Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ρώσος αναλυτής: Έλληνες-Αρμένιοι καλά θα κάνουν να είναι έτοιμοι για το γιαταγάνι του (νεο)-Οθωμανού

Δημοσιεύτηκε στις


«Η Τουρκία είναι πλέον στην πραγματικότητα η μόνη χώρα στον πλανήτη που έχει ανυψώσει την ιδέα του ιστορικού αναθεωρητισμού στο επίπεδο μιας νέας κρατικής ιδεολογίας. Ενώ οι Τούρκοι ρίχνονται με το γιαταγάνι όχι στους πάντες γύρω τους, αλλά μόνο σε όσους είναι πιο αδύναμοι, εντούτοις, στον κατάλογο αυτό μπορεί να βρεθούν, για παράδειγμα, οι Αρμένιοι και οι Έλληνες».
Του Γιεβγένι Κρούτικοφ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ

Η τουρκική επιχείρηση στη Συρία προκάλεσε αγανάκτηση στη Δύση και αυτό εξηγείται όχι μόνο από ανθρωπιστικούς λόγους. Το έδαφος που εισήλθε ο τουρκικός στρατός αποτελούσε τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Υπάρχουν πολλά σημάδια ότι η Άγκυρα τρέφει όνειρα της ανασύστασής της. Και είναι πιθανό αυτό να το κάνει με ένοπλα μέσα.

Εκτός από τις Ηνωμένες Πολιτείες, με τον μεσσιανισμό και την πίστη τους στη δική τους παντοδυναμία, υπάρχουν πολύ λίγες χώρες που ανοιχτά επιδιώκουν την αυτοκρατορική σκέψη. Από αυτές, η Τουρκία είναι σχεδόν η μόνη που ενσωματώνει αυτές τις ιδέες στην πράξη.
Χρησιμοποιώντας και ένοπλες εισβολές σε γειτονικές χώρες, απειλώντας, για χάρη των αυτοκρατορικών φιλοδοξιών της, να καταστραφούν οι σχέσεις της τόσο με τους παραδοσιακούς συμμάχους της όσο και με υπερεθνικούς θεσμούς όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση ή το ΝΑΤΟ. Ποιο είναι το νόημα όλων αυτών;
Το 2011, ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Αχμέτ Νταβούτογλου δημοσίευσε ένα βιβλίο με τον τίτλο “Στρατηγικό βάθος. Η διεθνής κατάσταση της Τουρκίας “, η οποία αργότερα έγινε γνωστή με το συντομογραφημένο τίτλο “Στρατηγικό βάθος” (Stratejik derinlik). Αυτό το θεμελιώδες έργο θεωρείται η βάση της θεωρίας του νεο-οθωμανισμού, αν και ο ίδιος ο Νταβούτογλου για λόγους τακτικής αρνήθηκε αυτόν τον όρο.
Ωστόσο, η εξωτερική πολιτική της Άγκυρας ακολούθησε αυτές τις ιδέες για πολύ καιρό πριν την επίσημη έκδοσή τους. Ο «αυτοκρατορισμός» και ο νεο-οθωμανισμός πέρασαν και στο στρατιωτικό πεδίο το ίδιο έτος του 2011. Τότε, η κυβέρνηση Άσαντ στη Συρία βρισκόταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης και η Τουρκία αποφάσισε ότι για πρώτη φορά είχε την ευκαιρία να προχωρήσει στην επίθεση με ελάχιστες απώλειες και μόνο κέρδη για την εσωτερική της εικόνα.
Αρχικώς, ο Νταβούτογλου εφηύρε το αξίωμα του «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες», το οποίο στην πράξη έπρεπε να σημαίνει τη μέγιστη χρήση της «ήπιας δύναμης» σε σχέση με αυτές των γειτόνων της Τουρκίας, που είχαν στο παρελθόν τεθεί σε τροχιά επιρροής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο απόγειο της επιτυχίας της.
Γρήγορα έγινε σαφές ότι η «μαλακή δύναμη» με την κλασική της έννοια δεν ήταν αρκετή και στη Τουρκία διαχέεται η νέα συνταγή «εκμηδενισμένοι γείτονες – μηδενικά προβλήματα». Τώρα αυτό σήμαινε ήδη την παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις των χωρών που κάποτε ανήκαν στην Οθωμανική αυτοκρατορίας.
Ο Νταβούτογλου επέμενε στη θεωρία της δημιουργίας αντισταθμισμάτων σε ολόκληρο τον «μετα-οθωμανικό» χώρο, της σταδιακής εξόδου από τη «δυτική ομπρέλα» και του ξεχωριστού ρόλου της Τουρκίας στη συγκεκριμένη περιφέρεια.
Το κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν χρειαζόταν επειγόντως μια παρόμοια ιδεολογία. Ο Ερντογάν έπρεπε να απαλλαγεί από την κυριαρχία του στρατού στην κοινωνία, να επιταχύνει την οικονομική ανάπτυξη και να κάνει συμπαγή τον πληθυσμό. Κάτω από όλα αυτά, οι ιδέες του νεο-οθωμανισμού ταίριαξαν τέλεια.
Εντός της Τουρκίας, αυτές οι ιδέες και τα συνθήματα έχουν βρει κατανόηση και υποστήριξη και τώρα, σύμφωνα με διάφορες πηγές, η πλειοψηφία του πληθυσμού της χώρας (εκτός από μέρος των Κούρδων) υποστηρίζει πλήρως τα επεκτατικά και τα αυτοκρατορικά σχέδια.
Η πολυετής προπαγάνδα, συμπεριλαμβανομένων και των τηλεοπτικών σειρών για τους “απογόνους του Ερτογρούλ” και την “Χρυσή εποχή του Σουλεϊμάν”, έπεισαν τους Τούρκους ότι μια νέα οικονομική ανάπτυξη ήταν δυνατή μόνο μέσω εξωτερικής επέκτασης. Εξ αρχής η θεωρία του νεο-οθωμανισμού οικοδομήθηκε πάνω σε τέσσερα θεμέλια: το αίμα, τη γλώσσα, το έδαφος και την οθωμανική σκέψη.
Το αίμα και η γλώσσα – εδώ σχεδόν τα πάντα είναι ξεκάθαρα. Στόχος έγιναν όλοι οι τουρκόφωνοι λαοί ή οι κληρονόμοι τους. Πρώτα απ’ όλα, πρόκειται για τις χώρες της Κεντρικής Ασίας, τη ρωσική περιοχή Βόλγα, την Κριμαία, τους Γκαγκαούζους της Μολδαβίας, τη Βόρεια Κύπρο, το Αζερμπαϊτζάν, την τουρκική μειονότητα στη Βουλγαρία και τη «Μακεδονία», τους Τούρκους της Συρίας και τις ιστορικές τουρκομανικές κοινότητες με ιδιαίτερη επιρροή στην Παλαιστίνη και τη Σαουδική Αραβία.
Ο κάποτε πρωθυπουργός Τουργκούτ Οζάλ είχε διατυπώσει απρόσεκτα το σύνθημα “Μεγάλη Τουρκία από τη Μεσόγειο Θάλασσα μέχρι το Σινικό Τείχος”, το οποίο στη συνέχεια του προκάλεσε για καιρό αρκετές συνέπειες. Ο αντικαταστάτης του, μετά από καιρό, ο πιο προσεκτικός και οξυδερκής Νταβούτογλου τέτοια δεν είπε, αλλά γι’ αυτά έδρασε.
Η τουρκική “μαλακή ισχύς” δούλεψε στο φουλ. Οι υποστηρικτές του κόμματος του Ερντογάν σχεδόν επίσημα άρχισαν να αυτοαποκαλούνται Osmanli torunu – “απόγονοι των Οθωμανών”. Το πρώτο θύμα υπήρξε οι παραδοσιακά φιλικές σχέσεις με το Ισραήλ, οι οποίες μέχρι το 2010 θεωρήθηκαν ως μια στρατηγική συμμαχία των δύο μόνο μη-αραβικών, δημοκρατικών και κοσμικών κρατών στη Μέση Ανατολή.
Μετά τον πόλεμο της Γάζας για το 2008-2009, η κυβέρνηση του Ερντογάν ανοιχτά στήριξε τους Παλαιστινίους μέχρι τη χρήση βίας κατά των ισραηλινών πλοίων που περιπολούσαν στη Μεσόγειο.
Και, κατά έναν εκπληκτικό τρόπο, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι σχέσεις της Άγκυρας με το Ιράν, το Ιράκ και τη Συρία άρχισαν να βελτιώνονται έντονα στο πλαίσιο μιας γενικής εχθρότητας απέναντι στο Ισραήλ, ενώ οι αυτοκρατορικές φιλοδοξίες των νέων Οθωμανών δεν φαινόταν να ξεφεύγουν από κάτι συνηθισμένο.
Ήταν τότε που προέκυψε και το ζήτημα με τα δύο άλλα θεμέλια του νεο-οθωμανισμού – το έδαφος και την οθωμανική σκέψη. Ως έδαφος άρχισαν να θεωρούν όλες τις χώρες που κάποτε επεκτεινόταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Βρέθηκαν αμοιβαίες συμπάθειες, και αρχικώς με τους Αλβανούς. Ο ηγέτης του Κοσσυφοπεδίου, Χατσίμ Θατσι, έφτασε να δηλώσει: “Η Τουρκία είναι το Κόσοβο, το Κόσοβο είναι η Τουρκία”.
Εν μέρει είχε δίκιο, δεδομένου ότι κατά τη διάρκεια των Οθωμανών ξεκίνησε η μαζική μετανάστευση από τη βόρεια Αλβανία στις χώρες της παλαιάς Σερβίας, που αποτέλεσαν τους Αλβανούς του Κοσσυφοπεδίου.
Και στο απόγειο της ακμής της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, μέχρι και το 90% των μεγάλων βεζίρηδων, επαρχιακών κυβερνητών, βαλήδων, μπαϊρακτάρηδων, σιλαχτάρηδων, ντεφτερντάρηδων (δηλαδή: διοικητές επαρχιών, υπουργοί των στρατιωτικών και οικονομικών) ήταν Αλβανοί.
Τον XVIII αιώνα, η αλβανική οικογένεια Kepryulu ήλεγχε στην πραγματικότητα την Οθωμανική αυτοκρατορία, έχοντας όλες τις κύριες κρατικές και στρατιωτικές θέσεις. Και ο ίδιος ο Κεμάλ Ατατούρκ, ιδρυτής της σύγχρονης Τουρκίας, ήταν μισός Αλβανός, μισός «Μακεδόνας», και στην πρώτη κυβέρνησή του δεν υπήρχε ούτε ένας Οθωμανός – μόνο Αλβανοί, «Μακεδόνες» και Αμπχάζιοι.
Εν πολλοίς, αυτό καθόρισε και την εθνική πολιτική του Ατατούρκ, που απαγόρευσε σε κρατικό επίπεδο όλες τις εθνικότητες, εκτός από μία, νέα, την τουρκική. Και αυτή η απαγόρευση εξακολουθεί να ισχύει με ορισμένες τροποποιήσεις και στις σύγχρονες τάσεις.
Η επιθετική διείσδυση της Τουρκίας στα Βαλκάνια έγινε ιδιαίτερα αισθητή κατά τη διάρκεια και μετά τον πόλεμο στη Βοσνία. Η τουρκική “μαλακή ισχύς” φρόντισε για την “αποκατάσταση της πολιτιστικής κληρονομιάς”. Οι Τούρκοι άρχισαν να αποκαθιστούν ιστορικά κτίρια στη Βοσνία και την «Μακεδονία», που χτίστηκαν κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και είναι αναρίθμητα.
Όλο το κέντρο του Σεράγεβο είναι ένα μνημείο της οθωμανικής αρχιτεκτονικής. Ταυτόχρονα, αποκαταστάθηκαν όχι μόνο τα τζαμιά, και σε γενικές γραμμές υπήρχαν ελάχιστες θρησκευτικά στοιχεία σε αυτό που γινόταν. Λόγος γινόταν και γίνεται αποκλειστικά για την «κοσμική μνήμη» των Βαλκανίων για την «χρυσή εποχή» της οθωμανικής εξουσίας.
Στην Αλβανία, μια από τις μεγαλύτερες πόλεις – το Ελμπασάν – οικοδομήθηκε σε ένα κενό σημείο από τους Τούρκους ως εναλλακτική στο φρούριο Kruja, που υπερασπίστηκε ο ευρωπαϊκού προσανατολισμού και χρηματοδοτούμενος από τους Γενουάτες πρίγκιπας Γεώργιος Καστριώτη (Σκεντέρμπεης). Στη Βουλγαρία, μια τέτοια αναγέννηση δεν συνέβη, αλλά η μεγάλη τοπική τουρκική κοινότητα άρχισε να λαμβάνει σοβαρή πολιτική και οικονομική υποστήριξη από την Άγκυρα.
Ιδιαίτερη είναι η σχέση με τη Γεωργία, στην οποία σε αστραπιαίο χρόνο, οι Τούρκοι αποδείχθηκαν οι κύριοι επενδυτές. Και αυτό συνέβη κυρίως στην Ατζαρία, η οποία από την άποψη του νεο-οθωμανισμού, συμπεριλαμβάνεται στη σφαίρα επιρροής των Οθωμανών, αν και το καθεστώς της δεν διασφαλίζεται από τη Γεωργία και το σύνταγμά της, αλλά από τις ρωσοτουρκικές ειρηνευτικές συμφωνίες.
Το Αζερμπαϊτζάν, έχοντας αποκτήσει οικονομική ανεξαρτησία εξαιτίας του άλματος στις τιμές του πετρελαίου, προτιμά τώρα να αγνοεί τους “ιστορικούς δεσμούς” με την Τουρκία.
Επιπλέον, τα εδάφη του σύγχρονου Αζερμπαϊτζάν ποτέ δεν είχαν περιέλθει φυσικά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και η εγγύτητα της γλώσσας θεωρείται περισσότερο ως σύνθετη περίπτωση. Τα “Αζέρι”, μια προφορά του Αζερμπαϊτζάν, δεν είναι ευπρόσδεκτη στην Τουρκία, κάτι που φυσικά ενοχλεί τους ίδιους τους Αζέρους. Εδώ η τουρκική “μαλακή ισχύς” προφανώς απέτυχε.
Από όλους τους γείτονες με τους οποίους ήταν απαραίτητο να δημιουργηθούν «μηδενικά προβλήματα», ήταν οι Αρμένιοι και οι Έλληνες που αντιτίθενται έντονα. Όλα είναι προφανή με τους Αρμένιους, αλλά με τους Έλληνες, η κατάσταση “ούτε πόλεμος ούτε ειρήνη” οδηγεί την Αθήνα να στηρίξει, όπου μπορεί, κάθε αντιτουρκική δύναμη (πρώτα απ’ όλα τους Κούρδους αλλά και τους Αρμένιους).
Παρεμπιπτόντως, ο όρος «νεο-οθωμανισμός» εμφανίστηκε για πρώτη φορά στον ελληνικό Τύπο μετά τον πόλεμο στην Κύπρο το 1974. Σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας αυτού, ο Αχμέτ Νταβούτογλου δεν τολμούσε να προφέρει αυτή τη λέξη, ώστε να μην προκαλέσει άσκοπες συναρτήσεις.
Τώρα, όταν ένα από τα θεμέλια του νεο-οθωμανισμού έχει γίνει η πορεία προς τη μέγιστη αποξένωση από την Ευρώπη και την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενθαρρύνεται ανοιχτά να αναφέρεται ο όρος νεο-οθωμανισμός σε σχέση με την Ελλάδα.
Αλλά οι προσπάθειες προσφοράς των υπηρεσιών τους (για παράδειγμα, στην ανακατασκευή τζαμιών στη Θεσσαλονίκη) οδήγησαν σχεδόν σε υστερία στην Ελλάδα. Πολλώ δε μάλλον, που αυτά τα πρώην τζαμιά είναι βασικά ορθόδοξες εκκλησίες στις οποίες οι Τούρκοι έχουν μιναρέδες και μιχράμπ (όπως συνέβη με την Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη).
Ένα επιπλέον εμπόδιο είναι η πόλη Edirne, η αρχαία Αδριανούπολη. Το Edirne ήταν η πρωτεύουσα της οθωμανικής φυλής πριν από την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τον σουλτάνο Μωάμεθ και από τότε θεωρείται σχεδόν το κύριο πολιτιστικό και ιστορικό κέντρο των Οθωμανών.
Εκεί, όπως στην Κωνσταντινούπολη, είναι οι τάφοι των σουλτάνων, των μεγάλων βεζίρηδων και των θρησκευτικών ηγετών και για αρκετούς αιώνες η Edirne ήταν η κύρια στρατιωτική βάση στο ευρωπαϊκό τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και το αρχηγείο των γενιτσάρων.
Μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο Ατατούρκ σχεδόν ικέτευσε το νικηφόρο συνασπισμό να εγκαταλείψει την Edirne στους Τούρκους. Αν οι Έλληνες είχαν κερδίσει αυτόν τον πόλεμο του 1919-1922, τότε, φυσικά, δεν θα υπήρχε η Edirne, όπως ακριβώς και η Ιστανμπούλ με την τωρινή της μορφή. Τώρα, όμως, η διαφύλαξη της Edirne ως μέρος του τουρκικού κράτους θεωρείται ίσως η σημαντικότερη επιτυχία της εξωτερικής πολιτικής του Kemal Atatürk.
Όπως η λεγόμενη ειρηνική λύση στο ζήτημα του Iskenderun. Το 1922, ο γαλλικός στρατός δεν έλεγχε μόνο την επιτρεπόμενη περιοχή του Sham (σημερινή Συρία και Λίβανο), αλλά και την Κιλικία, στην οποία πλέον δεν έμεναν ζωντανοί Αρμένιοι.
Μετά τη γαλλική αποχώρηση από την Κιλικία, η επαρχία Χατάι, μια παράκτια ζώνη της Μεσογείου Θάλασσας δίπλα στη συριακή επαρχία Λατάκεια και την πόλη Αλεξανδρέττα, συμπεριλήφθηκε στην εντολή της Sham.
Το 1921, συνήφθη σύμβαση στο Σαν Ρέμο, σύμφωνα με την οποία η επαρχία Hatay ιδρύθηκε υπό τη γαλλική εντολή στην επικράτεια του πρώην σαντζακίου της Αλεξανδρέτας, καθώς εκτός από τους Έλληνες και τους Αρμένιους κατοικούσαν και πολλοί Τούρκοι. Το 1937, ιδρύθηκε το ανεξάρτητο κράτος του Χατάϊ στη βόρεια Συρία.
Αυτό επέζησε λίγο περισσότερο από ένα χρόνο, επειδή το φθινόπωρο του 1939, στα κρυφά, όταν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις ήταν απασχολημένες με άλλες υποθέσεις, η Τουρκία προσάρτησε το Χατάϊ και μετονομάστηκε η Αλεξανδρέττα σε Iskenderun.
Μετά την κρίση του Σουέζ του 1956, η Συρία συνήψε στρατιωτική συμφωνία με την ΕΣΣΔ και διακήρυξε τις αξιώσεις της για τον Χατάι, κάτι που πανικόβαλε την Άγκυρα. Η συζήτηση στο ΟΗΕ σταμάτησε την απειλή του πολέμου.
Αλλά τώρα με την εισβολή στη Συρία, σε άλλο τμήμα των συνόρων, στο Κουρδιστάν, η Άγκυρα “επαναφέρει” το ζήτημα της Iskenderun / Αλεξανδρέττας – αν και στην παρούσα κατάσταση, ένας πόλεμος είναι μάλλον αδύνατος.
Συνολικά, ένα σημαντικό μέρος των καθηκόντων που θέτει η θεωρία του νεοοθωμανισμού για τους Τούρκους είναι άσχημα επιλύσιμο στις παρούσες συνθήκες. Αλλά ο περιορισμός της τρέχουσας τουρκικής επιχείρησης στο συριακό Κουρδιστάν ως μια αέναη πάλη ενάντια σε τμήμα τρομοκρατών του κουρδικού εθνικού κινήματος θα ήταν πολύ στενός.
Στη σύγχρονη Τουρκία, ο νεο-οθωμανισμός υποστηρίζεται από την πλειοψηφία της κοινωνίας και θεωρητικά μπορεί να οδηγήσει πολύ μακριά. Όπου είναι δυνατόν, κυρίως στα Βαλκάνια, η Άγκυρα θα συνεχίσει να ακολουθεί την πολιτική «μαλακής ισχύος», προωθώντας τη συναίνεση με τους Αλβανούς και την αποκατάσταση ιστορικών δομών στη Βοσνία και τη «Μακεδονία».
Είναι σαφές ότι όλα αυτά σταματούν στη Σερβία και την Ουγγαρία, που είναι πιθανό να αποκρούσουν τα πάντα (και οι Ούγγροι ήδη κλείνουν τα σύνορά τους από τους μετανάστες) παρά να αφήσουν τους «μαλακούς Τούρκους» να εισέλθουν.
Αλλά η πρόσφατη επίσκεψη του Ερντογάν στο Βελιγράδι, όπου συναντήθηκε όχι μόνο με τη σερβική ηγεσία αλλά και με εκπροσώπους των βαλκανικών χωρών του «μετα-οθωμανικού χώρου», έδειξε ότι αυτές οι ιδέες από την Άγκυρα θα επιμένουν για πολύ καιρό.
Η Τουρκία είναι πλέον στην πραγματικότητα η μόνη χώρα στον πλανήτη που έχει ανυψώσει την ιδέα του ιστορικού αναθεωρητισμού στο επίπεδο μιας νέας κρατικής ιδεολογίας. Ενώ οι Τούρκοι ρίχνονται με το γιαταγάνι όχι στους πάντες γύρω τους, αλλά μόνο σε όσους είναι πιο αδύναμοι, εντούτοις, στον κατάλογο αυτό μπορεί να βρεθούν, για παράδειγμα, οι Αρμένιοι και οι Έλληνες.
Ο οθωμανικός αναθεωρητισμός είναι δύσκολο να συγκριθεί με την επιθυμία να ενωθούν οι διαιρεμένοι λαοί, όπως για παράδειγμα οι Ρώσοι μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Και ήδη δεν έχει σημασία πώς θα τελειώσει η επιχείρηση των Τούρκων στο συριακό Κουρδιστάν. Το κυριότερο είναι μην προχωρήσει, αφού τώρα δεν μπορεί πια να σταματήσει.
ΠΗΓΗ: https://vz.ru/

Ο Σάββας Καλεντερίδης γεννήθηκε στη Βέργη Σερρών το 1960. Το 1977 εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε το 1981, ως ανθυπίλαρχος. Υπηρέτησε σε διάφορες μονάδες των τεθωρακισμένων και των καταδρομών και σε κρίσιμες θέσεις στο εξωτερικό. Το Μάρτιο του 2000, ενώ φοιτούσε στην Ανωτάτη Σχολή Πολέμου, παραιτήθηκε από τις τάξεις του Ελληνικού Στρατού, με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Από το φθινόπωρο του 2000 ίδρυσε και διευθύνει τον εκδοτικό οίκο Ινφο-Γνώμων. Με το ψευδώνυμο Κώστας Νικοπολίδης μετέφρασε από τα τουρκικά και επιμελήθηκε την έκδοση του βιβλίου "Κράτος συμμορία", Εκδόσεις Τουρίκη, ενώ μετέφρασε από τα τουρκικά και την "Έκθεση Σουσουρλούκ", που συμπεριλήφθηκε στο ομώνυμο βιβλίο των Εκδόσεων Α.Α. Λιβάνη. Σε συνεργασία με το ίδρυμα "Φίλοι Λαογραφικού Μουσείου Μέλπως Μερλιέ" συμμετείχε και προλόγισε την έκδοση του διπλού CD "Τραγούδια του Πόντου, Ηχογραφήσεις του 1930" και του CD "Τραγούδια από τις παράλιες πόλεις του Πόντου και της Μικράς Ασίας". Επιμελήθηκε επίσης της έκδοσης του δίτομου έργου "Ανάλυση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, Μύθος και πραγματικότητα", του βιβλίου "Οι μειονότητες στην Τουρκία" και των ιστορικών ταξιδιωτικών οδηγών "Κάτω Ιταλία - Μεγάλη Ελλάδα", "Σικελία", "Ρόδος - Σύμη - Καστελόριζο - Καρία - Λυκία", "Χίος - Σμύρνη", "Βουλγαρία - Ανατολική Ρωμυλία", "Καππαδοκία - Κεντρική Ανατολία" και "Κωνσταντινούπολη - Μαρμαράς". Έγραψε τους ιστορικούς ταξιδιωτικούς οδηγούς "Κοζάνη, στην αγκαλιά των βουνών", "Ιωνία, Σάμος - Έφεσος - Μίλητος - Πριήνη", "Δυτικός Πόντος, Βιθυνία - Παφλαγονία" και "Ανατολικός Πόντος, Κοτύωρα - Κερασούντα - Τραπεζούντα - Αργυρούπολη - Καρς". Αναλύσεις και άρθρα του Σάββα Καλεντερίδη, με κύριο θέμα την Τουρκία και άλλα περιφερειακά ζητήματα, έχουν δημοσιευθεί στις εφημερίδες "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία" και "Παρόν" και στα περιοδικά "Άμυνα και διπλωματία", "Απόρρητο Δελτίο" και "Διπλωματία".

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις30 λεπτά πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Αρμενία–Ινδία: Στο τραπέζι παραγωγή Pinaka Mk2 – Τα ανοίγματα σε ΕΕ και ΗΠΑ

Συζητήσεις για παραγωγή ινδικών πυραύλων στην Αρμενία, στενότερες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και επαφές στην Ουάσιγκτον συνθέτουν την ατζέντα...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Τομ Μπάρακ: Ο μυστικός παίκτης της τουρκικής αναβάθμισης; Το παιχνίδι ισχύος από τον Λευκό Οίκο ως την Ανατολική Μεσόγειο

F-35, S-400, Συρία, Κούρδοι και ενεργειακοί διάδρομοι: οι επιχειρηματικές διασυνδέσεις και τα γεωστρατηγικά ερωτήματα που οφείλει να εξετάσει η Ελλάδα.

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Μάζης: Οι υποχωρήσεις καταγράφονται – Η Τουρκία ανοίγει διαρκώς μέτωπα

Κριτική για Κρήτη, Κάσο και Διακήρυξη των Αθηνών από τον καθηγητή στη «Ναυτεμπορική» – Οι ανησυχίες για τη Λιβύη, τον...

Δημοφιλή