Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ιράν και Ηνωμένες Πολιτείες. Τι θα γίνει από δω και πέρα; – Μια αμερικανική οπτική των γεγονότων

Δημοσιεύτηκε στις

Του George Friedman, “Geopolitical Future”

Για να κατανοήσουμε την τρέχουσα αντιπαράθεση μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών, θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε με τους πολέμους Περσίας-Βαβυλωνίας. Εναλλακτικά, θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε με την απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να αποσύρουν τις δυνάμεις των ΗΠΑ από το Ιράκ μετά την εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα.

Η εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003 έγινε χωρίς αντίδραση από το Ιράν και, μάλιστα, με συγκεκαλυμμένη υποστήριξη. Το Ιράκ και το Ιράν διεξήγαγαν έναν σκληρό πόλεμο κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, με αποτέλεσμα περίπου 1 εκατομμύριο θύματα, ο οποίος κόστισε, συνολικά, 5 δισεκατομμύρια δολάρια.

Λίγο αργότερα, το Ιράκ θα υπερεκτιμούσε τη θέση του εισβάλλοντας στο Κουβέιτ, οδηγώντας στον πρώτο πόλεμο του Κόλπου. Στο Ιράν, ο έλεγχος του Ιράκ από τους Σουνίτες –έναν μειονοτικό πληθυσμό και, το λιγότερο, έναν θρησκευτικό αντίπαλο – ήταν μια υπαρξιακή απειλή. Ως εκ τούτου, η Τεχεράνη ικανοποιήθηκε απο την πτώση του Σαντάμ Χουσεΐν, δεδομένου ότι η απουσία του θα δημιουργούσε μια ευκαιρία για να κυριαρχήσει όποια κυβέρνηση και αν ερχόταν στη συνέχεια.

Ο πόλεμος εξελίχθηκε διαφορετικά. Οι Η.Π.Α. εμπόδισαν τις σιιτικές φιλοδοξίες, πολέμησαν τους Σουνίτες και κατέληξαν σε ένα σταυροδρόμι μεταξύ των δύο. Ο Ομπάμα όταν ανέλαβε καθήκοντα δεσμεύτηκε να τον σταματήσει, σχεδιάζοντας να αποσύρει τα περισσότερα, αλλά όχι όλα, στρατεύματα των Η.Π.Α. και οικοδομώντας έναν ιρακινό στρατό αποτελούμενο από Σουνίτες και Σιίτες που θα ήταν φιλικός προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. (Εντούτοις, το Ιράν αντιτάχθηκε στην προοπτική αυτή). Αλλά τότε ήρθε το Ισλαμικό Κράτος, το οποίο ανάγκασε την Ουάσινγκτον να διατηρήσει στρατεύματα στο Ιράκ και προκάλεσε την παρέμβαση του Ιράν για να μην επιτρέψει στη σουνιτική εξουσία να κρατηθεί στη Βαγδάτη. Οι ΗΠΑ και το Ιράν συχνά συνεργάστηκαν μεταξύ τους στις μάχες που ακολούθησαν.

Ωστόσο, ήταν πάντα προσεκτικοί μεταξύ τους, ως επι το πλείστον, λόγω των προσδοκιών του Ιράν να αναπτύξει πρόγραμμα πυρηνικών όπλων. Η επιδίωξη της Τεχεράνης να αποκτήσει πυρηνικά όπλα οδήγησε σε επιβολή μαζικών κυρώσεων και σε μια ευρέως διακηρυγμένη διαδικτυακή επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στον πυρηνικό εμπλουτισμό του Ιράν, που υποτίθεται ότι ανέβαλε δραματικά την εξέλιξη του προγράμματος.

Αυτό άνοιξε εκ νέου τη δυνατότητα διατήρησης στρατευμάτων στη χώρα, μόλις ο Ντόναλντ Τράμπ ανέλαβε καθήκοντα.

Ο Τράμπ δήλωσε ότι ήθελε να μειώσει τη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, αλλά, επίσης, ενθάρρυνε την αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν. Αυτή η προφανής αντίφαση είχε να κάνει με τη λογική μιας αμερικανικής απόσυρσης.

Για το Ιράν, ο άμεσος έλεγχος ή, τουλάχιστον, η εξουδετέρωση του Ιράκ αποτελεί γεωπολιτική επιταγή, αλλά η Τεχεράνη δεν μπορεί να αντέξει άλλο πόλεμο. Μετά τον πόλεμο κατά του Ισλαμικού Κράτους, η απόσυρση, σε πολύ μικρό αριθμό, στρατιωτικών δυνάμεων των ΗΠΑ έφερνε το Ιράν σε εξαιρετικά ισχυρή θέση. Ταυτόχρονα, το Ιράν διατήρησε αρκετές φιλο-ιρανικές ομάδες στο Λίβανο, τη Συρία, την Υεμένη και το Ιράκ και υποστήριξε το καθεστώς Άσσαντ ακόμη και πριν από τη ρωσική παρέμβαση.

Με άλλα λόγια, το Ιράν είχε χρησιμοποιήσει τις δραστηριότητές του σε διάφορες χώρες, σε συνδυασμό με την απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων, για να δημιουργήσει μια τεράστια σφαίρα επιρροής, κοινώς γνωστή ως «σιιτική ημισέληνος», που εκτείνεται από το Ιράν μέχρι τη Μεσόγειο και σε όλη τη διαδρομή προς την Αραβική Θάλασσα. Αυτή η στρατηγική προωθήθηκε από μια  ελίτ ιρανών στρατηγών, όπως ο Κασέμ Σολεϊμάνι .

Το Ιράν είχε προχωρήσει από το να αμυνθεί μόνο του απέναντι στο Ιράκ στο να αναδειχθεί ως η κύρια δύναμη στη Μέση Ανατολή.

ΚΛΙΜΑΚΩΣΗ ΜΕ ΤΙΣ ΗΠΑ

Η αμερικανική αντίληψη για το Ιράν διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό στην εποχή μετά το 1979, με την κατάληψη της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Τεχεράνη και τον βομβαρδισμό ναυτικής βάσης στη Βηρυτό. Ενώ είναι αλήθεια ότι το Ιράν είναι υπεύθυνο και για τις δύο πράξεις, είναι επίσης αλήθεια ότι το Ιράν συμπεριφέρεται πιο ρεαλιστικά  από ό, τι μερικές φορές παρουσιάζεται.

Συνεργάζεται με τις ΗΠΑ όταν χρειάζεται και ενεργεί εχθρικά όταν κρίνει. Αυτό είναι αρκετά φυσιολογική συμπεριφορά, αλλά δημιουργεί σύγχυση μέσω της οποίας η Ουάσιγκτον πρέπει να πλοηγηθεί.

Έτσι, όταν ήρθε η ώρα να στραφεί προς την Τεχεράνη μετά την ήττα του Ισλαμικού Κράτους, η Ουάσιγκτον είχε δύο στρατηγικές.

Η πρώτη ήταν να υποστηρίξει έναν συνασπισμό κρατών για να υπονομεύσει την αυξανόμενη ιρανική σφαίρα επιρροής. Τα βασικά μέλη αυτού του περίεργου συνασπισμού ήταν το Ισραήλ, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Το Ισραήλ επικεντρώθηκε στην επίθεση στην ιρανική παρουσία στη Συρία (και ενδεχομένως στο Λίβανο). Οι Σαουδάραβες και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα πολεμούσαν τους ιρανούς πληρεξούσιους στην Υεμένη, όπου ξέσπασε μια μάχη μεταξύ των σουνιτών της χώρας, οι οποίοι είχαν εξουδετερωθεί σε μεγάλο βαθμό μετά την πτώση του Σαντάμ, και των σιιτών. Η διαχείριση αυτής της μάχης ανάγκασε τους Αμερικανούς στρατιώτες και το προσωπικό πληροφοριών να παραμείνουν στη χώρα.

Η δεύτερη ήταν να αυξηθούν οι οικονομικές κυρώσεις στο Ιράν, όχι εξαιτίας των πυρηνικών ή των πυραυλικών προγραμμάτων, αλλά για να υπενθυμιστεί στο Ιράν ο κίνδυνος από την οικοδόμηση της σφαίρας επιρροής του. Οι κυρώσεις έβλαψαν σοβαρά την ιρανική οικονομία, ξέσπασαν διαμαρτυρίες, έγιναν συλλήψεις και δόθηκαν  αμνηστίες που συνδέονται συνήθως με την οικονομική πίεση. Η κυβέρνηση στην Τεχεράνη δεν απειλήθηκε υπαρξιακά απο τις κυρώσεις, αλλά αυτές ήταν αρκετές για να πλήξουν την οικονομία, να πυροδοτήσουν εσωτερικές αναταραχές και έτσι να προκαλέσουν μιαν απάντηση. Υπήρξαν ταραχές στον Λίβανο και το Ιράκ, που απειλούσαν την ιρανική κοινωνικοπολιτική επιρροή. Με άλλα λόγια, τα κέρδη που είχε το Ιράν κινδύνευαν να αντιστραφούν, ενώ η ίδια η ιρανική οικονομία εξασθενούσε.

Το Ιράν χρειάστηκε αντίπαλο. Ο στόχος ήταν να αποδειχθεί η αδυναμία των Ηνωμένων Πολιτειών ως εγγυητριών της περιφερειακής σταθερότητας και της ικανότητας των Ιρανών να επιβάλλουν μια εναλλακτική οικονομία και, στη χειρότερη περίπτωση να προκαλέσουν μια παρέμβαση των ΗΠΑ. Το τελευταίο θα ήταν μια παρέμβαση με ανεπαρκή ισχύ που θα μπορούσε να εδραιώσει τη θέση της κυβέρνησης, παρέχοντας σε έναν κατά τα άλλα δυσαρεστημένο πληθυσμό και τις πολιτοφυλακές που υποστηρίζονται από το Ιράν, έναν λόγο που θα τους ενώνει.

Η πρώτη απόπειρα έγινε στον Περσικό Κόλπο, όπου οι Ιρανοί κατέλαβαν διάφορα δεξαμενόπλοια. Η ελπίδα ήταν ότι οι αυξανόμενες τιμές του πετρελαίου και η πίεση στις ΗΠΑ από τους καταναλωτές πετρελαίου θα σταματούσαν τις εχθρικές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν. Ήταν μια τακτική χαμηλού κινδύνου και ανταμοιβής που τελικά απέτυχε να επιτύχει τους στόχους της, ειδικά αφού οι Η.Π.Α. αρνήθηκαν να ξεκινήσουν μια αεροπορική επίθεση εναντίον του Ιράν ως απάντηση και υποστήριξαν έμμεσα την κατάληψη, απο το Ηνωμένο Βασίλειο, του ιρανικού δεξαμενόπλοιου στις ακτές του Γιβραλτάρ.

Η δεύτερη απόπειρα ήταν η κλιμάκωση του ίδιου θέματος: η επίθεση σε μια Σαουδική πετρελαϊκή εγκατάσταση απο τους μαχητές της Υεμένης Χούτι. Σχεδιάστηκε επίσης για να ενισχύσει τις τιμές του πετρελαίου και να ενθαρρύνει τους Σαουδάραβες να επανεξετάσουν τη σχέση τους με τον συνασπισμό που υποστηρίζεται από τις ΗΠΑ. Για άλλη μια φορά, η επίθεση δεν επέτυχε τον τελικό στόχο του Ιράν.

Το Ιράν βρισκόταν σε μια όλο και πιο επισφαλή κατάσταση. Οι εγχώριες αναταραχές, λόγω κυρώσεων, συνεχίζονται. Η σφαίρα επιρροής του βρισκόταν σε πίεση σε κάθε μέτωπο, ιδιαίτερα στον Λίβανο και το Ιράκ, όπου τα αντι-ιρανικά αισθήματα αυξάνονταν.

ΟΙ ΠΙΕΣΕΙΣ ΑΠΟΚΟΡΥΦΩΘΗΚΑΝ

Η επιδείνωση της θέσης του Ιράν ανάγκασε την κυβέρνηση να εξετάσει πιο ισχυρές ενέργειες, ιδίως στο Ιράκ. Η απάντησή της, όπως πολλές φορές πριν, ήταν η δύναμη Κούντς, μια δύναμη ελίτ της ιρανικής Ισλαμικής Επαναστατικής Φρουράς, την οποία καθοδηγούσε ποιός άλλος, ο Σολεϊμάνι. Όπως οι ειδικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ, ‘ετσι και αυτοί, ειδικεύονται στην εκπαίδευση και τη συντήρηση συμμαχικών δυνάμεων στο εξωτερικό, συμπεριλαμβανομένης, στην περίπτωση του Ιράν, της Χεζμπολάχ και των Λαϊκών Δυνάμεων Κινητοποίησης στο Ιράκ.

Όταν βάσεις των ΗΠΑ δέχθηκαν επίθεση η υπόθεση που έγινε ήταν ότι αυτές σχεδιάστηκαν και ίσως διεξήχθησαν από πολιτοφυλακές που υποστήριζε η Κούντς, όπως το PMF και το Kataib Hezbollah. Καθώς οι Η.Π.Α. γνώριζαν, πριν ή μετά τις επιθέσεις, ότι ο Σουλεϊμάνι ήταν στο Ιράκ μετά από ένα ταξίδι στη Συρία, ήταν προφανές ότι σημαντικές επιχειρήσεις σχεδιάστηκαν εναντίον του διπλωματικού και στρατιωτικού προσωπικού τους  στο Ιράκ, το Λίβανο και τη Συρία. Η σύλληψη του Σολεϊμάνι θα ήταν καταστροφική για το Ιράν. Ως εκ τούτου, οι Αμερικανοί διαπίστωσαν, από την παρουσία του, οτι οι Ιρανοί βρίσκονται με την πλάτη στον τοίχο. Το Ιράν αναλάμβανε μεγάλο ρίσκο δεδομένου ότι γνώριζε τις επιχειρησιακές του δυνατότητες. Αυτό σήμαινε ότι οι Ιρανοί αποφάσισαν να κλιμακώσουν πέρα από τις συνηθισμένες επιθέσεις.

Η ειδικότητα της Δύναμης Κούντς ήταν η επίθεση σε ειδικές  εγκαταστάσεις για να υπονομεύσει τη στρατιωτική ικανότητα ή την ικανότητα πληροφοριών του αντιπάλου ή να επιτύχει ψυχολογικούς και πολιτικούς στόχους. Σε κάθε περίπτωση, βλέποντάς τον κοντά στο αεροδρόμιο της Βαγδάτης, πιθανώς αναφέρθηκε στις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες όχι μόνο ότι ήταν εκεί διότι η κατάσταση ήταν δύσκολη αλλά ότι ήταν εκεί για να διορθώσει την ανισορροπία της ιρανικής ισχύος στο Λεβάντε. Με άλλα λόγια, ότι συνεργαζόταν με τον Ιρακινό ομόλογό του για να πραγματοποιήσει σημαντικές επιχειρήσεις. Απο αυτό προκύπτει ότι οι Η.Π.Α. δεν ήθελαν να γίνουν αυτές οι επιχειρήσεις, ό, τι κι αν γινόταν, και ότι η δολοφονία του ήταν στρατιωτική αναγκαιότητα.

Όλα αυτά πρέπει να ενταχθούν στο στρατηγικό πλαίσιο. Οι Η.Π.Α. δεν επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν εκτενώς στην περιοχή. Η Ουάσινγκτον εξαρτάται από τις κυρώσεις και τους πληρεξουσίους. Το Ιράν εξακολουθεί να επιθυμεί να διατηρήσει τη σφαίρα επιρροής του στη Μεσόγειο, αλλά πρωτίστως, ακόμη μεγαλύτερη προτεραιότητα είναι η εξουδετέρωση του Ιράκ και η σταθεροποίηση του ίδιου του Ιράν. Το Ιράν δεν έχει την πολυτέλεια να επιτρέψει στο Ιράκ να γίνει προπύργιο αντι-Ιρανικών δυνάμεων, ούτε μπορεί να διεξάγει συμβατικό πόλεμο εναντίον των ΗΠΑ, του Ισραήλ, της Σαουδικής Αραβίας και των ΗΑΕ. Ως εκ τούτου, το Ιράν πρέπει να χρησιμοποιήσει αυτό που γνωρίζει τόσο αποτελεσματικά από το παρελθόν: ειδικές και συγκεκαλυμμένες επιχειρήσεις. Συνεπώς, το Ιράν θα αφιερώσει χρόνο για να ανταποκριθεί σ αυτό. Προκύπτει, επίσης, ότι οι Η.Π.Α. και οι σύμμαχοί τους, έχοντας αγοράσει χρόνο σκοτώνοντας τον επικεφαλής της Δύναμης Κούντς, πρέπει να τον χρησιμοποιήσουν αποτελεσματικά.

Ιρανικές και αμερικανικές στρατηγικές μετά τη δολοφονία Σολεϊμανί

Το Ιράν εξέφρασε την οργή του για τη δολοφονία του Κασέμ Σολεϊμανί, επικεφαλής της δύναμης Κούντς, και ανακοίνωσε την επανέναρξη του πυρηνικού προγράμματος εμπλουτισμού, αλλά ελάχιστα, στην κατεύθυνση των αντιποίνων, έχουν, πραγματικά, συμβεί.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο στόχος της δολοφονίας του Σολεϊμάνι ήταν να σπάσει η ιρανική σφαίρα επιρροής. Η μέθοδος για να γίνει αυτό ήταν εν μέρει πολιτική και εν μέρει στρατιωτική.

Πολιτικά, προσπάθησαν να επηρεάσουν ορισμένες ομάδες με χαλαρότερους δεσμούς με το Ιράν. Στρατιωτικά, έχουν επιδιώξει να χρησιμοποιήσουν την αεροπορική ισχύ για να καταστρέψουν τις βασικές εγκαταστάσεις. Η αεροπορική εκστρατεία είναι πιθανό να συνεχιστεί στο Ιράκ, καθώς το Ισραήλ επιτίθεται στη Συρία. Οι Η.Π.Α. είναι πιθανόν απροετοίμαστες να ενεργήσουν στον Λίβανο, αλλά μπορούν να συνεχίσουν να υποστηρίζουν τις Σαουδαραβικές δυνάμεις και τις δυνάμεις των Εμιράτων στην Υεμένη.

Με άλλα λόγια, οι Η.Π.Α. βρισκόταν στη διαδικασία να ξεκινήσουν την επίθεσή τους εναντίον του Ιράν, και πρέπει να περάσει πολύς χρόνος για να επιτευχθούν οι επιθυμητοί στόχοι.

Η δολοφονία του Σολεϊμάνι είναι ένα βήμα, όχι το τέλος.

Για το Ιράν, η δολοφονία ανοίγει την πόρτα σε πολιτικούς ελιγμούς σε μια εποχή που χρειάζεται λίγο χώρο.

Πολλοί σύμμαχοι των ΗΠΑ, ορισμένοι που συμμετείχαν στις πυρηνικές συνομιλίες που προκάλεσαν κυρώσεις, έχουν καταδικάσει την αμερικανική δράση. Η επανάληψη του πυρηνικού προγράμματος έχει σχεδιαστεί για να δημιουργήσει περαιτέρω αντίθεση στη δράση των ΗΠΑ, δεδομένου ότι οι Η.Π.Α. θα κατηγορηθούν για την επανεκκίνηση.

Ο στόχος του Ιράν είναι να δημιουργήσει ένα χάσμα μεταξύ των ΗΠΑ και χωρών όπως η Γερμανία και η Γαλλία και να το χρησιμοποιήσει για να απομονώσει τις ΗΠΑ και να δημιουργήσει ένα κενό που θα μπορούσε να οδηγήσει στην κατάρρευση των κυρώσεων. Μια τρομοκρατική ενέργεια κατά πολιτικών στόχων περιορίζει αυτήν τη στρατηγική.

Το κρίσιμο θα είναι αν η αντι-Ιρανική συμμαχία θα διατηρηθεί και εάν οι κυρώσεις μπορούν να διευθετηθούν με αυτόν τον τρόπο. Εάν μπορούν, οι Η.Π.Α. πρέπει να επανεξετάσουν τις ενέργειές τους, επειδή η οικονομική απομόνωση του Ιράν είναι το κλειδί για τη στρατηγική τους.

Τώρα λοιπόν η μάχη επιστρέφει σε χώρες που συμμετέχουν στο πρόγραμμα επιβολής κυρώσεων, ιδιαίτερα στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές. Η απειλή βίας είναι εκεί, αλλά προς το παρόν οι Ιρανοί θα χρησιμοποιήσουν το γεγονός αυτό ως μοχλό για τον τερματισμό των κυρώσεων.

Μετάφραση: Παντελής Σαββίδης

Πηγή: Ανιχνεύσεις

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός7 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις7 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή