Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Κυρώσεις στην Τουρκία: ∆ιπλωµατικό πόκερ σε Αθήνα και Βρυξέλλες – Ολο το παρασκήνιο

Δημοσιεύτηκε στις

Η Τουρκία ξαναπαίζει το χαρτί της διαλλακτικότητας προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο εν όψει της Συνόδου Κορυφής των «27» του Δεκεμβρίου – Αρνητική στην επανέναρξη των διερευνητικών επαφών η Ελλάδα, που προειδοποιεί για «προσχηματικές θετικές χειρονομίες» από την Αγκυρα
Αγγελος Αλ. Αθανασόπουλος

Ενα δύσκολο διπλωματικό μπρα-ντε-φερ σχετικά με το ζήτημα των κυρώσεων εναντίον της Τουρκίας αναμένεται να διεξαχθεί στην προσεχή Σύνοδο Κορυφής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου. Στην τρέχουσα συγκυρία υπάρχουν δύο σαφή δεδομένα, όπως διαβεβαιώνουν «Το Βήμα» άριστα ενημερωμένες πηγές στην Αθήνα και στις Βρυξέλλες. Το πρώτο στοιχείο είναι ότι η κατάσταση στις ευρωτουρκικές σχέσεις δεν έχει βελτιωθεί καθόλου σε σχέση με την προηγούμενη φορά που οι «27» ασχολήθηκαν με το ζήτημα, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των δύο πρώτων ημερών του Οκτωβρίου.

Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι η άμεση επιβολή περιοριστικών μέτρων/κυρώσεων εναντίον της Αγκυρας δεν βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο τραπέζι. Αυτό που εξετάζεται – και συνιστά το σενάριο επί του οποίου εργάζεται η Αθήνα – είναι η συγκεκριμένη καταγραφή των τομέων εκείνων στους οποίους μπορούν να εφαρμοστούν κυρώσεις και η ανάθεση στον Ζοζέπ Μπορέλ, τον ύπατο εκπρόσωπο της ΕΕ για την εξωτερική πολιτική, της εντολής για γραπτή καταγραφή ενός σχετικού καταλόγου κυρώσεων.

Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ

Ο παράγοντας της διάρκειας

Παρά τη δύσκολη κατάσταση που επικρατεί στην Ευρώπη λόγω της πανδημίας, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ φέρεται να έχει προτείνει η διεξαγωγή της συνάντησης των «27» να πραγματοποιηθεί τελικώς με φυσική παρουσία στις Βρυξέλλες. Δεν είναι όμως σαφές πώς θα οργανωθεί η συνάντηση. Με βάση το υπάρχον πρόγραμμα, η Σύνοδος πρέπει να πραγματοποιηθεί το διήμερο 10-11 Δεκεμβρίου. Μία ημέρα νωρίτερα, στις 9 Δεκεμβρίου, έχει προγραμματιστεί η Σύνοδος ΕΕ – Αφρικής στις Βρυξέλλες. Δεν αποκλείεται όμως ο κ. Μισέλ να προτείνει να διαρκέσει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο μόνο μία ημέρα (στις 10 Δεκεμβρίου) για να μην παραταθεί υπερβολικά η παραμονή των ηγετών στη βελγική πρωτεύουσα. Είναι σαφές ότι η περικοπή της διάρκειας της Συνόδου θα επηρεάσει και τις διαβουλεύσεις για την Τουρκία, ιδιαίτερα εφόσον δεν έχει υπάρξει κάποια προτέρα συναίνεση επί των Συμπερασμάτων σε επίπεδο Μονίμων Αντιπροσώπων (Coreper).

 

Εξαντλείται η υπομονή τους

Τις τελευταίες ημέρες έχουν υπάρξει πολλές δημόσιες αλλά και παρασκηνιακές επαφές που προφανώς θα κορυφωθούν όσο πλησιάζει η πραγματοποίηση της Συνόδου. Είναι ξεκάθαρο ότι η υπομονή έναντι της Τουρκίας εντός της ΕΕ έχει πλέον εξατμιστεί ακόμη και από κράτη-μέλη που παραδοσιακά τη στηρίζουν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ρητορική που χρησιμοποιούν αξιωματούχοι αυτών των κρατών, όπως ο γερμανός υπουργός Εξωτερικών Χάικο Μάας, ξεφεύγει από το πάγιο πλαίσιο έκφρασης. Αλλωστε, η Αγκυρα συνέχισε την παραβατική της συμπεριφορά στην Ανατολική Μεσόγειο με τις σεισμικές έρευνες του «Oruc Reis» και προχώρησε στο άνοιγμα των Βαρωσίων στην Κύπρο.

Παράλληλα, οι σχέσεις Τουρκίας – Γαλλίας βρίσκονται στο ναδίρ εξαιτίας και της προσωπικής βεντέτας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και Εμανουέλ Μακρόν. Επιπλέον, μόλις πριν από λίγες ημέρες υπήρξε ένταση μεταξύ Αγκυρας και Βερολίνου εξαιτίας του περιστατικού με τη νηοψία επί φορτηγού πλοίου «Rosaline A» με τουρκική σημαία από τη γερμανική φρεγάτα «Αμβούργο» στο πλαίσιο της επιχείρησης IRINI για την εφαρμογή του εμπάργκο όπλων στη Λιβύη. Την ίδια στιγμή, η ήδη δύσκολη εξίσωση των ευρωτουρκικών σχέσεων περιπλέκεται από ακόμη δύο παράγοντες: πρώτον, από την αλλαγή σκυτάλης στις Ηνωμένες Πολιτείες και, δεύτερον, από τα κατά τους περισσότερους ευκαιριακά και τακτικής φύσεως ανοίγματα που εμφανίζεται να επιδιώκει ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προς τις Βρυξέλλες. 

Η Αγκυρα θέλει να κερδίσει χρόνο

Η Τουρκία επιθυμεί να κερδίσει χρόνο έναντι της ΕΕ. Η πρόσφατη επίσκεψη του εκπροσώπου της τουρκικής προεδρίας και στενού συμβούλου του προέδρου Ερντογάν, του Ιμπραχίμ Καλίν, στις Βρυξέλλες και η συνάντησή του με συνεργάτες των κ.κ. Μισέλ και Μπορέλ (ο κ. Καλίν συνοδευόταν από τον Τσαγκαπτάι Ερτζιγες, τον «γκουρού» του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών περί θαλασσίων οριοθετήσεων και Ανατολικής Μεσογείου) εντασσόταν σε αυτό το πλαίσιο. Τόσο ο κ. Καλίν όσο και αργότερα ο κ. Ερντογάν εμφανίστηκαν ανοιχτοί σε μια «επανεκκίνηση» των ευρωτουρκικών σχέσεων – αν και την ίδια στιγμή η επιθετική ρητορική και τακτική κατά της Αθήνας και της Λευκωσίας συνεχίζεται αμείωτη. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο κ. Ερτζιγες επανέλαβε στις συνομιλίες των Βρυξελλών τα περί του «Χάρτη της Σεβίλλης» στην οποία, κατά την άποψή του, βασίζει η Ελλάδα τις «μαξιμαλιστικές» διεκδικήσεις της.

Με το προσωπείο της διαλλακτικότητας

Οπως πληροφορείται «Το Βήμα», η Αθήνα είχε εδώ και τουλάχιστον δύο εβδομάδες συμπεράνει ότι η Αγκυρα θα προσανατολιζόταν σε μια τακτική να εμφανιστεί ως διαλλακτική εν όψει της Συνόδου Κορυφής του Δεκεμβρίου. Το είχε άλλωστε διαπράξει και στο παρελθόν πριν από τη Σύνοδο των αρχών Οκτωβρίου, αποφασίζοντας στη συνέχεια να ξαναστείλει το «Oruc Reis» νοτίως Καστελλορίζου και Ρόδου. Ηδη πριν από την τελευταία ανανέωση της NAVTEX για το τουρκικό σεισμογραφικό πλοίο είχε αποφασιστεί ότι η ελληνική πλευρά δεν θα έπεφτε στην παγίδα πιέσεων για έναρξη διερευνητικών επαφών πριν από τη συνάντηση των «27» τον Δεκέμβριο.

Σε αυτό το πλαίσιο ήταν που ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας προχώρησε την περασμένη Τρίτη 24 Νοεμβρίου στη δήλωση για τη συμπεριφορά της Τουρκίας. Το περιεχόμενο της δήλωσης, που οριστικοποιήθηκε έπειτα από συνάντηση του κ. Δένδια με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη μία ημέρα νωρίτερα, τη Δευτέρα 23 Νοεμβρίου, είχε συζητηθεί εκτενώς σε μυστική σύσκεψη, σε πολύ κλειστό κύκλο, το Σάββατο 21 Νοεμβρίου στο υπουργείο Εξωτερικών.

Η ελληνική στάση για τον διάλογο

Η κρίσιμη φράση της δήλωσης ήταν ότι «οιαδήποτε εκ του πονηρού εκδήλωση δήθεν “καλής θέλησης” της τελευταίας στιγμής, οποιαδήποτε προσχηματική “θετική χειρονομία” θα έχει μόνο στόχο να αμβλυνθεί η εικόνα της κατ’ εξακολούθηση απαράδεκτης παραβατικής συμπεριφοράς». Προστίθετο δε ότι «η Ελλάδα βεβαίως μένει πάντα πιστή στην ιδέα του ειλικρινούς διαλόγου. Αλλά απαιτεί ως προς τούτο συνομιλητή που θα έχει αποδείξει την υπακοή του στο Διεθνές Δίκαιο ως διαρκή επιλογή και όχι ως σημαία ευκαιρίας». Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, η Αθήνα δεν είναι διατεθειμένη να προσφέρει «φύλλο συκής» στην Αγκυρα με την επανάληψη των διερευνητικών επαφών σε αυτή τη φάση.

Η άποψη που τείνει να κυριαρχεί είναι ότι θα πρέπει να υπάρξει ικανό διάστημα που θα αποδείξει ότι η Τουρκία θέλει ειλικρινή διάλογο. Και η περίοδος μετά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα κρίνει αν αυτό αποτελεί πιθανό σενάριο ή όχι. Δηλώσεις όπως αυτή του τούρκου υπουργού Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου ότι «είναι γνωστό στις σώφρονες χώρες της ΕΕ ότι οποιαδήποτε αρνητική απόφαση στη Σύνοδο Κορυφής θα είναι επιζήμια για την ΕΕ. Εύχομαι να επικρατήσει η κοινή λογική» δεν προοιωνίζονται θετικές εξελίξεις. Κρίνοντας δε από τη στάση της Αγκυρας στην υπόθεση της νηοψίας του τουρκικού φορτηγού πλοίου «Rosaline A», την οποία χρησιμοποίησε για άλλη μία επίθεση εναντίον της Ελλάδος, η ελληνική πλευρά ετοιμάζεται για όλα τα ενδεχόμενα.

Προσφυγή με γερμανούς νομικούς

Την ίδια στιγμή, ορισμένες πληροφορίες συγκλίνουν στο γεγονός ότι η Τουρκία προετοιμάζεται εντατικά και για μια πιθανή προσφυγή σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο. Στο παρασκήνιο, η Αγκυρα εμφανίζεται να έχει προσεγγίσει συγκεκριμένους γερμανούς νομικούς επί του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας, ορισμένοι εκ των οποίων μάλιστα κατέχουν σήμερα κρίσιμες και υψηλές θέσεις. Ως γνωστόν, ουδεμία απόφαση δικαιοδοτικού οργάνου είναι στείρα νομική και οι πολιτικές παράμετροι είναι παρούσες. Δεν είναι ξεκάθαρο πόσο εις βάθος έχουν προχωρήσει αυτές οι επαφές, αλλά στην Αθήνα τα πάντα παρακολουθούνται με προσοχή.

Την ίδια στιγμή, με νέα επιστολή του, ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Τουρκίας στον ΟΗΕ Φεριντούν Σινιρλίογλου με ημερομηνία 13 Νοεμβρίου απορρίπτει την επίκληση του νόμου 4001/2011 (γνωστού και ως «νόμου Μανιάτη», που έχει κατατεθεί στον Οργανισμό) σχετικά με την ισχύ της μέσης γραμμής ως εξωτερικού ορίου της ελληνικής υφαλοκρηπίδας όσο δεν υπάρχει συμφωνία οριοθέτησης, τον οποίο είχε επικαλεστεί σε προηγούμενη επιστολή της η ελληνίδα μόνιμη αντιπρόσωπος Μαρία Θεοφίλη.

O Τζο Μπάιντεν

Το έγγραφο με τις προτάσεις της Αθήνας  και οι γέφυρες του Ερντογάν στον Μπάιντεν

Είναι «νωρίς να πούμε πού θα καθίσει η μπάλα» στο προσεχές Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αναφορικά με την Τουρκία σύμφωνα με κοινοτική πηγή. Η πολυσυζητημένη «θετική ατζέντα» δεν θα είναι εύκολο να προωθηθεί, ενώ οι φιλόδοξες αλλά ξεκάθαρα ανεδαφικές ιδέες των Μισέλ και Μπορέλ για τη σύγκληση μίας περιφερειακής διάσκεψης για την Ανατολική Μεσόγειο φαίνεται ότι οδεύουν προς τον κάλαθο των αχρήστων. Σύμφωνα με πληροφορίες του «Βήματος», το επιτελείο του κ. Μισέλ προχώρησε σε άτυπες επαφές το τελευταίο διάστημα για να διερευνήσει τις προθέσεις πιθανών συμμετεχόντων (π.χ. Αίγυπτος, Ισραήλ) και εισέπραξε ξεκάθαρες αρνήσεις. Καμία από αυτές τις χώρες δεν επιθυμεί να καθίσει στο ίδιο τραπέζι με την Τουρκία αυτή τη στιγμή.

Ο σκοπός των ευρωπαϊκών θεσμών είναι να υπάρξει ενότητα, έστω και σε χαμηλό παρονομαστή, και προς αυτή την κατεύθυνση κινούνται οι διαρροές των τελευταίων ημερών από κοινοτικούς αξιωματούχους σε έντυπα και ιστοσελίδες των Βρυξελλών.

Τι πρότεινε η Ελλάδα

Η Αθήνα έχει καταθέσει προτάσεις για στοχευμένες τομεακές κυρώσεις εναντίον της Τουρκίας ήδη από τις 28 Ιουλίου (το σχετικό έγγραφο είναι εν γνώσει του «Βήματος») σε χρηματοπιστωτικό/επενδυτικό, ενεργειακό, εμπορικό και τουριστικό τομέα. Στο εν λόγω έγγραφο προτείνονται, μεταξύ άλλων, η απαγόρευση συναλλαγών με μεγάλες τουρκικές τράπεζες, η δέσμευση κεφαλαίων και πόρων, η απαγόρευση εκταμιεύσεων από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, η απαγόρευση παροχής δανείων ή πιστώσεων σε τουρκικές ενεργειακές εταιρείες, ο περιορισμός των εμπορευματικών πτήσεων τουρκικών αερογραμμών που ανήκουν σε ποσοστό 49% στο τουρκικό κράτος και η απαγόρευση εισαγωγών στην ΕΕ από τουρκικές εταιρείες που έχουν προηγούμενο δυσμενές ιστορικό προσβολής εμπορικών σημάτων της Ενωσης (μέσω παραποιήσεων και απομιμήσεων).

Θα προχωρήσει ο κ. Μπορέλ, που εξετάζει το ενδεχόμενο επίσκεψής του σε Αθήνα και Λευκωσία πριν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, σε έγγραφη αποτύπωση καταλόγου περιοριστικών μέτρων και όχι προφορική αναφορά, όπως εκείνη στην οποία προέβη στο άτυπο Συμβούλιο των υπουργών Εξωτερικών (Gymnich) τον περασμένο Αύγουστο; Θα πρέπει να το κάνει εφόσον λάβει σχετική εντολή. Κρίσιμο είναι επίσης το ερώτημα μέχρι ποιου σημείου είναι διατεθειμένη να φθάσει η Γαλλία, που έχει μιλήσει ακόμη και για αναστολή της Τελωνειακής Ενωσης ΕΕ – Τουρκίας, ενώ σύμφωνα με ευρωπαϊκές διπλωματικές πηγές υποστηρίζει και σκληρές τομεακές κυρώσεις.

Πάντως, η εξέταση αντιμέτρων για τις παραβιάσεις της Τελωνειακής Ενωσης εκ μέρους της Αγκυρας (π.χ. με την επιβολή δασμών σε ευρωπαϊκά προϊόντα ή με εξαγωγές προς την Ενωση προϊόντων τρίτων χωρών που «βαφτίζονται» τουρκικά) βρίσκεται στο τραπέζι. Στο ζήτημα της Τελωνειακής Ενωσης έχει κάνει καλή δουλειά το τελευταίο διάστημα ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης, ιδιαίτερα στις επαφές του με τον επίτροπο Διεύρυνσης Ολιβερ Βαρχέλι.

 Turkey's Halkbank headquarters are seen in Ankara

Οι κινήσεις για τη Halkbank

Ωστόσο, η τουρκική στάση δείχνει ότι η Αγκυρα επιμένει να μην παίρνει στα σοβαρά την ΕΕ, την ώρα που συνομιλεί επί όλων των θεμάτων με τη Ρωσία και είναι ξεκάθαρο ότι επιδιώκει να ρίξει γέφυρες στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και προς την πλευρά του νικητή των προεδρικών εκλογών Τζο Μπάιντεν. Οπως «Το Βήμα» πληροφορείται, τουρκική αντιπροσωπεία βρέθηκε πρόσφατα στην Ουάσιγκτον σε μια προσπάθεια να διερευνήσει τρόπους να κλείσει επιτέλους η υπόθεση της τράπεζας Halkbank, γνωστής για την ανάμειξή της στην παράκαμψη του εμπάργκο κατά του Ιράν.

Υπενθυμίζεται ότι ο κ. Ερντογάν, που φέρεται να έχει άμεση εμπλοκή στην υπόθεση, επεδίωξε επίμονα να πείσει τον απερχόμενο αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να κλείσει το θέμα χωρίς η τράπεζα να πληρώσει καν πρόστιμο. Φαίνεται ότι εν όψει της ανάληψης της προεδρίας των Ηνωμένων Πολιτειών από τον κ. Μπάιντεν η Αγκυρα αναζητεί τρόπο να λήξει το ζήτημα, έστω και με την πληρωμή προστίμου, ώστε να μειωθούν τα «αγκάθια» στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις.

Οι εκτιμήσεις του ΥΠΕΞ για τη στάση των ΗΠΑ

Στο τι θα πρέπει να αναμένει η Αθήνα σχετικά με τη στάση της κυβέρνησης Μπάιντεν προς την Αγκυρα απαιτείται ρεαλισμός. Η εκτίμηση έμπειρων διπλωματικών παραγόντων είναι ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική θα επανέλθει στα θεσμικά της χαρακτηριστικά – κάτι που σημαίνει ότι το Στέιτ Ντιπάρτμεντ θα αναλάβει κεντρικό ρόλο στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις.

Η πεποίθηση είναι ότι η Ουάσιγκτον δεν θα προχωρήσει σε άμεση σκλήρυνση της θέσης της έναντι της Αγκυρας αλλά θα επιδιωχθεί αρχικά να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο συνεργασίας σε κρίσιμα ζητήματα, παρά τις διαφορές. Και τούτο διότι η άμεση επιβολή σκληρών κυρώσεων θα μπορούσε να στείλει οριστικά την Τουρκία στην «αγκαλιά» της Ρωσίας και της Κίνας. Εφόσον αυτή η τακτική αποτύχει, τότε το «καρότο» ίσως αντικατασταθεί από το «ραβδί» – με το ζήτημα των κυρώσεων για τους S-400 στην πρώτη γραμμή.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΜΑ

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις5 λεπτά πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα35 λεπτά πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Δημοφιλή