Ακολουθήστε μας

Πολιτική

Μας δουλεύει ψιλό γαζί ο Σημίτης – Ο πρωθυπουργός των Ιμίων και του φιάσκο με τον Οτζαλά γράφει για τα ελληνοτουρκικά

Δημοσιεύτηκε στις

Ο κ. Σημίτης θυμάται τη Σύνοδο Κορυφής του Ελσίνκι το 1999 όπου έγινε το πρώτο βήμα για την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ και κατηγορεί τον πρώην πρωθυπουργό και τη ΝΔ για τις μετέπειτα εξελίξεις. Ειδικά για τους χειρισμούς στη Σύνοδο Κορυφής του 2004

ίσθηση και έντονες συζητήσεις προκάλεσε το άρθρο – παρέμβαση του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη, μέσα από τις σελίδες των «ΝΕΩΝ» του Σαββατοκύριακου.

Ο κ. Σημίτης θυμάται τη Σύνοδο Κορυφής του Ελσίνκι το 1999 όπου έγινε το πρώτο βήμα για την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ και κατηγορεί τον πρώην πρωθυπουργό και τη ΝΔ για τις μετέπειτα εξελίξεις. Ειδικά για τους χειρισμούς στη Σύνοδο Κορυφής του 2004

Επιστρέφει το «Point system» για τους παραβάτες οδηγούς
«Στη Σύνοδο Κορυφής των Βρυξελλών (2004) αποφασίστηκε η εκκίνηση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας παρόλο που δεν είχε τακτοποιήσει τις διαφορές της με την Ελλάδα, όσον αφορά την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα. Ο Έλληνας πρωθυπουργός κατά τη συζήτηση, αν και είχε τη δυνατότητα, δεν πρόβαλε την ένσταση για την έλλειψη ανταπόκρισης της Τουρκίας στον όρο που είχε τεθεί στο Ελσίνκι -και αφορούσε την ύπαρξη διαφορών σχετικά με την έκταση της τουρκικής υφαλοκρηπίδας. Αντίθετα, επεσήμανε, ότι «οι ασφυκτικοί χρονικοί περιορισμοί δεν βοηθούν»», γράφει ο πρώην πρωθυπουργός.

Τίτλος στην πρώτη σελίδα των «ΝΕΩΝ» ήταν: «Καταπέλτης ο Κώστας Σημίτης για τα ελληνοτουρκικά – Για όλα φταίει ο Καραμανλής»

Με ανακοίνωση που εξέδωσε ο πρώην πρωθυπουργός δείχνει να μη συμφωνεί με τον τίτλο τονίζοντας ότι προσωπικοί χαρακτηρισμοί για πολιτικούς «μου ήταν πάντα ξένοι».
«Το σημερινό μου άρθρο στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ έχει τίτλο ‘’μια επιτυχία που δεν ολοκληρώθηκε’’ και αναφέρεται στη συμφωνία του Ελσίνκι. Προσωπικοί χαρακτηρισμοί για πολιτικούς, όπως εκείνος που αναφέρεται στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας, μου ήταν πάντα ξένοι», δηλώνει ο κ. Σημίτης.

Η ουσία πάντως μένει και δεν είναι άλλη από τη σφοδρή κριτική που ασκείται στον Κ. Καραμανλή για τους χειρισμούς του. Και για το γεγονός ότι μπλόκαρε την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ.

Μιλώντας το πρωί στην τηλεόραση του ΣΚΑΪ ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέλιος Πέτσας, δεν σχολίασε το άρθρο σημείωσε ωστόσο ότι η ευθύνη για το ότι η Τουρκία δεν μπήκε στην ΕΕ, ανήκει αποκλειστικά και μόνο στη γείτονα.

Συμφωνεί η Φώφη
Από το βήμα της Κεντρικής Επιτροπής του Κινήματος Αλλαγής, η Φώφη Γεννηματά συντάχθηκε πλήρως με την τοποθέτηση του κ. Σημίτη και άσκησε με τη σειρά της κριτική στους χειρισμούς του Κώστα Καραμανλή το 2004.

«Ήταν κορυφαία στιγμή το Ελσίνκι το 1999, 20 χρόνια πριν, όπου η Ελλάδα, με τον Κώστα Σημίτη πρωθυπουργό και τον Γιώργο Παπανδρέου, υπουργό εξωτερικών, έδωσε το πράσινο φως να πάρει η Τουρκία καθεστώς «υπό ένταξη χώρας», με την προϋπόθεση ότι η Κύπρος θα μπει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ότι η διαφορά μας θα επιλυθεί στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Έναν όρο, τον οποίο απεμπόλησε η κυβέρνηση Καραμανλή το 2004 και επέτρεψε να προχωρήσει η έναρξη των συνομιλιών ένταξης της Τουρκίας. Χάθηκε έτσι μια ευκαιρία να πιεστεί η Τουρκία και να ρυθμιστεί το θέμα της υφαλοκριπίδας, το οποίο δυστυχώς το επαναφέρει κατά καιρούς προκαλώντας συνεχείς εντάσεις», τόνισε η κ. Γεννηματά.

Ολόκληρο το άρθρο του Κώστα Σημίτη έχει ως εξής:
Το 1999, όταν πραγματοποιήθηκε στο Ελσίνκι η τακτική Σύνοδος Κορυφής, η Ευρωπαϊκή Ενωση των 15 κρατών βρισκόταν σε μία μεταβατική φάση. Επιχειρούσε να θέσει σε παράλληλη τροχιά τη διεύρυνση και την Οικονομική και Νομισματική Ενοποίηση. Ηταν η χρονιά που κυκλοφόρησε το ευρώ, αποδεικνύοντας την πρόοδο της Ενωσης. Το επόμενο βήμα, η διεύρυνση είχε ήδη αποφασιστεί, αλλά δεν είχε προσδιοριστεί η διαδικασία προσχώρησης των νέων μελών. Επίσης είχε συμφωνηθεί η «ατζέντα 2000», η διαδικασία χρηματοδότησης της διεύρυνσης και η χρηματική ενίσχυση διαφόρων κρατών της Ενωσης, που παρουσίαζαν ιδιαίτερα προβλήματα, όπως η Ελλάδα.

Στις διαβουλεύσεις για τη διαδικασία που θα εφαρμοζόταν για τη διεύρυνση, η Ελλάδα θα αντιμετώπιζε δύο κρίσιμα θέματα. Αφορούσαν: α) την υπέρβαση της άποψης που επικρατούσε στην Ενωση, ότι η λύση Κυπριακού είναι προϋπόθεση για την κυπριακή ένταξη και β) την άποψη των περισσοτέρων χωρών, πως η ενταξιακή πορεία της Κύπρου θα έπρεπε να συμβαδίζει με την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας. Η Ελλάδα κατά τη Σύνοδο Κορυφής έπρεπε να μεταπείσει τα μέλη της ΕΕ και να γίνει αποδεκτή η δική της στρατηγική. Η «στρατηγική του Ελσίνκι» περιελάμβανε ένα ενιαίο σύνολο ρυθμίσεων οι οποίες αφορούσαν την ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου, το Κυπριακό, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και την ευρωτουρκική πορεία.

Κατ’ αρχάς επιδιώκαμε, η Ελλάδα να υποστηρίξει δραστικά την κυπριακή υποψηφιότητα για ένταξη, η οποία έδειχνε να χωλαίνει. Στην Ενωση επικρατούσε η αντίληψη, ότι η Κύπρος δεν μπορούσε να ενταχθεί χωρίς προηγούμενη επίλυση του πολιτικού προβλήματος, δηλαδή πριν από την επανένωση του νησιού. Επίσης θέλαμε, η Ευρωπαϊκή Ενωση να εμπλακεί στην επίλυση των ελληνοτουρκικών εκκρεμοτήτων – ως άμεσα ενδιαφερόμενη – διευκολύνοντας έτσι, ανάμεσα στα άλλα, και τη συνεπή εφαρμογή όσων θα συμφωνούσαμε. Με άλλα λόγια, η «κοινοτικοποίηση» των ελληνοτουρκικών θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένα αξιόπιστο και, κυρίως αποτελεσματικό υποκατάστατο στη μέχρι τότε πολιτική των συνεχών βέτο κατά της ένταξης της Τουρκίας που, σε κάθε περίπτωση, είχε εξαντλήσει τις δυνατότητές της.
Ο στόχος της στρατηγικής μας ήταν σαφής. Οι ενστάσεις μας για την ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας και ειδικότερα για την αναβάθμισή της ως υποψήφιας χώρας θα αίρονταν, εφόσον θα διασφαλίζονταν δύο όροι: α) Η ενταξιακή πορεία της Κύπρου θα καθοριζόταν ανεξάρτητα από την επίλυση του πολιτικού προβλήματος, και β) θα κατοχυρωνόταν η προοπτική προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο για την οριοθέτηση της τουρκικής υφαλοκρηπίδας, σε συγκεκριμένο ορατό χρονικό ορίζοντα.

Το Ελσίνκι μας υποδέχτηκε χιονισμένο, οι δρόμοι παγωμένοι, τα παράθυρα στολισμένα με τα παραδοσιακά λευκά χριστουγεννιάτικα κεριά. Η συνάντηση με τη φινλανδική προεδρία έγινε το μεσημέρι της παραμονής της Συνόδου.

Το κείμενο που μας παρουσίασαν, ως αποτέλεσμα και των συνεννοήσεων με τους εταίρους, απείχε θεαματικά από το κείμενο των θέσεών μας. Αοριστολογίες που σε τίποτα δεν δέσμευαν και σε τίποτε δεν οδηγούσαν. Το απορρίψαμε αμέσως.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συνήλθε στις 10 Δεκεμβρίου 1999. Ξεκίνησε με θέμα τη διεύρυνση της Ενωσης και την υποψηφιότητα της Τουρκίας. Δήλωσα ότι αδυνατώ να συναινέσω στην υποψηφιότητα της Τουρκίας, αν δεν αντιμετωπιστεί θετικά και η υποψηφιότητα της Κύπρου. Το Συμβούλιο, μπροστά στο αδιέξοδο που δημιουργήθηκε, διακόπηκε. Εγιναν διαδοχικές τριμερείς συνεννοήσεις με την Προεδρία και τους συναδέλφους μας για να διατυπωθεί μια γενικά αποδεκτή απόφαση. Αισθάνθηκα ότι βαθμιαία το κλίμα άλλαζε.

Οι αντιρρήσεις στηρίζονταν στο επιχείρημα, ότι οι Τούρκοι δεν δέχονται τη λύση του Κυπριακού.

Η Προεδρία βρισκόταν διαρκώς σε επαφή με την τουρκική αντιπροσωπεία και την Αγκυρα, ενώ το Συμβούλιο είχε αρχίσει να ενοχλείται από την άτεγκτη στάση τους. Με μεγάλη προσπάθεια, στην οποία συνέβαλε καθοριστικά ο ύπατος εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Ενωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας κ. Σολάνα, επιτύχαμε στο τέλος τους σκοπούς μας. Οι δύο κρίσιμες ρυθμίσεις έγιναν αποδεκτές.

Τα 15 κράτη-μέλη συμφώνησαν να αναγνωρισθεί η Τουρκία ως υποψήφια χώρα. Θα έπρεπε σε εύλογο χρονικό διάστημα, να επιλύσει τις τυχόν συνοριακές ή άλλες διαφορές της με τα κράτη μέλη στη βάση των αρχών του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένης και της προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης – εφόσον δεν επερχόταν συμφωνία σε εκκρεμείς διαφορές.

Προς περαιτέρω αποσαφήνιση, εξάλλου, στα συμπεράσματα Συνόδου σημειώθηκε ότι «το αργότερο το 2004» οι 15 ηγέτες θα επανεξέταζαν την κατάσταση για να εγκρίνουν την εκκίνηση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας. Αν δεν είχαν επιλυθεί οι εκκρεμείς διαφορές, θα προωθούσαν την επίλυσή τους μέσω του ∆ιεθνούς ∆ικαστηρίου.

Σε ό,τι αφορά την Κύπρο πείσαμε τους εταίρους μας, ότι η προϋπόθεση λύσης του Κυπριακού, που πρότειναν ως αφετηριακό σημείο ενταξιακής πορείας της Κύπρου, καθιστούσε τον πρόεδρο της «Βόρειας Κύπρου» Ρ. Ντενκτάς κυρίαρχο των εξελίξεων. Θα μπορούσε στο εξής να διαπραγματεύεται εκβιαστικά απέναντι στην Ενωση και στην Ελλάδα, αφού θα κρατούσε στα χέρια του το κλειδί της ενταξιακής πορείας της Κύπρου. Οι 14 εταίροι μας αποδέχθηκαν τον συλλογισμό μας.

Στα συμπεράσματα της Συνόδου σημειώθηκε, ότι «εάν μέχρι την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων προσχώρησης της Κύπρου δεν έχει επιτευχθεί λύση (στο Κυπριακό), η απόφαση του Συμβουλίου όσον αφορά την προσχώρηση θα ληφθεί χωρίς το ανωτέρω να αποτελεί προϋπόθεση». Η Τουρκία εξοργίστηκε με την απόφαση στο Ελσίνκι. Γι’ αυτό και ο κ. Σολάνα μετέβη αμέσως στην Αγκυρα για να καθησυχάσει την τουρκική ηγεσία – το οποίο και πέτυχε.

Η Κύπρος εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ενωση μαζί με άλλες δέκα χώρες την 1η Μαΐου 2004. Η υπογραφή της Συνθήκης Προσχώρησης έγινε στην Αθήνα τον Απρίλιο του 2003 όταν η Ελλάδα προήδρευε του Συμβουλίου Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Το 2004 όταν πραγματοποιήθηκε, σύμφωνα με την απόφαση του Ελσίνκι, η Σύνοδος Κορυφής στις Βρυξέλλες για να αποφασισθεί η έναρξη των συνομιλιών με την Τουρκία, την Ελλάδα εκπροσωπούσε ο νέος πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής. Στη Σύνοδο Κορυφής των Βρυξελλών αποφασίστηκε η εκκίνηση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας παρ’ όλο που δεν είχε τακτοποιήσει τις διαφορές της με την Ελλάδα, όσον αφορά την ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα.

Ο έλληνας πρωθυπουργός κατά τη συζήτηση, αν και είχε τη δυνατότητα, δεν πρόβαλε την ένσταση για την έλλειψη ανταπόκρισης της Τουρκίας στον όρο που είχε τεθεί στο Ελσίνκι – και αφορούσε την ύπαρξη διαφορών σχετικά με την έκταση της τουρκικής υφαλοκρηπίδας. Αντίθετα επεσήμανε, ότι «οι ασφυκτικοί χρονικοί περιορισμοί δεν βοηθούν». Απεδέχθη έτσι την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία με ανεπίλυτες τις ελληνοτουρκικές διαφορές ως προς τα όρια των υφαλοκρηπίδων και των αιγιαλίτιδων ζωνών τους.

Ισως σήμερα με την εμπειρία των εξελίξεων στην Τουρκία προβληθεί το επιχείρημα, ότι ο Ερντογάν δεν θα δεχόταν ποτέ την παραπομπή των υφισταμένων διαφορών στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης αδιαφορώντας για την ένταξη της Τουρκίας. Ομως το 2004, ο Ερντογάν δεν υποστήριζε ακόμη τις απόψεις για μια Τουρκία διάδοχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία έχει δικαιώματα σε όλη την ανατολική Μεσόγειο. Τις απόψεις του αυτές πρόβαλε αργότερα ιδίως μετά το 2016, μετά την απόπειρα πραξικοπήματος εναντίον του. Το 2004 επιθυμούσε ιδιαίτερα την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Μετά τη συμφωνία του Ελσίνκι αναπτύχθηκε μια δυναμική στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αποτέλεσμα της οποίας ήταν και οι αλλεπάλληλες διερευνητικές συνομιλίες για την αντιμετώπιση των υφιστάμενων διαφορών. Αλλά και στις συζητήσεις αυτές η τότε νέα ελληνική κυβέρνηση τελικά δεν έδωσε συνέχεια. Το αποτέλεσμα της στάσης του 2004 είναι οι σημερινές απειλές και οι εκβιασμοί της Τουρκίας.

Συμπληρωματικά, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, η προσφυγή στη Χάγη δεν αποκλείει ούτε την ανάπτυξη των πολιτικών και οικονομικών σχέσεων των δύο χωρών, ούτε την πραγματοποίηση διερευνητικών συνομιλιών για την αντιμετώπιση των μεταξύ τους προβλημάτων. Είναι ένα μέσο για την ειρηνική διευθέτηση των ελληνοτουρκικών διαφορών.

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Μητσοτάκης: Το καλώδιο θα προχωρήσει χωρίς εκπτώσεις στα κυριαρχικά δικαιώματα – Μηνύματα σε Τουρκία, ΗΠΑ και Ισραήλ

Μήνυμα σιγουριάς για την υλοποίηση της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου έστειλε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, υπογραμμίζοντας ότι το έργο πρέπει να προχωρήσει χωρίς υποχωρήσεις στα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στην επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, στις σχέσεις με την Τουρκία, στην αμυντική συνεργασία με το Ισραήλ, στην απόκτηση των F-35 και στον γεωπολιτικό διάδρομο IMEC, ενώ εξαπέλυσε αιχμές κατά της αντιπολίτευσης για την κριτική της στα εθνικά θέματα.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Σε μια συνέντευξη με ιδιαίτερο γεωπολιτικό ενδιαφέρον στον ραδιοφωνικό σταθμό ΣΚΑΪ 100,3 και τον Άρη Πορτοσάλτε, την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε τις βασικές προτεραιότητες της ελληνικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής, εστιάζοντας στην ενίσχυση της στρατηγικής συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, στην ενεργειακή ασφάλεια και στην προοπτική της Ελλάδας να αποτελέσει κρίσιμο κόμβο διασυνδεσιμότητας μεταξύ Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Ινδίας.

Ιδιαίτερη βαρύτητα είχαν οι αναφορές του στο Great Sea Interconnector, σε μια περίοδο κατά την οποία η υλοποίηση της ηλεκτρικής διασύνδεσης βρίσκεται στο επίκεντρο των ελληνοτουρκικών σχέσεων και των ευρύτερων γεωπολιτικών ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η επίσκεψη Ρούμπιο και η στρατηγική σχέση Ελλάδας–ΗΠΑ

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε θετικό το αποτύπωμα της επίσκεψης του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα, επισημαίνοντας ότι επιβεβαιώθηκε η σημασία της Ελλάδας για την αμερικανική εξωτερική πολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο.

«Η επίσκεψη αυτή του Μάρκο Ρούμπιο έγινε στα πλαίσια του Στρατηγικού Διαλόγου Ηνωμένων Πολιτειών-Ελλάδος, είναι μια θεσμοθετημένη διαδικασία ενίσχυσης των διμερών μας σχέσεων. Και θέλω να θυμίσω στους ακροατές σας ότι ο κύριος Ρούμπιο δεν ταξιδεύει συχνά στο εξωτερικό για να συμμετέχει σε τέτοιου είδους στρατηγικούς διαλόγους. Το έχει κάνει μία φορά μόνο, πήγε στην Ινδία πέρυσι, και η δεύτερη φορά που το έκανε είναι να έρθει στην Ελλάδα».

Σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, οι διμερείς σχέσεις έχουν πλέον αποκτήσει ευρύτερο περιεχόμενο, πέρα από την παραδοσιακή αμυντική συνεργασία.

«Είχα την ευκαιρία να τον συναντήσω κι εγώ, και νομίζω ότι η επίσκεψή του αυτή επιβεβαίωσε το εξαιρετικό πλαίσιο των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, σχέσεις οι οποίες έχουν προφανώς μια έντονη αμυντική και πολιτικοδιπλωματική διάσταση, αλλά που επεκτείνονται πλέον και σε ζητήματα ενέργειας, διασυνδεσιμότητας, και επενδύσεων. Άρα, νομίζω ότι αναμφίβολα το αποτύπωμα ήταν θετικό».

Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η Ελλάδα έχει αναδειχθεί σε αναντικατάστατο στρατηγικό εταίρο των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ανατολική Μεσόγειο, συνδέοντας τον ρόλο αυτό με τις αμυντικές επενδύσεις, τις ενεργειακές υποδομές και τη γεωγραφική θέση της χώρας.

Great Sea Interconnector: Ευρωπαϊκό έργο με αμερικανική και γαλλική υποστήριξη

Στο ζήτημα της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανέλαβε τη θέση ότι το έργο μπορεί και πρέπει να προχωρήσει χωρίς εκπτώσεις στα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας.

Επικαλέστηκε τη στήριξη της αμερικανικής κυβέρνησης, αλλά και την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση του έργου, υπογραμμίζοντας τη συμμετοχή της Γαλλίας μέσω του επενδυτικού κεφαλαίου Meridiam.

«Νομίζω ότι και ο κύριος Ρούμπιο είπε ξεκάθαρα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες στηρίζουν αυτά τα έργα διασυνδεσιμότητας. Και τα στηρίζουν, πιστεύω, ακριβώς για το καλό, γι’ αυτό μπορεί να καταλήξει μέχρι το Ισραήλ, κάτι το οποίο προφανώς ενδιαφέρει ιδιαίτερα τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αλλά το έργο αυτό δεν είναι πια ένα ελληνοκυπριακό έργο. Είναι ένα ευρωπαϊκό έργο, εξαρχής ήταν ευρωπαϊκό έργο, διότι θέλω να θυμίσω ότι λαμβάνει παραπάνω από 600 εκατομμύρια ευρωπαϊκή επιδότηση. Και τώρα, βέβαια, με τη συμμετοχή της Γαλλίας και του γαλλικού επενδυτικού κεφαλαίου Meridiam, ως πλειοψηφικού μετόχου στο έργο, καταλαβαίνετε ότι πια αυτό το έργο ενδιαφέρει πολιτικά, οικονομικά, και την φίλη Γαλλία. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες».

Η τοποθέτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η ελληνική κυβέρνηση επιχειρεί να αναδείξει τη διεθνή διάσταση του Great Sea Interconnector, απέναντι στις τουρκικές παρεμβάσεις και διεκδικήσεις στην περιοχή.

Ωστόσο, το κρίσιμο ζήτημα παραμένει η πρακτική συνέχιση των ερευνών και των εργασιών πόντισης του καλωδίου. Η πολιτική υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών και της Γαλλίας αποτελεί σημαντική παράμετρο, χωρίς από μόνη της να απαντά στο ερώτημα της αντιμετώπισης ενδεχόμενων νέων τουρκικών παρεμβάσεων.

IMEC: Η Ελλάδα γέφυρα προς τη Μέση Ανατολή και την Ινδία

Σημαντική ήταν και η αναφορά του Κυριάκου Μητσοτάκη στον οικονομικό διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC), τον οποίο συνέδεσε ευθέως με τις ελληνικές ενεργειακές και μεταφορικές υποδομές.

«Εγώ θέλω να θυμίσω ότι η Ελλάδα δεν είναι απλά μια χώρα η οποία είναι ενταγμένη στο σκληρό πυρήνα της Δύσης. Είναι μια χώρα η οποία είναι και μια γέφυρα αυτή τη στιγμή προς τη Μέση Ανατολή, προς την περιοχή του Κόλπου, και προς την Ινδία. Δεν αναφέρομαι τυχαία στην Ινδία, γιατί θεωρώ ότι αυτός ο νέος γεωπολιτικός και γεωοικονομικός διάδρομος στον οποίο αποκαλούμε IMEC, Ινδία-Μέση Ανατολή-Ευρώπη, έχει καθοριστική σημασία για τη χώρα μας. Είμαστε ένας κρίσιμος κρίκος σε αυτή την αλυσίδα, αρκεί να το δει κανείς στον χάρτη της δυνατότητας που έχουμε στα θέματα διασυνδεσιμότητας. Και εκεί εντάσσονται, βέβαια, και τα μεγάλα έργα διασυνδεσιμότητας, όπως ”τα”, όχι ”το”, γιατί δεν είναι ένα μόνο, όπως τα ηλεκτρικά καλώδια, τα οποία τελικά καταλήγουν στην πατρίδα μας».

Η αναφορά στον IMEC εντάσσει τις ελληνικές ενεργειακές διασυνδέσεις σε μια ευρύτερη στρατηγική, στην οποία η χώρα φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως πύλη εισόδου εμπορίου, ενέργειας και επενδύσεων προς την ευρωπαϊκή αγορά.

Ισραήλ: Στρατηγική σχέση με το κράτος, όχι κατ’ ανάγκη με την κυβέρνηση

Ο πρωθυπουργός υπερασπίστηκε τη στρατηγική συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ, διαχωρίζοντας τις διακρατικές σχέσεις από την πολιτική της εκάστοτε ισραηλινής κυβέρνησης.

Αναφέρθηκε συγκεκριμένα στην ανάπτυξη του ελληνικού αμυντικού συστήματος «Ασπίδα του Αχιλλέα», παρουσιάζοντας τη συνεργασία με το Ισραήλ ως χαρακτηριστικό παράδειγμα μεταφοράς προηγμένης αμυντικής τεχνολογίας.

«Θα πω ότι η στρατηγική σχέση της Ελλάδος είναι με το κράτος του Ισραήλ, όχι κατ’ ανάγκη με τη σημερινή κυβέρνηση. Αυτή η στρατηγική σχέση, η οποία έχει πολλαπλά οφέλη για την χώρα μας, να δώσω μόνο ένα παράδειγμα, ο ‘’θόλος του Αχιλλέα’’ είναι ένα υπερσύγχρονο αμυντικό σύστημα. Νομίζετε ότι οι Ισραηλινοί το πουλάνε σε οποιονδήποτε; Με πολύ προχωρημένη τεχνολογία και με δυνατότητα της πατρίδας μας να έχει την ιδιοκτησία και το software του κώδικα, του πηγαίου κώδικα, για την ανάπτυξη αυτού του συστήματος. Να λοιπόν ένα άμεσο όφελος από αυτήν την ισχυρή πολιτική σχέση. Θα έλεγα όμως, γιατί υπάρχει, μπορεί να υπάρχει μια βάση σε αυτήν την κριτική, ότι αυτή η σχέση δεν έχει αποβεί εις βάρος των πολύ ισχυρών δεσμών που έχει η πατρίδα μας με τον αραβικό κόσμο, με την παλαιστινιακή αρχή. Ούτε μας έχει εμποδίσει να εκφραστούμε ανοιχτά και να επικρίνουμε την κυβέρνηση του Ισραήλ, όταν αυτή ξεπερνάει τα όρια, όπως παραδείγματος χάρη έχει συμβεί επανειλημμένα στη Δυτική Όχθη, πιέζουμε για να πάμε από την πρώτη φάση του Σχεδίου Ειρήνης Τραμπ στη Γάζα στη δεύτερη, αλλά έχουμε ασκήσει, και θα έλεγα, μια κριτική στο Ισραήλ, οπότε κρίνουμε ότι η παρούσα κυβέρνηση κινείται με έναν τρόπο ο οποίος δεν συνάδει με τις δικές μας αρχές και αξίες».

Με την τοποθέτησή του ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε να καταστήσει σαφές ότι η συνεργασία με το Ισραήλ δεν περιορίζει τις διπλωματικές σχέσεις της Ελλάδας με τις αραβικές χώρες και την Παλαιστινιακή Αρχή.

F-35: Αιχμές κατά Τσίπρα και αναφορά στον αποκλεισμό της Τουρκίας

Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίστηκε ο πρωθυπουργός απέναντι στον Αλέξη Τσίπρα, με αφορμή τις δημόσιες τοποθετήσεις του για την ελληνική εξωτερική πολιτική και τα εξοπλιστικά προγράμματα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποστήριξε ότι η Ελλάδα βρίσκεται ήδη στο πρόγραμμα των F-35, ενώ η Τουρκία εξακολουθεί να παραμένει εκτός, εξαιτίας της απόκτησης των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400.

«Μου κάνει πολύ εντύπωση πώς ένας άνθρωπος ο οποίος ήταν πρωθυπουργός της χώρας για 4,5 χρόνια και φιλοδοξεί να επανέλθει στην πολιτική, δεν γνωρίζει τα βασικά. Δεν αναφέρομαι στο θέμα του καλωδίου, διότι, αυτό μπορεί να είναι ενδεχομένως και ένα επαναλαμβανόμενο σαρδάμ. Αλλά το γεγονός ότι ο κύριος Τσίπρας δεν γνωρίζει ή δεν θέλει να γνωρίζει ή δεν ομολογεί ότι σήμερα η Ελλάδα είναι ενταγμένη στο πρόγραμμα των F-35 και ότι αυτά θα έρθουν ουσιαστικά το ’29 και το ’30 στην χώρα μας, ότι οι πιλότοι μας σύντομα θα αρχίσουν να εκπαιδεύονται, ότι ξεκινάμε τις πολύ σημαντικές επενδύσεις στη βάση της Ανδραβίδας για να τα υποδεχθούμε, και ότι η Τουρκία αυτή τη στιγμή που μιλάμε, τουλάχιστον, είναι εκτός των προγραμμάτων F-35. Και περίπου να προεξοφλεί ο κύριος Τσίπρας ότι η Τουρκία θα πάρει τα F-35 όταν αυτό δεν είναι κάτι που το λένε ούτε καν οι Τούρκοι, μου κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση. Από εκεί και πέρα, ας το κρίνουν οι ακροατές σας αυτό, αν αυτός συνιστά υπεύθυνη στάση. Να πω μόνο το εξής. Ο κύριος Τσίπρας είναι πρωθυπουργός. Όταν η Τουρκία παρήγγειλε τα F-35, και θα παραλάμβανε 100 F-35, αν δεν έκανε το λάθος, να αγοράσει ταυτόχρονα και το σύστημα S-400. Θυμάστε εσείς καμία δήλωση του κυρίου Τσίπρα να αντιτίθεται στην επιλογή των Ηνωμένων Πολιτειών να πουλήσουν F-35 στην Τουρκία; Γιατί εγώ δεν θυμάμαι καμία».

Ο πρωθυπουργός συνέδεσε την απόκτηση των F-35 με την ευρύτερη προσπάθεια διατήρησης ποιοτικού στρατιωτικού πλεονεκτήματος έναντι της Τουρκίας, στην οποία εντάσσονται επίσης οι αναβαθμίσεις των F-16 και η ενίσχυση του Πολεμικού Ναυτικού.

Ελληνοτουρκικά: «Ελαφρύς κυματισμός» στο Αιγαίο

Για τις σχέσεις με την Τουρκία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να περιγράψει την κατάσταση χρησιμοποιώντας έναν χαρακτηρισμό χαμηλών τόνων, παρά τις διαφορές που εξακολουθούν να υφίστανται μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας.

«Τα νερά στο Αιγαίο υπάρχει ένα αεράκι, ας πούμε, ένας ελαφρύς κυματισμός, αλλά ούτε αυτό είναι ασυνήθιστο, ξέρετε. Όπως ο καιρός αλλάζει και έχουμε μπουνάτσες και ενίοτε έχουμε και μελτέμια. Το ίδιο συμβαίνει και στις ελληνοτουρκικές συναντήσεις με τον Τούρκο πρόεδρο».

Παράλληλα, διευκρίνισε ότι δεν υπάρχει προγραμματισμένη συνάντηση με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, υπενθυμίζοντας πάντως ότι έχει πραγματοποιήσει περισσότερες συναντήσεις με τον Τούρκο πρόεδρο από οποιονδήποτε προηγούμενο Έλληνα πρωθυπουργό.

Η προσέγγιση αυτή αντανακλά την πρόθεση της ελληνικής κυβέρνησης να διατηρήσει ανοικτούς τους διαύλους επικοινωνίας με την Άγκυρα, την ώρα που παραμένουν ανοικτά σημαντικά ζητήματα στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο.

Αμυντικές δαπάνες: Το 3,5% του ΑΕΠ και η κριτική στην αντιπολίτευση

Ο πρωθυπουργός υπερασπίστηκε την κυβερνητική πολιτική των αυξημένων αμυντικών δαπανών, τονίζοντας ότι η ασφάλεια της χώρας αποτελεί θεμελιώδη προτεραιότητα.

«Μερικές φορές έχω την αίσθηση ότι αυτοί οι οποίοι θέλουν να μας ασκήσουν κριτική, περίπου εύχονται να υπάρχουν στραβοπατήματα στα εθνικά θέματα. Είτε η κριτική αυτή έρχεται από τα αριστερά, είτε έρχεται από τα δεξιά. Θα τους συνιστούσα να είναι πιο προσεκτικοί και να μην σπεύδουν με τέτοιο τρόπο να εκπέμψουν την εμπάθεια τους προς την κυβέρνηση και προς εμένα προσωπικά. Εδώ μιλάμε για εθνικά ζητήματα, στα οποία θα έπρεπε να υπάρχει ένα βασικό πλαίσιο συνεννόησης. Δυστυχώς, λυπάμαι, διότι αυτό το οποίο όλοι στο εξωτερικό μας πιστώνουν, ότι η Ελλάδα έχει ενισχυθεί σημαντικά, όχι μόνο οικονομικά, αλλά και αμυντικά τα τελευταία χρόνια. Κάποιοι το προσπερνούν στη χώρα μας, σαν να είναι κάτι περίπου αυτονόητο. Το γεγονός ότι μπορούμε σήμερα να έχουμε δημοσιονομικά πλεονάσματα, αλλά ταυτόχρονα να δαπανούμε και 3,5% του ΑΕΠ μας στην άμυνα, δεν ήταν κάτι εύκολο. Και αυτό γίνεται από το υστέρημα του Έλληνα πολίτη. Αν δαπανούσαμε λιγότερα χρήματα στην άμυνα, θα μπορούσαμε να διαθέσουμε περισσότερους πόρους για, παράδειγμα, για την ενεργειακή στήριξη. Το συμβόλαιο όμως το οποίο έχουμε υπογράψει με την κοινωνία, θεωρώ ότι οι προτάσεις την ασφάλεια της χώρας ως το υπέρτατο αγαθό το οποίο πρέπει να υπερασπιστούμε. Και γι’ αυτό και δαπανούμε αυτούς τους πόρους, γι’ αυτό και αποκτούμε τη (φρεγάτα) Belharra, γι’ αυτό και αναβαθμίζουμε τα F-16, γι’ αυτό και επενδύουμε στο ‘’θόλο του Αχιλλέα’’».

Η αναφορά στο 3,5% του ΑΕΠ αναδεικνύει το βάρος που αποδίδει η κυβέρνηση στις αμυντικές δαπάνες, παρά τις δημοσιονομικές και κοινωνικές πιέσεις.

Κύπρος, Ουκρανία και διεθνές δίκαιο

Στις αναφορές του για τη Ρωσία και τον πόλεμο στην Ουκρανία, ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας στηρίζεται στον σεβασμό του διεθνούς δικαίου και της εδαφικής ακεραιότητας των κρατών.

Συνέδεσε μάλιστα τη στάση της Αθήνας απέναντι στη ρωσική εισβολή με το Κυπριακό, υπενθυμίζοντας τη συνεχιζόμενη τουρκική κατοχή.

«Μην ξεχνάμε ότι η πατρίδα μας και ο ελληνισμός κουβαλάει ακόμα ανοιχτή την πληγή της Κύπρου. Όπου 52 χρόνια μετά έχουμε να διαχειριστούμε μια εισβολή και μια κατοχή ενός σημαντικού τμήματος του νησιού».

Πρόκειται για μια αναφορά που συνδέει τη σταθερή ελληνική θέση υπέρ της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας με την ανάγκη συνεπούς εφαρμογής των ίδιων αρχών στην περίπτωση της Κύπρου.

Ενέργεια: Κάθετος Διάδρομος, Chevron και γεωτρήσεις το 2027

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναφέρθηκε επίσης στη στρατηγική αναβάθμιση της Ελλάδας μέσω του Κάθετου Διαδρόμου φυσικού αερίου, τονίζοντας ότι η χώρα μπορεί να λειτουργήσει ως πάροχος ενεργειακής ασφάλειας για τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη.

«Και κλείνω με τον κάθετο διάδρομο. Είναι δεδομένο αυτό ότι έχει τελειώσει αυτό το θέμα. Μα ο κάθετος διάδρομος ήδη υπάρχει και ήδη λειτουργεί. Τι είναι ο κάθετος διάδρομος για να το εξηγήσουμε απλά; Είναι η πολιτική επιλογή της κυβέρνησης να αξιοποιήσει ενεργειακές υποδομές τις οποίες διαθέτει, τους αγωγούς μας, αλλά και τους σταθμούς επαναεργοποίησης φυσικού αερίου, το οποίο μεταφέρεται υγροποιημένο, προκειμένου να μπορούμε να τροφοδοτήσουμε τους βόρειους γείτονές μας. Το γεγονός ότι η Ελλάδα καθίσταται σήμερα ένας πάροχος ενεργειακής ασφάλειας για τα Βαλκάνια, αλλά και για άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, νομίζω ότι αναβαθμίζει συνολικά το γεωγραφικό μας αποτύπωμα. Και βέβαια να πω και κάτι ακόμα. Ότι η Αμερική και η κυβέρνηση, αλλά και οι εταιρείες επέλεξαν αυτό να το κάνουν μέσω της Ελλάδας. Θα μπορούσαν να το κάνουν και μέσω άλλης χώρας. Άρα νομίζω ότι εκεί αναμφίβολα το αποτύπωμα είναι θετικό. Και συνέπεια θα σας έλεγα και με μια συνολική επιλογή της χώρας μας. Από τη μία να επενδύσει στην πράσινη μετάβαση με πολύ γρήγορους ρυθμούς, από την άλλη να ψάξουμε κι εμείς να δούμε αν έχουμε φυσικό αέριο. Και το κάνουμε με αμερικανικές εταιρείες. Και όταν η Chevron, για παράδειγμα, πηγαίνει νοτίως της Κρήτης και συνομιλεί με την ελληνική κυβέρνηση, αυτό είναι μια άμεση, ούτε καν έμμεση, αναγνώριση ότι η Ελλάδα ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα νοτίως της Κρήτης. Και βέβαια να ενημερώσω τους ακροατές μας ότι θα έχουμε την πρώτη ερευνητική γεώτρηση δυτικά της Κέρκυρας από την Exxon, το δεύτερο τρίμηνο του 2027. Αυτό έχει να γίνει 40 χρόνια μετά».

Η αναφορά στην Chevron αποκτά πρόσθετη γεωπολιτική σημασία λόγω των τουρκικών και λιβυκών διεκδικήσεων στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή νοτίως της Κρήτης.

Παράλληλα, η αναγγελία της πρώτης ερευνητικής γεώτρησης δυτικά της Κέρκυρας το δεύτερο τρίμηνο του 2027 αποτελεί συγκεκριμένο χρονικό ορόσημο για την κυβερνητική στρατηγική αναζήτησης υδρογονανθράκων.

Το γεωπολιτικό αποτύπωμα των δηλώσεων

Η συνέντευξη Μητσοτάκη αποτυπώνει την κυβερνητική επιδίωξη να εντάξει την ελληνική εξωτερική πολιτική σε ένα ευρύτερο δίκτυο αμυντικών, ενεργειακών και οικονομικών συνεργασιών.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η ενίσχυση της συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η διατήρηση της στρατηγικής σχέσης με το Ισραήλ, η αναβάθμιση των δεσμών με την Ινδία και η αξιοποίηση της ελληνικής γεωγραφικής θέσης ως κόμβου μεταξύ τριών ηπείρων.

Ωστόσο, το ζήτημα της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πρακτικά τεστ αυτής της στρατηγικής.

Οι δηλώσεις του πρωθυπουργού περί μη υποχώρησης στα κυριαρχικά δικαιώματα διατυπώνουν την πολιτική θέση της Αθήνας. Το επόμενο κρίσιμο βήμα είναι η υλοποίηση του έργου και η δυνατότητα συνέχισης των εργασιών χωρίς να επιβληθούν περιορισμοί που θα αμφισβητούν την άσκηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πώς ερμήνευσε η Τουρκία τα μηνύματα του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών από την Αθήνα;

Ο Ρούμπιο παρουσίασε την Αθήνα ως εταίρο που προσφέρει λύσεις στην άμυνα, την ενέργεια και τη διαχείριση των συνόρων

Δημοσιεύτηκε

στις

Του Χρήστου Κωνσταντινίδη, Middle East Forum

Κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο εκφώνησε μια συγκλονιστική ομιλία στις 7 Οκτωβρίου 2026 στην Πνύκα, απέναντι από την Ακρόπολη, μόλις λίγα μέτρα από το σημείο όπου ο Απόστολος Παύλος κήρυξε το Ευαγγέλιο στους αρχαίους Αθηναίους. Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών τοποθέτησε την Ελλάδα στο επίκεντρο της ιστορικής κληρονομιάς της Δύσης και της σύγχρονης στρατηγικής συνεργασίας.

Ο Ρούμπιο χρησιμοποίησε την αρχαία Ελλάδα για να θεμελιώσει το όραμα της κυβέρνησης Τραμπ για την εθνική ισχύ, την κυριαρχία και τη δυτική αναγέννηση. Συνέδεσε την ελληνική παράδοση με το καθήκον, την αριστεία και την προθυμία υπεράσπισης της πατρίδας. Παρουσίασε την Ελλάδα ως υπόδειγμα συμμάχου και κάλεσε την Ευρώπη να ακολουθήσει το παράδειγμά της. Με απλά λόγια, ο Ρούμπιο παρουσίασε την Αθήνα ως εταίρο που προσφέρει λύσεις στην άμυνα, την ενέργεια και τη διαχείριση των συνόρων.

Αυτό έστειλε ένα έμμεσο μήνυμα στην Τουρκία: οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνωρίζουν την αξία της Ελλάδας αυτοτελώς και όχι μόνο ως αντίβαρο στην Άγκυρα. Δείχνει επίσης ότι η γεωγραφία και το στρατιωτικό μέγεθος δεν αρκούν για να εξασφαλίσουν αποκλειστική προνομιακή μεταχείριση. Η Ελλάδα έχει εδραιώσει την αξιοπιστία της και η συμμετοχή της σε ενεργειακές και αμυντικές συνεργασίες δημιουργεί επιλογές που περιορίζουν τη δυνατότητα της Τουρκίας να εμφανίζεται ως αναντικατάστατος μεσολαβητής.

Το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας και Κύπρου αποτελεί την πρακτική δοκιμασία αυτής της σχέσης. Σε κοινή συνέντευξη Τύπου, ο Ρούμπιο εξέφρασε τη στήριξή του στην επιτυχία των ενεργειακών έργων, αλλά απέφυγε τη δημόσια αντιπαράθεση με την Τουρκία, παραπέμποντας τα ευαίσθητα ζητήματα σε ιδιωτικές διπλωματικές συνομιλίες.

Στη συνέντευξή του στον Αλέξη Παπαχελά για την «Καθημερινή», ο Ρούμπιο έγινε σαφέστερος. Χαρακτήρισε αδιανόητη μια ελληνοτουρκική σύγκρουση και περιέγραψε σχέδια διπλωματικής κινητοποίησης για το καλώδιο. Η Ουάσιγκτον αναγνωρίζει ότι το έργο εξυπηρετεί και τα δικά της συμφέροντα. Η αποτροπή μιας σύγκρουσης, όμως, πρέπει να σημαίνει αποτροπή του εξαναγκασμού που την προκαλεί. Διαφορετικά, η διατήρηση της ηρεμίας μπορεί να καταλήξει στην επιβράβευση εκείνου —της Τουρκίας— που απειλεί να τη διαταράξει.

Ο τρόπος με τον οποίο τα τουρκικά Μέσα κάλυψαν την επίσκεψη δείχνει ότι η Άγκυρα έλαβε το μήνυμα.

Η Hürriyet παρουσίασε τον Ρούμπιο ως την τελευταία ελπίδα της Αθήνας απέναντι στην Άγκυρα. Η Milliyet στάθηκε στους επαίνους του Αμερικανού υπουργού προς την Ελλάδα, ενώ η φιλοκυβερνητική Türkiye είχε ήδη επιχειρήσει, στις 5 Οκτωβρίου, να παρουσιάσει την ελληνική στρατηγική ως αποτυχημένη, προβάλλοντας την τουρκική αμυντική βιομηχανία και τις ευρωπαϊκές συνεργασίες της Άγκυρας. Το A Haber και η Cumhuriyet έστρεψαν την προσοχή στις διαδηλώσεις, παρουσιάζοντας την υποδοχή του Ρούμπιο ως μεγάλο σοκ. Η εθνικιστική Aydınlık περιέγραψε την ενίσχυση του άξονα ΗΠΑ–Ελλάδας ως κίνηση κατά της Τουρκίας και συνέδεσε τον Κάθετο Διάδρομο με τον περιορισμό του τουρκικού ενεργειακού βάρους.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η ανάλυση του Γκιουρσέλ Τοκμάκογλου, πρώην επικεφαλής του τμήματος πληροφοριών της τουρκικής αεροπορίας, στην τουρκική έκδοση της Independent. Διαχώρισε την ομιλία από ένα αντιτουρκικό δόγμα, αλλά εκτίμησε ότι η ευρύτερη συνεργασία περιορίζει τα διαπραγματευτικά πλεονεκτήματα της Τουρκίας. Οι αντιδράσεις στον τουρκικό Τύπο δείχνουν ξεκάθαρα πόσο ενόχλησαν την Άγκυρα η επίσκεψη και η ομιλία, ιδιαίτερα από τη στιγμή που η περιοδεία του Ρούμπιο δεν περιλάμβανε στάση στην Τουρκία.

Υπάρχει, όμως, και η άλλη όψη της εικόνας. Την ημέρα της ομιλίας Ρούμπιο στην Πνύκα, δύο οπλισμένα F-16, ένα CN-235 και τρία άοπλα τουρκικά drones πραγματοποίησαν τέσσερις παραβιάσεις του ελληνικού εθνικού εναέριου χώρου και τρεις παραβάσεις των κανόνων εναέριας κυκλοφορίας στο FIR Αθηνών, ενώ την προηγουμένη είχαν σημειωθεί δεκαπέντε παραβιάσεις του εναέριου χώρου. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να αξιολογήσουν σοβαρά αυτήν τη συμπεριφορά. Όταν τουρκικά αεροσκάφη παραβιάζουν τον ελληνικό εναέριο χώρο ενώ ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών βρίσκεται στην Αθήνα, η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να μένει αδιάφορη απέναντι σε αυτήν την αντίδραση.

Ο Ρούμπιο μίλησε για κυριαρχία και αξιόπιστες συμμαχίες. Οι προκλητικές παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου από την Τουρκία, την ημέρα της επίσκεψης του επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας, κάθε άλλο παρά εμπιστοσύνη στην αξιοπιστία της εμπνέουν. Ενισχύουν ξεκάθαρα το επιχείρημα ότι η Άγκυρα δεν έχει καμία πρόθεση να εγκαταλείψει την αναθεωρητική πολιτική και τις παράνομες αξιώσεις της στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, όπως αποτυπώνονται στο δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» και στο τουρκολιβυκό μνημόνιο κατανόησης.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Χτίζεται ισχυρός αμυντικός άξονας μεταξύ Ελλάδας και Ινδίας! Η κίνηση Δένδια και η γεωπολιτική απάντηση στη συνεργασία Τουρκίας–Πακιστάν

Η Αθήνα ανοίγει νέα σελίδα στη στρατηγική συνεργασία με το Νέο Δελχί, επενδύοντας στην αμυντική βιομηχανία, τις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις και την ασφάλεια των θαλάσσιων διαδρόμων. Η συνάντηση του Νίκου Δένδια με τον Ινδό πρέσβη αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς η σύμπλευση Ελλάδας και Ινδίας αναπτύσσεται παράλληλα με τη στενή στρατιωτική συνεργασία Άγκυρας και Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Η Ελλάδα διευρύνει το αποτύπωμά της στον διεθνή γεωπολιτικό χάρτη, αναπτύσσοντας στρατηγικές σχέσεις με χώρες που μπορούν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου και των θαλάσσιων οδών που συνδέουν την Ευρώπη με την Ασία. Σε αυτή την κατεύθυνση εντάσσεται και η εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας με την Ινδία, μία από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνάμεις παγκοσμίως.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν στις 8 Οκτωβρίου 2026, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Νίκος Δένδιας, συναντήθηκε με τον πρέσβη της Ινδίας στην Αθήνα, Ravi Shankar, με αντικείμενο τις προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης των διμερών αμυντικών σχέσεων και τις προκλήσεις στο περιφερειακό περιβάλλον ασφαλείας.

Η διπλωματική αυτή επαφή αποκτά ιδιαίτερη σημασία εάν εξεταστεί σε συνδυασμό με τις πρωτοβουλίες που έχουν αναλάβει οι δύο χώρες τα τελευταία χρόνια. Η Ελλάδα και η Ινδία δεν περιορίζονται πλέον σε διακηρύξεις καλών προθέσεων, αλλά έχουν ήδη αναπτύξει ένα συγκεκριμένο πλαίσιο στρατιωτικής συνεργασίας, που περιλαμβάνει κοινές ασκήσεις, ανταλλαγή επιχειρησιακής τεχνογνωσίας και ενίσχυση των δεσμών μεταξύ των αμυντικών τους βιομηχανιών.

Η συμφωνία Δένδια–Singh που άνοιξε τον δρόμο

Καθοριστικής σημασίας για την πορεία των ελληνοϊνδικών σχέσεων υπήρξε η επίσημη επίσκεψη του Νίκου Δένδια στο Νέο Δελχί, στις 9 Φεβρουαρίου 2026, και η συνάντησή του με τον Ινδό ομόλογό του Rajnath Singh.

Οι δύο υπουργοί υπέγραψαν Κοινή Δήλωση Προθέσεων για την ενίσχυση της διμερούς αμυντικής βιομηχανικής συνεργασίας, η οποία προβλέπει την επεξεργασία πενταετούς οδικού χάρτη. Παράλληλα, ανταλλάχθηκε το Πρόγραμμα Διμερούς Στρατιωτικής Συνεργασίας για το 2026.

Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία επιχειρεί να συνδέσει την ελληνική «Ατζέντα 2030» με την ινδική πολιτική αμυντικής αυτοδυναμίας «Aatmanirbhar Bharat», δημιουργώντας προϋποθέσεις για τη συνεργασία επιχειρήσεων, ερευνητικών κέντρων και αμυντικών οργανισμών.

Για την Αθήνα, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στη δυνατότητα πρόσβασης σε νέες τεχνολογίες και στην ανάπτυξη εγχώριων παραγωγικών δυνατοτήτων. Αντίστοιχα, η Ινδία αποκτά έναν πρόσθετο εταίρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ, με στρατηγική γεωγραφική θέση στην Ανατολική Μεσόγειο.

Από τα ελληνικά F-16 στην Ινδία μέχρι τις ινδικές φρεγάτες στο Αιγαίο

Η ελληνοϊνδική στρατιωτική συνεργασία έχει αποκτήσει ήδη επιχειρησιακό περιεχόμενο.

Τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 2024, τέσσερα ελληνικά μαχητικά F-16 Block 52+ Advanced της 336 Μοίρας συμμετείχαν στη διεθνή αεροπορική άσκηση «Tarang Shakti 24», στην αεροπορική βάση Jodhpur της Ινδίας.

Η συγκεκριμένη αποστολή αποτέλεσε ένα σημαντικό βήμα για την Πολεμική Αεροπορία, καθώς ελληνικά μαχητικά επιχειρούσαν σε μία ιδιαίτερα απομακρυσμένη γεωγραφική περιοχή, αποκτώντας εμπειρία συνεργασίας με αεροπορικές δυνάμεις διαφορετικών επιχειρησιακών δογμάτων.

Ανάλογη σημασία είχε και η παρουσία ινδικών μαχητικών Su-30MKI στις ελληνικές ασκήσεις «ΗΝΙΟΧΟΣ», με την αεροπορική συνεργασία να δημιουργεί δυνατότητες ανταλλαγής τακτικών γνώσεων και εμπειρίας.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η ναυτική άσκηση που πραγματοποιήθηκε στις 17 και 18 Σεπτεμβρίου 2025 στο Μυρτώο Πέλαγος και στο κεντρικό Αιγαίο.

Στην άσκηση συμμετείχαν η ελληνική φρεγάτα «Θεμιστοκλής», το υποβρύχιο «Πιπίνος», σκάφος ανορθόδοξου πολέμου της Διοίκησης Υποβρυχίων Καταστροφών και η ινδική φρεγάτα INS Trikand.

Οι δύο πλευρές εκπαιδεύτηκαν σε αντικείμενα ανθυποβρυχιακού πολέμου, αντιμετώπισης αεροπορικών απειλών, επιχειρήσεων επιφανείας και ανταλλαγής επιχειρησιακής εικόνας.

Η παρουσία ινδικής πολεμικής μονάδας στο Αιγαίο αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική διάσταση. Καταδεικνύει τη δυνατότητα του Νέου Δελχί να αναπτύσσει στρατιωτική συνεργασία πέρα από τον Ινδικό Ωκεανό, σε μία περιοχή που αποτελεί κομβικό σημείο σύνδεσης της Ευρώπης με την Ασία.

Ο παράγοντας Τουρκία–Πακιστάν

Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της ελληνοϊνδικής προσέγγισης είναι η ευρύτερη γεωπολιτική πραγματικότητα που διαμορφώνεται γύρω από τις σχέσεις Τουρκίας και Πακιστάν.

Άγκυρα και Ισλαμαμπάντ έχουν αναπτύξει στενή στρατιωτική συνεργασία, η οποία περιλαμβάνει εξοπλιστικά προγράμματα, αμυντική τεχνολογία και εκπαίδευση στρατιωτικού προσωπικού.

Η Τουρκία επιδιώκει να ενισχύσει την παρουσία της στη Νότια Ασία, ενώ το Πακιστάν αντιμετωπίζει την Ινδία ως τον βασικό στρατηγικό ανταγωνιστή του.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η προσέγγιση Ελλάδας και Ινδίας δημιουργεί ένα ενδιαφέρον πλέγμα γεωπολιτικών συγκλίσεων.

Για την Αθήνα, η Ινδία αποτελεί έναν εταίρο με σημαντικό στρατιωτικό, οικονομικό και διπλωματικό βάρος. Για το Νέο Δελχί, η Ελλάδα προσφέρει δυνατότητες συνεργασίας σε μία περιοχή όπου η Τουρκία επιχειρεί να διευρύνει την επιρροή της.

Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει δημιουργηθεί επίσημη στρατιωτική συμμαχία εναντίον της Άγκυρας και του Ισλαμαμπάντ. Ωστόσο, η σύγκλιση των στρατηγικών συμφερόντων μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία, ιδιαίτερα στους τομείς της θαλάσσιας ασφάλειας, της αμυντικής τεχνολογίας και της διπλωματικής συνεργασίας.

Η ουσία βρίσκεται στο γεγονός ότι η Ελλάδα αποκτά περισσότερες επιλογές στις διεθνείς συνεργασίες της, ενώ η Ινδία ενισχύει την παρουσία της στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ελλάδα–Κύπρος–Ινδία: Μια συνεργασία με προοπτική στην Ανατολική Μεσόγειο

Στην εξίσωση της ελληνοϊνδικής προσέγγισης αποκτά ξεχωριστή θέση και η Κυπριακή Δημοκρατία.

Κατά την επίσκεψη του Προέδρου Νίκου Χριστοδουλίδη στην Ινδία, στις 20–23 Μαΐου 2026, οι δύο χώρες αναβάθμισαν τις σχέσεις τους σε στρατηγική εταιρική σχέση και ανακοίνωσαν οδικό χάρτη αμυντικής συνεργασίας για την περίοδο 2026–2031.

Οι συμφωνίες περιλαμβάνουν συνεργασία στην αμυντική βιομηχανία, την κυβερνοασφάλεια, τις αναδυόμενες τεχνολογίες και τη θαλάσσια ασφάλεια.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί προϋποθέσεις για έναν ευρύτερο συντονισμό μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Ινδίας, χωρίς να έχει συγκροτηθεί επίσημο τριμερές στρατιωτικό σχήμα.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά ο οικονομικός διάδρομος Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC), ο οποίος φιλοδοξεί να αναβαθμίσει τη συνδεσιμότητα μεταξύ ασιατικών και ευρωπαϊκών αγορών.

Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας και της Κύπρου μπορεί να τους προσφέρει ρόλο στη διαμόρφωση νέων εμπορικών και ενεργειακών διαδρομών. Σύμφωνα με δηλώσεις του Γάλλου ειδικού απεσταλμένου για τον IMEC, τόσο η Ελλάδα όσο και η Κύπρος συγκαταλέγονται στις χώρες που έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για συμμετοχή στην πρωτοβουλία.

Η ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών, η προστασία των υποθαλάσσιων υποδομών και η ανάπτυξη ενεργειακών διασυνδέσεων δημιουργούν πρόσθετα πεδία σύγκλισης.

Drones, ηλεκτρονικός πόλεμος και αμυντική τεχνολογία

Η επόμενη φάση της ελληνοϊνδικής συνεργασίας αναμένεται να κριθεί σε μεγάλο βαθμό στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας.

Η Ινδία έχει επενδύσει στην εγχώρια ανάπτυξη πυραυλικών συστημάτων, μη επανδρωμένων αεροσκαφών, ηλεκτρονικών συστημάτων και στρατιωτικών πλατφορμών.

Η Ελλάδα, από την πλευρά της, επιχειρεί να ενισχύσει τις δυνατότητες της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας και να ενσωματώσει νέες τεχνολογίες στις Ένοπλες Δυνάμεις.

Τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα συστήματα αντιμετώπισης drones, ο ηλεκτρονικός πόλεμος, η τεχνητή νοημοσύνη και οι ναυτικές τεχνολογίες αποτελούν πιθανά πεδία συνεργασίας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δυνατότητα σύνδεσης ινδικών αμυντικών επιχειρήσεων με ελληνικές εταιρείες και ερευνητικούς οργανισμούς.

Πρόκειται, ωστόσο, για προοπτικές που μένει να αποκτήσουν συγκεκριμένο συμβατικό και παραγωγικό περιεχόμενο. Μέχρι στιγμής, η διμερής συμφωνία του Φεβρουαρίου συνιστά κυρίως το θεσμικό πλαίσιο για την ανάπτυξη τέτοιων συνεργασιών.

Το στρατηγικό διακύβευμα για την Αθήνα

Η εμβάθυνση των σχέσεων με το Νέο Δελχί έχει ευρύτερη σημασία για την ελληνική εξωτερική πολιτική.

Σε μια περίοδο κατά την οποία οι στρατηγικοί ανταγωνισμοί επεκτείνονται από την Ανατολική Μεσόγειο έως τον Ινδοειρηνικό, η Ελλάδα επιδιώκει να δημιουργήσει ένα ευρύτερο δίκτυο συνεργασιών, πέρα από τους παραδοσιακούς ευρωπαϊκούς και ατλαντικούς συμμάχους της.

Η Ινδία αποτελεί έναν σημαντικό συνομιλητή σε αυτή την προσπάθεια, καθώς διαθέτει αυξανόμενη διεθνή οικονομική επιρροή, ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ασφάλεια των διεθνών εμπορικών οδών.

Η στενότερη συνεργασία δεν μεταβάλλει αυτομάτως τις στρατιωτικές ισορροπίες στο Αιγαίο ούτε συνεπάγεται ότι το Νέο Δελχί θα εμπλακεί σε ενδεχόμενη ελληνοτουρκική κρίση.

Δημιουργεί, όμως, πρόσθετες δυνατότητες διπλωματικής συνεννόησης, στρατιωτικής εκπαίδευσης και αμυντικής τεχνολογικής ανάπτυξης.

Από την άλλη πλευρά, η Ινδία αποκτά μεγαλύτερη πρόσβαση σε ένα κρίσιμο γεωγραφικό περιβάλλον, συνδέοντας σταδιακά τα στρατηγικά της συμφέροντα στον Ινδικό Ωκεανό με τις εξελίξεις στη Μεσόγειο.

Το βασικό ζητούμενο πλέον είναι η μετατροπή αυτής της δυναμικής σε συγκεκριμένα αποτελέσματα. Οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, οι συμφωνίες αμυντικής βιομηχανίας και η συνεργασία στην προστασία θαλάσσιων υποδομών θα αποτελέσουν τα κριτήρια με τα οποία θα αξιολογηθεί το πραγματικό βάθος των ελληνοϊνδικών σχέσεων.

Η συνάντηση Δένδια με τον Ινδό πρέσβη εντάσσεται, σύμφωνα με το σχετικό δημοσίευμα, σε αυτή την προσπάθεια.

Από τα ελληνικά F-16 που πέταξαν στους ουρανούς της Ινδίας έως την παρουσία της φρεγάτας INS Trikand στο Αιγαίο, Αθήνα και Νέο Δελχί έχουν ήδη κάνει ουσιαστικά βήματα προσέγγισης.

Το ερώτημα είναι αν αυτή η σχέση θα εξελιχθεί σε έναν σταθερό άξονα αμυντικής και στρατηγικής συνεργασίας, με διάρκεια και συγκεκριμένο επιχειρησιακό αποτύπωμα.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις7 λεπτά πριν

Financial Times: Ενεργοποιείται η αμυντική συμμαχία Τουρκίας–Πακιστάν–Σαουδικής Αραβίας! Ο πόλεμος στην Υεμένη αλλάζει τις ισορροπίες

Σε φάση επιχειρησιακής ενεργοποίησης περνά η τριμερής αμυντική συμφωνία Τουρκίας, Πακιστάν και Σαουδικής Αραβίας, σύμφωνα με τους Financial Times. Η...

GEOPOLITICO8 λεπτά πριν

Η ώρα της Κάσου πλησιάζει! Αμερικανική στήριξη στο καλώδιο, γαλλική εμπλοκή και τουρκικές απαιτήσεις

Το Great Sea Interconnector επιστρέφει στο επίκεντρο της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης στην Ανατολική Μεσόγειο, μετά τις δηλώσεις του Μάρκο Ρούμπιο υπέρ...

Διεθνή22 λεπτά πριν

Η Αρμενία θέτει στον ΟΗΕ ως επείγον ανθρωπιστικό ζήτημα την κράτηση 19 Αρμενίων ομήρων από το Αζερμπαϊτζάν

Η υπόθεση των 19 Αρμενίων κρατουμένων εξακολουθεί, επομένως, να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ανθρωπιστικά ζητήματα που συνδέονται με τις...

GEOPOLITICO38 λεπτά πριν

Αναβρασμός στην Τουρκία για τις δηλώσεις Ρούμπιο! Τα F-35, η κριτική στον Ερντογάν και το παρασκήνιο του καλωδίου

Αντιδράσεις στην Άγκυρα προκαλούν οι δηλώσεις του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο για τους περιορισμούς που αντιμετωπίζει η Τουρκία στο...

GEOPOLITICO53 λεπτά πριν

Και πάλι μόνοι! Η Ελλάδα αποδυναμώνεται από μέσα

Η ισχύς μιας χώρας θεμελιώνεται στον πληθυσμό, στην παραγωγή και στη λειτουργία του κράτους της. Με αφετηρία τη σκέψη του...

Δημοφιλή