Αναλύσεις
Δυστυχῶς ἡ Κυβέρνηση δέν μπορεῖ νά μᾶς ἐκπλήσσει διαρκῶς εὐχάριστα
Ὁ ἐφιάλτης τοῦ κορωνοϊοῦ μπορεῖ νά μᾶς ἔχει ὅλους μπουντρουμιάσει στά σπίτια μας, ἰδίως μέ τά τρομακτικά νούμερα ἀπό Ἰταλία – Ἰσπανία, ἀλλά out there (πού θά ἔλεγε κι ὁ Κύριος Πρέσβης) ἐξακολουθεῖ νά διοικεῖ ἡ ἴδια Κυβέρνηση, νά λειτουργεῖ τό ἴδιο πολιτικό σύστημα καί νά παρακυβερνᾶ ἡ ἴδια «ἐλίτ». Λίγο ὁ φόβος τῆς πανδημίας, λίγο τό γεγονός πώς τά κουτσοβολεύουμε μ΄ αὐτήν ὥς τώρα, λίγο ἡ ἐπιτυχής ἑλληνική ἀντίδραση στόν Ἕβρο, καταλάγιασαν τήν λαϊκή ὀργή πού εἴδαμε πρό μηνός (καί) στά νησιά τοῦ βορείου Αἰγαίου.
Πᾶμε καλά λοιπόν μέ τόν περιορισμό τοῦ covid-19 καί μακάρι ἔτσι νά συνεχίσουμε μέχρι νά βρεθεῖ κάποια θεραπεία, γιατί διαφορετικά δέν φαίνεται φῶς στόν ὁρίζοντα. Μπράβο στόν λαό πού γενικά δείχνει ὑπευθυνότητα, μπράβο καί στούς κυβερνητικούς ἀξιωματούχους πού χειρίζονται τήν κρίση μέ θετικά ἀποτελέσματα. Ξεχνᾶμε λοιπόν τίς παλιές δηλώσεις καί πρόσφατες ἀκόμα πράξεις τοῦ πολιτικοῦ κόσμου κατά τοῦ δημόσιου τομέα τῆς Ὑγείας καί παράλληλα καλωσορίζουμε τήν αἴσθηση ἑνότητας τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας ὡς τέτοιας – κι ὄχι ὡς μιᾶς μάζας καταναλωτῶν. Τί γίνεται ὅμως στά ἄλλα μέτωπα ἐδῶ καί 3-4 ἑβδομάδες;
Στό μεῖζον πρόβλημα τῆς παράνομης μετανάστευσης, μετά τήν κομβικῆς σημασίας ἐξέγερση τῶν νησιωτῶν καί τήν ὑβριδική ἐπίθεση στόν Ἕβρο φάνηκε πώς κάτι ἀλλάζει. Δυστυχῶς φαίνεται πώς οἱ δεσμεύσεις καί τά χρήματα παραεῖναι πολλά γιά ἐνδοιασμούς τοῦ τύπου «ἐθνικῆς κυριαρχίας». Ναί, τά χερσαῖα ἑλληνοτουρκικά σύνορα φυλάχθηκαν δεόντως, ἔγινε δηλαδή αὐτό πού τόσα χρόνια κατά τούς ἰθύνοντες «δέν μποροῦσε νά γίνει» – μέ τήν πολύτιμη βοήθεια τῶν ἐθνοφυλάκων τό πρῶτο τριήμερο. Ἀποφεύχθηκε δηλαδή μιά εἰκόνα κατάρρευσης τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, ἔτσι ὅπως τήν φιλοτεχνοῦσε ὁ ἰσλαμοφασίστας γείτονας, ἡ πραγματικότητα ὅμως ἐπί τοῦ πεδίου δέν ἄλλαξε. Τά 5 «κλειστά» κέντρα πού προωθεῖ ἡ Κυβέρνηση σέ Λέσβο, Χίο, Λέρο, Σάμο καί Κῶ, οἱ 28 δομές φιλοξενίας ἀνά τήν Ἑλλάδα (ἔστω καί χωρίς ΜΚΟ) μά καί ἡ προοπτική «προσωρινῆς» εἰσαγωγῆς λαθρομεταναστῶν ἀπό τή Λιβύη δείχνουν πώς ὁ κυβερνητικός σχεδιασμός δέν μεταβλήθηκε ριζικά. Μιά διαρκῶς σφιχτή ἐπιτήρηση τῶν συνόρων, ἡ παράταση τῆς ἄρνησης παραλαβῆς αἰτήσεων ἀσύλου μά καί ἡ ἀξιοποίηση νήσων τύπου Γυάρου γιά προαναχωρησιακές δομές μποροῦν νά διαφυλάξουν τήν συνοχή τοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας μας, τό θέλει ὅμως ἡ Κυβέρνηση; Γιατί ἐκεῖνες οἱ περσινές πρωθυπουργικές παρόλες κατά τοῦ νατιβισμοῦ καί ὑπέρ τῆς πολυπολιτισμικότητας δέν συνάδουν μέ τήν διαφύλαξη τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους ἐντός τοῦ κράτους του.
Τί νά πεῖ κανείς γιά τά ζητήματα Ἄμυνας; Οἱ ἐξ ἀνατολῶν προκλήσεις ἔχουν σπάσει κάθε προηγούμενο ρεκόρ καί οἱ τουρκικές ὑπερπτήσεις ἑλληνικοῦ ἐδάφους, παρότι τώρα ἀφοροῦν καί χερσαῖα μέρη τῆς ἑλληνικῆς ἐπικράτειας, δέν ἔχουν βρεῖ ἀκόμα τό ὅριο τῆς «ψυχραιμίας» μας. Μιᾶς ψυχραιμίας πού μοιάζει περισσότερο μέ νεκροφάνεια, ὅπως δείχνει ἡ σκανδαλώδης (δέν θά πῶ προδοτική…) ἀπουσία στρατιωτικῶν ἐξοπλισμῶν. Πῶς ἀνέχεται μιά κοινωνία τά πολιτικά παράσιτα νά παντελονιάζουν πενταψήφιους ἐτήσιους μισθούς ὅταν ὁ φρουρός στά σύνορα δέν ἔχει τά στοιχειώδη μέσα γιά τήν ἐξυπηρέτηση τῆς ἀποστολῆς του; Σέ ἀναμονή βεβαίως τῶν ἐπερχόμενων θαλασσίων προκλήσεων, τύπου τουρκολιβυκοῦ μνημονίου, χωρίς ἀκόμη ἕνα ὁρατό βῆμα τῆς Ἀθήνας στήν κατεύθυνση τῆς ἀνακήρυξης ΑΟΖ ἤ ἐπέκτασης τῶν χωρικῶν μας ὑδάτων…
Στήν ἐξωτερική πολιτική καλωσορίσαμε (!) τή «Βόρεια Μακεδονία» στό ΝΑΤΟ καί δέν εἴχαμε καμμία ἀντίρρηση γιά τήν ἔναρξη τῶν ἐνταξιακῶν διαπραγματεύσεων τῶν Σκοπίων μέ τήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση – κι ἄς ἔχουν καταμετρηθεῖ τόσες παραβιάσεις ἀκόμη καί τῆς ἐλεεινῆς Συμφωνίας τῶν Πρεσπῶν. Ὁμοίως δέν ἀκούστηκε καμμία ἀντίρρηση τοῦ ΥΠΕΞ μας γιά τήν εὐρωπαϊκή πορεία τῆς φιλοτουρκικῆς Ἀλβανίας, παρά τόν ἐπικείμενο ἐποικισμό τῆς Βορείου Ἠπείρου ἀπό 30.000 μουσουλμάνους λαθρομετανάστες! Ἡ γνωστή συνθήκη τῆς ὁμηρίας μας -ληστευμένοι, δεμένοι καί φιμωμένοι- στό ἐσωτερικό τῆς ΕΕ δέν μεταβάλλεται οὔτε καί ἐνώπιον τοῦ ὁρατοῦ πιά ἐνδεχομένου νά διαλύσει τό νεοναζιστικό αὐτό τερατούργημα λόγῳ κορωνομόλογων. Τά κυβερνητικά ἀνέκδοτα περί ἀνάπτυξης, ξένων ἐπενδύσεων κτλ δέν προκαλοῦν πλέον οὔτε μειδιάματα στήν μετά-covid ἐποχή.
Δυστυχῶς ἡ Κυβέρνηση δέν μπορεῖ νά μᾶς ἐκπλήσσει διαρκῶς εὐχάριστα. Ὑπό πίεση ἔδειξε μιά σοβαρότητα στό μεταναστευτικό (πού μένει νά ἀποδειχθεῖ ἄν ἦταν στιγμιαία ἤ ὄχι) καί τώρα στήν ἀνάσχεση τῆς πανδημίας. Ἐξακολουθεῖ ὅμως νά μήν ἱκανοποιεῖ τίς ζωτικές ἀνάγκες πού μᾶς ἐπιβάλλει ἡ ἐπιβίωση τῆς χώρας, συνεχίζει νά μήν ἀνταποκρίνεται στίς προδιαγραφές ἐκτάκτων συνθηκῶν πού μᾶς ἔφερε ὁ νέος κορωνοϊός ἀλλά καί ἡ πολύχρονη παρακμή. Τό ἐπετειακό μήνυμα Μητσοτάκη γιά τήν 25η Μαρτίου ἐπιβεβαίωσε πώς οἱ παρακοιμώμενοι τῆς ἐξουσίας «διανοούμενοι» – λογογράφοι της παραμένουν τά ἴτς ὀγλάν τοῦ νεοσουλτάνου ἤ/καί τῶν ξένων πρεσβειῶν. Ἀκόμα μοιράζονται τά κόμματα τίς κρατικές χρηματοδοτήσεις (13,5 ἑκατομμύρια), ὅταν ὁ ἰδιωτικός τομέας περιμένει καθηλωμένος -λόγῳ ἰοῦ- τήν πλήρη καταστροφή του. Ἀκόμα ὑπουργεύουν οἱ Μηταράκηδες, οἱ Βαρβιτσιώτηδες, οἱ Σταϊκοῦρες κτλ ἐνῶ περιμένουν τή σειρά τους τά νούμερα τῆς διαταραγμένης Ἀριστερᾶς γιά νά μᾶς ξαναγ@..σουν, ὅπως δηλώνουν. Ὁ μόνος παράγοντας πού (ἀποδεδειγμένα!) μπορεῖ νά μεταβάλει τήν κυβερνητική πορεία ἤ ἀδράνεια εἴμαστε ἐμεῖς, ὁ ἑλληνικός λαός, πού τώρα ὅμως «μένουμε σπίτι». Ὅταν κάποια στιγμή, Θεοῦ θέλοντος, βγοῦμε ἀπό τό σπίτι, ὁ κόσμος ἕνα γύρω θά εἶναι ὄχι μόνο οἰκονομικά καθημαγμένος μά καί ριζικά – ἴσως τραγικά – διαφορετικός. Ἄς σφυρηλατήσουμε τό ἠθικό, τήν ὁμοψυχία καί τήν πολιτική μας συγκρότηση γιά τήν ὥρα πού θά κληθοῦμε νά τόν ἀντιμετωπίσουμε.
του Κώστα Καραϊσκου
GEOPOLITICO
Reuters: Στο μικροσκόπιο ο Τομ Μπάρακ – Οι επιχειρηματικοί δεσμοί και ο αγωγός των 15 δισ. δολαρίων
Σοβαρά ερωτήματα για τις επιχειρηματικές διασυνδέσεις του Αμερικανού πρέσβη στην Τουρκία και ειδικού απεσταλμένου του Ντόναλντ Τραμπ σε Ιράκ και Συρία, Τομ Μπάρακ, εγείρει αποκαλυπτικό ρεπορτάζ του Reuters. Ο Αμερικανός διπλωμάτης φέρεται να προώθησε τη συμμετοχή εταιρείας με την οποία διατηρεί οικονομικούς δεσμούς σε ενεργειακό έργο ύψους 15 δισ. δολαρίων, το οποίο φιλοδοξεί να δημιουργήσει εναλλακτική οδό μεταφοράς ιρακινού πετρελαίου προς τη Μεσόγειο, παρακάμπτοντας τα Στενά του Ορμούζ. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ απορρίπτει κάθε υπόνοια άμεσου οικονομικού συμφέροντος του Μπάρακ στο έργο, ωστόσο ειδικοί σε ζητήματα κυβερνητικής δεοντολογίας θέτουν θέμα αμεροληψίας και ενδεχόμενης κατάχρησης δημόσιου αξιώματος.
Στο μικροσκόπιο βρίσκονται οι οικονομικές σχέσεις του Τομ Μπάρακ με επενδυτική εταιρεία που συμμετέχει σε σχεδιασμό για την αναβίωση ενός από τους σημαντικότερους ιστορικούς αγωγούς πετρελαίου της Μέσης Ανατολής.
Σύμφωνα με έρευνα του Reuters, η οποία επικαλείται τρεις πηγές με γνώση των σχετικών εξελίξεων, ο Αμερικανός διπλωμάτης υποστήριξε τη συμμετοχή της TI Capital, επενδυτικής εταιρείας με έδρα την Καλιφόρνια, σε κοινοπραξία για την αποκατάσταση του πετρελαιαγωγού Κιρκούκ–Μπανιάς.
Το σχέδιο προβλέπει τη δημιουργία εναλλακτικής διαδρομής για τη μεταφορά ιρακινού αργού πετρελαίου από το βόρειο Ιράκ στις ακτές της Συρίας, στη Μεσόγειο.
Η στρατηγική σημασία του έργου αυξήθηκε κατακόρυφα μετά τη διατάραξη της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, λόγω της πολεμικής αντιπαράθεσης των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ιράν.
Ωστόσο, η υπόθεση αποκτά και πολιτική διάσταση, καθώς ο Μπάρακ διατηρεί μακροχρόνιες επιχειρηματικές σχέσεις με τον ιδρυτή της TI Capital, Ζιάντ Γκαντούρ, ενώ έχει δηλώσει οικονομικά συμφέροντα σε επενδυτικό σχήμα που διαχειρίζεται η συγκεκριμένη εταιρεία.
Το σχέδιο των 15 δισ. δολαρίων για παράκαμψη του Ορμούζ
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο πετρελαιαγωγός Κιρκούκ–Μπανιάς, ο οποίος ιστορικά συνέδεε τα πετρελαϊκά κοιτάσματα του Ιράκ με τις συριακές ακτές.
Ο αγωγός είχε αντιμετωπίσει επανειλημμένες διακοπές λειτουργίας από τη δεκαετία του 1980 και παρέμενε ανενεργός από την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003.
Η επαναλειτουργία του εξετάζεται πλέον ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής διαφοροποίησης των διαδρομών εξαγωγής πετρελαίου.
Σύμφωνα με πληροφορίες που είχαν δώσει πηγές στο Reuters τον Αύγουστο, η αποκατάσταση και κατασκευή των αναγκαίων υποδομών εκτιμάται ότι θα απαιτήσει τουλάχιστον τέσσερα χρόνια, με κόστος περίπου 15 δισ. δολάρια.
Το σχέδιο απέκτησε νέα δυναμική όταν η στρατιωτική σύγκρουση με το Ιράν δημιούργησε σοβαρά εμπόδια στη διέλευση πετρελαιοφόρων από τα Στενά του Ορμούζ.
Ο αγωγός θα μπορούσε να προσφέρει στο Ιράκ μια εναλλακτική δίοδο εξαγωγών προς τη Μεσόγειο, περιορίζοντας την εξάρτησή του από τις θαλάσσιες μεταφορές μέσω του Περσικού Κόλπου.
Παράλληλα, θα προσέδιδε στη Συρία έναν νέο ρόλο στην περιφερειακή ενεργειακή γεωγραφία, μετατρέποντας τις μεσογειακές ακτές της σε σημαντική πύλη εξαγωγής ιρακινού πετρελαίου.
Η κοινοπραξία με Chevron, UCC Holding και TI Capital
Τον Ιούλιο του 2026, το Ιράκ και η Συρία υπέγραψαν μνημόνια κατανόησης με κοινοπραξία εταιρειών για την εκπόνηση τεχνικών και οικονομικών μελετών σχετικά με την αποκατάσταση του αγωγού.
Στην κοινοπραξία συμμετέχουν η TI Capital, η αμερικανική Chevron και η καταριανή UCC Holding.
Η παρουσία της Chevron προσδίδει στο έργο ιδιαίτερη σημασία λόγω της εμπειρίας της στην ανάπτυξη μεγάλων ενεργειακών υποδομών, ενώ η UCC Holding ενισχύει την παρουσία επενδυτικών συμφερόντων από τον Κόλπο.
Η TI Capital, ωστόσο, βρίσκεται στο επίκεντρο της δημοσιογραφικής έρευνας λόγω των επιχειρηματικών δεσμών του ιδρυτή της με τον Τομ Μπάρακ.
Σύμφωνα με δύο πηγές του Reuters, κατά τη διάρκεια επαφών με αξιωματούχους της Συρίας και του Ιράκ μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, ο Αμερικανός διπλωμάτης άσκησε πιέσεις για να συμπεριληφθεί η εταιρεία του Γκαντούρ στο έργο.
Στις 16 Ιουνίου, έναν μήνα πριν από την υπογραφή των σχετικών συμφωνιών, ο Μπάρακ και ο Ιρακινός πρωθυπουργός Αλί αλ-Ζαΐντι εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση, στην οποία χαιρέτιζαν την απόφαση του Ιράκ:
«Να προωθήσει ένα μνημόνιο κατανόησης με την TI Capital για την αποκατάσταση του αγωγού Κιρκούκ-Μπανιάς».
Ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι η συγκεκριμένη ανακοίνωση δεν αναφερόταν στη Chevron ή στην UCC Holding ως συμμετέχουσες στο έργο του αγωγού.
Ο οικονομικός δεσμός με τον Ζιάντ Γκαντούρ
Ο Τομ Μπάρακ και ο Ζιάντ Γκαντούρ διατηρούν επιχειρηματικές σχέσεις τουλάχιστον από το 2020.
Τότε, οι δύο άνδρες είχαν συμμετάσχει στη δημιουργία εταιρείας ειδικού σκοπού εξαγορών, γνωστής ως SPAC, ύψους 250 εκατ. δολαρίων.
Το επενδυτικό σχήμα διαλύθηκε μετά τη σύλληψη του Μπάρακ το 2021, στο πλαίσιο υπόθεσης που αφορούσε φερόμενες σχέσεις με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Ο Μπάρακ αθωώθηκε το 2022.
Οι επιχειρηματικοί δεσμοί των δύο ανδρών διατηρήθηκαν και τα επόμενα χρόνια.
Σύμφωνα με δημόσια έγγραφα που εξέτασε το Reuters, ο Μπάρακ είχε δηλώσει συμμετοχή στην ACD-TI Oakley Investment LLC, μια επιχείρηση ανάπτυξης μεγάλου οικιστικού συγκροτήματος στην περιοχή του Σαν Φρανσίσκο.
Η συγκεκριμένη εταιρεία διαχειρίζεται από την TI Capital και επικεφαλής της είναι ο Γκαντούρ.
Τα οικονομικά έγγραφα αναφέρουν ότι ο Μπάρακ δικαιούται ποσοστό 20% επί των κερδών, εφόσον τα έσοδα της επένδυσης υπερβούν συγκεκριμένο ελάχιστο όριο.
Το ποσοστό αυτό δεν αφορά τον πετρελαιαγωγό Κιρκούκ–Μπανιάς, αλλά τη χωριστή επένδυση ακινήτων.
Ο Αμερικανός διπλωμάτης είχε επίσης γνωστοποιήσει ότι παρείχε αμειβόμενες συμβουλευτικές υπηρεσίες στην επιχείρηση το 2024, χωρίς να διευκρινίζεται το συνολικό ποσό της αμοιβής.
Στις 7 Μαρτίου 2025, λίγο πριν από την ακρόασή του στη Γερουσία για την επικύρωση του διορισμού του, ο Μπάρακ δήλωσε ότι σκόπευε να διατηρήσει το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο.
Οι ειδικοί μιλούν για σοβαρό ζήτημα κυβερνητικής δεοντολογίας
Το Reuters διευκρινίζει ότι δεν εντόπισε αποδεικτικά στοιχεία πως ο Μπάρακ πρόκειται να αποκομίσει οικονομικό όφελος από τον πετρελαιαγωγό.
Σύμφωνα με νομικούς ειδικευμένους σε θέματα κυβερνητικής δεοντολογίας, η ύπαρξη επιχειρηματικής σχέσης με τον Γκαντούρ δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει παράνομη σύγκρουση συμφερόντων, εφόσον δεν προκύπτει άμεσο προσωπικό οικονομικό όφελος από το έργο.
Ωστόσο, διαφορετικό είναι το ζήτημα της υποχρέωσης αμεροληψίας των ομοσπονδιακών αξιωματούχων.
Ο Ρίτσαρντ Πέιντερ, πρώην νομικός σύμβουλος του Λευκού Οίκου και καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα, υποστήριξε ότι η προώθηση εταιρείας με την οποία διατηρείται στενή επιχειρηματική σχέση δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα σύμφωνα με τους ομοσπονδιακούς κανόνες.
Όταν ρωτήθηκε τι θα έπρεπε να είχε πράξει ο Μπάρακ, απάντησε:
«Να μην έχει καμία απολύτως σχέση με αυτόν τον αγωγό. Να δηλώσει ότι αυτό δεν αποτελεί θέμα στο οποίο συμμετέχει».
Από την πλευρά του, ο Ντον Φοξ, πρώην γενικός νομικός σύμβουλος και υπηρεσιακός διευθυντής του αμερικανικού Γραφείου Κυβερνητικής Δεοντολογίας, εκτίμησε ότι η προώθηση της TI Capital θα μπορούσε να παραβιάζει και τη διάταξη που απαγορεύει τη χρήση δημόσιου αξιώματος προς όφελος συνδεδεμένων ιδιωτικών επιχειρήσεων.
Μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί δικαστική ή διοικητική διαπίστωση παραβίασης των κανόνων.
Στέιτ Ντιπάρτμεντ: Καμία οικονομική συμμετοχή του Μπάρακ στον αγωγό
Η αμερικανική κυβέρνηση απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί άμεσου οικονομικού συμφέροντος του Μπάρακ στο έργο.
«Ο πρέσβης Μπαράκ δεν έχει καμία απολύτως σύνδεση, ρόλο ή οικονομικό συμφέρον στο έργο του αγωγού Κιρκούκ-Μπανιάς», δήλωσε εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στο Reuters.
Παράλληλα, αναγνώρισε τις επιχειρηματικές σχέσεις του με την επένδυση ακινήτων που διαχειρίζεται η TI Capital.
Σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών, οι δημόσιες δηλώσεις του Μπάρακ σχετικά με τον αγωγό εντάσσονται στη μακροχρόνια αμερικανική πολιτική υποστήριξης της περιφερειακής ενεργειακής ολοκλήρωσης.
Το ζήτημα παραμένει εάν η φερόμενη εμπλοκή του στην προώθηση της TI Capital συνάδει με τους κανόνες που διέπουν τη συμπεριφορά των Αμερικανών αξιωματούχων.
Η συνάντηση στο Λος Άντζελες και ο ρόλος του Μπάρακ
Σύμφωνα με τρίτη πηγή του Reuters, η ιδέα συμμετοχής της TI Capital στον περιφερειακό ενεργειακό σχεδιασμό τέθηκε από τον Τομ Μπάρακ τον Μάιο του 2026, στο περιθώριο του Παγκόσμιου Συνεδρίου του Milken Institute στο Λος Άντζελες.
Κατά τη διάρκεια της διοργάνωσης, ο Μπάρακ και ο Γκαντούρ συμμετείχαν σε κλειστή συζήτηση για την ανάγκη ανάπτυξης νέων ενεργειακών διαδρομών στη Μέση Ανατολή.
Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος με το Ιράν είχε επαναφέρει στο επίκεντρο τη στρατηγική σημασία των εναλλακτικών πετρελαϊκών οδών.
Εκπρόσωπος του Milken Institute αρνήθηκε να δώσει λεπτομέρειες για τη συγκεκριμένη συζήτηση, επισημαίνοντας ότι δεν ήταν ανοικτή στα μέσα ενημέρωσης.
Στις 17 Ιουλίου, ο Μπάρακ παρουσίασε δημόσια τη συμμετοχή αμερικανικών επιχειρήσεων στην ενεργειακή ανάπτυξη Ιράκ και Συρίας ως «ένα νέο παράδειγμα» που αποσκοπεί στη διαφάνεια και τη δημιουργία οικονομικών ευκαιριών.
Η TI Capital επεκτείνεται και σε φυσικό αέριο και λιμάνια
Η παρουσία της TI Capital στη Μέση Ανατολή δεν περιορίζεται στο πρόγραμμα Κιρκούκ–Μπανιάς.
Στα τέλη Ιουλίου, η ιρακινή κυβέρνηση συμπεριέλαβε την εταιρεία σε άλλη κοινοπραξία μαζί με την UCC Holding και την ConocoPhillips, με αντικείμενο την αξιολόγηση του κοιτάσματος φυσικού αερίου Akkas.
Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα αναξιοποίητα κοιτάσματα φυσικού αερίου του Ιράκ, η ανάπτυξη του οποίου θα μπορούσε να επηρεάσει τις ενεργειακές δυνατότητες της χώρας.
Παράλληλα, η TI Capital αναφέρει στην ιστοσελίδα της ότι συμμετέχει σε έργα που σχετίζονται με το λιμάνι της Ταρτούς στη Συρία.
Ωστόσο, το Reuters δεν κατόρθωσε να επιβεβαιώσει ανεξάρτητα την ακριβή φύση και έκταση της εμπλοκής της εταιρείας στην Ταρτούς.
Η λιμενική αρχή της Συρίας δεν απάντησε σε σχετικά ερωτήματα, ενώ ούτε η ConocoPhillips προχώρησε σε σχόλιο για το πρόγραμμα Akkas.
Πηγή που βρίσκεται κοντά στον Μπάρακ υποστήριξε ότι ο Αμερικανός διπλωμάτης θεωρεί τον Γκαντούρ πρόσωπο ικανό να συμβάλει στην υλοποίηση της περιφερειακής στρατηγικής του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.
Η ίδια πηγή τον χαρακτήρισε προσωπική επιλογή του Μπάρακ για την προώθηση των συγκεκριμένων σχεδιασμών.
Ο γεωπολιτικός στόχος: Ενεργειακή διαδρομή από το Ιράκ στη Μεσόγειο
Πέρα από τα ερωτήματα κυβερνητικής δεοντολογίας, η υπόθεση του αγωγού αναδεικνύει μια ευρύτερη γεωπολιτική μεταβολή στη Μέση Ανατολή.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει την οικονομική και ενεργειακή διασύνδεση Ιράκ και Συρίας, με τη συμμετοχή αμερικανικών και περιφερειακών επενδυτικών σχημάτων.
Ο αγωγός Κιρκούκ–Μπανιάς θα μπορούσε, εφόσον υλοποιηθεί, να προσφέρει στους παραγωγούς ιρακινού πετρελαίου μια πρόσθετη δίοδο προς τις διεθνείς αγορές.
Αυτό θα περιόριζε την εξάρτηση από το Στενό του Ορμούζ, ένα από τα σημαντικότερα σημεία συμφόρησης του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος.
Παράλληλα, η Συρία θα μπορούσε να αποκτήσει νέο ρόλο ως διαμετακομιστικό κράτος, ενισχύοντας τη σημασία των λιμένων και των ενεργειακών εγκαταστάσεών της στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η ανάπτυξη αυτών των υποδομών εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση διαφοροποίησης των διαδρομών εξαγωγής πετρελαίου, καθώς η στρατιωτική αστάθεια καθιστά προβληματική την αποκλειστική εξάρτηση από συγκεκριμένα θαλάσσια περάσματα.
Η θέση της Τουρκίας και η σημασία για την Ανατολική Μεσόγειο
Η υπόθεση παρουσιάζει ιδιαίτερο γεωπολιτικό ενδιαφέρον και λόγω της ιδιότητας του Τομ Μπάρακ ως πρέσβη των Ηνωμένων Πολιτειών στην Τουρκία.
Ο ίδιος διαδραματίζει ενεργό ρόλο στην αμερικανική διπλωματία τόσο στην Άγκυρα όσο και στη Συρία και το Ιράκ.
Η ενδεχόμενη αναβίωση του αγωγού Κιρκούκ–Μπανιάς θα μπορούσε να δημιουργήσει μια νέα ενεργειακή διαδρομή προς τις ακτές της Ανατολικής Μεσογείου, με πιθανές επιπτώσεις στον περιφερειακό ανταγωνισμό για τις υποδομές και τη διαμετακόμιση ενέργειας.
Η Τουρκία ήδη επιδιώκει να διατηρήσει και να ενισχύσει τον δικό της ρόλο ως ενεργειακού κόμβου, αξιοποιώντας υφιστάμενες υποδομές μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η δημιουργία μιας πρόσθετης οδού μέσω της Συρίας θα διεύρυνε τις διαθέσιμες επιλογές του Ιράκ, αλλά δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην άμεση υποκατάσταση των διαδρομών μέσω Τουρκίας.
Για την Ελλάδα και την Κύπρο, η πιθανή ανάπτυξη νέων ενεργειακών εγκαταστάσεων στις ακτές της Συρίας αποτελεί εξέλιξη που αξίζει να παρακολουθηθεί, δεδομένης της σημασίας που αποκτούν οι θαλάσσιες και ενεργειακές υποδομές στην Ανατολική Μεσόγειο.
Δεν προκύπτει, πάντως, από την έρευνα του Reuters ότι το συγκεκριμένο έργο στρέφεται εναντίον ελληνικών ή κυπριακών συμφερόντων.
Η ουσία της αποκάλυψης
Το Reuters αποκαλύπτει μια υπόθεση στην οποία συναντώνται η αμερικανική διπλωματία, τα ιδιωτικά επενδυτικά συμφέροντα και η γεωπολιτική αναδιάταξη της Μέσης Ανατολής.
Ο Τομ Μπάρακ φέρεται να προώθησε τη συμμετοχή εταιρείας με την οποία συνδέεται επιχειρηματικά σε ένα έργο στρατηγικής σημασίας και εξαιρετικά υψηλού οικονομικού αντικειμένου.
Παρά το γεγονός ότι δεν έχουν εντοπιστεί αποδείξεις προσωπικού οικονομικού οφέλους του από τον πετρελαιαγωγό, τα στοιχεία δημιουργούν ερωτήματα για την τήρηση των κανόνων αμεροληψίας που διέπουν τους Αμερικανούς κρατικούς αξιωματούχους.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ επιμένει ότι ο Μπάρακ έχει συμμορφωθεί με τις σχετικές απαιτήσεις, ενώ πρώην αξιωματούχοι και ειδικοί στη δεοντολογία εκφράζουν διαφορετική άποψη.
Το σημαντικότερο γεωπολιτικό συμπέρασμα είναι ότι η προσπάθεια παράκαμψης των Στενών του Ορμούζ επαναφέρει στο προσκήνιο τη Συρία ως δυνητικό ενεργειακό διάδρομο προς τη Μεσόγειο. Την ίδια στιγμή, η έρευνα του Reuters θέτει το ερώτημα πού τελειώνει η άσκηση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και πού αρχίζει η προώθηση ιδιωτικών επιχειρηματικών συμφερόντων.
GEOPOLITICO
Hürriyet: «Διπλωματική απογοήτευση για την Αθήνα» – Η τουρκική ανάγνωση της επίσκεψης Ρούμπιο και τα μηνύματα για τα F-35
Ως διπλωματική απογοήτευση για την Ελλάδα επιχειρεί να παρουσιάσει η τουρκική εφημερίδα Hürriyet την επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα. Σύμφωνα με την τουρκική ερμηνεία, η ελληνική κυβέρνηση δεν απέσπασε τις δημόσιες δεσμεύσεις που επιδίωκε απέναντι στην Άγκυρα, ενώ η Ουάσιγκτον διατήρησε ανοικτό το ενδεχόμενο επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η εφημερίδα εστιάζει επίσης στις αμερικανικές εξοπλιστικές συμφωνίες με την Ελλάδα, χρησιμοποιώντας τον αιχμηρό χαρακτηρισμό «Πούλησε όπλα αξίας 3,5 δισεκατομμυρίων και έφυγε».
Τη δική της ερμηνεία για τα αποτελέσματα της επίσκεψης του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα παρουσιάζει η τουρκική εφημερίδα Hürriyet, επιχειρώντας να αποδομήσει την εικόνα ενίσχυσης της ελληνοαμερικανικής στρατηγικής συνεργασίας που προβάλλει η ελληνική κυβέρνηση.
Στο δημοσίευμα της 9ης Οκτωβρίου 2026, η εφημερίδα υποστηρίζει ότι, παρά την υψηλού επιπέδου υποδοχή του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών και τη συμβολική σημασία της ομιλίας του στην Πνύκα, η Αθήνα δεν εξασφάλισε σαφή αμερικανική τοποθέτηση υπέρ των ελληνικών θέσεων στις διαφορές με την Τουρκία.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση εντάσσεται στην ευρύτερη προσπάθεια του τουρκικού Τύπου να αξιολογήσει τις συνέπειες του έκτου γύρου του Στρατηγικού Διαλόγου Ελλάδας–Ηνωμένων Πολιτειών, ο οποίος πραγματοποιήθηκε στις 7 Οκτωβρίου.
«Διπλωματική απογοήτευση» παρά την υποδοχή Ρούμπιο
Σύμφωνα με την Hürriyet, η Αθήνα επένδυσε σημαντικά στην επίσκεψη του επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει μεγαλύτερη πολιτική υποστήριξη έναντι της Τουρκίας.
Η εφημερίδα υποστηρίζει ότι η ελληνική κυβέρνηση επιχείρησε να αναδείξει τον τουρκικό αναθεωρητισμό και τις εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, προσδοκώντας ότι ο Ρούμπιο θα υιοθετούσε δημόσια πιο συγκεκριμένες θέσεις.
Ωστόσο, κατά την τουρκική ερμηνεία, ο Αμερικανός υπουργός απέφυγε να μετατρέψει την επίσκεψή του σε μια αντιτουρκική διπλωματική παρέμβαση.
Η Hürriyet εκλαμβάνει τη στάση αυτή ως ένδειξη ότι η κυβέρνηση Τραμπ επιθυμεί να διατηρήσει λειτουργικές σχέσεις και με τους δύο συμμάχους του ΝΑΤΟ.
Πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι η απουσία δημόσιας καταδίκης της Άγκυρας δεν ισοδυναμεί με υιοθέτηση των τουρκικών θέσεων. Ούτε αποδεικνύει από μόνη της ότι η ελληνική πλευρά δεν πέτυχε τους στόχους της επίσκεψης.
F-35: Το σημείο στο οποίο επικεντρώνεται η Άγκυρα
Το σημαντικότερο μέρος της τουρκικής επιχειρηματολογίας αφορά την πιθανότητα επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35.
Η Hürriyet αναδεικνύει τις δηλώσεις του Ρούμπιο σχετικά με την επιθυμία του Ντόναλντ Τραμπ να επιλυθεί το πρόβλημα που εμποδίζει τις παραδόσεις των αεροσκαφών.
Ο Αμερικανός υπουργός, σε συνέντευξή του στην Καθημερινή, αναφέρθηκε στο γεγονός ότι η Τουρκία είχε ήδη καταβάλει χρήματα για ορισμένα από τα μαχητικά, επισημαίνοντας ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θα επιθυμούσε να προχωρήσει η παράδοσή τους, εφόσον αυτό καταστεί νομικά εφικτό.
Η τουρκική εφημερίδα παρουσιάζει αυτή τη δήλωση ως θετικό μήνυμα προς την Άγκυρα.
Ωστόσο, υπάρχει μια καθοριστική παράμετρος: ο Ρούμπιο ξεκαθάρισε ότι η ισχύουσα αμερικανική νομοθεσία δεν επιτρέπει την παράδοση F-35 όσο παραμένει ανεπίλυτο το ζήτημα των ρωσικών συστημάτων S-400.
Όπως καταγράφει και η τουρκική έκδοση της Euronews, ο Αμερικανός υπουργός υπογράμμισε ότι η μεταφορά των αεροσκαφών δεν μπορεί να προχωρήσει πριν εκπληρωθούν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Συνεπώς, η πραγματική αμερικανική θέση περιλαμβάνει δύο διαφορετικά στοιχεία: πολιτική πρόθεση αναζήτησης λύσης και διατήρηση των υφιστάμενων νομικών περιορισμών.
Η Hürriyet επιλέγει να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στο πρώτο.
Οι S-400 εξακολουθούν να κρατούν την Τουρκία εκτός προγράμματος
Η απόκτηση των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400 από την Τουρκία παραμένει το βασικό εμπόδιο στις προσπάθειες επανένταξής της στο πρόγραμμα των F-35.
Η Ουάσιγκτον είχε αποκλείσει την Άγκυρα από το πρόγραμμα, εκτιμώντας ότι η λειτουργία των S-400 δημιουργούσε κινδύνους για την ασφάλεια ευαίσθητων τεχνολογιών του αμερικανικού μαχητικού.
Η κυβέρνηση Ερντογάν έχει επιχειρήσει επανειλημμένα να επιτύχει μια διευθέτηση, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει ανακοινωθεί συμφωνία που να επιτρέπει την άρση των περιορισμών.
Οι δηλώσεις Ρούμπιο δείχνουν ότι η αμερικανική πλευρά δεν αποκλείει μια μελλοντική λύση, αλλά ταυτόχρονα δεν έχει μεταβάλει το υφιστάμενο καθεστώς.
Το σημείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, η οποία έχει ήδη προχωρήσει στην απόκτηση 20 F-35 και προγραμματίζει την ένταξή τους στην Πολεμική Αεροπορία τα επόμενα χρόνια.
Η πιθανή μελλοντική επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα θα αποτελούσε σημαντική εξέλιξη στον περιφερειακό εξοπλιστικό σχεδιασμό. Προς το παρόν, όμως, δεν υπάρχει απόφαση παράδοσης των αεροσκαφών.
«Πούλησε όπλα αξίας 3,5 δισεκατομμυρίων και έφυγε»
Ακόμη πιο αιχμηρή είναι η αντιμετώπιση του αμυντικού πακέτου που συμφωνήθηκε μεταξύ Αθήνας και Ουάσιγκτον.
Η Hürriyet χρησιμοποιεί τον χαρακτηρισμό «Πούλησε όπλα αξίας 3,5 δισεκατομμυρίων και έφυγε», επιχειρώντας να παρουσιάσει την επίσκεψη Ρούμπιο ως μια επιτυχημένη εμπορική αποστολή για την αμερικανική αμυντική βιομηχανία, αλλά με περιορισμένα πολιτικά ανταλλάγματα για την ελληνική κυβέρνηση.
Σύμφωνα με το Reuters, η Ελλάδα συμφώνησε σε εξοπλιστικό σχεδιασμό ύψους έως 4 δισ. δολαρίων, ο οποίος περιλαμβάνει την προμήθεια προηγμένων πυρομαχικών και την αναβάθμιση επιπλέον μαχητικών F-16.
Πηγές του ελληνικού υπουργείου Άμυνας ανέφεραν ότι το πακέτο περιλαμβάνει πυραύλους και βόμβες για τα F-16 Viper, τα F-35 και τα ελικόπτερα Black Hawk.
Στο ίδιο πλαίσιο περιλαμβάνεται ο σχεδιασμός αναβάθμισης άλλων 37 ελληνικών F-16 Block 50 στην έκδοση Viper, με εκτιμώμενο κόστος περίπου 1 δισ. δολαρίων.
Η τουρκική εφημερίδα επιχειρεί να υποβαθμίσει τη σημασία αυτών των συμφωνιών, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα δεν εξασφάλισε την πλήρη κάλυψη των απαιτήσεών της σε προηγμένα οπλικά συστήματα.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται σε συγκεκριμένα όπλα που έχει ζητήσει η Αθήνα για τα F-35, τα οποία, σύμφωνα με την Hürriyet, δεν περιλαμβάνονται στο ανακοινωθέν πακέτο.
Ο Ρούμπιο είχε επιβεβαιώσει ότι αιτήματα για ορισμένα προηγμένα όπλα εξακολουθούν να εξετάζονται και ότι οι τελικές αποφάσεις ανήκουν στην αμερικανική κυβέρνηση.
Αυτό σημαίνει ότι η εκκρεμότητα δεν συνιστά απαραίτητα οριστική απόρριψη των ελληνικών αιτημάτων.
Τι πραγματικά συμφωνήθηκε μεταξύ Αθήνας και Ουάσιγκτον
Η τουρκική παρουσίαση επικεντρώνεται κυρίως στα F-35 και στις εξοπλιστικές αγορές, αφήνοντας σε δεύτερο πλάνο άλλες πτυχές του Στρατηγικού Διαλόγου.
Κατά την επίσκεψη Ρούμπιο ανακοινώθηκε η ενίσχυση της συνεργασίας των δύο χωρών στον τομέα της ασφάλειας, με νέο πλαίσιο ανταλλαγής πληροφοριών για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Παράλληλα, συζητήθηκαν η ενεργειακή ασφάλεια, οι περιφερειακές διασυνδέσεις και η συνεργασία για την αντιμετώπιση κοινών απειλών.
Ο Αμερικανός υπουργός χαρακτήρισε την Ελλάδα ισχυρό και υποδειγματικό σύμμαχο του ΝΑΤΟ, αναγνωρίζοντας τη συνεισφορά της στην περιφερειακή ασφάλεια.
Οι δημόσιες αυτές τοποθετήσεις συνυπάρχουν με την αμερικανική επιδίωξη διατήρησης διαύλων επικοινωνίας με την Τουρκία.
Η Ουάσιγκτον δεν αντιμετωπίζει τις σχέσεις της με Αθήνα και Άγκυρα ως δύο υποχρεωτικά αλληλοαποκλειόμενες επιλογές.
Το καλώδιο και η αμερικανική στάση στην Ανατολική Μεσόγειο
Ένα ακόμη πεδίο στο οποίο δοκιμάζεται η ερμηνεία της Hürriyet είναι το Great Sea Interconnector.
Ο Ρούμπιο επανέλαβε την αμερικανική στήριξη στις ενεργειακές διασυνδέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, υπογραμμίζοντας παράλληλα την ανάγκη αντιμετώπισης ευαίσθητων ζητημάτων μέσω της διπλωματίας.
Η τοποθέτηση αυτή ερμηνεύτηκε διαφορετικά από Αθήνα και Άγκυρα.
Η ελληνική πλευρά την αντιμετωπίζει ως επιβεβαίωση της αμερικανικής υποστήριξης σε ένα ευρωπαϊκό ενεργειακό έργο.
Η τουρκική πλευρά, αντίθετα, δίνει έμφαση στη διακριτική διπλωματία και στην ανάγκη συνεννόησης με τρίτες χώρες.
Ωστόσο, ο Ρούμπιο δεν ανακοίνωσε ότι η Τουρκία αποκτά δικαίωμα έγκρισης των εργασιών του καλωδίου, ούτε παρουσίασε συγκεκριμένο μηχανισμό που να επιλύει τα πρακτικά εμπόδια στην επανέναρξη των ερευνών.
Η αμερικανική στήριξη στο έργο παραμένει δεδομένη σε επίπεδο δημόσιας διπλωματικής τοποθέτησης, ενώ η επιχειρησιακή της εφαρμογή εξακολουθεί να αποτελεί ξεχωριστό ζήτημα.
Η γεωπολιτική ανάγνωση της Hürriyet
Το δημοσίευμα της τουρκικής εφημερίδας είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο μέρος του Τύπου της γειτονικής χώρας επιχειρεί να ερμηνεύσει τη σχέση Ελλάδας–Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Hürriyet προβάλλει τρία βασικά επιχειρήματα: ότι ο Ρούμπιο δεν υιοθέτησε δημόσια τις ελληνικές θέσεις απέναντι στην Άγκυρα, ότι άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο μελλοντικής παράδοσης F-35 στην Τουρκία και ότι η Ελλάδα ανέλαβε μεγάλες εξοπλιστικές δεσμεύσεις χωρίς να εξασφαλίσει αντίστοιχες πολιτικές εγγυήσεις.
Αυτή είναι η ερμηνεία της τουρκικής εφημερίδας και όχι ένα συμπέρασμα που προκύπτει αυτομάτως από τις επίσημες δηλώσεις.
Από την άλλη πλευρά, η Αθήνα προβάλλει ως αποτελέσματα της επίσκεψης τη διεύρυνση της αμυντικής συνεργασίας, τη στήριξη της ενεργειακής της στρατηγικής και την αναγνώριση της γεωπολιτικής της σημασίας από την Ουάσιγκτον.
Το στοιχείο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι η επιμονή της Hürriyet να παρουσιάζει ως τουρκικό διπλωματικό κέρδος τη διατήρηση του ενδεχομένου μελλοντικής επιστροφής στα F-35, παρά το γεγονός ότι οι υφιστάμενοι αμερικανικοί περιορισμοί δεν έχουν αρθεί.
Η επίσκεψη Ρούμπιο δεν έκλεισε όλα τα ανοικτά ζητήματα των ελληνοαμερικανικών σχέσεων ούτε επέλυσε τις διαφορές Ελλάδας–Τουρκίας. Ανέδειξε, όμως, την πρόθεση της αμερικανικής κυβέρνησης να ενισχύσει τη στρατηγική της παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο, διατηρώντας ταυτόχρονα σχέσεις και με τους δύο συμμάχους της στο ΝΑΤΟ.
Η διαφορά μεταξύ της ελληνικής και της τουρκικής ανάγνωσης έγκειται στο ποια στοιχεία της επίσκεψης επιλέγει να αναδείξει κάθε πλευρά.
GEOPOLITICO
Η τουρκική νομοθεσία του 1986 εκθέτει τη σημερινή στάση της Τουρκίας για τον Great Sea Interconnector
Η συγκεκριμένη ρύθμιση αποκτά σήμερα ιδιαίτερη νομική και γεωπολιτική σημασία, καθώς η Άγκυρα αξιώνει προηγούμενο συντονισμό και αδειοδότηση για δραστηριότητες πόντισης υποβρυχίων καλωδίων και συναφείς έρευνες σε περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου, τις οποίες θεωρεί τμήμα της υφαλοκρηπίδας της.
Του Νικόδημου Καλλιντέρη
Η Τουρκία, ήδη από το 1986, είχε αναγνωρίσει ρητώς, με δική της κανονιστική πράξη (υπ’ αριθ. 86/11264 της 17ης Δεκεμβρίου 1986), την ελευθερία τρίτων κρατών να ποντίζουν υποβρύχια καλώδια ακόμη και εντός της τουρκικής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) στη Μαύρη Θάλασσα.
Η συγκεκριμένη ρύθμιση αποκτά σήμερα ιδιαίτερη νομική και γεωπολιτική σημασία, καθώς η Άγκυρα αξιώνει προηγούμενο συντονισμό και αδειοδότηση για δραστηριότητες πόντισης υποβρυχίων καλωδίων και συναφείς έρευνες σε περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου, τις οποίες θεωρεί τμήμα της υφαλοκρηπίδας της.
Όπως επεσήμανε χθες (8/10) ο Νομικός και Διεθνολόγος Θεόδωρος Κατσούρφος στη ραδιοφωνική εκπομπή του Λάμπρου Καλαρρύτη, το άρθρο 3 της εν λόγω κανονιστικής πράξης προβλέπει ότι «τα άλλα κράτη μπορούν να απολαύουν της ελευθερίας πόντισης υποβρυχίων καλωδίων και αγωγών στην εν λόγω Ζώνη».
Η τουρκική ρύθμιση του 1986 συμβαδίζει, στον βασικό πυρήνα της, με την ελευθερία που κατοχυρώνεται στο άρθρο 79 της UNCLOS και βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την τουρκική θέση ότι κάθε δραστηριότητα πόντισης καλωδίων στην υφαλοκρηπίδα της Τουρκίας πρέπει να συντονίζεται προηγουμένως με την Άγκυρα.
Συνεπώς, ακόμη όμως και αν υποθέταμε, για τις ανάγκες του νομικού συλλογισμού, ότι η επίμαχη διαδρομή του GSI διέρχονταν από τουρκική υφαλοκρηπίδα, αυτό δεν θα σήμαινε αυτομάτως ότι η Τουρκία διαθέτει γενικό δικαίωμα απαγόρευσης της πόντισης του καλωδίου.
Η προγενέστερη τουρκική κανονιστική πράξη αποτελεί, επομένως, ένα σημαντικό τεκμήριο κρατικής πρακτικής, το οποίο μπορεί να αξιοποιηθεί κατά την εξέταση της διεθνούς νομιμότητας των σημερινών τουρκικών αξιώσεων στην Ανατολική Μεσόγειο.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας