Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η πρακτική της εισβολής της Τουρκίας σε ξένες χώρες, μπορεί να τερματιστεί μετά τον Τραμπ – Μέρος Β΄

Δημοσιεύτηκε στις

Το πρώτο μέρος της εξαιρετικής ανάλυσης του SETH J. FRANTZMAN μπορείτε να την διαβάσετε ΕΔΩ

Ταυτόχρονα, μια στρατηγική υπέρ της Άγκυρας τέθηκε σε εφαρμογή από εντεταλμένους πολιτικούς στο υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ. Ήθελαν να σαμποτάρουν αυτό που είδαν ως πολιτική της εποχής Ομπάμα στη Συρία όπου οι ΗΠΑ συνεργάζονταν με το SDF, που αποτελείται κυρίως από κουρδικές δυνάμεις, στην ανατολική Συρία.

Πώς είναι δυνατόν σαμποτάρετε μια επιτυχημένη προσπάθεια αντι-ISIS;

Πρώτον, ήθελαν η Τουρκία να ελέγξει την πολιτική στη Συρία.

Δεύτερον, λειτουρογούσαν με τη λογική του Ψυχρού Πολέμου, πιστεύοντας ότι η Τουρκία ήταν ένα εξισορροπητικός παράγοντας με τη Ρωσία, παρόλο που η Άγκυρα συμμάχισε και προσέγγιζε όλο και περισσότερο τη Μόσχα και την Τεχεράνη και μάλιστα ενάντια στην πολιτική των ΗΠΑ στη Συρία.

Τρίτον, ήθελαν να ενισχύουν τους εξτρεμιστές, επειδή πίστευαν ότι η αμερικανική αντιτρομοκρατική στρατηγική στόχευε άδικα τους σουνίτες μαχητές και ήθελαν οι ΗΠΑ να στοχεύουν το σιιτικό Ιράν.

Οι Κούρδοι, μια ειρηνική μειονότητα που υπέστη καταπιέσεις από το καθεστώς του Άσαντ καθώς επίσης και από τους εξτρεμιστές, ενοχλούσαν και ήταν εμπόδιος στις εκτιμήσεις τους. Η γεωπολιτική αφορά τη μεγάλη στρατηγική. Μειονοτικές ομάδες όπως οι Κούρδοι που «βρίσκονται στο δρόμο» θα παραμεριστούν ή θα υποστούν γενοκτονία, όπως έγινε από το καθεστώς του Σαντάμ – μια γενοκτονία που οι ΗΠΑ παραμέλησαν να καταδικάσουν.

Για να καταστρέψει η Τουρκία τις Δημοκρατικές Δυνάμεις της Συρίας (SDF), οι διορισμένοι πολιτικοί  στο Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, σε συνεργασία με την Άγκυρα, έπρεπε να παρακάμψουν τις δυνάμεις και την Κεντρική Διοίκηση. Είπαν στο SDF να συνεργαστεί με τη Δαμασκό και ότι αλλιώς δεν είχαν μέλλον στη Συρία. Τους είπαν ότι ο ρόλος των ΗΠΑ στη Συρία ήταν προσωρινός και δεν είχε στρατηγικά χαρακτηριστικά. Το SDF, λαμβάνοντας υπόδειξη από την Ουάσιγκτον, ξεκίνησε συνομιλίες με τη Δαμασκό. Αυτό έδωσε στα φιλο-τουρκικά μέλη του Στέιτ Ντιπάρτμεντ έναν άλλοθι για να ισχυριστούν τότε ότι το SDF συνεργάζεται με τον Άσαντ και το Ιράν. Έτσι θα μπορούσαν να δώσουν το πράσινο φως για να ξεκινήσοει η εισβολή της Τουρκίας στη Συρία, που ήταν ο τελικός τους στόχος, να μετατρέψουν τις ΗΠΑ ακολούθημα της πολιτικής και του ρόλου της Τουρκίας στο Idlib και να βγάλουν τις ΗΠΑ από την ανατολική Συρία.

Ιστορικά, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ δεν εργάζονται για να υπονομεύσουν τις πολιτικές της Αμερικής, να μειώσουν την επιρροή των ΗΠΑ και να καταστρέψουν μια επιτυχημένη εκστρατεία, όπως αυτή στη Συρία. Αλλά η ικανότητα της Τουρκίας να κάνει τον Λευκό Οίκο να ικανοποιεί τις απαιτήσεις της οδήγησε σε μια περίεργη εποχή μεταξύ του 2017 και του 2019.

Μόλις το SDF άρχισε να συνομιλεί με τη Δαμασκό, όπως το είχαν συμβουλεύσει οι ΗΠΑ, οι Αμερικανοί αξιωματούχοι είπαν στον Λευκό Οίκο ότι το SDF μιλούσε με τη Δαμασκό και ότι ήταν ένα δημιούργημα της εποχής Ομπάμα. Με βάση αυτά και τις εισηγήσεις των αξιωματούχων, ο Λευκός Οίκος αποδέχθηκε τη λογική της Άγκυρας. Ο πραγματικός στόχος της Άγκυρας, ωστόσο, ήταν να καταστρέψει το SDF, το οποίο ισχυρίστηκε ότι συνδέεται με το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK). Η Τουρκία είχε συντρίψει το PKK το 2015, αλλά ήθελε επίσης να καταστρέψει και κουρδικές αριστερές ομάδες στη Συρία.

Όταν το SDF εξέφρασε τα παράπονά του στις ΗΠΑ μετά την εισβολή του τουρκικού στρατού στο Αφρίν, οι Κούρδοι έλαβαν υποσχέσεις από αμερικανούς αξιωματούχους ότι δεν θα συνέβαιναν πλέον άλλα Αφρίν. Πίσω από τα παρασκήνια, ωστόσο, ένας πολιτικός των ΗΠΑ έφερε χάρτες της Άγκυρας με περιοχές που οι ΗΠΑ θα έδιναν στην Τουρκία στην ανατολική Συρία. Το μόνο που έπρεπε να κάνει η Τουρκία ήταν να απαιτήσει την απόσυρση των στρατιωιτκών τμημάτων των ΗΠΑ που ήταν εκεί.

Το καλοκαίρι του 2019, οι απειλές της Τουρκίας αυξήθηκαν και η Κεντρική Διοίκηση ενημερώθηκε ότι έπρεπε να πείσει το SDF να αποσυρθεί από ορισμένες περιοχές κοντά στα σύνορα με την Τουρκία, για να διαβεβαιώσει την Τουρκία ότι δεν υπήρχαν απειλές από τη Συρία. Το SDF συμμορφώθηκε και κατέστρεψε τις οχυρωματικές του θέσεςι κοντά στα τουρκικά σύνορα.

Αυτό που δεν γνώριζε, όμως, η Κεντρική Διοίκηση, ήταν ότι στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ και στον Λευκό Οίκο, η συνεργασία με την Άγκυρα συνεχιζόταν, με στόχο ο τουρκικός στρατός να εισβάλει στη Συρία, στις περιοχές που οι Κούρδοι κατέστρεψαν τα οχυρωματικά τους έργα. Έτσι, η Κεντρική Διοίκηση εξαπατήθηκε μαζί με το SDF για να πιστέψει ότι αν αφαιρούσαν τα οχυρωματικά έργα, αυτό θα ήταν ικανό να εξαλειφθούν οι ενστάσεις της Τουρκίας.

Ο Ερντογάν κάλεσε τον Τραμπ τον Οκτώβριο του 2019 και οι ΗΠΑ διέταξαν την Κεντρική Διοίκηση να μετακινήσει τις δυνάμεις της από την περιοχή που θα έκανε την εισβολή ο τουρκικός στρατός. Με την εκδήλωση της επίθεσης του τουρκικού στρατού, 200.000 Κούρδοι εγκατέλειψαν τα σπίτια τους. Αυτή ήταν μια αποστολή που πραγματοποιήθηκε από τα φιλο-τουρκικά στοιχεία κοντά στον Τραμπ στην Ουάσινγκτον.

Το SDF είχε ταπεινωθεί και αναγκάστηκε να πέσει στα χέρια της Μόσχας και της Δαμασκού, ενώ στην Τουρκία δόθηκαν τμήματα της Συρίας. Εκατοντάδες χιλιάδες υπέστησαν εθνοκάθαρση, και πόλεις που ζούσαν ειρηνικά Κούρδοι και Χριστιανοί, ερημώθηκαν, όπως έγινε στο Αφρίν.

Η κατάσταση αυτή εξόργισε το Κογκρέσο των ΗΠΑ και υπήρχαν αντιδράσεις για το πώς η Άγκυρα τόλμησε να απειλήσει την Ουάσινγκτον και φάνηκε να έκανε τον Λευκό Οίκο να εργαστεί εναντίον των ίδιων των δικών του πολιτικών. Ως αποτέλεσμα αυτών των πολιτικών που ακολούθησαν οι ΗΠΑ στη Συρία το 2019, κατόπιν εντολών της Τουρκίας, το μεγαλύτερο μέρος του 2020 δαπανήθηκε προσπαθώντας οι ΗΠΑ να εμποδίσουν την Τουρκία να κάνει περισσότερες επιθέσεις εναντίον των Κούρδων του SDF , που είναι εταίροι των ΗΠΑ, ενώ την ίδια στιγμή γινόταν σαφές ότι ο πραγματικός στόχος της Τουρκίας ήταν να κάνει μια συμφωνία με τη Ρωσία, το συριακό καθεστώς και το Ιράν για έλεγχο διαφόρων περιοχών που μέχρι την αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων ήταν υπό τον έλεγχο των ΗΠΑ.

Οι επιθέσεις και η εθνοκάθαρση των χριστιανών στις κατεχόμενες από την Τουρκία περιοχές της Συρίας δεν ταίριαζαν με εκείνους που πίστευαν ότι οι ΗΠΑ πρέπει να υποστηρίζουν τη θρησκευτική ελευθερία στη Συρία. Οι επιθέσεις εναντίων γυναικών ήταν επίσης κάτι που ανησυχούσε τις ΗΠΑ, και οι πολλοί αναρωτήθηκαν γιατί οι ΗΠΑ φάνηκαν να συμπορεύονται με μια αντι-αμερικανική Άγκυρα εναντίον των φιλοαμερικανών εταίρωντου SDF και άλλων φίλων στη Συρία.

Οι εντεταλμένοι πολιτικοί  των ΗΠΑ που ασχολούνται με τη πολιτική των ΗΠΑ στη Συρία, συνέχισαν να καταβάλουν προσάθειες για να προκαλέσουν μια αναμέτρηση μεταξύ Τουρκίας και Ρωσίας στο Idlib, ελπίζοντας ότι θα επαληθευθεί η θεωρία τους ότι η Τουρκία θα εμποδίσει τη Ρωσία.

Αντ ‘αυτού, η Άγκυρα και η Μόσχα υπέγραψαν συμφωνίες και το συριακό καθεστώς πήρε περισσότερο έδαφος, ενώ τα συστήματα S-400 της Ρωσίας κατευθύνονταν στην Τουρκία.

Το τελευταίο εγχείρημα της πολεμικής προσπάθειας της Άγκυρας μέσω της Ουάσινγκτον ήταν η απόφαση να πυροδοτήσει τον πολεμο τον Καύκασο. Η Τουρκία ώθησε το Αζερμπαϊτζάν στον πόλεμο και έπεισε αξιωματούχους στην Ουάσιγκτον ότι ο πόλεμος εναντίον των Αρμενίων γινόταν για την αντιμετώπιση της Ρωσίας. Ωστόσο, το τελικό αποτέλεσμα ήταν το ίδιο, όπως και στη Συρία: Η Τουρκία κατέληξε να συνεργάζεται με τη Ρωσία και το Ιράν στον Καύκασο και τα ρωσικά στρατεύματα μπήκαν στο Καραμπάχ ως ειρηνευτές.

Η Ρωσία ενδυναμώθηκε. Οι ηγέτες του Αζερμπαϊτζάν και της Αρμενίας πήγαν στη Μόσχα στις 11 Ιανουαρίου 2021 και δεν πήγαν στην Ουάσιγκτον. Η Ρωσία κέρδισε επιρροή στην περιοχή, με έναν πόλεμο που έγινε με την άδεια των ΗΠΑ.

Η Τουρκία και η Ρωσία συνεργάζονται τώρα στη Συρία, τη Λιβύη και τον Καύκασο. Ο ρόλος των ΗΠΑ έχει παραμεριστεί σε κάθε σύγκρουση, εν μέρει επειδή η Τουρκία ανάγκασε τις ΗΠΑ να αναθέσουν τις συγκρούσεις στην Άγκυρα.

Το καθεστώς της Άγκυρας αισθάνεται ότι τελειώνει αυτή η απουσία ελέγχου. Με τη νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν θα μπορεί πλέον να χρησιμοποιήσει τις δεξιές φωνές στις ΗΠΑ για να προωθήσει την άποψη ότι είναι “ενάντια στο Ιράν”. Η μοναδική επιλογή που του έμεινε τώρα, είναι η συμφιλίωση με τους μέχρι χθες εχθρούς και αντιπάλους. Γι’ αυτό πιέζεται να εξομαλύνει τις σχέσεις της με την Ελλάδα, τη Γαλλία, το Ισραήλ και όποιον άλλον.

  • Οι 350.000 ανθρώπους που διώχθηκαν από τα σπίτια τους από την εισβολή της Άγκυρας στη Συρία,

  • οι 200.000 άνθρωποι που εκκαθαρίστηανε και μερικοί φυλακίστηκαν στην Τουρκία

  • οι δημοσιογράφοι όπως ο Can Dundar που διώχθηκαν και οδηγήθηκαν σε εξορία

  • οι Κούρδισσες γυναίκες που εξαναγκάστηκαν να φύγνουν από τα γραφεία τους και αντικαταστάθηκαν από εξτρεμιστές

  • οι δήμαρχοι του HDP που εκδιώχθηκαν από τις θέσεις του

  • και οι πολιτικοί που φυλακίστηκαν με κατηγορίες ότι στηρίζουν την «τρομοκρατία», τα τελευταία χρόνια ήταν ένας εφιάλτης.

Για τους Αμερικανούς αξιωματούχους στο Πεντάγωνο και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, η εποχή όπου οι απεσταλμένοι των ΗΠΑ στη Συρία έκαναν πολιτική που φαινόταν να υπονομεύει την Κεντρική Διοίκηση, τα χρόνια όπου ο Λευκός Οίκος χωρίς καν να συμβουλεύεται ούτε καν να ενημερώνει τους επικεφαλής του Υπουργείου Εξωτερικών και του Πενταγώνου για αποσύρσεις των αμερικανικών στρατευμάτων από μέρη όπως η Συρία, φαίνεται να τελειώνει.

Αμερικανοί αξιωματούχοι που καυχώνται ότι κρύβουν αριθμούς στρατευμάτων που δρουν στη Συρία από τον Λευκό Οίκο, αξιωματούχοι που άλλα έλεγαν στην Άγκυρα, άλλα στο SDF και άλλα στον Λευκό Οίκο, δεν θα έχουν ρόλο στη νέα κυβέρνηση.

Έχει γίνει ζημιά στο SDF, του βασικούς εταίρους των ΗΠΑ, που είχαν παραμεριστεί εδώ και χρόνια από τις κλίκες της Ουάσιγκτον. Επιπλέον, η πολιτική των ΗΠΑ, που είχε στόχο να σαμποτάρει το ρόλο της κυβέρνησης Ομπάμα στη Συρία, απομόνωσε τις ΗΠΑ από τις συνομιλίες της Αστάνα και την έκανε να εξαρτάται πλήρως από την Τουρκία στη Συρία, η οποία Τουρκία συνεργάζεται και με τους εξτρεμιστές και με τους εξουσιαστές.

Απομένει να δούμε αν η νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ μπορεί να βρει έναν τρόπο για να έχει μια συνεπή πολιτική στη Συρία.

Πηγή: jpost.com

 

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις25 λεπτά πριν

FT: Πώς υπνοβατούμε προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για...

Newsroom45 λεπτά πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις54 λεπτά πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Δημοφιλή