Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Κυβερνητικός εκπρόσωπος Κύπρου: Διάλογος για λύση, χωρίς τον έλεγχο της Τουρκίας στην Κύπρο

Δημοσιεύτηκε στις

Ανδρέας Πιμπίσιης 
Σωστή προετοιμασία της συνάντησης των δύο ηγετών με τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών ευνοεί η Λευκωσία προκειμένου να δοθεί συνέχεια στη διαπραγμάτευση και η Τουρκία να οδηγηθεί προκειμένου να τοποθετηθεί και για τα θέματα ασφάλειας. 
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Πρόδρομος Προδρόμου, μιλώντας στον «Φ» αναλύει τις θέσεις και τις εκτιμήσεις της κυπριακής Κυβέρνησης στο Κυπριακό, λίγα 24ωρα μετά τη συνάντηση Αναστασιάδη – Ακιντζί και εν αναμονή της καθόδου Λουτ.  
Σύμφωνα με τον Πρ. Προδρόμου, η Λευκωσία αναμένει «μέσα στο επόμενο διάστημα ότι θα υπάρξει επικοινωνία και θα οριστούν οι συναντήσεις με την Τζέιν Χολ Λουτ.  
Σ’ ό,τι αφορά τον οδικό χάρτη του Κυπριακού, είναι ο διάλογος της κ. Λουτ με τους δύο ηγέτες και ακολουθεί η συνάντηση με τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. 
– Ποιες οι προοπτικές στο Κυπριακό μετά τη συνάντηση Αναστασιάδη με Ακιντζί; – Η συνάντηση και μόνο ήταν ένα θετικό γεγονός. Μετά από αρκετό καιρό διστακτικότητας ή και άρνησης του Τουρκοκύπριου ηγέτη σε εκκλήσεις του Προέδρου μας, έγινε τελικά η συνάντηση και συμφωνήθηκε να συνεχίσουν την προσπάθεια με τα Ηνωμένα Έθνη για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων. Αναμένεται να δοθεί συνέχεια με την ειδική σύμβουλο του κ. Γκουτέρες, κάτι που πήγε βέβαια να συμφωνηθεί από τις αρχές Ιουλίου, πριν την υπαναχώρηση προκειμένου να παρεμβληθεί η παρελκυστική επιστολή για επιτροπές φυσικού αερίου. Μπορούμε να πούμε ότι φαίνεται να ξεκινά μια πορεία για επανέναρξη διαπραγματεύσεων. Είναι κάτι που θα διαφανεί στο επόμενο διάστημα.  
 
– Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης εμφανίστηκε αισιόδοξος μετά τη συνάντηση ότι θα επαναρχίσει ο διάλογος. Πού στηρίζει αυτή την αισιοδοξία; 
– Βασική πολιτική κατεύθυνση του Προέδρου είναι να ξαναρχίσουν οι διαπραγματεύσεις, από εκεί όπου έμειναν στο Κραν Μοντάνα και να αξιοποιηθεί η τοποθέτηση των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με το μείζον ζήτημα της ασφάλειας. Κάτι που η τουρκική πλευρά στη διάρκεια των τελευταίων δύο χρόνων προσπαθεί είτε να ξεχαστεί είτε να ακυρωθεί. Γι’ αυτό ο Πρόεδρος όλον αυτό τον καιρό εξαντλεί κάθε περιθώριο και δυνατότητα για να φέρει ξανά την Τουρκία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, όπως είχε κάνει το 2017. Αυτό που αναφέρεται στο επίσημο ανακοινωθέν, ότι οι δύο πλευρές είναι έτοιμες και διατεθειμένες να συνεχίσουν τη διαδικασία, όπως την έχει χαράξει ο Γενικός Γραμματέας, δείχνει ότι κινούμαστε στην κατεύθυνση επανέναρξης του διαλόγου. Κάτι που δεν ήταν δεδομένο προ μερικών μηνών. Θυμάστε ότι ακόμα και η τουρκοκυπριακή πλευρά έλεγε ότι δεν υπάρχει λόγος να γίνει ξανά διαπραγμάτευση. Τώρα ίσως ανοίγει μια προοπτική. Μένει να διαπιστώσουμε στην πράξη τα αληθινά περιθώρια. 
 
– Ο ΠτΔ μίλησε για διάλογο και όχι για διαπραγμάτευση. Υπάρχει κάποια σκοπιμότητα; Μήπως γιατί δεν θέλει να κατηγορηθεί ότι πήγε σε συνομιλίες ενώ η Τουρκία προκαλεί;
– Όχι. Δεν νομίζω ο Πρόεδρος να χρησιμοποίησε τη λέξη διάλογος διασταλτικά προς τις διαπραγματεύσεις. Ο επιδιωκόμενος στόχος για τον Πρόεδρο είναι διάλογος και διαπραγμάτευση. Ωστόσο, είναι νομίζω σαφές ότι προς το παρόν μιλάμε για την προετοιμασία των διαπραγματεύσεων. Και με αυτή την έννοια, ναι, είναι διάλογος και όχι ακόμα τυπικά διαπραγμάτευση. Θα συνεχιστούν διαβουλεύσεις και με την Τζέιν Λουτ και ενδεχομένως με τον ίδιο τον Γενικό Γραμματέα, με στόχο να ξεκινήσει η καθαυτή, επίσημη διαδικασία διαπραγματεύσεων. Νομίζω όμως ότι είναι σαφές πως για να υπάρξει διαδικασία διαπραγμάτευσης μέσω των Η.Ε., μια διάσκεψη παραδείγματος χάριν, πρέπει να υπάρχει και το κατάλληλο κλίμα. Δεν γίνεται ποτέ διαπραγμάτευση με τη μια πλευρά να επιτίθεται στην άλλη. Είναι γι’ αυτό που ο Πρόεδρος έχει τοποθετηθεί με σαφήνεια ότι αναμένεται και από την Τουρκία να συμβάλει στη δημιουργία κατάλληλου κλίματος. 
 
– Μέχρι πού φτάνει η απόφαση για συνομιλίες με τα τουρκικά πλοία στην ΑΟΖ της Κύπρου; 
– Ας σκεφτούμε λίγο την ουσία του πράγματος. Διαπραγμάτευση γίνεται για να υπάρξει κάποια συμφωνία στη βάση ψηφισμάτων-αποφάσεων ΟΗΕ και αρχών και κανόνων ΕΕ. Στοχεύει σε ειρηνική συνεννόηση και μια οριστική και μόνιμη λύση του Κυπριακού. Συγκατανεύοντας σε τέτοιες διαπραγματεύσεις, η Τουρκία θα επιλέξει την ειρηνική και μέσα από διάλογο αντιμετώπιση των όποιων ζητημάτων. Άρα λοιπόν προχωρώντας σε μια τέτοια συμφωνία δεν νοείται ότι η Τουρκία είτε θα παραβιάζει τα κατοχυρωμένα από τη διεθνή νομοθεσία δικαιώματα της χώρας μας είτε θα την απειλεί. Αν η Τουρκία εννοεί ότι επιτέλους θα συγκατανεύσει σε μια τέτοια λύση στη βάση της διεθνούς νομιμότητας και ότι θα αφήσει τους Κυπρίους, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους να συνεργαστούν μέσα στο ομοσπονδιακό κράτος τους, αυτό σημαίνει ότι είναι και διατεθειμένη αμέσως μετά να συζητήσει με την Κύπρο και να συμφωνήσει τα θέματα θαλασσίων ορίων στη βάση του διεθνούς νόμου, άρα δεν χωρούν τουρκικά πλοία στην ΑΟΖ της Κύπρου ούτε αυθαιρεσίες και επεμβάσεις έξω από κάθε νομιμότητα. 
 
– Έχει γίνει λόγος για οδικό χάρτη, αλλά φαίνεται ότι δεν πάει μακριά ο δρόμος και πέραν της συνάντησης με ΓΓ ΟΗΕ. Ποια η δική σας άποψη; 
– Έχουμε μάθει τόσα χρόνια να κωδικοποιούμε τα πράγματα και να δίνουμε ονομασία στις εξελίξεις ή στις επιδιωκόμενες ενέργειες. Υπάρχουν όμως γεγονότα, συγκεκριμένα δεδομένα. Το επίσημο ανακοινωθέν της περασμένης εβδομάδας αναφέρει ότι «οι δύο ηγέτες αποφάσισαν να συνεχίσουν στο πλαίσιο των προσπαθειών που έχει αναλάβει η Τζέιν Χολ Λουτ με την αποφασιστικότητα να ολοκληρώσουν τους Όρους Αναφοράς που θα επιτρέψουν δομημένες και προσανατολισμένες σε αποτέλεσμα διαπραγματεύσεις, οι οποίες και θα οδηγήσουν, μέσα από την αίσθηση του επείγοντος, σε μια διευθέτηση». Αναφέρει εξάλλου ότι οι δύο ηγέτες εκφράζουν ετοιμότητα για μια από κοινού, τριμερή, συνάντησή τους με τον Γενικό Γραμματέα, προκειμένου να σχεδιάσουν τη συνέχεια. Αυτή είναι η προδιαγραφόμενη πορεία.  
Νομίζω είναι καθαρό. Πρώτον ότι συνεχίζουμε στην προσπάθεια προετοιμασίας της επανέναρξης διαπραγματεύσεων. Και θα πρέπει εδώ ξανά να απευθυνθώ σε όσους στο παρελθόν και πάλι αστόχαστα και ίσως εκ του πονηρού, έκαναν επιθέσεις στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας που ζητούσε «κατάλληλη προετοιμασία» για την επανέναρξη, ισχυριζόμενοι αυθαίρετα ότι θέτει «προϋποθέσεις», μη διστάζοντας να ενοχοποιούν την ελληνική πλευρά. Δείχνοντας να λειτουργούν με εμμονές, παρέβλεπαν ότι είναι ο Γενικός Γραμματέας που, πολύ λογικά, θέλει να προϋπάρξει σωστή προετοιμασία…  
Άρα λοιπόν αν θέλετε να το πείτε «χάρτη», ναι, υπάρχει μπροστά μας. Περνάμε μέσα από τον διάλογο με την κυρία Λουτ και μετά προς το τέλος Σεπτεμβρίου, υποθέτω, σε μια συνάντηση με τον Γενικό Γραμματέα, αφού εκείνος θα γνωρίζει από την ειδική σύμβουλό του και τα όσα έχουν διαμειφθεί με τους άλλους ενδιαφερόμενους, τους εγγυητές και ειδικά την Τουρκία, θα μπορεί να διερευνήσει πώς προχωράμε.
 
– Έχετε κάτι νεότερο για την επίσκεψη Λουτ; 
– Όχι, δεν υπάρχει κάτι αυτή τη στιγμή. Νομίζω ότι μέσα στο επόμενο διάστημα θα υπάρξει επικοινωνία και θα οριστούν οι συναντήσεις. Αφού μιλήσατε για «οδικό χάρτη», ο χρονικός ορίζοντάς του είναι ότι οι διαβουλεύσεις με την κα Λουτ θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί μέχρι τη σχεδιαζόμενη συνάντηση των «δύο» με τον Γ.Γ. προς το τέλος Σεπτεμβρίου. 
 
– Επέκριναν τον Πρόεδρο διότι θεωρούσαν ότι ζητώντας «καλή προετοιμασία» έβαζε προκαταρκτικά εμπόδια και δυσκόλευε την έναρξη διαπραγματεύσεων και υπονοούσαν ότι δεν την επιθυμούσε και ότι δεν θέλει πια λύση.  
– Ο συνεχής ισχυρισμός τους εδώ και καιρό ότι είναι ο Πρόεδρος που δεν επιθυμούσε διαπραγματεύσεις ή και λύση, πρέπει να αντιπαραβάλλεται με γεγονότα. Δεν άκουγαν δηλαδή τον κ. Τσαβούσογλου που έλεγε ότι δεν μπορεί να γίνουν διαπραγματεύσεις πριν τις… ευρωεκλογές και το Brexit; Δεν άκουγαν τον κ. Ακιντζί που προσερχόμενος στη συνάντηση με τον Πρόεδρο δήλωνε ότι δεν δέχεται ούτε μια τυπική φωτογράφιση για να μην παρεξηγηθεί ότι πάει σε… διαπραγματεύσεις; Θα πρέπει επιτέλους κάποιοι να αντιληφθούν ότι τους ακούνε και οι πολίτες, άνθρωποι με φρόνηση και με ελεύθερη κρίση και δεν μπορεί να λένε ό,τι να ‘ναι επειδή έτσι τους οδηγούν είτε εμμονές που έχουν μέσα στο μυαλό τους είτε ακόμα και η εμπάθεια. Χρειάζεται όμως προσοχή και για τη συνέχεια. Ακούμε κάποιο στενό πολιτικό κύκλο, που είναι περιορισμένος αλλά αρκετά προβεβλημένος, ο οποίος εύκολα ξεχνά και το τι σημαίνει λύση του Κυπριακού και κυρίως ότι θα πρέπει να τερματίσει τον έλεγχο της χώρας μας από την Τουρκία και συμπεριφέρεται ωσάν να πρόκειται για κάποιο «πολιτικό φετίχ». Για τον κόσμο, για τους ανθρώπους της Κύπρου, δεν είναι όμως καθόλου έτσι τα πράγματα και χρειάζεται προσοχή. Δεν μπορεί να παρασυρόμαστε από συνθήματα ή και απλοϊκούς συναισθηματισμούς που κάποιες φορές μπορεί και να στερεώνουν όσο ποτέ την κυριαρχία της Τουρκίας πάνω στην Κύπρο.   
 
– Πώς αντιμετωπίζετε την απαντητική επιστολή του Γενικού Γραμματέα των ΗΕ σχετικά με τα θέματα που του έθεσε ενώπιόν του ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας;  
– Είναι σίγουρα σημαντικό το ότι, όπως εξάλλου αναμενόταν, ο Γ.Γ. υπογραμμίζει ότι το ζήτημα της Αμμοχώστου διέπουν αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας. Αυτό υπογραμμίζει και η πλευρά μας, αφού οι κινήσεις που εξαγγέλλονται στα κατεχόμενα για την Αμμόχωστο δεν έχουν απολύτως κανένα έρεισμα ούτε και μπορεί ποτέ να αμφισβητήσουν το δίκαιο και ιδιαίτερα τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των Βαρωσιωτών. Εξάλλου, στη Γενεύη είχε κατατεθεί και μια πρόταση για το εδαφικό, συνοδευόμενη από χάρτη και αυτά δείχνουν πως οι σχεδιασμοί Οζερσάι – Τατάρ δεν έχουν καμία προοπτική.  
Νομίζω, όμως, ότι όπως ήρθαν τα πράγματα, το επίκεντρο της επιστολής του κ. Γκουτέρες είναι η ετοιμότητά του για μια συνάντηση με τις δύο πλευρές, τον Πρόεδρο Αναστασιάδη και τον κ. Ακιντζί. Από τώρα και μέσα στον ενάμιση μήνα που μεσολαβεί πρέπει να προετοιμασθεί αυτή η συνάντηση. Προκειμένου να δοθεί συνέχεια στη διαπραγμάτευση και η Τουρκία να οδηγηθεί προκειμένου να τοποθετηθεί και για τα θέματα ασφάλειας. Έξω από νεοθωμανικές βλέψεις και ιδιοτελείς αυθαιρεσίες, με σεβασμό στην ανεξαρτησία της Κύπρου που είναι και θα παραμείνει ευρωπαϊκό κράτος. 
 
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πρότεινε ως Όρους Αναφοράς 
– Χωρίς όρους αναφοράς πώς προχωρά η διαδικασία;
– Μα δεν είπε κανείς ότι πάμε χωρίς Όρους Αναφοράς. Στο επίσημο ανακοινωθέν διευκρινίζεται ότι Αναστασιάδης και Ακιντζί πρόκειται να οριστικοποιήσουν τους «Όρους Αναφοράς», οι οποίοι, όπως χαρακτηριστικά λέγεται, θα «επιτρέψουν» την επιδιωκόμενη διαπραγμάτευση. Άρα χρειάζονται. 
 Αν ρωτάτε τι θα γίνει εάν δεν υπάρξει συμφωνία επί των όρων, τότε έχουμε υποθετική ερώτηση και θα αρχίζαμε τα «σενάρια». Εδώ πρέπει να πω ότι στη συζήτηση που είχε με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη ο Πρόεδρός μας έκανε συγκεκριμένη και απολύτως λογική και εποικοδομητική πρόταση, την οποία νομίζω δεν μπορεί να αρνηθεί κάποιος που έχει καλή διάθεση και βούληση για λύση. Πρότεινε ως «Όρους Αναφοράς» την Κοινή Δήλωση του 2014, με την οποία ξεκίνησε αυτός ο κύκλος διαπραγματεύσεων, τις συγκλίσεις που επιβεβαιώθηκαν ή επιτεύχθηκαν μέσα σε αυτό τον κύκλο και οι οποίες είχαν επιτρέψει να πάμε στη διάσκεψη των ΗΕ στο Κραν Μοντάνα, καθώς βεβαίως και όλα όσα συζητήθηκαν σχετικά με τη διαμεσολαβητική πρόταση και τις παραμέτρους που υπέβαλε ο κ. Γκουτέρες, μέχρι το δείπνο όταν και διακόπηκαν οι διαπραγματεύσεις.  
Εδώ, βέβαια, είναι το κρίσιμο σημείο. Διότι πολύ καλά γνωρίζουμε, και ήταν και θέμα που είδε ευρύτατα το φως της δημοσιότητας, ότι ήταν υπό συζήτηση και η αντικατάσταση του σαθρού συστήματος των εγγυήσεων ή το εδαφικό και η Μόρφου, όπως και ο σχεδιασμός της ταχείας αποχώρησης των κατοχικών στρατευμάτων. Αν μη τι άλλο, αυτό μαρτυρούν δηλώσεις σχετικά με τις εγγυήσεις που είχε κάνει ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών κ. Τσαβούσογλου. Είναι, λέω, κρίσιμο, γιατί μέχρι τώρα η τουρκική πλευρά δείχνει να αρνείται να συζητηθούν τα θέματα ασφάλειας…
 
Υπόγειες σκοπιμότητες στην κριτική για την Επίτροπο  
– Ποια τα σχόλιά σας για τις επικρίσεις κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας για την επιλογή της Στέλλας Κυριακίδου για Επίτροπος; 
– Μιλάμε για μια επιλογή που εναπόκειται αποκλειστικά στην κρίση του Προέδρου. Όποια και αν είναι η επιλογή, σε τέτοιες περιπτώσεις πάντα θα υπάρχουν και κάποιοι που θα πρόκριναν κάτι διαφορετικό. Πάντως, αντιλαμβάνομαι πως δεν έγιναν επικρίσεις για την ίδια την επιλογή της κυρίας Κυριακίδου, της οποίας η παρουσία και η δράση είναι γνωστή τοις πάσι. Την υπόλοιπη φιλολογία που αναπτύχθηκε από μερικούς και η οποία δείχνει να έχει «υπόγειες» σκοπιμότητες, πέραν του ίδιου του ζητήματος του επιτρόπου, δεν θα τη σχολιάσω αυτή τη στιγμή…
 
Συχνά άκριτα αναπαράγουμε την κατοχική προπαγάνδα 
– Ποια η άποψή σας για το φαινόμενο Οζερσάι;
– Το χαρακτηρίζετε «φαινόμενο». Πρόκειται σίγουρα για πολιτική παρουσία και δραστηριότητα που μαρτυρά εξελίξεις στην τουρκοκυπριακή κοινότητα και κυρίως στη σχέση των κατεχομένων με την Τουρκία. Θα ήταν, όμως, καλύτερα, μιλώντας με την ιδιότητα του Κυβερνητικού Εκπροσώπου, να αποφύγω κάποια σχόλια που θα είχα να κάνω. Το βέβαιο είναι ότι ενόψει ουσιαστικών διαπραγματεύσεων, η τουρκοκυπριακή πλευρά έχει να κάνει μια επιλογή. Κατά πόσον προτιμά και επιλέγει ένα κοινό ευρωπαϊκό μέλλον με τους Ελληνοκυπρίους μέσα σε μια δημοκρατική, δίκαιη και λειτουργική σύγχρονη πολιτεία, ή θα παραμείνει προσαρτημένη και χειραγωγούμενη από την Τουρκία. 
 
– Το γεγονός ότι κυριαρχεί στην κυπριακή επικαιρότητα πώς το σχολιάζετε; 
– Εδώ θα είχα μια παρατήρηση να κάνω. Γενικά, μου κάνει εντύπωση και νομίζω πως είναι κάτι που πρέπει να μας απασχολήσει, το πόσο εύκολα στη δική μας δημοσιότητα και στα μέσα ενημέρωσης δίνουμε τόσο εύκολα βήμα στην προπαγάνδα που γίνεται από τα κατεχόμενα. Είτε πρόκειται για απανωτές δηλώσεις, τοποθετήσεις, συνεντεύξεις του Κ. Οζερσάι είτε και άλλων, συχνά χωρίς πραγματικό ειδησεογραφικό ενδιαφέρον. Δεν λέω βέβαια ότι δεν πρέπει να τηρείται η δημοσιογραφική δεοντολογία και να εξυπηρετούνται οι ανάγκες της ειδησεογραφίας, νομίζω όμως ότι ξεπερνούμε το μέτρο και συχνά άκριτα αναπαράγουμε την κατοχική προπαγάνδα. Το ότι συστηματικά προσπάθησαν να εξουδετερώσουν επί μήνες το Πλαίσιο Γκουτέρες, απαλλάσσοντας την Τουρκία από την κατοχική διάσταση του Κυπριακού, θα μπορούσε να αναφερθεί ειδησεογραφικά ως μια πονηρά επιτηδευμένη «υπόγεια» κίνηση της Τουρκίας και όχι να μας απασχολεί δήθεν διερευνητικά για να ανακαλύψουμε τι ήταν το Πλαίσιο Γκουτέρες, την ώρα που όλοι θυμόμαστε τον κ. Τσαβούσογλου να ομολογεί σε δηλώσεις από τηλεοράσεως τι περιείχε το Πλαίσιο και να μας προειδοποιεί να «πάψουμε να ονειρευόμαστε». Τα ίδια και με ξεσπάσματα του κ. Οζερσάι, που αντί να αντιμετωπίζονται ως μεθοδευμένη προπαγάνδα, αρκετές φορές δίνουν σε κάποιους έναυσμα για να συζητάμε μήπως είναι η ελληνοκυπριακή πλευρά που ζητά τη διχοτόμηση της Κύπρου! 
 
Δεν προκαλεί έκπληξη η ακραία άκαμπτη στάση της Άγκυρας στην κυπριακή θάλασσα 
– Έχουν απόδοση τα μέτρα κατά της Τουρκίας; 
– Ξέρω ότι γίνεται πολλή συζήτηση γι’ αυτό το θέμα. Υπάρχουν διάφορες υποκειμενικές εκτιμήσεις, απόψεις και κρίσεις. Όμως το κύριο γεγονός είναι ότι οι 27 εταίροι μας στάθηκαν απολύτως αλληλέγγυοι, στηρίζοντας ανεπιφύλακτα τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτή είναι μια θέση η οποία βοηθά και στη συνέχεια και για την καθαυτή διαπραγμάτευση στο Κυπριακό. Ας μην ξεχνάμε ότι αυτοί που έφτασαν στο σημείο να επιβάλουν και κυρώσεις στην Τουρκία για την παραβατική συμπεριφορά της, συμμετέχουν ως ενδιαφερόμενο μέρος –έστω και με την ιδιότητα του παρατηρητή– στις διασκέψεις των ΗΕ για την Κύπρο. Πρόκειται για κάτι που δεν το είχαμε πάντα και που σε άλλες εποχές θα ακουγόταν ως απομακρυσμένος, άπιαστος στόχος.  
Τώρα, το γεγονός ότι ενώ ήδη εφαρμόστηκαν κάποιες ευρωπαϊκές κυρώσεις από την Ευρώπη αλλά η Τουρκία δεν δείχνει να αλλάζει τις πρακτικές της, είναι πράγματι ανησυχητικό. Βέβαια, αν σταθμίσει κανείς τα ευρύτερα διεθνή δεδομένα και ιδιαίτερα τα όσα διαδραματίζονται μεταξύ Τουρκίας και ΗΠΑ, δεν προκαλεί έκπληξη αυτή η ακραία άκαμπτη στάση της Άγκυρας στην κυπριακή θάλασσα. Ταυτόχρονα όμως είδαμε ότι κάθε άλλο παρά αδιαφορεί παραγματικά η τουρκική κυβέρνηση για τη θέση που παίρνει η ενωμένη Ευρώπη δίπλα στην Κύπρο. Καταγράφονται δεκάδες αντιδράσεις και επιθετικές τοποθετήσεις Τούρκων αξιωματούχων –που σε κάποιο μοτίβο παίρνουν και τη μορφή «παραπόνου» ότι δήθεν η ΕΕ «παρασύρεται από τους Ελληνοκυπρίους». Όλα αυτά δείχνουν, νομίζω, ότι τα μέτρα έχουν επίδραση. Από την άλλη, είναι σημανικό ότι η Ε.Ε. έχει επίσημα θέσει τη συμπεριφορά της Τουρκίας «υπό επιτήρηση». 
 
– Όπως μας τα λέτε, φαίνεται ότι εναπόκειται στη βούληση της Τουρκίας… 
– Αν οποιαδήποτε κυπριακή Κυβέρνηση, εδώ και δεκαετίες, ήξερε ότι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο μπορούσε είτε να αναχαιτίσει είτε και να απαλείψει την τουρκική κατοχή και τις εκάστοτε παρενέργειές της στην Κύπρο, είμαι βέβαιος ότι θα το είχε κάνει! Σήμερα, η Κυβέρνησή μας, συνεχίζοντας σε κάποιο βαθμό και σχεδιασμούς που είχαν γίνει από την προηγούμενη, αναπτύσσει και καλλιεργεί τα στρατηγικά ερείσματα συνεργασιών και συμμαχιών που έχουμε. Νομίζω ότι η στάση της Ε.Ε., το πυκνό πλέγμα συνεργασιών με τα γειτονικά κράτη και η σύγκλιση συμφερόντων με τις ΗΠΑ, μέσω του τριμερούς σχήματος με Ελλάδα – Ισραήλ, δεν είναι καθόλου αμελητέα επιτεύγματα διπλωματίας. Το θέμα όμως δεν είναι μόνο τι κάνει η Τουρκία και τι κάνουν τρίτοι παράγοντες που μπορεί να μας στηρίξουν. Μπροστά στην ακατάπαυστη και άκρως θρασεία τουρκική επιθετικότητα θα περίμενε κανείς μια εθνική συσπείρωση και όχι κάποιοι να αναζητούν ευκαιρίες αντί να δουν τους κινδύνους και να συλλογιστούν πώς αντιμετωπίζεται η τουρκική επίθεση, να προσπαθούν να επικρίνουν τη δική μας κυβέρνηση! 
Είναι, όμως, φανερό ότι φτάνουμε σε ένα οριακό σημείο: είναι η Τουρκία ώριμη και διατεθειμένη για να αντιληφθεί ότι πρέπει να επιτρέψει στους Κυπρίους να ζήσουμε μαζί, σε συνεργασία, μέσα σε ένα κράτος με τις προδιαγραφές, τις αρχές και τους κανόνες της ενωμένης Ευρώπης; Είναι έτοιμη να αντιληφθεί ότι δεν μπορεί να αξιώνει είτε να έχει υποχείριο την Κύπρο με εγγυήσεις και στρατιωτικές βάσεις; Ποια επιλογή θα κάνουν όμως και οι Τουρκοκύπριοι; Προτιμούν ένα κοινό μέλλον ειρήνης και κοινής ευημερίας, στη βάση δημοκρατικών αρχών και με σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου, χωρίς να επιδιώκουν να ελέγξουν το ομοσπονδιακό κράτος, ή διαλέγουν να παραμείνουν κάτω από τον έλεγχο της Άγκυρας, κάτι σαν απομακρυσμένη τουρκική επαρχία; 
Φιλελεύθερος

Ο Σάββας Καλεντερίδης γεννήθηκε στη Βέργη Σερρών το 1960. Το 1977 εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε το 1981, ως ανθυπίλαρχος. Υπηρέτησε σε διάφορες μονάδες των τεθωρακισμένων και των καταδρομών και σε κρίσιμες θέσεις στο εξωτερικό. Το Μάρτιο του 2000, ενώ φοιτούσε στην Ανωτάτη Σχολή Πολέμου, παραιτήθηκε από τις τάξεις του Ελληνικού Στρατού, με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Από το φθινόπωρο του 2000 ίδρυσε και διευθύνει τον εκδοτικό οίκο Ινφο-Γνώμων. Με το ψευδώνυμο Κώστας Νικοπολίδης μετέφρασε από τα τουρκικά και επιμελήθηκε την έκδοση του βιβλίου "Κράτος συμμορία", Εκδόσεις Τουρίκη, ενώ μετέφρασε από τα τουρκικά και την "Έκθεση Σουσουρλούκ", που συμπεριλήφθηκε στο ομώνυμο βιβλίο των Εκδόσεων Α.Α. Λιβάνη. Σε συνεργασία με το ίδρυμα "Φίλοι Λαογραφικού Μουσείου Μέλπως Μερλιέ" συμμετείχε και προλόγισε την έκδοση του διπλού CD "Τραγούδια του Πόντου, Ηχογραφήσεις του 1930" και του CD "Τραγούδια από τις παράλιες πόλεις του Πόντου και της Μικράς Ασίας". Επιμελήθηκε επίσης της έκδοσης του δίτομου έργου "Ανάλυση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, Μύθος και πραγματικότητα", του βιβλίου "Οι μειονότητες στην Τουρκία" και των ιστορικών ταξιδιωτικών οδηγών "Κάτω Ιταλία - Μεγάλη Ελλάδα", "Σικελία", "Ρόδος - Σύμη - Καστελόριζο - Καρία - Λυκία", "Χίος - Σμύρνη", "Βουλγαρία - Ανατολική Ρωμυλία", "Καππαδοκία - Κεντρική Ανατολία" και "Κωνσταντινούπολη - Μαρμαράς". Έγραψε τους ιστορικούς ταξιδιωτικούς οδηγούς "Κοζάνη, στην αγκαλιά των βουνών", "Ιωνία, Σάμος - Έφεσος - Μίλητος - Πριήνη", "Δυτικός Πόντος, Βιθυνία - Παφλαγονία" και "Ανατολικός Πόντος, Κοτύωρα - Κερασούντα - Τραπεζούντα - Αργυρούπολη - Καρς". Αναλύσεις και άρθρα του Σάββα Καλεντερίδη, με κύριο θέμα την Τουρκία και άλλα περιφερειακά ζητήματα, έχουν δημοσιευθεί στις εφημερίδες "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία" και "Παρόν" και στα περιοδικά "Άμυνα και διπλωματία", "Απόρρητο Δελτίο" και "Διπλωματία".

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO8 λεπτά πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO37 λεπτά πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Η Ευρώπη γνωρίζει, αλλά κάνει τα στραβά μάτια! Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας με Χαμάς και ισλαμιστικά δίκτυα

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεων, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

Δημοφιλή