Διεθνή
Ιστορικής σημασίας συνέντευξη του Ρεμζί Καρτάλ: Ο Ερντογάν για να αντιμετωπίσει το κίνημα Γκιουλέν, παραδόθηκε στην Εργενεκόν
Συνέντευξη στον Burhan Ekinci, ahvalnews.com/tr
Μετάφραση: Σάββας Καλεντερίδης
Υπάρχει κάποια διαδικασία που είναι σε εξέλιξη μεταξύ των κουρδικών κομμάτων και οργανισμών, σχετικά με το θέμα της εθνικής ενότητας των Κούρδων; Τι συμβαίνει στον τομέα αυτόν;
Το Εθνικό Κογκρέσο του Κουρδιστάν (KNK*) εργάζεται για την επίτευξη της εθνικής ενότητας για περισσότερα από 20 χρόνια. Με τις επιθέσεις στη Ροζάβα, οι προσπάθειες του KNK έγιναν πιο έντονες. Υπάρχουν διάλογοι μεταξύ των πολιτικών κομμάτων, καθώς και προσπάθειες που γίνονται μέσω του KNK.
Γιατί η ενότητα των Κούρδων έγινε τόσο σημαντική;
Το Κουρδιστάν διασπάστηκε σε τέσσερις περιοχές από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι προσπάθειες και αγώνες για την ελευθερίας και τη δημοκρατίας που έγιναν επί έναν αιώνα σε κάθε τμήμα του Κουρδιστάν, έχουν αποκαλύψει μια πραγματικότητα: είναι δύσκολο να επιλυθεί το κουρδικό, αν δεν ενωθούν οι Κούρδοι και αν δεν κινηθούμε όλοι μαζί για έναν κοινό σκοπό. Φυσικά, ενόψει αυτού του γεγονότος, τα κυρίαρχα κράτη στην περιοχή και οι διεθνείς σχέσεις τους δημιουργούν συνεχώς προβλήματα με πολιτικές που εμποδίζουν τους Κούρδους να ενωθούν και να δράσουν ενωμένοι για τα δικά τους συμφέροντα. Ως εκ τούτου, υπάρχουν πολλοί παράγοντες που εμποδίζουν τη σύγκλιση όλων των Κούρδων. Όμως πρέπει να τονίσουμε ότι η ενότητα των Κούρδων είναι σημαντική.
Ποιος είναι ο σημαντικότερος λόγος που δεν επέτρεψε την ενότητα των Κούρδων;
Ο πρώτος λόγος είναι ο ανταγωνισμός μεταξύ των Κούρδων. Ο ανταγωνισμός μεταξύ ορισμένων κομμάτων, κυρίως για την κυριαρχία μεταξύ των Κούρδων. Πέρα αυτού, υπάρχουν πολιτικές κυρίαρχων κρατών που εμποδίζουν τους Κούρδους να ενωθούν.
Πιστεύετε ότι τελικά τα κουρδικά κόμματα και ιδρύματα μπορούν να εγκαταλείψουν τον μεταξύ του ανταγωνισμό και να επιτύχουν αυτήν την ενότητα;
Οι εξελίξεις δείχνουν ότι τα τέσσερα τμήματα του Κουρδιστάν, οι Κούρδοι που έχουν εξαπλωθεί σε διάφορα σημεία του πλανήτη και οι φίλοι των Κούρδων, ασκούν πιέσεις για να επιτευχθεί η εθνική ενότητα στο υψηλότερο επίπεδο. Οι πιέσεις που ασκούνται από το έθνος και από την κοινωνία, φαίνεται να διαδραματίζουν σημαντικό θετικό ρόλο στην επίλυση των προβλημάτων μεταξύ των κουρδικών πολιτικών κομμάτων.
Εξετάζοντας την τρέχουσα κατάσταση, τι ακριβώς ζητούν οι Κούρδοι;
Δεν υπάρχει ενιαία και κοινή απάντηση σε αυτό το ζήτημα, αλλά υπάρχουν πολιτικά κόμματα που θέλουν οι Κούρδοι να είναι ένα ανεξάρτητο κράτος, από την άλλη όμως υπάρχουν κόμματα που προτείνουν δημοκρατικές λύσεις, ούτως ώστε οι Κούρδοι στο κράτος που ζουν, να έχουν ισότιμα δικαιώματα με τους υπόλοιπους πολίτες του κράτους. Αλλά, ανεξάρτητα από όλα αυτά, η τάση προς την ενοποίηση των Κούρδων στο τέλος γίνεται όλο και πιο ισχυρή.
Ποιες είναι οι απαιτήσεις σας και οι προτάσεις σας ως Kongre Gel;
Ως αποτέλεσμα των εμπειριών του αιώνα που πέρασε, οι πολιτικές του καπιταλιστικού κυρίαρχου παγκόσμιου συστήματος και των τεσσάρων κρατών στην περιοχή αποκάλυψαν ότι οι λύσεις που βασίζονται σε εθνικό κράτος δεν μπορούν να δημιουργήσουν μόνιμη λύση στο κουρδικό πρόβλημα. Τόσο το Κουρδικό Ζήτημα όσο και άλλα παρόμοια προβλήματα στην περιοχή δημιουργούν μια βάση για συγκρούσεις. Και αυτό εκμεταλλεύονται οι περιφερειακές και διεθνείς εξουσίες, προκαλώντας συνεχώς συγκρούσεις, για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους. Αντ’ αυτού, εμείς προτείνουμε ένα πρότυπο λύσης που να έχει ως βάση την ισότητα στις χώρες όπου ζουν οι Κούρδοι, τη δημοκρατική πολιτική, τη συρρίκνωση της κεντρικής εξουσίας, την ενίσχυση της κοινωνικής οργάνωσης και της κοινωνικής πολιτικής διαχείρισης. Εμείς αυτή τη λύση την ονομάζουμε δημοκρατικό συνομοσπονδιακό σύστημα. Η λύση σε αυτήν τη βάση είναι υπέρ του κουρδικού λαού, πιστεύουμε σε αυτό και στηρίζουμε στη λύση του Κουρδικού σε αυτή τη βάση.
Εσείς προτείνετε στην Τουρκία τη λύση της δημοκρατικής συνομοσπονδίας; Είναι αυτή η λύση; Μπορεί με αυτόν τον τρόπο να επιτευχθεί η Κουρδική Ειρήνη;
Ναι. Όπως συμβαίνει σε όλες τις χώρες, αν επικρατήσει το πνεύμα της δημοκρατικής συνομοσπονδίας στην Τουρκία και το πνεύμα του δημοκρατικού έθνους, εμείς πιστεύουμε ότι αυτό θα είναι υπέρ του κοινού συμφέροντος του τουρκικού, του κουρδικού και των άλλων λαών της Ανατολίας. Ένα σύστημα που ξεπερνά το σύστημα της εθνικής κυριαρχίας, θα ενδυναμώσει τους λαούς της Τουρκίας, θα αποτελέσει μοντέλο για τους λαούς της περιοχής και σε αυτή τη βάση μπορεί να προσφέρει μόνιμη δημοκρατική ενότητα.
Η πρότασή σας τι περιλαμβάνει συγκεκριμένα; Περιλαμβάνει ξεχωριστή σημαία, ξεχωριστό κοινοβούλιο, ξεχωριστή διοίκηση;
Προτείνουμε ένα σύστημα το οποίο θα επιτρέπει σ’ ολόκληρο τον κουρδικό λαό με τη δική του ταυτότητα να διαχειρίζεται τη διοίκησή του, στο πλαίσιο της ακεραιότητας της Τουρκίας. Πρέπει να μπορεί να λαμβάνει εκπαίδευση στη δική του γλώσσα και να μπορεί να έχει σύμβολα που εκφράζουν τον εαυτό του. Προτείνουμε ένα σύστημα που δεν θα διαμελίζει την Τουρκία και θα μπορεί να εξασφαλίζει σε όλους τους λαούς ισότιμη εταιρική σχέση σε όλους τους τομείς της δημοκρατικής πολιτικής και κοινωνικής ζωής.
Όταν εξετάζουμε το σημερινό τουρκικό κράτος, την εξουσία του AKP/Erdoğan, μπορούμε να δούμε ότι δεν είναι καθόλου έτοιμοι για κάτι τέτοιο. Υπάρχουν ακόμη εμπόδια στην κουρδική γλώσσα. Οι πιέσεις κατά των Κούρδων συνεχίζονται. Υπάρχουν καθαιρέσεις των εκλεγμένων δημάρχων και διορισμοί επιτρόπων στους Κουρδικούς δήμους. Πώς θα συμβεί αυτό που λέτε κάτω από αυτές τις συνθήκες;
Οι σημερινές πολιτικές είναι η συνέχιση των πολιτικών άρνησης και καταστροφής των Κούρδων που ακολούθησε επί έναν αιώνα το τουρκικό κράτος. Πρόκειται για τη συνέχιση του Σχεδίου Μεταρρυθμίσεων της Ανατολής (Şark Islahat Planı), που εφαρμόστηκε το 1925. Και δεν είναι σωστό να θεωρήσει κανείς ότι οι πολιτικές που διεξάγονται εναντίον των Κούρδων, προέρχονται μόνο από τον Ερντογάν. Ο Ερντογάν είναι ο τελευταίος πολιτικός εκπρόσωπος αυτών των πολιτικών. Φυσικά, αυτές οι πολιτικές ισχύουν και εφαρμόζονται, και όσο έχουμε μια τέτοια φασίζουσα πολιτική διακυβέρνηση, δεν είναι δυνατόν να έχουμε λύση στο Κουρδικό. Όμως η πεποίθησή μας είναι ότι η Τουρκία δεν μπορεί να συνεχίσει την πολιτική αυτή για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτές οι πολιτικές θα οδηγήσουν σε περαιτέρω επιδείνωση των περιφερειακών προβλημάτων. Εμείς πιστεύουμε ότι η επιδείνωση των οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών ζητημάτων, θα οδηγήσει στην απαλλαγή της Τουρκίας από αυτές τις φασίζουσες πολιτικές και έτσι θα αρχίζει μια νέα δημοκρατική διαδικασία.
Δηλαδή θεωρείται ότι για να υλοποιηθεί αυτό που λέτε και να εξασφαλιστεί η Κουρδική Ειρήνη, πρέπει να χάσει την εξουσία το ΑΚΡ;
Ναι. Θεωρούμε ότι για να επιτευχθεί λύση στο Κουρδικό Πρόβλημα, πρέπει να ξεπεραστούν οι κλασικές πολιτικές του κράτους που προέρχονται από την πολιτική παράδοση του Κινήματος Ένωσις και Πρόοδος, πολιτικές που στηρίζονται στην άρνηση της Κουρδικής πραγματικότητας, στην εχθρότητα απέναντι στους Κούρδους, πολιτικές που ακολουθούν και αναπαράγουν κόμματα όπως το ΑΚΡ, το ΜΗΡ, το ΒΒΡ, ο Ντογού Περιντζέκ, πολιτικές που βασίζονται στο αντι-κουρδικό μίσος.
Για κάποιο διάστημα η κυβέρνηση AKP/Erdoğan διεξήγαγε συνομιλίες με τον ηγέτη του PKK, Αμπντουλλάχ Οτζαλάν στην φυλακή του Ιμραλί, για την επίλυση του Κουρδικού Ζητήματος. Υπήρξε μια διαδικασία επίλυσης και υπήρχε μια ατμόσφαιρα ειρήνης στην περιοχή. Αλλά αυτό αντιστράφηκε. Τι ακριβώς συνέβη, γιατί η πολιτική λύση εγκαταλείφθηκε και τέθηκε σε ισχύ το δόγμα της ασφάλειας;
Κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία το ΑΚΡ διεξήγαγε συνομιλίες με την Οτζαλάν, για να βρεθεί μια πολιτική λύση, ξέσπασε η αντιπαλότητα μεταξύ Ερντογάν –Γκιουλέν. Τότε ο Ερντογάν, για να αντιμετωπίσει το δίκτυο Γκιουλέν, παραδόθηκε στην καρδιά του κλασσικού τουρκικού κράτους, δηλαδή στους μηχανισμούς της Εργκενεκόν, των Ευρασιατιστών αξιωματικών και τις συμμορίες του Σουσουρλούκ. Στη βάση αυτή, παραδόθηκε στις γνωστές κλασικές πολιτικές του κράτους στο Κουρδικό Ζήτημα. Από εκείνη την ημέρα, ο Ερντογάν υιοθέτησε την πολιτική εχθρότητας εναντίον των Κούρδων και την εφάρμοσε στην Τουρκία, τη Συρία και το Ιράκ. Παραδόθηκε στην πολιτική του κράτους.
Δηλαδή ο Ερντογάν οδήγησε το Κουρδικό και πάλι στο αδιέξοδο, επειδή στην κρατική πολιτική για την οποία μιλάτε;
Ο Ερντογάν είναι πολύ ρεαλιστής, είναι αυτός που μπορεί να κάνει οτιδήποτε για τα δικά του συμφέροντα. Θέλησε να εξασφαλίσει αποτέλεσμα ακολουθώντας πολεμική πολιτική στο Κουρδικό. Ωστόσο, όταν είδε το 2011, το 2012, ότι δεν μπορεί να πάρει το αποτέλεσμα που υπολόγιζε, ανέπτυξε μια διαδικασία διαλόγου με το Ιμραλί. Αυτή η διαδικασία θα μπορούσε να εξελιχθεί. Αν είχε αναπτυχθεί με ειλικρίνεια, πραγματικά η Τουρκία θα μπορούσε να πετύχει λύση του Κουρδικού, θα μπορούσε να πάρει το δρόμο του εκδημοκρατισμού. Ωστόσο, ως αποτέλεσμα της εσωτερικής σύγκρουσης και του αγώνα για την εξουσία, ο Ερντογάν παραδόθηκε στο κράτος.
Πάντως σ’ εκείνη τη διαδικασία, ο Ερντογάν δεν ακολούθησε μια πολιτική στάση, η οποία πίστευε σε μια μόνιμη λύση την οποία υποστήριζε με κάθε τρόπο. Τότε, επειδή το 2012 και το 2013 ήταν αδύναμος πολιτικά, ανέπτυξε το διάλογο για την πολιτική λύση του Κουρδικού, επειδή τον συνέφερε πολιτικά. Στη συνέχεια, όταν ήλθε αντιμέτωπος και συγκρούστηκε με το δίκτυο Γκιουλέν, στράφηκε στις γνωστές κρατικές πολιτικές και στη συμμαχία του με τις δυνάμεις που αποτελούν συνέχεια του Κομιτάτου Ένωσις και Πρόοδος.
Δηλαδή ο Ερντογάν παραιτήθηκε από τη διαδικασία επίλυσης επειδή παραδόθηκε στους μηχανισούς της Εργκένεκον/Ευρασιανιστές;
Μπορούν να γίνουν πολλές αξιολογήσεις. Το δίκτυο Γκιουλέν ήταν αντίθετο με αυτή τη διαδικασία. Η δομή της κοινότητας Γκιουλέν εντός του κράτους ήταν αντίθετη στη διαδικασία διαλόγου με το ΡΚΚ για την επίλυση του Κουρδικού, τόσο στις ένοπλες δυνάμεις όσο και στις υπηρεσίες πληροφοριών. Ως αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης, ο Ερντογάν είχε τρομάξει. Δεν του έμεινε κάτι να στηριχτεί πάνω του. Αυτή η αδυναμία τον έσπρωξε στις γνωστές κλασικές δυνάμεις του κράτους. Οι κλασικές δυνάμεις του κράτους είδαν αυτό ως μια μεγάλη ευκαιρία για τον εαυτό τους. Το είδαν αυτό ως ευκαιρία να αναλάβουν εντελώς τον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας και να χρησιμοποιήσουν τις δυνατότητες του κράτους προς όφελός τους.Και μέχρι στιγμής αυτό γίνεται. Όμως η Τουρκία, αντί να μεγαλώνει, συρρικνώνεται πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά.
Το κουρδικό κίνημα έχει οποιεσδήποτε προσδοκίες από την διοίκηση του ΑΚΡ / Ερντογάν για τη λύση του Κουρδικού Ζητήματος;
Όχι. Δεν περιμένουμε τίποτε από το ΑΚΡ και τους συμμάχους τους που είναι εχθροί των Κούρδων. Ο μοναδικός στόχος και προσδοκία των Κούρδων και όλων των κύκλων που πιστεύουν στη δημοκρατία, είναι να καταρρεύσει αυτή η κυβέρνηση, αυτός ο φασισμός.
Σε αυτό το πλαίσιο, πώς βλέπετε το CHP, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης; Είναι το CHP έτοιμο για αυτό που προτείνετε;
Τα κόμματα στην Τουρκία δεν είναι ένα πρόβλημα, το σύστημα είναι το πρόβλημα. Το κράτος που ιδρύθηκε στην Τουρκία εδώ και 100 χρόνια, στηρίχτηκε στην άρνηση του Κουρδικού, είναι ένα σύστημα που βασίζεται σε ενιαία εθνική ταυτότητα, τη στιγμή που στην Τουρκία υπάρχουν πολλοί λαοί, πολλά έθνη. Αυτά τα 100 χρόνια η κάθε κυβέρνηση, μαζί με την αντιπολίτευση, όλα τα κόμματα, υπερασπίζονται αυτό το μονιστικό σύστημα. Θεωρούμε ότι η κατάρρευση της πολιτικής του κράτους που προσπαθεί με τη βία να εξαλείψει το Κουρδικό θα οδηγήσει στην αλλαγή της πολιτικής, στην ανανέωση και τον εκδημοκρατισμό τα κόμματα εξουσίας στην Τουρκία, κυβέρνηση και αντιπολίτευση. Αυτή είναι μια διαδικασία στην οποία τόσο η εξουσία όσο και η αντιπολίτευση θα προσεγγίσουν το Κουρδικό και τις κοινωνικές ελευθερίες με πνεύμα ισότητας και δημοκρατίας.
Υπάρχουν επίσης και νέοι πολιτικοί σχηματισμοί που προέρχονται μέσα από το AKP. Ο πρώην Πρωθυπουργός Αχμέτ Νταβούτογλου ίδρυσε το Κόμμα του Μέλλοντος. Πώς βλέπετε αυτά τα κόμματα;
Δεν έχουμε ακόμη πλήρη ενημέρωση για το πρόγραμμα και για το ποια Τουρκία θέλει το κόμμα Νταβούτογλου. Αλλά μπορούμε να πούμε αυτό. Ο Νταβούτογλου έδωσε εξετάσεις κατά τη διάρκεια της θητείας του ως πρωθυπουργός και δεν έδωσε καλά δείγματα.
Δεν ακολούθησε μια πολιτική, μια στάση που να εμπνέει εμπιστοσύνη για τη βούλησή του να λύσει όλα εκείνα τα προβλήματα που θα οδηγούσαν σε μια δημοκρατική Τουρκία.Και είναι ακόμα νωρίς να εξάγουμε συμπεράσματα για το μάθημα που πήρε ως πρωθυπουργός και για την πολιτική που θα ακολουθήσει τώρα ως αρχηγός του νέου κόμματος. Αλλά θα ήθελα να πω αυτό για τα κόμματα του Νταβούτογλου, του Μπαμπατζάν και για άλλα κόμματα. Επιτέλους η Τουρκία είναι υποχρεωμένη να αλλάξει. Μιλάμε για τη δημιουργία νέων κομμάτων, τα οποία όμως θα εκπονήσουν νέα προγράμματα, για την επίλυση των υπαρχόντων προβλημάτων της Τουρκίας. Η ίδρυση νέων κομμάτων είναι αποτέλεσμα αυτής της συγκρουσιακής κατάστασης που ζούμε αυτά τα χρόνια, που οδηγούν σε αποσύνθεση το ΑΚΡ… Τα ίδια συμβαίνουν και στα κόμματα της αντιπολίτευσης, κυρίως στο CHP, αν και αυτά δεν παρουσιάζουν σημάδια αποσύνθεσης. Μπροστά σε μια τέτοια διαδικασία βρίσκεται η Τουρκία. Η Τουρκία δεν μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει μέσα από πολέμους, από πολιτικές που στηρίζονται στη χρησιμοποίηση του στρατού, με πολιτικές καταπίεσης των Κούρδων. Θα αποκτήσει προοπτική αν δημιουργηθούν νέα κόμματα με νέα προγράμματα.
Υπήρξαν επίσης συζητήσεις για την απόσυρση του HDP από το κοινοβούλιο. Το HDP αποφάσισε να παραμείνει στο κοινοβούλιο. Το HDP θα έπρεπε να αποχωρήσει ή πήρε τη σωστη απόφαση;
Η απόφαση του HDP είναι σωστή. Όλες οι θέσεις που αποκτήθηκαν στην Τουρκία με δημοκρατικούς αγώνες, θα πρέπει να διαφυλαχθούν και να χρησιμοποιηθούν μέχρι τέλους. Όσο κι αν εφαρμόζεται εναντίον μας ένας καθαρός φασισμός, όσο κι μας έχουν αφαιρέσει κάθε δυνατότητα άσκησης δημοκρατικής πολιτικής, όσο κι αν το κοινοβούλιο έχει στην ουσία εξουδετερωθεί και ο τύπος είναι πλέον ελεγχόμενος από ένα κέντρο εξουσίας, είναι σημαντικό να συνεχίσουμε να δίνουμε τους αγώνες μας εναντίον του φασισμού από όλες τις θέσεις που κατέχουμε μέχρι το τέλος. Σε αυτή τη βάση, είναι σημαντικό το HDP να παραμείνει στο κοινοβούλιο. Η αποχώρησή τους από το κοινοβούλιο θα άφηνε ελεύθερο το πεδίο στο ΑΚΡ να εφαρμόζει τις φασιστικές πολιτικές του εναντίον των Κούρδων. Γι’ αυτό η απόφαση να παραμείνουν στο κοινοβούλιο είναι σωστή από κάθε άποψη.
Αν επιστρέψουμε στις προσπάθειες που γίνονται για την επίτευξη της εθνικής ενότητας, εσείς ως Kongra Gel τι είδους συμβουλές θα δίνατε στους ηγέτες των κουρδικών κομμάτων, στα θεσμικά τους όργανα και τις ένοπλες δυνάμεις τους; Τι πρέπει να κάνουν αυτές οι δυνάμεις για να εξασφαλίσουν αυτήν την ενότητα;
Τα πολιτικά κόμματα και των τεσσάρων τμημάτων του Κουρδιστάν (σ.τ.μ. Τουρκίας, Συρίας, Ιράκ, Ιράν), οι μαζικές κοινωνικές οργανώσεις, οι διανοούμενοι και οι καλλιτέχνες του Κουρδιστάν έχουν ιστορική αποστολή να εργαστούν για την επίτευξη της εθνικής ενότητας των Κούρδων. Είναι σημαντικό να εργαστούν και να βρεθούν μαζί όλοι οι Κούρδοι με βάση την εθνική ενότητα, να αγωνιστούν για να πετύχουν δημοκρατική λύση στις χώρες που κατοικούν, να ενισχύσουν τις πολιτικές και διπλωματικές τους προσπάθειες σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο, για την ανάδειξη του Κουρδικού, με γνώμονα την ενότητα. Τα κόμματα θα πρέπει να βρεθούν όλα γύρω από ένα τραπέζι, στο πλαίσιο μιας Εθνικής Πανκουρδικής Διάσκεψης, για να αναπτύξουν ένα κοινό πρόγραμμα για την επίλυση των προβλημάτων. Οι εξελίξεις τόσο στον κόσμο όσο και στη Μέση Ανατολή το επιβάλλουν. Τα κόμματα που δημιουργούν προβλήματα στο θέμα της ενότητας των Κούρδων, επιβάλλοντας τα δικά τους κομματικά συμφέροντα, θα βρεθούν σε δύσκολη κατάσταση και κληθούν να απολογηθούν τόσο στην Ιστορία όσο και στον λαό. Καλούμε όλες τις πλευρές να κάνουν ό,τι επιβάλλεται από την πλευρά τους, για να συμμετάσχουν σε μια κοινή διάσκεψη με στόχο την εθνική ενότητα των Κούρδων.
*Remzi Kartal: Ρεμζί Καρτάλ, Συμπρόεδρος του Εξόριστου Κουρδικού Κοινοβουλίου (Kongra Gel), πρώην βουλευτής του DEP. Ζει στις Βρυξέλλες ως πολιτικός εξόριστος και είναι καταζητούμενος από το τουρκικό κράτος.
**KNK: Εθνικό Κογκρέσο του Κουρδιστάν, η ανώτερη οργάνωση των Κούρδων που πρόσκεινται στο Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν.
***Kongra Gel: Εξόριστο Κουρδικό Κοινοβούλιο με έδρα τις Βρυξέλλες
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
