Κύπρου και είναι φανερό ότι υπάρχει και στις ελληνικές θάλασσες, και θα κάνουν το παν για να αποκτήσουν τη μερίδα του λέοντος.
Μάλιστα Τούρκος καθηγητής πανεπιστημίου εγκαλεί τις τουρκικές κυβερνήσεις γιατί δεν έκαναν τόσα χρόνια κάτι που οι Έλληνες τους κλέβουν το τουρκικό πετρέλαιο, και εννοεί τα κοιτάσματα του Πρίνου.
Το «δόγμα της λεηλασίας του πλούτου του άλλου» είναι αυτό που καθορίζει την πολιτική και τη στρατηγική της Τουρκίας στα ενεργειακά της Κύπρου και της Ελλάδας.
Αυτό πρέπει να κατανοήσουν οι Έλληνες πολιτικοί και να προετοιμάσουν κατάλληλα σχέδια για την αντιμετώπιση κάθε πρόκλησης στην υφαλοκρηπίδα της Κύπρου και της Ελλάδας.
Δημοσιεύεται στην εφημερίδα δημοκρατία και το Pontos-news

Ο Σάββας Καλεντερίδης γεννήθηκε στη Βέργη Σερρών το 1960. Το 1977 εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε το 1981, ως ανθυπίλαρχος. Υπηρέτησε σε διάφορες μονάδες των τεθωρακισμένων και των καταδρομών και σε κρίσιμες θέσεις στο εξωτερικό. Το Μάρτιο του 2000, ενώ φοιτούσε στην Ανωτάτη Σχολή Πολέμου, παραιτήθηκε από τις τάξεις του Ελληνικού Στρατού, με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Από το φθινόπωρο του 2000 ίδρυσε και διευθύνει τον εκδοτικό οίκο Ινφο-Γνώμων. Με το ψευδώνυμο Κώστας Νικοπολίδης μετέφρασε από τα τουρκικά και επιμελήθηκε την έκδοση του βιβλίου "Κράτος συμμορία", Εκδόσεις Τουρίκη, ενώ μετέφρασε από τα τουρκικά και την "Έκθεση Σουσουρλούκ", που συμπεριλήφθηκε στο ομώνυμο βιβλίο των Εκδόσεων Α.Α. Λιβάνη. Σε συνεργασία με το ίδρυμα "Φίλοι Λαογραφικού Μουσείου Μέλπως Μερλιέ" συμμετείχε και προλόγισε την έκδοση του διπλού CD "Τραγούδια του Πόντου, Ηχογραφήσεις του 1930" και του CD "Τραγούδια από τις παράλιες πόλεις του Πόντου και της Μικράς Ασίας". Επιμελήθηκε επίσης της έκδοσης του δίτομου έργου "Ανάλυση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, Μύθος και πραγματικότητα", του βιβλίου "Οι μειονότητες στην Τουρκία" και των ιστορικών ταξιδιωτικών οδηγών "Κάτω Ιταλία - Μεγάλη Ελλάδα", "Σικελία", "Ρόδος - Σύμη - Καστελόριζο - Καρία - Λυκία", "Χίος - Σμύρνη", "Βουλγαρία - Ανατολική Ρωμυλία", "Καππαδοκία - Κεντρική Ανατολία" και "Κωνσταντινούπολη - Μαρμαράς". Έγραψε τους ιστορικούς ταξιδιωτικούς οδηγούς "Κοζάνη, στην αγκαλιά των βουνών", "Ιωνία, Σάμος - Έφεσος - Μίλητος - Πριήνη", "Δυτικός Πόντος, Βιθυνία - Παφλαγονία" και "Ανατολικός Πόντος, Κοτύωρα - Κερασούντα - Τραπεζούντα - Αργυρούπολη - Καρς". Αναλύσεις και άρθρα του Σάββα Καλεντερίδη, με κύριο θέμα την Τουρκία και άλλα περιφερειακά ζητήματα, έχουν δημοσιευθεί στις εφημερίδες "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία" και "Παρόν" και στα περιοδικά "Άμυνα και διπλωματία", "Απόρρητο Δελτίο" και "Διπλωματία".

Αναλύσεις

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών παρεμβάσεων στην ενημέρωση. Η εικόνα με 26 μέσα ενημέρωσης που έκλεισαν ή τέθηκαν υπό κρατικό έλεγχο αποτυπώνει μόνο μέρος της πραγματικότητας. Την ίδια ώρα, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν καταγγέλλει το Ισραήλ και δυτικές κυβερνήσεις για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ελευθερίας του Τύπου, δημιουργώντας έντονη αντίφαση ανάμεσα στη διεθνή ρητορική της Άγκυρας και στην κατάσταση στο εσωτερικό της χώρας.

Δημοσιεύτηκε

στις

Του Χρήστου Κωνσταντινίδη

Μια εικόνα που κυκλοφορεί στην Τουρκία παρουσιάζει τα τηλεοπτικά κανάλια, τις εφημερίδες και τα ειδησεογραφικά πρακτορεία που έχουν βρεθεί στο στόχαστρο των τουρκικών αρχών από το 2015 μέχρι και τις 14 Οκτωβρίου 2026.

Τα ονόματα είναι χαρακτηριστικά: Kanaltürk, Bugün TV, Zaman, Today’s Zaman, Cihan, Samanyolu, TELE1 και, πλέον, Halk TV.

Συνολικά, η συγκεκριμένη καταγραφή περιλαμβάνει 26 ονομασίες. Δεν πρόκειται, όμως, αποκλειστικά για οριστικά κλεισμένα μέσα ενημέρωσης. Ο κατάλογος συνδυάζει επιχειρήσεις που έκλεισαν με κυβερνητικά διατάγματα, σταθμούς που καταλήφθηκαν από διορισμένους διαχειριστές και περιπτώσεις στις οποίες διεκόπη η ανεξάρτητη ειδησεογραφική λειτουργία.

Η πραγματική έκταση των παρεμβάσεων είναι μεγαλύτερη.

Μόνο τον Ιούλιο του 2016, μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος, η τουρκική κυβέρνηση διέταξε το κλείσιμο 45 εφημερίδων, 16 τηλεοπτικών σταθμών, 23 ραδιοφώνων, 15 περιοδικών και 29 εκδοτικών οίκων και εταιρειών διανομής. Το Committee to Protect Journalists (CPJ) κατήγγειλε τότε το πρωτοφανές εύρος των εκκαθαρίσεων στον χώρο της ενημέρωσης.

Από τη Zaman στη Samanyolu: Η μεγάλη εκκαθάριση του 2016

Η πρώτη μεγάλη φάση των παρεμβάσεων άρχισε πριν από το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016.

Ήδη από το 2015, οι τουρκικές αρχές είχαν παρέμβει στη λειτουργία τηλεοπτικών και δημοσιογραφικών οργανισμών που θεωρούνταν συνδεδεμένοι με το κίνημα του Φετουλάχ Γκιουλέν.

Ακολούθησε, τον Μάρτιο του 2016, η επιβολή δικαστικά διορισμένων διαχειριστών στην εφημερίδα Zaman και στην αγγλόφωνη έκδοσή της, Today’s Zaman. Αστυνομικές δυνάμεις εισήλθαν στις εγκαταστάσεις, ενώ δημοσιογράφοι απομακρύνθηκαν ή παραιτήθηκαν.

Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, η κυβέρνηση χρησιμοποίησε τις έκτακτες εξουσίες της για να κλείσει μεγάλο αριθμό μέσων, επικαλούμενη δεσμούς τους με οργανώσεις τις οποίες κατηγορούσε για τρομοκρατική δράση.

Ανάμεσά τους βρίσκονταν τα Kanaltürk, Bugün, Millet, Samanyolu TV, Samanyolu Haber, Can Erzincan TV και Cihan News Agency.

Το ίδιο μοτίβο επεκτάθηκε και σε κουρδικά μέσα ενημέρωσης. Τον Οκτώβριο του 2016, νέες αποφάσεις οδήγησαν στο κλείσιμο τουλάχιστον 15 ακόμη ειδησεογραφικών οργανισμών, μεταξύ των οποίων κουρδικά πρακτορεία και εφημερίδες.

Η τουρκική κυβέρνηση υποστήριζε ότι ενεργούσε για την προστασία της εθνικής ασφάλειας και την αντιμετώπιση οργανώσεων που θεωρούσε υπεύθυνες για την απόπειρα ανατροπής της.

Ανθρωπιστικές οργανώσεις και διεθνείς ενώσεις δημοσιογράφων επισήμαιναν, ωστόσο, ότι οι μαζικές αποφάσεις, η περιορισμένη δικαστική προστασία και η γενικευμένη επίκληση της τρομοκρατίας δημιουργούσαν σοβαρούς κινδύνους για την ελευθερία της ενημέρωσης.

Οκτώβριος 2026: Το Halk TV εκτός ζωντανής μετάδοσης

Η υπόθεση επανήλθε με ιδιαίτερη ένταση στις 14 Οκτωβρίου 2026.

Τουρκικές αστυνομικές δυνάμεις εισήλθαν τα ξημερώματα στις εγκαταστάσεις του Halk TV στην Κωνσταντινούπολη. Ο τηλεοπτικός σταθμός, γνωστός για την αντιπολιτευτική του γραμμή, τέθηκε υπό τη διοίκηση διορισμένου διαχειριστή και οι ζωντανές μεταδόσεις του διακόπηκαν.

Οι εισαγγελικές αρχές συνέδεσαν την επιχείρηση με έρευνα για οικονομικά αδικήματα που αφορούσαν τον ιδιοκτήτη του σταθμού, Καφέρ Μαχίρογλου. Εκείνος αρνήθηκε τις κατηγορίες και απέδωσε την επέμβαση σε πολιτικά κίνητρα.

Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε ενώ το Halk TV κάλυπτε συστηματικά την υπόθεση του φυλακισμένου δημάρχου Κωνσταντινούπολης Εκρέμ Ιμάμογλου και τις εξελίξεις στην τουρκική αντιπολίτευση.

Η Human Rights Watch χαρακτήρισε την ανάληψη ελέγχου του σταθμού ακόμη μία παρέμβαση εις βάρος ανεξάρτητης δημοσιογραφικής φωνής.

Δεν είναι η μοναδική πρόσφατη περίπτωση.

Σύμφωνα με την ανεξάρτητη τουρκική δημοσιογραφική πλατφόρμα Bianet, από τον Μάρτιο του 2025 μέχρι τον Οκτώβριο του 2026, συνολικά δέκα τηλεοπτικοί σταθμοί πέρασαν σε καθεστώς διοίκησης από κρατικά διορισμένους διαχειριστές.

Σε αυτούς περιλαμβάνονται τα Flash Haber TV, Ekotürk TV, Habertürk TV, Show TV, Bloomberg HT, HT Spor, Show Türk, Show Max, TELE1 και Halk TV.

Εδώ υπάρχει μία κρίσιμη διαφορά: αρκετοί από τους σταθμούς συνέχισαν να μεταδίδουν πρόγραμμα υπό τη νέα διοίκηση. Στο TELE1, όμως, ανεστάλησαν οι ζωντανές ειδησεογραφικές μεταδόσεις, ενώ στο Halk TV διακόπηκε η ζωντανή εκπομπή μετά την αστυνομική επέμβαση.

Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν ένας σταθμός εξακολουθεί να εκπέμπει. Είναι ποιος αποφασίζει για τη διοίκησή του, ποιος ελέγχει τη δημοσιογραφική γραμμή και κατά πόσον οι δημοσιογράφοι έχουν τη δυνατότητα να εργάζονται χωρίς κρατική πίεση.

Η φίμωση περνά και στο διαδίκτυο

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται πλέον στις τηλεοπτικές συχνότητες και στον έντυπο Τύπο.

Τον Οκτώβριο του 2026, η Τουρκία βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο διεθνών αντιδράσεων για περιορισμούς στην πρόσβαση σε ανεξάρτητες ειδησεογραφικές ιστοσελίδες και λογαριασμούς κοινωνικών δικτύων.

Περισσότερες από 20 οργανώσεις υπεράσπισης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων η Human Rights Watch και η ARTICLE 19, κάλεσαν τις ψηφιακές πλατφόρμες να αντισταθούν σε δικαστικές εντολές αποκλεισμού περισσότερων από 1.200 λογαριασμών.

Οι λογαριασμοί αφορούσαν δημοσιογράφους, πανεπιστημιακούς, ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στον αποκλεισμό της ανεξάρτητης ειδησεογραφικής ιστοσελίδας T24.

Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στη διεθνή αξιολόγηση της χώρας.

ΚΑΤΑΤΑΞΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ

163η / 180

Τουρκία, 2026 – Reporters Without Borders

Η Freedom House αναφέρει επίσης ότι μεγάλο μέρος των τουρκικών μέσων ανήκει σε επιχειρηματικούς ομίλους με κυβερνητικές διασυνδέσεις, ενώ οι ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι αντιμετωπίζουν διώξεις, πρόστιμα, περιορισμούς και συλλήψεις.

Ο Ερντογάν καταγγέλλει το Ισραήλ και τη Δύση για τα ανθρώπινα δικαιώματα

Η αντίφαση αποκτά ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα όταν εξετάσει κανείς τη διεθνή ρητορική της τουρκικής κυβέρνησης.

Ο Ερντογάν εμφανίζεται συστηματικά ως υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καταγγέλλοντας άλλες χώρες για παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου και για περιορισμούς των ελευθεριών.

Πρώτος στόχος των κατηγοριών του είναι το Ισραήλ.

Στην ομιλία του στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, στις 22 Σεπτεμβρίου 2026, κατηγόρησε την ισραηλινή κυβέρνηση για εγκλήματα στη Γάζα, επικρίνοντας παράλληλα την αδυναμία των διεθνών οργανισμών να προστατεύσουν τους Παλαιστινίους.

Το Ισραήλ απορρίπτει τις τουρκικές κατηγορίες περί γενοκτονίας.

Η τουρκική προεδρία έχει προχωρήσει ακόμη περισσότερο στο πεδίο της ελευθερίας του Τύπου.

Τον Δεκέμβριο του 2025, η Διεύθυνση Επικοινωνίας της Προεδρίας εξέδωσε βιβλίο με τίτλο Murdering the Truth: Israel’s Campaign Against Journalism, με πρόλογο του Ερντογάν, κατηγορώντας το Ισραήλ για στοχοποίηση δημοσιογράφων και καταστροφή δημοσιογραφικών υποδομών στη Γάζα.

Η τουρκική πλευρά ασκεί επίσης κριτική σε ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ιδιαίτερα για τη στάση τους απέναντι στον πόλεμο στη Γάζα, την ισλαμοφοβία, τον ρατσισμό και την προστασία των μειονοτήτων.

Σε επίσημες δηλώσεις του, ο Ερντογάν έχει κατηγορήσει δυτικές χώρες για επιλεκτική εφαρμογή της Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καταλογίζοντάς τους υποκρισία. Έχει επίσης επικρίνει τη Γερμανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες για ανεπαρκή αντίδραση στις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Οι καταγγελίες αυτές πρέπει ασφαλώς να εξετάζονται με βάση τα πραγματικά περιστατικά. Η κατάσταση των δημοσιογράφων στη Γάζα, οι περιορισμοί πρόσβασης ξένων ανταποκριτών και οι καταγγελίες παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελούν σοβαρά ζητήματα που έχουν τεθεί και από διεθνείς δημοσιογραφικούς οργανισμούς.

Υπάρχει, όμως, ένα ουσιώδες ζήτημα συνέπειας: οι αρχές της ελευθερίας της έκφρασης και της προστασίας των δημοσιογράφων οφείλουν να εφαρμόζονται και στο εσωτερικό μιας χώρας που επικαλείται αυτές τις αξίες στη διεθνή σκηνή.

Η Ευρώπη επικρίνει, αλλά συνεργάζεται με την Άγκυρα

Το θέμα αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς η Τουρκία επιχειρεί να αναβαθμίσει τις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η επίτροπος Διεύρυνσης Μάρτα Κος, στις 9 Οκτωβρίου 2026, επισήμανε ότι οι τελευταίες παρεμβάσεις της Άγκυρας στην ελευθερία των μέσων ενημέρωσης και στα ατομικά δικαιώματα απομακρύνουν τη χώρα από τις απαιτούμενες ευρωπαϊκές δημοκρατικές προδιαγραφές.

Παράλληλα, αναγνώρισε την αυξανόμενη στρατηγική σημασία της Τουρκίας για την Ευρώπη, ιδιαίτερα σε θέματα άμυνας, περιφερειακής ασφάλειας και οικονομικής συνεργασίας.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται το ευρωπαϊκό δίλημμα.

Η Άγκυρα επιδιώκει συμμετοχή σε ευρωπαϊκά αμυντικά και χρηματοπιστωτικά προγράμματα, μεταξύ των οποίων τα SAFE και SEPA, την ώρα που η κατάσταση στο εσωτερικό της χώρας προκαλεί αντιδράσεις για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, τη μεταχείριση της αντιπολίτευσης και την ελευθερία της δημοσιογραφίας.

Το Reuters κατέγραψε τον Ιούλιο του 2026 ότι αρκετοί δυτικοί σύμμαχοι της Τουρκίας έχουν περιορίσει τη δημόσια κριτική τους για τις παραβιάσεις δικαιωμάτων, δίνοντας μεγαλύτερη προτεραιότητα στη στρατηγική και αμυντική συνεργασία με την Άγκυρα.

Το ερώτημα που παραμένει

Η εικόνα με τα 26 μέσα ενημέρωσης δεν αποτυπώνει το σύνολο των περιορισμών που έχουν επιβληθεί στον τουρκικό Τύπο από το 2015.

Πίσω από τις ονομασίες βρίσκονται δημοσιογράφοι που έχασαν τη δουλειά τους, επιχειρήσεις που πέρασαν σε κρατικό έλεγχο, ειδησεογραφικά προγράμματα που διακόπηκαν και πολίτες που είδαν τις δυνατότητες ανεξάρτητης ενημέρωσης να περιορίζονται.

Η κυβέρνηση Ερντογάν επικαλείται την εθνική ασφάλεια, την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και τη διερεύνηση οικονομικών αδικημάτων για τις ενέργειές της. Οι διεθνείς οργανώσεις για την ελευθερία του Τύπου, αντιθέτως, καταγράφουν ένα διαρκές πρόβλημα πολιτικής πίεσης και περιστολής της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας.

Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την Τουρκία. Αγγίζει και την αξιοπιστία της διεθνούς συζήτησης για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Όταν ο Ερντογάν επικρίνει το Ισραήλ και τη Δύση για την ελευθερία της έκφρασης, οι ίδιες αρχές επιβάλλουν να εξετάζεται και η μεταχείριση των δημοσιογράφων στην Κωνσταντινούπολη, στην Άγκυρα και στην υπόλοιπη τουρκική επικράτεια.

Η ελευθερία του Τύπου δεν κρίνεται από τις δηλώσεις ενός ηγέτη για τις παραβιάσεις άλλων κρατών, αλλά από το εάν οι δημοσιογράφοι στη δική του χώρα μπορούν να ελέγχουν την εξουσία χωρίς να κινδυνεύουν με διώξεις ή απώλεια της ανεξαρτησίας τους.

Και αυτή είναι η αντίφαση που αναδεικνύεται από τη δεκαετή καταγραφή των παρεμβάσεων στα τουρκικά μέσα ενημέρωσης.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Αρμενία–Ινδία: Στο τραπέζι παραγωγή Pinaka Mk2 – Τα ανοίγματα σε ΕΕ και ΗΠΑ

Συζητήσεις για παραγωγή ινδικών πυραύλων στην Αρμενία, στενότερες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και επαφές στην Ουάσιγκτον συνθέτουν την ατζέντα του δελτίου «Η φωνή της Αρμενίας», με τη Λιάνα Μανουκιάν. Παράλληλα, το Ερεβάν υποδέχεται υψηλόβαθμους αξιωματούχους του ΟΗΕ ενόψει της COP17 για τη βιοποικιλότητα.

Δημοσιεύτηκε

στις

Στο ενδεχόμενο τοπικής παραγωγής και συναρμολόγησης πυραύλων Pinaka Mk2 επικεντρώνονται οι συζητήσεις Αρμενίας και Ινδίας, σύμφωνα με πληροφορίες που παρουσιάστηκαν στο δελτίο. Η προοπτική αυτή αφορά την ενίσχυση της στρατιωτικοβιομηχανικής συνεργασίας και τη διασφάλιση σταθερότερων προμηθειών πυρομαχικών για τις αρμενικές Ένοπλες Δυνάμεις.

Όπως μεταδόθηκε, η Αρμενία διαθέτει ήδη ινδικά συστήματα Pinaka, με αναφορά σε κατευθυνόμενους πυραύλους Mk2 και μη κατευθυνόμενους αυξημένης εμβέλειας ER. Μια πιθανή συμφωνία θα μπορούσε να επιτρέψει στο Ερεβάν να αναπτύξει σταδιακά δικές του παραγωγικές δυνατότητες, περιορίζοντας την εξάρτηση από εισαγωγές.

Η ινδική πλευρά, σύμφωνα με το δημοσίευμα που επικαλείται η εκπομπή, αναμένεται να συνδράμει με τεχνική υποστήριξη, οργάνωση της παραγωγής και εκπαίδευση Αρμενίων ειδικών. Στην αρχική φάση, η συναρμολόγηση θα μπορούσε να βασιστεί σε ινδικά εξαρτήματα, με σταδιακή αύξηση της τοπικής συμμετοχής.

Το σχέδιο παραμένει υπό συζήτηση. Στο δελτίο δεν παρουσιάζεται υπογεγραμμένη σύμβαση ή συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα λειτουργίας μονάδας παραγωγής. Επισημαίνεται, μάλιστα, ότι η πλήρης εγχώρια κατασκευή σύνθετων κατευθυνόμενων πυραύλων προϋποθέτει χρόνο και ανάπτυξη των απαραίτητων τεχνολογιών.

Στενότερα με την Ευρώπη, ανοιχτή η κατάληξη

Στο διπλωματικό πεδίο, ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν οι δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών και Διεθνούς Εμπορίου Αραράτ Μιρζογιάν στο Φόρουμ Ασφαλείας της Βαρσοβίας.

Ο επικεφαλής της αρμενικής διπλωματίας περιέγραψε τις σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση ως στενότερες και βαθύτερες από ποτέ, υπογραμμίζοντας ότι η συνεργασία επεκτείνεται πέρα από το εμπόριο και την οικονομία, στην ασφάλεια και την εξωτερική πολιτική.

Ωστόσο, απέφυγε να προεξοφλήσει την πλήρη ένταξη της χώρας. Η δημόσια συζήτηση στην Αρμενία βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο, ενώ παραμένει ανοιχτό το ζήτημα των τελικών αποφάσεων και των δύο πλευρών. Στην επίσημη τοποθέτησή του αναφέρεται ότι ο σχετικός αρμενικός νόμος ψηφίστηκε την άνοιξη του 2025.

Ο Μιρζογιάν αναφέρθηκε επίσης στους ιστορικά στενούς δεσμούς με τη Ρωσία. Η τοποθέτησή του καταγράφει την προσπάθεια του Ερεβάν να διευρύνει τις ευρωπαϊκές του σχέσεις, συνυπολογίζοντας τις περιφερειακές ισορροπίες.

Στο ίδιο φόρουμ, ο Αρμένιος υπουργός συναντήθηκε με τον Ουκρανό ομόλογό του, Αντρίι Σιμπίχα. Σύμφωνα με το δελτίο, εξετάστηκαν η ανάπτυξη των διμερών σχέσεων, η επέκταση των εμπορικών ανταλλαγών, η συνεργασία σε πολυμερή σχήματα και οι διεθνείς και περιφερειακές εξελίξεις.

Αμυντικές και οικονομικές επαφές στις ΗΠΑ

Η αρμενική παρουσία στην Ουάσιγκτον είχε αμυντικό και οικονομικό περιεχόμενο.

Αντιπροσωπεία υπό τον αναπληρωτή υπουργό Άμυνας συμμετείχε στην ετήσια συνάντηση και έκθεση της Ένωσης Στρατού των Ηνωμένων Πολιτειών, AUSA, επισκεπτόμενη και τα εκθεσιακά περίπτερα.

Παράλληλα, ο πρέσβης της Αρμενίας στις ΗΠΑ συναντήθηκε με τον πρόεδρο της αμερικανικής Τράπεζας Εξαγωγών–Εισαγωγών, Τζον Γιοβάνοβιτς. Στο επίκεντρο βρέθηκαν η διεύρυνση των οικονομικών σχέσεων, οι προοπτικές αμερικανικών εξαγωγών, τα κοινά έργα και η διοργάνωση επιχειρηματικών επισκέψεων.

Το Ερεβάν υποδέχεται τον ΟΗΕ

Το δελτίο αναφέρεται στην προγραμματισμένη επίσκεψη του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες στις 15–16 Οκτωβρίου, ενόψει της COP17 για τη βιοποικιλότητα. Στο πρόγραμμα περιλαμβάνονται συναντήσεις με τον πρωθυπουργό Νικόλ Πασινιάν και τον πρόεδρο Βαχάγκν Χατσατουριάν.

Προβλέπεται επίσης παρουσίαση παγκόσμιας έκθεσης για την πρόοδο εφαρμογής του Παγκόσμιου Πλαισίου Κουνμίνγκ–Μόντρεαλ για τη Βιοποικιλότητα, που εγκρίθηκε το 2022. Η ίδια η COP17 έχει προγραμματιστεί για τις 19–30 Οκτωβρίου 2026 στο Ερεβάν.

Στις συναφείς συναντήσεις συμμετέχει και ο αναπληρωτής διοικητής του Αναπτυξιακού Προγράμματος του ΟΗΕ, Χαολιάνγκ Σου, ο οποίος επισκέπτεται την Αρμενία στις 14–17 Οκτωβρίου. Η ατζέντα συνδέει την προστασία της φύσης με τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αναπτυξιακή χρηματοδότηση.

Η αρχαία Αρμενία στο Μουσείο Ακρόπολης

Ξεχωριστή θέση στο δελτίο κατέχει η πολιτιστική συνεργασία με την Ελλάδα και την Κύπρο.

Σύμφωνα με όσα μεταδόθηκαν, στις 19 Νοεμβρίου προγραμματίζονται τα εγκαίνια της έκθεσης «Αρχαία Αρμενία» στο Μουσείο Ακρόπολης. Θα παρουσιαστούν περισσότερα από 170 αντικείμενα, από τη λίθινη εποχή μέχρι την υιοθέτηση του χριστιανισμού, αναδεικνύοντας παράλληλα τους ιστορικούς δεσμούς των δύο λαών.

Η έκθεση προβλέπεται να διαρκέσει τρεις μήνες και να συνοδευτεί από εικονογραφημένη έκδοση. Στη Λευκωσία, το δελτίο αναφέρει ότι εγκαινιάστηκε στις 9 Οκτωβρίου η έκθεση «Πίστη και ταυτότητα», αφιερωμένη στη χριστιανική κληρονομιά και στους πολιτιστικούς δεσμούς Αρμενίας και Κύπρου.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Τομ Μπάρακ: Ο μυστικός παίκτης της τουρκικής αναβάθμισης; Το παιχνίδι ισχύος από τον Λευκό Οίκο ως την Ανατολική Μεσόγειο

F-35, S-400, Συρία, Κούρδοι και ενεργειακοί διάδρομοι: οι επιχειρηματικές διασυνδέσεις και τα γεωστρατηγικά ερωτήματα που οφείλει να εξετάσει η Ελλάδα.

Δημοσιεύτηκε

στις

Του Θεόδωρου Ατματζίδη

Από την επιχειρηματική ισχύ στη διπλωματική επιρροή

Στη γεωπολιτική, η πραγματική σημασία ενός προσώπου δεν αποτιμάται μόνο από τον επίσημο τίτλο του, αλλά κυρίως από την πρόσβαση που διαθέτει στα κέντρα λήψης αποφάσεων, τις σχέσεις που μπορεί να ενεργοποιήσει και την ικανότητά του να επηρεάζει τη διαμόρφωση στρατηγικών επιλογών. Η περίπτωση του Τομ Μπαράκ (Thomas J. Barrack Jr.) παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ακριβώς επειδή συνδυάζει την επιχειρηματική εμπειρία, την προσωπική σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ και την ανάληψη διπλωματικών αρμοδιοτήτων σε μια περιοχή όπου τέμνονται κρίσιμα αμερικανικά, τουρκικά, ελληνικά, αραβικά και ευρωπαϊκά συμφέροντα.

Ο Μπαράκ, ιδρυτής της επενδυτικής εταιρείας Colony Capital και στενός πολιτικός σύμμαχος του Τραμπ, ανέλαβε το 2025 καθήκοντα πρέσβη των ΗΠΑ στην Τουρκία, ενώ στη συνέχεια βρέθηκε στο επίκεντρο των αμερικανικών πρωτοβουλιών για τη Συρία και το Ιράκ. Η Γερουσία επικύρωσε τον διορισμό του ως πρέσβη στις 29 Απριλίου 2025, μετά την ακρόαση της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων την 1η Απριλίου.[1]

Η σημασία αυτής της τοποθέτησης υπερβαίνει την τυπική διπλωματική εκπροσώπηση. Η Τουρκία αποτελεί κρίσιμο σύμμαχο του ΝΑΤΟ, ελέγχει τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων, συνορεύει με περιοχές έντονης αστάθειας και διατηρεί στρατιωτική και πολιτική παρουσία στη Συρία. Παράλληλα, επιδιώκει να ενισχύσει την αμυντική της βιομηχανία, να αναβαθμίσει τη θέση της στις περιφερειακές ενεργειακές διαδρομές και να διατηρήσει τη δυνατότητα να διαπραγματεύεται ταυτόχρονα με τη Δύση, τη Ρωσία και τις χώρες της Μέσης Ανατολής.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ο διπλωμάτης που αναλαμβάνει τη διαχείριση των σχέσεων με την Άγκυρα δεν περιορίζεται στη διεκπεραίωση διμερών επαφών. Συμμετέχει, άμεσα ή έμμεσα, σε μια ευρύτερη διαδικασία καθορισμού προτεραιοτήτων ασφαλείας, οικονομικής συνεργασίας και περιφερειακής σταθερότητας.

Η επιχειρηματική διαδρομή του Μπαράκ και η πρόσβασή του στον Λευκό Οίκο δεν αποτελούν από μόνες τους απόδειξη αθέμιτης επιρροής. Αποτελούν, ωστόσο, λόγο αυξημένης προσοχής για το αν οι πρωτοβουλίες του Μπαράκ υπηρετούν (όπως αρκετοί πιστεύουν) έναν κρυφό σχεδιασμό και αν ότι η επιχειρηματική του εμπειρία και εμπλοκή, αποτελεί από μόνη της ένδειξη αθέμιτης επιρροής.

Η ουσία βρίσκεται στο ότι η δραστηριότητά του αξίζει να εξετάζεται με αυξημένη προσοχή, ιδιαίτερα όταν δημόσιες αρμοδιότητες, ιδιωτικές διασυνδέσεις και μεγάλα στρατηγικά έργα συναντώνται στο ίδιο πεδίο.

Το προηγούμενο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και η ανάγκη διαφάνειας

Το όνομα του Μπαράκ είχε απασχολήσει τη δικαιοσύνη των ΗΠΑ το 2021, όταν του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για φερόμενη δράση ως μη καταχωρισμένος εκπρόσωπος των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και για ψευδείς δηλώσεις προς ομοσπονδιακούς ερευνητές. Το 2022 αθωώθηκε από σώμα ενόρκων….[2]

Η αθώωση μπορει να είναι ένα σαφές δικαστικό γεγονός και δεν επιτρέπεται να υποκαθίσταται από υπονοούμενα περί ενοχής. Οι σκιες όμως μένουν. Η συγκεκριμένη υπόθεση αφορούσε τα Εμιράτα και δεν υπάρχουν καθαρές αποδείξεις ότι ο Μπαράκ ενεργεί για λογαριασμό της Τουρκίας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας

Η ευρύτερη θεσμική διάσταση, ωστόσο, παραμένει σημαντική. Στη σύγχρονη διεθνή πολιτική, η επιρροή δεν ασκείται μόνο μέσω επίσημων διαύλων. Μπορεί να αναπτύσσεται μέσα από επιχειρηματικές συνεργασίες, προσωπικές σχέσεις, επενδυτικά σχήματα και πρόσβαση σε πολιτικά κέντρα. Γι’ αυτό, όταν ένας αξιωματούχος διαθέτει εκτεταμένο επιχειρηματικό υπόβαθρο, η διαφάνεια των οικονομικών του δεσμών αποτελεί ουσιαστικό μέρος της αξιολόγησης της δημόσιας δράσης του.

Η ουσία, επομένως, δεν βρίσκεται στην ανακύκλωση μιας παλαιότερης ποινικής υπόθεσης, αλλά στον έλεγχο των σημερινών δραστηριοτήτων και των πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων. Η αξιοπιστία της εξωτερικής πολιτικής εξαρτάται και από το κατά πόσο οι πολίτες μπορούν να γνωρίζουν ποια συμφέροντα υπηρετούν οι αποφάσεις και με ποιες εγγυήσεις διασφαλίζεται η αμεροληψία τους.

Τουρκία, S-400 και F-35: μια στρατηγική διαπραγμάτευση με συνέπειες για την Ελλάδα

Η υπόθεση των ρωσικών συστημάτων S-400 και των αμερικανικών μαχητικών F-35 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ένα εξοπλιστικό ζήτημα μετατρέπεται σε κρίσιμο γεωπολιτικό διακύβευμα.

Το 2019, οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν την απομάκρυνση της Τουρκίας από το πρόγραμμα F-35, υποστηρίζοντας ότι η παρουσία του ρωσικού συστήματος S-400 δημιουργούσε κινδύνους για την ασφάλεια των ευαίσθητων τεχνολογιών του αεροσκάφους. Το 2020 επιβλήθηκαν κυρώσεις βάσει του νόμου CAATSA, με στόχο την τουρκική αμυντική βιομηχανία.[3]

Στις 17 Απριλίου 2026, ο Μπαράκ δήλωσε ότι ανέμενε σύντομα λύση στο ζήτημα των κυρώσεων και υποστήριξε ότι, από την οπτική του Τραμπ, η επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35 θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή.[4] Η δήλωση αποτύπωνε μια πολιτική κατεύθυνση, όχι οριστική συμφωνία επανένταξης. Το ζήτημα παραμένει συνδεδεμένο με τη νομοθεσία, τις απαιτήσεις προστασίας της αμερικανικής τεχνολογίας και την τύχη των S-400.

Από στρατηγική άποψη, η υπόθεση έχει τρεις διαστάσεις. Πρώτον, αφορά την προστασία τεχνολογίας αιχμής και τη διαλειτουργικότητα των συστημάτων του ΝΑΤΟ. Δεύτερον, συνδέεται με το εάν η Τουρκία θα μπορέσει να διατηρήσει το ρωσικό σύστημα και ταυτόχρονα να αποκαταστήσει την πρόσβασή της σε ένα από τα πιο προηγμένα δυτικά μαχητικά. Τρίτον, αφορά τη συνολική πολιτική της Ουάσιγκτον απέναντι σε έναν σύμμαχο που διατηρεί σημαντική στρατηγική αυτονομία και συχνά ακολουθεί πολιτική πολλαπλών κατευθύνσεων.

Για την Ελλάδα, το ζήτημα δεν είναι απλώς η απόκτηση ενός ακόμη τύπου αεροσκάφους από την Τουρκία. Είναι η πιθανότητα μεταβολής του τρόπου με τον οποίο η τουρκική αεροπορία θα συλλέγει πληροφορίες, θα εντοπίζει στόχους και θα συντονίζει τις επιχειρήσεις της. Ένα F-35 αποκτά τη μεγαλύτερη επιχειρησιακή αξία του όταν λειτουργεί ως μέρος ενός δικτυωμένου συστήματος αισθητήρων, διοίκησης, ελέγχου και οπλικών μέσων. Συνεπώς, η επίδρασή του δεν περιορίζεται στα χαρακτηριστικά του ίδιου του αεροσκάφους, αλλά επεκτείνεται στην ικανότητα μιας αεροπορίας να επιχειρεί με μεγαλύτερη επίγνωση του πεδίου και να δυσχεραίνει τον έγκαιρο εντοπισμό της από τον αντίπαλο.

Εάν η Τουρκία αποκτήσει τελικά πρόσβαση στο πρόγραμμα, η Ελλάδα θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια νέα παράμετρο στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό της αποτροπής στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ισορροπία θα ανατραπεί αυτόματα. Η πραγματική επιχειρησιακή επίδραση θα εξαρτηθεί από τον αριθμό των αεροσκαφών, τον χρόνο παράδοσης, την εκπαίδευση των πληρωμάτων, τη διαθεσιμότητα πυρομαχικών, την υποστήριξη και την ενσωμάτωσή τους στα υπόλοιπα συστήματα των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων.

Η ελληνική πλευρά έχει ήδη επιλέξει την προμήθεια F-35, επομένως το κρίσιμο ζήτημα είναι και ο χρονισμός: ποια επιχειρησιακά κενά ενδέχεται να δημιουργηθούν μέχρι να αποκτηθούν και να ενταχθούν πλήρως οι νέες δυνατότητες; Παράλληλα, η ενίσχυση των αισθητήρων, της δικτύωσης, της ηλεκτρονικής υποστήριξης και της συνολικής διαλειτουργικότητας αποκτά σημασία αντίστοιχη με την απόκτηση νέων πλατφορμών. Η αποτροπή δεν κρίνεται μόνο από το ποιος διαθέτει ένα προηγμένο αεροσκάφος, αλλά από το ποιος μπορεί να αξιοποιήσει αποτελεσματικότερα το σύνολο των διαθέσιμων μέσων.

Η αναφορά του Μπαράκ στους ελληνικούς S-300 ως επιχείρημα στη συζήτηση για τους S-400 δεν αναιρεί τις διαφορές των δύο περιπτώσεων. Η αμερικανική αντίρρηση αφορούσε ειδικά την προμήθεια και τη διατήρηση του ρωσικού συστήματος από την Τουρκία, σε συνδυασμό με τη συμμετοχή της στο πρόγραμμα F-35 και τους κινδύνους για την προστασία ευαίσθητων τεχνολογιών.[3][4]

Για την Αθήνα, το βασικό θέμα είναι με ποιους όρους θα μπορούσε να επιτευχθεί ένας αμερικανοτουρκικός συμβιβασμός. Θα υπάρξουν επαληθεύσιμοι περιορισμοί ως προς την επιχειρησιακή κατάσταση των S-400; Θα διασφαλιστούν οι απαιτήσεις προστασίας της τεχνολογίας του F-35; Και πώς θα αποτιμηθούν οι επιπτώσεις στη στρατιωτική ισορροπία της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ;

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να θεωρεί δεδομένο ότι κάθε αμερικανική προσέγγιση προς την Τουρκία στρέφεται εναντίον της. Χρειάζεται, όμως, να αντιμετωπίζει την πιθανή αναβάθμιση των τουρκικών δυνατοτήτων ως παράγοντα που απαιτεί έγκαιρη επιχειρησιακή και διπλωματική προετοιμασία.

Συρία: η ανασυγκρότηση ενός κράτους και ο ανταγωνισμός για επιρροή

Η Συρία αποτελεί το δεύτερο μεγάλο πεδίο στο οποίο συναντώνται οι διπλωματικές πρωτοβουλίες του Μπαράκ, οι τουρκικές επιδιώξεις και οι ευρύτεροι ενεργειακοί σχεδιασμοί. Μετά την πτώση του καθεστώτος Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024, η χώρα εισήλθε σε μια δύσκολη μεταβατική περίοδο, με ζητήματα ασφάλειας, πολιτικής νομιμοποίησης, προστασίας μειονοτήτων και αποκατάστασης των κρατικών δομών.

Ο Μπαράκ έχει υποστηρίξει δημόσια την προσπάθεια ενοποίησης της Συρίας υπό την κεντρική κυβέρνηση και την ενσωμάτωση των κουρδικών δυνάμεων στις εθνικές δομές ασφαλείας. Σε συνέντευξή του στο Associated Press τον Ιούλιο του 2025, εξέφρασε την αμερικανική στήριξη στη νέα συριακή κυβέρνηση και αναφέρθηκε στις προσπάθειες πολιτικής διευθέτησης και ενσωμάτωσης των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων.[5]

Η προσέγγιση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Τουρκία. Η Άγκυρα αντιμετωπίζει την αυτονομία των κουρδικών ένοπλων δομών στη βόρεια Συρία ως ζήτημα άμεσης εθνικής ασφάλειας, λόγω των δεσμών που αποδίδει στις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις με το PKK. Η ενσωμάτωση αυτών των δυνάμεων σε έναν ενιαίο συριακό στρατιωτικό και κρατικό μηχανισμό, εφόσον περιορίσει την ανεξάρτητη στρατιωτική τους δράση, θα μπορούσε να εξυπηρετήσει βασική τουρκική επιδίωξη: τη μείωση της πιθανότητας να διαμορφωθεί στα νότια σύνορά της μια αυτόνομη κουρδική στρατιωτική οντότητα.

Παράλληλα, μια ισχυρότερη κεντρική κυβέρνηση στη Δαμασκό θα μπορούσε να επιτρέψει στην Άγκυρα να ασκεί επιρροή μέσω διακρατικών συμφωνιών για την ασφάλεια των συνόρων, την ανοικοδόμηση και την οικονομική συνεργασία, αντί να βασίζεται αποκλειστικά σε άμεσες στρατιωτικές επιχειρήσεις και τοπικούς συμμάχους. Εάν οι νέες συριακές δομές ασφαλείας αναπτυχθούν με τρόπο συμβατό με τις τουρκικές προτεραιότητες, η Τουρκία ενδέχεται να αποκτήσει μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος και ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση στην περιοχή.

Ωστόσο, το αποτέλεσμα δεν είναι δεδομένο. Η ενσωμάτωση των κουρδικών δυνάμεων δεν σημαίνει αναγκαστικά την πλήρη διάλυση της πολιτικής και κοινωνικής τους επιρροής. Αντίστοιχα, η συγκέντρωση εξουσίας στη Δαμασκό δεν εγγυάται ότι η νέα κυβέρνηση θα ακολουθήσει σε κάθε ζήτημα τις τουρκικές επιδιώξεις. Η βιωσιμότητα μιας συμφωνίας θα εξαρτηθεί από τις εγγυήσεις εκπροσώπησης, την προστασία των μειονοτήτων και την πραγματική κατανομή της εξουσίας.

Για τις ΗΠΑ, το δίλημμα είναι εξίσου σύνθετο. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να αποτρέψει την ανασυγκρότηση του Ισλαμικού Κράτους και να περιορίσει την αστάθεια, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να διαχειριστεί τη συνεργασία της με τους Κούρδους και τη σχέση της με την Τουρκία. Μια αναπροσαρμογή της αμερικανικής παρουσίας ή της συνεργασίας με τις κουρδικές δυνάμεις θα μπορούσε να διευκολύνει την προσέγγιση με την Άγκυρα, χωρίς αυτό να σημαίνει αναγκαστικά εγκατάλειψη όλων των αμερικανικών στόχων στη Συρία.

Το γεωπολιτικό ερώτημα όμως, είναι ποιος θα διαμορφώσει τους όρους της επόμενης ημέρας. Εάν η Τουρκία αποκτήσει μεγαλύτερη επιρροή στην ασφάλεια, στις κρατικές δομές και στην ανοικοδόμηση της Συρίας, θα ενισχυθεί η περιφερειακή της θέση. Εάν, όμως, η νέα συριακή κυβέρνηση αποδειχθεί αδύναμη ή η πολιτική διευθέτηση αποκλείσει σημαντικές κοινότητες, η αστάθεια μπορεί να συνεχιστεί, περιορίζοντας και τα οφέλη της Άγκυρας. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει όχι μόνο τις σχέσεις ΗΠΑ–Τουρκίας, αλλά και την ασφάλεια του Ιράκ, τις ενεργειακές διαδρομές και τη συνολική ισορροπία στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ο αγωγός Κιρκούκ–Μπανιάς: ενέργεια, γεωγραφία και επιχειρηματικά συμφέροντα

Η ενεργειακή διάσταση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω του σχεδίου αναβίωσης του πετρελαιαγωγού Κιρκούκ–Μπανιάς, ο οποίος θα μπορούσε να μεταφέρει ιρακινό πετρέλαιο μέσω της Συρίας προς τη Μεσόγειο, προσφέροντας εναλλακτική διαδρομή σε σχέση με τις εξαγωγές που εξαρτώνται από τα Στενά του Ορμούζ.

Τον Απρίλιο του 2026, το Euronews παρουσίασε σχέδιο που αποδίδεται στον Μπαράκ και αφορά τη μετατροπή της Συρίας σε ενεργειακό διάδρομο, με την αποκατάσταση του αγωγού και την ανάπτυξη πρόσθετων υποδομών μεταφοράς ενέργειας.[6] Τον Οκτώβριο, το Reuters δημοσίευσε αναλυτικό ρεπορτάζ για την επιχειρηματική διάσταση του σχεδίου, αναφέροντας ότι το έργο θα μπορούσε να κοστίσει περίπου 15 δισεκατομμύρια δολάρια και να απαιτήσει τουλάχιστον τέσσερα χρόνια για να ολοκληρωθεί.[7]

Σύμφωνα με το Reuters, το Ιράκ και η Συρία υπέγραψαν τον Ιούλιο μνημόνια κατανόησης με κοινοπραξία στην οποία συμμετέχουν η TI Capital, η Chevron και η καταριανή UCC Holding, με σκοπό την εκπόνηση τεχνικών και χρηματοοικονομικών μελετών για την αποκατάσταση του αγωγού.[7]

Το στρατηγικό ενδιαφέρον είναι σαφές. Ένας αγωγός που παρακάμπτει το Ορμούζ θα μπορούσε να προσφέρει στο Ιράκ μεγαλύτερη ευελιξία στις εξαγωγές του, να ενισχύσει τη σημασία της Συρίας ως χώρας διέλευσης και να δημιουργήσει νέα οικονομικά και διπλωματικά δεδομένα για τις χώρες που συμμετέχουν στη χρηματοδότηση και τη λειτουργία του.

Ωστόσο, η κατασκευή μιας τέτοιας υποδομής δεν εξαλείφει τον κίνδυνο. Οι χερσαίοι αγωγοί είναι εκτεθειμένοι σε πολιτική αστάθεια, δολιοφθορές, στρατιωτικές συγκρούσεις και διαφωνίες για τα τέλη διέλευσης. Η ιστορία του ίδιου του Κιρκούκ–Μπανιάς, που βρίσκεται εκτός λειτουργίας από το 2003, δείχνει ότι η γεωγραφική χρησιμότητα δεν αρκεί για να εξασφαλίσει την οικονομική και επιχειρησιακή βιωσιμότητα ενός έργου.[7]

Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον λόγω των επιχειρηματικών σχέσεων που περιγράφει το Reuters. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Μπαράκ προώθησε τη συμμετοχή της TI Capital, εταιρείας που διοικείται από τον μακροχρόνιο επιχειρηματικό συνεργάτη του Ζιάντ Γκαντούρ. Παράλληλα, ο Μπαράκ διατηρούσε οικονομικό συμφέρον σε διαφορετική επενδυτική δραστηριότητα ακινήτων που διαχειρίζεται η εταιρεία.[7]

Το Reuters δεν εντόπισε στοιχεία ότι ο Μπαράκ θα αποκόμιζε άμεσο κέρδος από τον ίδιο τον αγωγό. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ υποστήριξε ότι δεν έχει οικονομικό συμφέρον στο έργο και ότι ο αξιωματούχος συμμορφώνεται με τους κανόνες δεοντολογίας. Ωστόσο, ειδικοί που μίλησαν στο πρακτορείο έθεσαν ερωτήματα σχετικά με την εμφάνιση πιθανής σύγκρουσης συμφερόντων, ενώ το δημοσίευμα αναφέρει ότι δεν είχε κατατεθεί σχετική παραίτηση από τη συμμετοχή ή εξαίρεση από την αρμόδια υπηρεσία δεοντολογίας.[7]

Η ύπαρξη επιχειρηματικής σχέσης δεν αποδεικνύει από μόνη της παρανομία. Όταν, όμως, ένας αξιωματούχος προωθεί τη συμμετοχή εταιρείας με την οποία διατηρεί άλλες οικονομικές σχέσεις, είναι θεμιτό να ζητούνται πλήρης διαφάνεια, σαφής εφαρμογή των κανόνων δεοντολογίας και ανεξάρτητος έλεγχος των διαδικασιών.

Το ζήτημα δεν περιορίζεται στο πρόσωπο του Μπαράκ. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται και ανατίθενται μεγάλα έργα σε περιβάλλοντα πολιτικής μετάβασης, όπου οι συμβάσεις μπορούν να δημιουργήσουν μακροχρόνιες οικονομικές εξαρτήσεις και να καθορίσουν ποιοι παράγοντες θα αποκτήσουν επιρροή στη μεταπολεμική ανασυγκρότηση.

Η ελληνική διάσταση: ενεργειακός ανταγωνισμός και στρατηγική εγρήγορση

Η Ελλάδα έχει επενδύσει στη γεωγραφική της θέση ως πύλης εισόδου και μεταφοράς φυσικού αερίου προς τη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη. Οι υποδομές της και οι διασυνδέσεις του λεγόμενου Κάθετου Διαδρόμου αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας διαφοροποίησης των πηγών και των διαδρομών ενεργειακού εφοδιασμού.

Ο Κάθετος Διάδρομος και ο αγωγός Κιρκούκ–Μπανιάς είναι διαφορετικά έργα, με διαφορετικές διαδρομές, ενεργειακά προϊόντα και σκοπούς. Η γεωπολιτική τους σύνδεση δεν βρίσκεται σε κάποια αποδεδειγμένη αντιπαράθεση μεταξύ τους, αλλά στον ευρύτερο ανταγωνισμό για χρηματοδότηση, εμπορικές ροές και στρατηγική επιρροή.

Εάν η Συρία ανακτήσει τον ρόλο της ως χώρας διέλευσης πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ η Τουρκία ενισχύσει τη θέση της ως περιφερειακός ενεργειακός κόμβος, η σημασία των υποδομών στην Ανατολική Μεσόγειο μπορεί να μεταβληθεί. Το μέγεθος αυτής της μεταβολής, ωστόσο, θα εξαρτηθεί από τη δυναμικότητα των αγωγών, το κόστος μεταφοράς, τη διαθεσιμότητα των ποσοτήτων, τις συμφωνίες προμήθειας και τη σταθερότητα των χωρών διέλευσης.

Η ελληνική στρατηγική πρέπει να στηρίζεται σε συστηματική αξιολόγηση κινδύνου:

  • Ποιοι χρηματοδοτούν τα έργα;
  • Ποιες εταιρείες αποκτούν πρόσβαση σε κρίσιμες υποδομές;
  • Ποια κράτη εξασφαλίζουν μακροχρόνια δικαιώματα διέλευσης;
  • Ποιες εμπορικές και πολιτικές δεσμεύσεις θα συνδέουν τους συμμετέχοντες;
  • Και σε ποιο βαθμό οι νέες υποδομές θα συμπληρώνουν ή θα ανταγωνίζονται τις υφιστάμενες ευρωπαϊκές διαδρομές;

Αυτά τα ερωτήματα έχουν πρακτική αξία για την Αθήνα, επειδή μετατρέπουν τη γενική ανησυχία σε συγκεκριμένη στρατηγική παρακολούθηση. Επιτρέπουν επίσης να διαχωριστούν οι πραγματικές μεταβολές του συσχετισμού από τις υπερβολικές εκτιμήσεις που συχνά συνοδεύουν τη δημόσια συζήτηση.

Εξίσου σημαντικό είναι να διασφαλιστεί ότι οι ελληνικές ενεργειακές υποδομές παραμένουν ανταγωνιστικές, αξιόπιστες και ενταγμένες σε μια συνεκτική ευρωπαϊκή πολιτική διαφοροποίησης του εφοδιασμού.

Το μεγάλο ερώτημα: υπάρχει ευρύτερη στρατηγική σύγκλιση;

Οι πρωτοβουλίες γύρω από τα F-35, τη Συρία και τον αγωγό Κιρκούκ–Μπανιάς δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως απομονωμένα επεισόδια. Συνδέονται με ευρύτερες τάσεις: την προσπάθεια των ΗΠΑ να αναδιαμορφώσουν τις σχέσεις τους με την Τουρκία, την ανάγκη περιορισμού της περιφερειακής αστάθειας και την αναζήτηση εναλλακτικών ενεργειακών διαδρομών.

Η σύνδεση αυτή, ωστόσο, δεν αποδεικνύει ότι όλες οι πρωτοβουλίες εντάσσονται σε ένα ενιαίο σχέδιο ή ότι έχουν ως στόχο να περιορίσουν την Ελλάδα. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι εάν οι επιμέρους αποφάσεις συγκλίνουν προς έναν νέο περιφερειακό συσχετισμό, στον οποίο η Τουρκία αποκτά μεγαλύτερο στρατιωτικό, διπλωματικό και ενεργειακό βάρος.

Η διερεύνηση πρέπει να στηρίζεται σε παρατηρήσιμα δεδομένα: στις τελικές αποφάσεις για τα F-35 και τους S-400, στις συμφωνίες για την ασφάλεια και τη διακυβέρνηση της Συρίας, στις συμβάσεις των ενεργειακών έργων και στους όρους χρηματοδότησης και λειτουργίας τους. Εξίσου σημαντικό είναι να παρακολουθείται εάν οι νέες συνεργασίες δημιουργούν εξαρτήσεις που μπορούν να μετατραπούν σε πολιτική επιρροή.

Για την Ελλάδα, η στρατηγική απάντηση χρειάζεται να κινείται σε τέσσερις συμπληρωματικές κατευθύνσεις. Πρώτον, στην αμυντική ισορροπία, με συστηματική αξιολόγηση των επιπτώσεων μιας πιθανής τουρκικής επιστροφής στα F-35 και με έμφαση όχι μόνο στην προμήθεια οπλικών συστημάτων, αλλά και στη δικτύωση, στην εκπαίδευση και στη διατήρηση αξιόπιστης αποτρεπτικής ισχύος. Δεύτερον, στη διπλωματική διαπραγμάτευση, με αξιοποίηση της ελληνικής συμμετοχής στο ΝΑΤΟ και στις ευρωπαϊκές δομές για την προώθηση της σταθερότητας, της διαφάνειας και του σεβασμού του διεθνούς δικαίου στην Ανατολική Μεσόγειο. Τρίτον, στην ενεργειακή στρατηγική, με αξιολόγηση του κόστους, της ανταγωνιστικότητας και της ασφάλειας των ελληνικών υποδομών, χωρίς υπερβολές ή εύκολες παραδοχές περί ανταγωνισμού. Τέταρτον, στην παρακολούθηση των στρατηγικών επενδύσεων, με έλεγχο των εταιρικών σχημάτων, των συμβάσεων, της χρηματοδότησης και των δικαιωμάτων εκμετάλλευσης που ενδέχεται να διαμορφώσουν νέες περιφερειακές εξαρτήσεις.

Η προσέγγιση αυτή δεν προϋποθέτει ότι κάθε αμερικανική πρωτοβουλία είναι εις βάρος της Ελλάδας. Προϋποθέτει, όμως, ότι η Αθήνα δεν θα αρκεστεί σε διπλωματικές διαβεβαιώσεις, αλλά θα αξιολογεί τις πραγματικές συνέπειες των αποφάσεων και θα προετοιμάζεται για διαφορετικά ενδεχόμενα.

Συμπέρασμα: η Ελλάδα οφείλει να διαβάζει τον συσχετισμό πριν παγιωθεί

Ο Τομ Μπαράκ βρίσκεται στο σημείο τομής της αμερικανικής διπλωματίας, των τουρκικών επιδιώξεων και των ενεργειακών σχεδιασμών στη Μέση Ανατολή. Οι δημόσιες τοποθετήσεις του για τα F-35, η προσέγγισή του για τη Συρία και οι επιχειρηματικές σχέσεις που περιγράφει το Reuters στον σχεδιασμό του αγωγού Κιρκούκ–Μπανιάς συνθέτουν ένα πεδίο που αξίζει συστηματική και τεκμηριωμένη διερεύνηση.[4][5][6][7]

Το κομβικό σημείο δεν είναι να αποδοθεί εκ των προτέρων στον Μπαράκ ένας ενιαίος σχεδιασμός εναντίον της Ελλάδας. Είναι να εξεταστεί εάν οι αποφάσεις στις οποίες συμμετέχει και οι περιφερειακές διευθετήσεις που προωθούνται μπορούν να ενισχύσουν περαιτέρω τη θέση της Τουρκίας στο στρατιωτικό, διπλωματικό και ενεργειακό πεδίο. Και, κυρίως, εάν η ενδεχόμενη αναβάθμιση αυτή θα συνοδευτεί από όρους που διασφαλίζουν την ισορροπία και τη σταθερότητα στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.

Η Αθήνα χρειάζεται να παρακολουθεί τις εξελίξεις με όρους στρατηγικής συνέπειας και όχι μόνο διπλωματικής επικοινωνίας. Να αξιολογεί τις πραγματικές δυνατότητες που αποκτούν οι γειτονικές χώρες, να εξετάζει την οικονομική και πολιτική αρχιτεκτονική των ενεργειακών έργων και να ενισχύει τις συνεργασίες που υπηρετούν την ελληνική και ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Το καίριο ζήτημα βρίσκεται στο εάν η Ελλάδα θα αναγνωρίσει εγκαίρως τις μεταβολές του περιφερειακού συσχετισμού και θα διαμορφώσει τη δική της στρατηγική πριν οι νέες ισορροπίες καταστούν δεδομένες.

Ποιος θα διαμορφώσει τελικά τους κανόνες της επόμενης ημέρας στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο — και ποια θέση θα έχει η Ελλάδα σε αυτό το νέο περιφερειακό περιβάλλον;

Πηγές

[1] Γερουσία των ΗΠΑ — Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων, 1 Απριλίου 2025. Ακρόαση υποψηφίων για διπλωματικές θέσεις και καταγραφή της επικύρωσης του διορισμού του Τομ Μπαράκ στις 29 Απριλίου 2025.

[2] U.S. Department of Justice και Reuters, 2021–2022. Οι αρχικές κατηγορίες στην υπόθεση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και η αθώωση του Μπαράκ το 2022.

[3] U.S. Department of Defense και U.S. Department of State, 2019–2020. Η απομάκρυνση της Τουρκίας από το πρόγραμμα F-35 και οι κυρώσεις CAATSA για την προμήθεια των S-400.

[4] Reuters, 17 Απριλίου 2026. Οι δηλώσεις του Μπαράκ για πιθανή επίλυση του ζητήματος των S-400 και την προοπτική επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35.

[5] Associated Press, 21 Ιουλίου 2025. Η αμερικανική προσέγγιση στη νέα συριακή κυβέρνηση, η περιφερειακή ασφάλεια και οι πολιτικές εξελίξεις στη Συρία.

[6] Euronews, 24 Απριλίου 2026. Το σχέδιο ανάδειξης της Συρίας σε περιφερειακό ενεργειακό διάδρομο και οι προοπτικές αποκατάστασης των υποδομών.

[7] Reuters, 9 Οκτωβρίου 2026. Η έρευνα για τις οικονομικές σχέσεις του Μπαράκ με την TI Capital, την προώθηση της συμμετοχής της στο σχέδιο αναβίωσης του αγωγού Κιρκούκ–Μπανιάς και τα ζητήματα δεοντολογίας που εγείρονται.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις30 λεπτά πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO60 λεπτά πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Αρμενία–Ινδία: Στο τραπέζι παραγωγή Pinaka Mk2 – Τα ανοίγματα σε ΕΕ και ΗΠΑ

Συζητήσεις για παραγωγή ινδικών πυραύλων στην Αρμενία, στενότερες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και επαφές στην Ουάσιγκτον συνθέτουν την ατζέντα...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Τομ Μπάρακ: Ο μυστικός παίκτης της τουρκικής αναβάθμισης; Το παιχνίδι ισχύος από τον Λευκό Οίκο ως την Ανατολική Μεσόγειο

F-35, S-400, Συρία, Κούρδοι και ενεργειακοί διάδρομοι: οι επιχειρηματικές διασυνδέσεις και τα γεωστρατηγικά ερωτήματα που οφείλει να εξετάσει η Ελλάδα.

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Μάζης: Οι υποχωρήσεις καταγράφονται – Η Τουρκία ανοίγει διαρκώς μέτωπα

Κριτική για Κρήτη, Κάσο και Διακήρυξη των Αθηνών από τον καθηγητή στη «Ναυτεμπορική» – Οι ανησυχίες για τη Λιβύη, τον...

Δημοφιλή