Ακολουθήστε μας

Ιστορία - Πολιτισμός

Ο Μιλτιάδης του Καλπακίου, Χαράλαμπος Κατσιμήτρος [1886−20 Φεβρουαρίου 1962]

Δημοσιεύτηκε στις

Ευαγγελία Κ. Λάππα

28 Απριλίου 2023

Ο Χαράλαμπος Κατσιμήτρος χαρακτηρίζεται, από την γράφουσα, ως Μιλτιάδης του Καλπακίου. Ο αντιστράτηγος Κατσιμήτρος μεγαλούργησε στο Έπος του 1940 και στη συνέχεια συκοφαντήθηκε και φυλακίστηκε, όπως και ο μεγάλος Μαραθωνομάχος στρατηγός Μιλτιάδης.

   

Ο Χαράλαμπος Κατσιμήτρος γεννήθηκε στο χωριό Κλειτσός της Ευρυτανίας στις 1 Ιανουαρίου 1886. Γονείς του ήταν ο Γεώργιος και η Βασιλική Κατσιμήτρου, αγρότες και κτηνοτρόφοι στο χωριό Κλειτσός του νομού Ευρυτανίας. Είχε έναν αδελφό, τον ιερέα Νικόλαο και δύο αδελφές, την Ανδρομάχη και την Καλλιόπη.

Το 1904 ο Χαράλαμπος κατετάγη, ως εθελοντής στον Ελληνικό στρατό. Το 1911 εισήλθε στην Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών, από την οποία αποφοίτησε με το βαθμό του Ανθυπασπιστή του Πυροβολικού, το Σεπτέμβριο του 1912.

Ως Ανθυπολοχαγός, συμμετείχε στον Β΄ Βαλκανικό πόλεμο του 1913 και, ως Λοχαγός, στο Μακεδονικό Μέτωπο του 1917 – 1918. Ως Ταγματάρχης, συμμετείχε στην Μικρασιατική εκστρατεία (1922), όπου τραυματίστηκε στο γόνατο από σφαίρα, στην μάχη του Χασάν Μπελ.

Το 1923 προήχθη σε Αντισυνταγματάρχη. Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου υπηρέτησε σε διάφορες επιτελικές θέσεις του Υπουργείου Στρατιωτικών και του Γενικού Στρατηγείου, ενώ φοίτησε στην Ανωτέρα Σχολή Πολέμου και ανεδείχθη επιτελικός αξιωματικός την περίοδο 1924-1925. Το 1930 προήχθη στο βαθμό του Συνταγματάρχη. Στις 11 Ιανουαρίου 1937 προήχθη σε Υποστράτηγο και διετέλεσε Διοικητής της VIIης Μεραρχίας Δράμας.

Το 1938 τοποθετήθηκε ως Διοικητής της VIIΙης Μεραρχίας, με έδρα τα Ιωάννινα. Εκεί εργάστηκε μεθοδικά, με ικανούς συνεργάτες, και ολοκλήρωσε την γραμμή άμυνας, ώστε να αντιμετωπίσει πιθανή επίθεση της Ιταλίας, η οποία κατείχε την Αλβανία.

Στα τέλη Αυγούστου 1940, λόγω της κατάστασης που είχε διαμορφωθεί, διετάχθη από το Γενικό Επιτελείο Στρατού, αρχικά μερική και στην συνέχεια γενική επιστράτευση της VIIIης Μεραρχίας στις 5 Οκτωβρίου 1940. Συνολικά η δύναμη της τελευταίας, περιελάμβανε τέσσερις διοικήσεις συνταγμάτων πεζικού, 15 τάγματα πεζικού, 16 πυροβολαρχίες, πέντε ουλαμούς πυροβολικού συνοδείας, δύο τάγματα πολυβόλων κινήσεως, μία πολυβολαρχία βαρέων πολυβόλων, μία μεραρχιακή μονάδα αναγνωρίσεως, καθώς και το 39ο Σύνταγμα Ευζώνων της III Μεραρχίας, που ήταν κινούμενο από την Αιτωλοακαρνανία προς την Ήπειρο.

Στις 28 Οκτωβρίου 1940, ο πρέσβης της Ιταλίας Εμμανουέλε Γκράτσι, εκ μέρους της Ιταλικής Κυβερνήσεως, παρέδωσε στον Έλληνα πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά ένα τελεσίγραφο, στο οποίο ζητούσε την παράδοση της Ελλάδος στην Ιταλία. Ο Έλληνας πρωθυπουργός απέρριψε το τελεσίγραφο με την απάντηση «Alors, c’ est la guerre» (Λοιπόν, πόλεμος!), με αποτέλεσμα ο Ιταλός πρέσβης να φύγει ντροπιασμένος1. Λίγες ώρες μετά, η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα.

Στις πρώτες ημέρες του πολέμου η VIII Μεραρχία, με βάση το συνολικό αμυντικό σχέδιο των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, που συνέταξε ο Επιτελάρχης του Β΄ Σώματος Στρατού, Συνταγματάρχης Δημήτριος Π. Μαχάς2, εξουδετέρωσε την επιθετική ενέργεια των Ιταλικών δυνάμεων και προέταξε σθεναρή άμυνα στον τομέα Ελαίας-Καλαμά της Ηπείρου. Μεταξύ 4-6 Νοεμβρίου 1940, κατά την επίθεση των Τεθωρακισμένων της Ιταλικής Μεραρχίας «Κένταυροι», ο Κατσιμήτρος παρέσυρε τα άρματα μάχης στα έλη του ποταμού Καλαμά, τα οποία σκοπίμως εκείνο το χρόνο δεν απεξηράνθησαν, προκειμένου να λειτουργήσουν ως αντιαρματικό κώλυμα. Τα ιταλικά τεθωρακισμένα εγκλωβίσθηκαν εκεί, με αποτέλεσμα το Ελληνικό πυροβολικό να τα καταστρέψει σχετικά εύκολα. Έως τις 8 Νοεμβρίου, οι Ιταλοί έκαναν σφοδρές και αλλεπάλληλες επιθέσεις στα σημεία επαφής του μετώπου της VΙΙΙης Μεραρχίας, αλλά δίχως αποτέλεσμα. Τελικά υπεχώρησαν στις 9 Νοεμβρίου, δεδομένης και της καταστροφής της Μεραρχίας αλπινιστών «Τζούλια»3, η οποία είχε διεισδύσει στον τομέα ευθύνης του Β’ Σώματος Στρατού στην Πίνδο και διενεργούσε κίνηση αποκοπής της VIIIης Μεραχίας και του Β’ Σώματος Στρατού, με αντικειμενικό σκοπό την περικύκλωση και καταστροφή της. Στις 12 Νοεμβρίου, η VIIIη Μεραρχία ενισχύθηκε και υπήχθη στο Α’ Σώμα Στρατού. Τις επόμενες μέρες ο Ελληνικός στρατός ανακατέλαβε το Ελληνικό έδάφος που είχαν προσωρινά καταλάβει οι Ιταλοί και τελικά πέρασε τη μεθόριο και μπήκε στα εδάφη της Βορείου Ηπείρου, απελευθερώνοντας την Κορυτσά (22 Νοεμβρίου) και το Πόγραδετς με το Γ’ ΣΣ, τους Αγίους Σαράντα, το Αργυρόκαστρο, και την Χιμάρα με το Α΄ ΣΣ, και την Πρεμετή και την Κλεισούρα (7 Δεκεμβρίου) με το Β’ ΣΣ.

 

Τον Ιανουάριο 1941 η Αγγλία, θέλοντας να εμπλέξει τη Γερμανία σ’ ένα νέο μέτωπο στην ΝΑ Ευρώπη, πίεσε την ελληνική ηγεσία να δεχθεί την εγκατάσταση Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος, 3 μεραρχιών, με μικρή αεροπορική προστασία στην Θεσσαλονίκη. Ήδη η Γερμανία είχε εκφράσει την απειλή ότι κάτι τέτοιο θα ήταν «αιτία πολέμου». Σ’ αυτή τη βρετανική πίεση αντέδρασε και αρνήθηκε τόσο ο Έλληνας πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς όσο και ο Έλληνας Αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος. Το επιχείρημα των τελευταίων ήταν ότι το Βρετανικό Εκστρατευτικό σώμα δεν θα αποτελούσε ουσιαστική βοήθεια για την Ελλάδα σε περίπτωση Γερμανικής εισβολής.

Στις 18 Ιανουαρίου 1941, ημέρα που απερρίφθη η διακοίνωση των Άγγλων, ο Έλληνας πρωθυπουργός εμφάνισε μια αδιαθεσία. Στις 20 Ιανουαρίου, εμφανίσθηκε και πυρετός, ενώ στην συνέχεια υπήρξε ραγδαία επιδείνωση της υγείας του. Στις 28 Ιανουαρίου, ο Άγγλος υποπτέραρχος Ντ’ Αλμπιάκ, επικεφαλής των Βρετανικών Αεροπορικών Δυνάμεων στην Ελλάδα, ο οποίος συνοδευόταν από τον Άγγλο Αρχίατρο του Βρετανικού Ναυτικού, εισήλθαν στο δωμάτιο, όπου νοσηλευόταν ο Μεταξάς. Αφού οι Έλληνες γιατροί και νοσοκόμοι, που βρίσκονταν εκεί, εκκένωσαν το δωμάτιο, ο Άγγλος αρχίατρος, παρουσία του Ντ’ Αλμπιάκ, έκανε ιδιοχείρως μια ένεση στον Έλληνα πρωθυπουργό, ταυτόχρονα δε, χρησιμοποίησε μια «ειδική συσκευή νέου τύπου». Μετά από την ενέργεια αυτή, ο Μεταξάς περιέπεσε σε κώμα, από το οποίο δεν συνήλθε ποτέ και απεβίωσε στις 29 Ιανουαρίου 1941.

Ο Αλέξανδρος Κορυζής4, ο οποίος διεδέχθη τον Μεταξά στην πρωθυπουργία, επέτρεψε την αποβίβαση του ανεπαρκούς Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος στην Θεσσαλονίκη. Αυτό είχε ως επακόλουθο την Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα στις 6 Απριλίου 19415. Μετά από τετραήμερο άνισο αγώνα, παρά την ηρωική αντίσταση των Ελλήνων, κατελήφθησαν η Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη από τους Γερμανούς. Κατελήφθησαν διαδοχικά η Έδεσσα, η Θεσσαλονίκη (9 Απριλίου 1941)6, η Φλώρινα (10 Απριλίου 1941)7, το Αμύνταιο (14 Απριλίου 1941) και το Άργος το Ορεστικό (15 Απριλίου 1941). Το Βρετανικό εκστρατευτικό σώμα, όχι μόνον δεν προσέφερε τίποτε στην άμυνα της Ελλάδας, αλλά και την επιβάρυνε. Ο Ελληνικός Στρατός κατήντησε να πολεμά, όχι για το πάτριο έδαφος αλλά για να καλύψει την αποχώρηση των Βρετανών8.

Από τις 12 Απριλίου 1941 είχε αρχίσει η σύμπτυξη του Ελληνικού Στρατού από την Βόρειο Ήπειρο. Θέλοντας να σώσει τον Ελληνικό Στρατό από την αιχμαλωσία, ο Διοικητής του Τμήματος Στρατού Δυτικής Μακεδονίας, στρατηγός Γεώργιος Τσολάκογλου, προχώρησε δίχως την συναίνεση του Βασιλέως και του Γενικού Επιτελείου Στρατού, σε συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς στις 20 Απριλίου 1941.

Την ημέρα της συνθηκολόγησης, ο Κατσιμήτρος πολεμούσε τους Ιταλούς στο Αργυρόκαστρο. Στις 29 Απριλίου 1941 διελύθη επισήμως η Μεραρχία του.

Μετά την ολοκλήρωση της καταλήψεως της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονα, ο Κατσιμήτρος συμμετείχε ως Υπουργός Εργασίας και προσωρινώς ως Υπουργός Γεωργίας, στην πρώτη κατοχική Κυβέρνηση, υπό τον Γεώργιο Τσολάκογλου, με μόνο σκοπό του, την εξυπηρέτηση των Ελλήνων9. Με την κάθοδο των Βουλγάρων στη Μακεδονία, θεωρώντας ότι δεν μπορούσε πια να εξυπηρετήσει άλλο τον Ελληνικό λαό, παραιτήθηκε από Υπουργός στις 20 Σεπτεμβρίου του 194110.

Στις 31 Δεκεμβρίου 1943, με απόφαση της εξόριστης Ελληνικής κυβέρνησης του Εμμανουήλ Τσουδερού, αφηρέθη η Ελληνική ιθαγένεια και κατεσχέθη η περιουσία των κατοχικών Πρωθυπουργών και Υπουργών – μεταξύ αυτών και του Κατσιμήτρου (Β.Δ. 3234/31-12-1943)11.

Στις 12 Δεκεμβρίου 1944, κατά την διάρκεια των Δεκεμβριανών, ο Κατσιμήτρος συνελήφθη μαζί με τον γιο του, Γεώργιο, από την κομμουνιστική οργάνωση Ε.Λ.Α.Σ.12 και μεταφέρθη στο Κατσιπόδι13 Ο συγγραφέας Τάσος Κοντογιαννίδης γράφει σχετικά:

«Πατέρα και γιο, τους οδήγησαν σε έναν θάλαμο, όπου στο βάθος ένας ανθυπολοχαγός με άλλους δύο-τρείς συζητούσαν για τις πρώτες ήμερες της κατοχής και ειδικότερα για τα μέτρα πού είχε πάρει υπέρ των στρατιωτών και των εργατών ο Κατσιμήτρος. Ο στρατηγός που άκουσε την συζήτηση πήρε θάρρος, πλησίασε και ρώτησε:

– Με αναγνωρίζετε ανθυπολοχαγέ; Είμαι ο Κατσιμήτρος, περί του οποίου ομιλείτε!…

Ο ανθυπολοχαγός Σταμάτης, υπάλληλος της Αγροτικής Τραπέζης, έσπευσε και χαιρέτησε τον στρατηγό, ο όποιος τον ρώτησε αν θα κοιμηθούν εν ειρήνη…

– Βεβαίως στρατηγέ, και μάλιστα στο ίδιο δωμάτιο, απάντησε ο Σταμάτης.»14

Μετά από δύο ημέρες, ο Κατσιμήτρος και ο γιός του αφέθηκαν ελεύθεροι.

Στις 28 Δεκεμβρίου 1944, συνελήφθη πάλι από τον Ε.Λ.Α.Σ. και μεταφέρθηκε στην Κηφισιά, όπου τον αναγνώρισε ένας παλιός στρατιώτης του στην VIIη Μεραρχία, τον οποίο ο Κατσιμήτρος είχε ευεργετήσει. Εκείνος, από ευγνωμοσύνη, τον απελευθέρωσε15.

Το 1945, ο τότε πρωθυπουργός Νικόλαος Πλαστήρας16, επανέφερε τον Κατσιμήτρο στην ενεργό υπηρεσία και του ζήτησε να μεταβεί στην Κέρκυρα, να συγκεντρώσει τις ανταρτικές δυνάμεις του στρατηγού Ναπολέοντα Ζέρβα και να αναδιοργανώσει την VIIIη Μεραρχία. Την επομένη μέρα, όμως, τον κάλεσε και του ανακοίνωσε την ματαίωση της μεταβάσεώς του στο νησί καθώς είχε συμπεριληφθεί στον κατάλογο των κατηγορούμενων ως δοσιλόγων17.

Ο Κατσιμήτρος, μαζί με άλλα μέλη των κατοχικών Κυβερνήσεων, παρεπέμφθηκαν στο Ειδικό Δικαστήριο δοσιλόγων. Η κατηγορία που βάρυνε τον Κατσιμήτρο σχετιζόταν με την στρατιωτική του δράση και καθόριζε ότι:

«α) στρατιωτικοί όντες και δη στρατηγοί, διοικηταί σωμάτων στρατού και μεραρχιών, παρά την εντολήν παρά του αρχηγού του στρατού, εγκατέλιπον την θέσιν των, ενώπιον του εχθρού, β) τυγχάνοντες στρατηγοί και διοικηταί ενόπλου στρατεύματος εις ανοικτόν τόπον διεπραγματεύθησαν, μετά του εχθρού την σύναψιν ανακωχής, συνθηκολογήσαντες μετ αυτού χωρίς προηγουμένως να πράξουν ό,τι το καθήκον και η στρατιωτική τιμή υπηγόρευε αυτοίς, εκ της τοιαύτης δε συνθηκολογήσεως κατέθεσεν τα όπλα το υπό την διοίκησιν αυτών στράτευμα.»

Ο Κατσιμήτρος, αν και απηλλάγη από την κατηγορία της συνθηκολογήσεως, κατεδικάσθη σε κάθειρξη 5,5 ετών και σε στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων, καθώς θεωρήθηκε ότι «γενόμενος υπουργός συνέπραξεν μετά του πρωθυπουργού εις την εκτέλεσιν των αξιοποίνων πράξεων της συνεργασίας και διευκολύνσεως..» που υποτίθεται ότι παρείχε στις δυνάμεις Κατοχής. Του αναγνωρίστηκαν ελαφρυντικά λόγω της βραχύχρονης υπουργίας του και της εκούσιας παραιτήσεώς του από αυτή τη θέση. Ο Κατσιμήτρος απεπέμφθη από το στράτευμα, με παράλληλη έκπτωση από το βαθμό του αντιστράτηγου και εξέτισε την ποινή του στις φυλακές Ζελιώτη.

Σχετικά με την δίκη των δοσιλόγων, ο ιστορικός ερευνητής Δημοσθένης Κούκουνας αναφέρει: «Αναμφίβολα η διεξαγωγή της δίκης οφειλόταν σε μια βασική σκοπιμότητα, εξ ου και επισπεύθηκε. Η απελευθερωμένη Ελλάδα βιαζόταν να αποδείξει στους Συμμάχους ότι τιμωρεί όσους συνεργάστηκαν με τον κατακτητή, ιδίως όσους ανέλαβαν κυβερνητικά καθήκοντα και δη κατ’ εντολήν του, αντλώντας την ισχύ τους απ’ αυτόν18. Επρόκειτο σαφώς για τυπικό αδίκημα, αφού ο νομοθέτης καθιστούσε εκ προοιμίου ενόχους όσους ανέλαβαν υπουργικό αξίωμα, ανεξάρτητα από το αν ουσιαστικά βοήθησαν ή έβλαψαν. Ταυτόχρονα υπήρχαν ζητήματα ως προς την αναδρομικότητα του αδικήματος και της ποινής19 ή τους φυσικούς δικαστές.»20 Αξιοσημείωτο είναι ότι η δίωξη των μελών των κατοχικών κυβερνήσεων άρχισε επί της κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου, στην οποία συμμετείχαν και οι κομμουνιστές21.

Στις 5 Οκτωβρίου 1949 με διάταγμα του Βασιλέως Παύλου A’ χαρίστηκε στον Κατσιμήτρο το υπόλοιπο της ποινής του και αποφυλακίστηκε. Το 1953 αποκαταστάθηκε στο βαθμό του και προήχθη σε Αντιστράτηγο. Παράλληλα ετέθη σε αποστρατεία, λόγω της συμπληρώσεως του ηλικιακού ορίου και του απεδόθησαν όλα τα παράσημά του, από τον τότε πρωθυπουργό και στρατάρχη Αλέξανδρο Παπάγο.

Το 1954, συνέγραψε το βιβλίο «Η Ήπειρος προμαχούσα. Η δράσις της VIII Μεραρχίας κατά τον πόλεμον 1940-41».

Ο Χαράλαμπος Κατσιμήτρος απεβίωσε μόνος και ξεχασμένος από φίλους και συμπολεμιστές, στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 1962.

Παραθέτω ένα ποίημά μου για αυτόν τον μεγάλο Έλληνα:

Ο Μιλτιάδης του Καλπακίου, Χαράλαμπος Κατσιμήτρος

Του Καλπακίου εσύ Μιλτιάδη,

Κατσιμήτρο αντιστράτηγε ηρωικέ,

της Ευρυτανίας γνήσιο βλαστάρι,

της Ηπείρου λαβωμένε αητέ.

***

Στης Ηπείρου το Καλπάκι,

δεν εδίστασες να αντισταθείς,

-δίχως ο Χάρος  να σε δειλιάσει-

απέναντι στους Ιταλούς, βαρβάρους εισβολείς

***

Συ, ως Μαραθωνομάχος νέος,

Κατσιμήτρο, της νίκης ποιητή,

τους Ιταλούς πολέμησες γενναίως,

αντιστράτηγε ήρωα αφανή.

***

Δια πυρός και σιδήρου,

απ’ το έδαφος μας το ιερό,

ως τα βουνά της Βορείου Ηπείρου,

Έπος έγραψες λαμπρό

***

Ποιος στ’ αλήθεια μπορεί

τις πράξεις σου αυτές να λησμονεί;

***

Μα της δυσφήμισης δεν γλίτωσες το βόλι.

Σε στιγμάτισαν ανθέλληνες δειλοί,

σε συκοφάντησαν ως προδότη

 -Για τους αγώνες σου μόνη αμοιβή!-

***

Αλλά η ιστορία ποτέ δεν αλλάζει!

Με μεγάλα γράμματα χρυσά,

στις σελίδες της σ’ έχει γράψει.

Ως ήρωα πάντα σε τιμά!

 

Ευαγγελία Κ. Λάππα

4 Δεκεμβρίου 2022

 

Πηγές

  1. Βιογραφική Εγκυκλοπαίδεια του Νεώτερου Ελληνισμού 1830 – 2010, Αρχεία Ελληνικής Βιογραφίας, Β΄, τόμος, Κ – Ο, Εκδόσεις Μέτρον, Αθήνα 2011.
  2. Γενικό Επιτελείο Στρατού, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Η συμβολή της Ελλάδος στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Έκδοση Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 2009
  3. Γκράτσι Εμμανουέλε, Η αρχή του τέλους, η επιχείρηση κατά της Ελλάδας, Βιβλιοπωλείο της «Εστίας», Πολιτική & Ιστορία 13, Αθήνα.
  4. Εταιρεία Ευρυτάνων Επιστημόνων, Κατσιμήτρος Χαράλαμπος, ο Ευρυτάνας Στρατηγός της νίκης του 1940, Αθήνα 1993.
  5. Η δίκη Τσολάκογλου σύμφωνα με τα επίσημα πρακτικά, πρόλογος – επιμέλεια: Δημοσθένη Κούκουνα, Εκδόσεις Historia, Αθήνα 2016.
  6. Κοντογιαννίδη Τάσου Κ., Ήρωες & Προδότες στην κατοχική Ελλάδα, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2016 – Κυριακάτικη Δημοκρατία (Α’ έκδοση: 1998, Β’ έκδοση: 2000, Γ’ έκδοση: 2006).
  7. Κατσιμήτρου Χαράλαμπου, Αντιστρατήγου, Διοικητού VIII Μεραρχίας (1938 – 1941), Η Ήπειρος προμαχούσα. Η δράσις της VIII Μεραρχίας κατά τον πόλεμον 1940-41, Αθήνα 2017.
  8. Κούκουνα Δημοσθένους – 29 Ιανουαρίου 1941: Ο θάνατος του Ιωάννη Μεταξά και τα ερωτηματικά που έμειναν αναπάντητα… | https://aera2012.blogspot.com/2021/01/29-1941.html
  9. Κούκουνα Δημοσθένους, Η κατοχική Κυβέρνηση Τσολάκογλου, σειρά: Ιστορία της Κατοχής, αρ. 3, Εκδόσεις Historia, Αθήνα 2022.
  10. Μαχά Δημητρίου Π., Στρατηγού, Ελληνοϊταλικός πόλεμος 1940 – 1941, Αθήναι 1967.
  11. Μαχά Δημητρίου Π., Στρατηγού, Η Βιογραφία μου ως Στρατιωτικού (1913-1941), Ιούλιος 1959.
  12. Μεταξά Ιωάννου, Ημερολόγιο, Τόμος Δ2, Εκδόσεις Γκοβοστής.
  13. Παπαφλωράτου Ιωάννη Σ., Ιστορία του Ελληνικού Στρατού (1833-1949), η δράση των I–VII Μεραρχιών Πεζικού. Νομική και χαρτογραφική παρουσίαση των γεγονότων, τόμος ΙΙ, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2014.
  14. Τσολάκογλου Γεωργίου Κ.Σ., αντιστράτηγου, Απομνημονεύματα, Έκδοσις «Ακρόπολις», Αθήναι 1959.
  15. Χαράλαμπος Κατσιμήτρος | https://el.metapedia.org/wiki/Χαράλαμπος_Κατσιμήτρος.
  16. Χατζηδάκη Μάνου Ν., Ιωάννης Μεταξάς, πορεία προς τη δόξα, 1936 – 1941, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα Ιανουάριος 2017 – Κυριακάτικη Δημοκρατία (Α’ έκδοση: Εκδόσεις Λόγχη, 2015, Β’ έκδοση: 2016)

________________________

1 Γκράτσι Εμμανουέλε, Η αρχή του τέλους, η επιχείρηση κατά της Ελλάδας, Βιβλιοπωλείο της «Εστίας», Πολιτική & Ιστορία 13, Αθήνα, σελ 284 – 286. Ο τότε γραμματέας του Κ.Κ.Ε. Γρηγόρης Φαράκος, σε συνέντευξη που παρεχώρησε, τέσσερις και πλέον δεκαετίες μετά τον θάνατο του Μεταξά, είπε μεταξύ άλλων: «…Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου….. Εκείνο που αισθάνομαι μέχρι τώρα -και πιστεύω το αισθάνεται και ο περισσότερος κόσμος από τότε- ήταν ότι η ζωή, γενικά η ζωή και της χώρας και του κάθε ατόμου, χωρίστηκε στα δύο. Στο πριν και το μετά… Ό, τι και να πεις για τον Μεταξά, το πρωί της 28ης Οκτωβρίου εξέφρασε το λαϊκό αίσθημα…, δεν μπορώ να δεχθώ αυτή τη συνεχή κριτική των αριστερών, οι οποίοι δεν είπαν ΠΟΤΕ ότι εν πάση περιπτώσει ο Μεταξάς εκείνο το πρωί είπε αυτό που αισθανόταν όλος ο ελληνικός λαός.»

2 Ο Δημήτριος Π. Μαχάς (1893 – 1975) γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1893. Φοίτησε για ένα διάστημα στην Νομική Σχολή Αθηνών. Διέκοψε τις σπουδές του για να φοιτήσει στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων από την οποία απεφοίτησε με το βαθμό του Ανθυπολοχαγού το 1916. Στη συνέχεια, ως γνώστης της Γαλλικής γλώσσας εφοίτησε στην Στρατιωτική Σχολή της Γαλλικής Αποστολής και με το βαθμό του Υπολοχαγού, στον οποίο είχε εν τω μεταξύ προαχθεί, συμμετείχε στο Μακεδονικό Μέτωπο (1918). Επίσης, ως Λοχαγός συμμετείχε στην Μικρασιατική Εκστρατεία (1920 – 1922). Κατά την διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου, ήταν Επιτελάρχης του Β΄ Σώματος Στρατού. Έφτασε στο βαθμό του Στρατηγού. Υπηρέτησε ως υπουργός Μεταφορών στις κυβερνήσεις Βούλγαρη, Δαμασκηνού, Κανελλόπουλου και Σοφούλη από τις 18 Αυγούστου 1945 ως την 4 Απριλίου 1946. Συνέγραψε τα βιβλία «Ελληνοϊταλικός Πόλεμος 1940-1941» (δίτομο) και «Η Βιογραφία μου ως Στρατιωτικού (1913-1941)».

3 Συγκεκριμένα, αιχμαλωτίστηκε η σημαία του ΙΙΙ Τάγματος του 8ου Συντάγματος Αλπινιστών και 450 περίπου αλπινιστές, εκ των οποίων 9 αξιωματικοί, οι οποίοι παρεδόθησαν στα Ελληνικά τμήματα την 9η Νοεμβρίου 1941.

4 Ο Αλέξανδρος Κορυζής γεννήθηκε στον Πόρο το 1881. Από το 1903, εργάσθηκε ως υπάλληλος στην Εθνική Τράπεζα, στην οποία διορίσθηκε διευθυντής το 1921 και εξελέγη Υποδιοικητής το 1928. Διετέλεσε Υπουργός Οικονομικών στην Κυβέρνηση Οθωναίου (7 – 10.3.1933) και μετά την κήρυξη της 4ης Αυγούστου 1936, Υπουργός Κοινωνικής Προνοίας και Αντιλήψεως στην κυβέρνηση Μεταξά (5.8.1936-12.7.1936), θέση από την οποία παραιτήθηκε. Εξελέγη διοικητής της Εθνικής Τραπέζης. (Πηγή: Βιογραφική Εγκυκλοπαίδεια του Νεώτερου Ελληνισμού 1830 – 2010, Αρχεία Ελληνικής Βιογραφίας, Β’ τόμος, Κ – Ο, Εκδόσεις Μέτρον, Αθήνα 2011, σελ 234). Ο Κορυζής, παρ’ όλη την εντιμότητα και την καλή του διάθεση, δεν κατόρθωσε να αναπληρώσει τον Μεταξά, ως προς το κύρος και την δυναμικότητα, ειδικά απέναντι των συμμάχων. Ο θάνατός του αποτελεί ένα δυσεπίλυτο μυστήριο για τους σύγχρονους ιστορικούς. Στις 18 Απριλίου 1941, φέρεται να αυτοκτόνησε με τον εξής «αξιοπερίεργο» τρόπο: αν και δεξιόχειρας, αυτοπυροβολήθηκε με το αριστερό χέρι με «δύο σφαίρες» στην καρδιά. Στις εφημερίδες της εποχής γράφτηκε ότι απλά απεβίωσε αιφνιδίως προκειμένου να μην πέσει το ηθικό των Ελλήνων. (Πηγή: Αλέξανδρος Κορυζής: Αυτοκτόνησε ή δολοφονήθηκε ο πρωθυπουργός του δεύτερου «Όχι»; | https://www.protothema.gr/stories/article/1070094/alexandros-koruzis-autoktonise-i-dolofonithike-o-prothupourgos-tou-deuterou-ohi/)

5 Ο Μεταξάς στις Ελληνοβρετανικές συσκέψεις που είχαν γίνει 14 και 15 Ιανουαρίου ο Μεταξάς έλεγε: «Διαβεβαιώ ότι δεν θα κάμωμεν ποτέ χωριστήν ειρήνην (με τους Ιταλούς) και ότι δεν παλαίομεν διά την νίκην, αλλά δια την τιμήν και μόνον. Ότι θα προτιμήσουμε να καταστραφώμεν». Ένα απ’ τα πολλά γεγονότα που καταρρίπτει την κατηγορία, περί γερμανοφιλίας, που του προσάπταν και του προσάπτουν κάποιοι. (Πηγή: Μεταξά Ιωάννου, Ημερολόγιο, Τόμος Δ2, Εκδόσεις Γκοβοστής, σελ 559, εγγραφή 15 Ιανουαρίου 1941).

6 Οι Γερμανοί κατάφεραν να καταλάβουν την Θεσσαλονίκη, λόγω της καταρρεύσεως της Γιουγκοσλαβίας.

7 Την ίδια μέρα κατελήφθησαν μετά από σκληρό αγώνα τα απόρθητα οχυρά της Γραμμής Μεταξά.

8 Χατζηδάκη Μάνου Ν., Ιωάννης Μεταξάς, πορεία προς τη δόξα, 1936 – 1941, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα Ιανουάριος 2017 – Κυριακάτικη Δημοκρατία, σελ 323 (Α’ έκδοση: Εκδόσεις Λόγχη, 2015, Β’ έκδοση: 2016).

9 Απολογία Κατσιμήτρου στο Η δίκη Τσολάκογλου σύμφωνα με τα επίσημα πρακτικά, πρόλογος – επιμέλεια: Δημοσθένη Κούκουνα, Εκδόσεις Historia, Αθήνα 2016, σελ. 355.

10 ο. π.

11 Κοντογιαννίδη Τάσου Κ., Ήρωες & Προδότες στην κατοχική Ελλάδα, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2016 – Κυριακάτικη Δημοκρατία (Α’ έκδοση: 1998, Β’ έκδοση: 2000, Γ’ έκδοση: 2006), σελ 215

12 Ο Ε.Λ.Α.Σ. (Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός) υπαγόταν στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος (Κ.Κ.Ε.). Ο Έλληνας λογοτέχνης Στρατής Μυριβήλης (Ευστράτιος Σταματόπουλος) αναφέρει σχετικά με τον Κομμουνισμό: «Ο Κομμουνισμός δεν είναι μια κοινωνική θεωρία απλώς, ούτε ένα πολιτικοστρατιωτικό σύστημα… Είναι μια μέθοδος σατανική για την κατασκευή μιας νέας Φυλής. Ξεσπάει πάνω στην Ευρώπη ο Κομμουνισμός, καταπόδι από τον ομογάλακτο αδελφό του τον Ναζισμό. Και αφού ο Κομμουνισμός στάθηκε ο δάσκαλος και ο οργανωτής του Ναζισμού, και αφού κακούργησε πάνω σε δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους μέσα στον τόπο που γεννήθηκε, ξεχείλισε κατόπι έξω από την ανόσια πηγή του και άπλωσε τα ματωμένα πλοκάμια του πάνω στις γειτονικές χώρες…» (Πηγή: Ο Κομμουνισμός και το Παιδομάζωμα, ομιλία του διακεκριμένου πεζογράφου Στρατή Μυριβήλη, Εκδόσεις Λεξίτυπον, Νοέμβριος 2017, σελ. 41, 51)

13 Σημερινή Δάφνη της Αττικής.

14 Κοντογιαννίδη Τάσου Κ., Ήρωες & Προδότες…, σελ 217 – 218

15 ο. π., σελ 219

16 Ο Δημοσθένης Κούκουνας γράφει για την στάση του Πλαστήρα κατά την διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου: «Ευρισκόμενος εξόριστος στην Γαλλία, ένας πολιτικός, του οποίου ο πατριωτισμός μέχρι τώρα ήταν «ταμπού», ο στρατηγός Νικ. Πλαστήρας, δεν αδιαφόρησε απλώς για τον μεγαλειώδη αγώνα που διεξαγόταν με αυταπάρνηση από τους στρατιώτες μας, αλλά προχώρησε ένα βήμα παραπάνω: στην ουσία τον αποκήρυξε! Και ενώ με ατελεύτητους ηρωισμούς και χωρίς μέσα οι Έλληνες είχαν κατορθώσει να απελευθερώσουν τις πόλεις της Βορείου Ηπείρου και να σπρώχνουν τους Ιταλούς προς τη θάλασσα, ξεσηκώνοντας τον διεθνή θαυμασμό, ο στρατηγός Πλαστήρας είχε ήδη έρθει σε επαφή με τους Γερμανούς για να διαπραγματευθεί κατά τον πιο αναρμόδιο τρόπο τη σύναψη ανακωχής, με την εγγύηση της Γερμανίας». (Πηγή: Κούκουνα Δημοσθένους, Η κατοχική Κυβέρνηση Τσολάκογλου, σειρά: Ιστορία της Κατοχής, αρ. 3, Εκδόσεις Historia, Αθήνα 2022, σελ 229). Οι απόψεις του Πλαστήρα είχαν «πολλά κοινά σημεία» «με τις ανάλογες που διακήρυσσαν οι γερμανόφιλοι στην Ελλάδα». Επίσης «και όταν ακόμη η Ελλάδα, ύστερα από τη γερμανική εισβολή, περιήλθε σε καθεστώς κατοχής, ο Πλαστήρας θεώρησε πρόσφορο το έδαφος να διαπραγματευθεί περαιτέρω για την ανάληψη εξουσίας υπό τον ίδιον.» (ο. π., σελ 230) Ο Πλαστήρας όμως ουδέποτε εδιώχθη, δικάστηκε ή κατεδικάσθη γι αυτές τις ενέργειές του. Αντιθέτως όχι μόνον διετέλεσε Πρωθυπουργός τα έτη 1945, 1950 και 1951 – 1952 αλλά και συμμετείχε στην δίωξη των μελών των κατοχικών Κυβερνήσεων.

17 Το γεγονός αυτό το επιβεβαιώνει και ο ιστορικός Ιωάννης Παπαφλωράτος στο βιβλίο του Ιστορία του Ελληνικού Στρατού (1833-1949), η δράση των I–VII Μεραρχιών Πεζικού. Νομική και χαρτογραφική παρουσίαση των γεγονότων, τόμος ΙΙ, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2014, σελ 247, υπ. 4057

18 Ο συγγραφέας Τάσος Κοντογιαννίδης μαρτυρεί ότι οι συλλήψεις και οι φυλακίσεις των μελών των κατοχικών κυβερνήσεων έγιναν μεταξύ άλλων και «κατ’ εντολήν του Άγγλου στρατηγού Σκόμπυ». Επίσης έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στην απόφαση και η κομμουνιστική οργάνωση ΕΑΜ (Ελληνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο), που υπαγόταν στο ΚΚΕ. (Πηγή: Κοντογιαννίδη Τάσου Κ., Ήρωες & Προδότες στην κατοχική Ελλάδα, Εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2016 – Κυριακάτικη Δημοκρατία (Α’ έκδοση: 1998, Β’ έκδοση: 2000, Γ’ έκδοση: 2006), σελ 215)

19 Σε όλα τα συντάγματα παγκοσμίως υπάρχει το θεμελιώδες αξίωμα: «Nullum crimen nula paena sine praevia lege» («Δεν υπάρχει έγκλημα ούτε ποινή, χωρίς να υπάρχει προηγουμένως νόμος που να το προβλέπει). Επίσης, το Σύνταγμα της Ελλάδος ανέφερε ρητώς στο άρθρο 7: «Ποινή δεν επιβάλλεται άνευ νόμου ορίζοντος προηγουμένως αυτήν».

20 Η δίκη Τσολάκογλου σύμφωνα με τα επίσημα πρακτικά, πρόλογος – επιμέλεια: Δημοσθένη Κούκουνα, Εκδόσεις Historia, Αθήνα 2016, σελ 7 – 8.

21 Οι κομμουνιστές, που συμμετείχαν στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου, ήταν οι εξής: ο Υπουργός Εργασίας Μιλτιάδης Πορφυρογένης, ο Υπουργός Οικονομικών Αλέξανδρος Σβώλος, ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας Ηλίας Τσιριμώκος, ο Υπουργός Δημοσίων Έργων Νικόλαος Ασκούτσης, ο Υφυπουργός Οικονομικών Άγγελος Αγγελόπουλος και ο Υπουργός Γεωργίας Ιωάννης Ζεύγος (Ταλαγάνης). (Πηγή: «Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης | Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας Παπανδρέου Γεωργίου (Μάιος 1944)». | https://gslegal.gov.gr/?p=1047)

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ιστορία - Πολιτισμός

17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

Τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια βρίσκονται χτισμένα σε ορεινή περιοχή του νομού Σερρών, κοντά στις ακτές του Στρυμονικού Κόλπου και την Αμφίπολη.

Λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα ιδρύθηκε στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως με πρωτοβουλία του Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, η οργάνωση Ελευθερία. Ακολούθησε στα μέσα του καλοκαιριού του 1941 η δημιουργία της αντάρτικης ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος στην περιοχή της Νιγρίτας και της αντάρτικης ομάδας Αθανάσιος Διάκος στα ορεινά του νομού Κιλκίς. Στις αρχές Σεπτεμβρίου αντάρτες της ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος με αρχηγό τον δάσκαλο Κερδυλιώτη Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο προχώρησαν στον αφοπλισμό των σταθμών της γερμανικής χωροφυλακής στα χωριά Ευκαρπία και Μαυροθάλασσα και στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 στον αφοπλισμό του σταθμού της χωροφυλακής στη Δάφνη, στην περιοχή της Νιγρίτας.

Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή

Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών στους σταθμούς της χωροφυλακής των παραπάνω χωριών η γερμανική πλευρά εστίασε την προσοχή της στην ευρύτερη περιοχή. Έγιναν έρευνες στην περιοχή και ανακρίθηκαν κάτοικοι, στους οποίους επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της παροχής βοήθειας στους αντάρτες θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τα χωριά τους. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι κατοχικές δυνάμεις δεν ήταν σημαντικές ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τους αντάρτες και αυτούς που τους βοηθούσαν.

Έτσι σε μια σύσκεψη που έγινε στην υπηρεσία αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η οργάνωση ενός δικτύου πληροφοριοδοτών (γερμανικά: Vertrauensleute ή V-Mann ελληνικά: Άνθρωποι εμπιστοσύνης) στην περιοχή μέσω του οποίου θα έπαιρναν οι Γερμανοί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών, για το που έκρυβαν τον οπλισμό τους και για το πως γινόταν η τροφοδοσία τους.

Στις αρχές Οκτωβρίου ο Δημήτριος Κίκηρας, ένας κάτοικος του Κάτω Κερδυλίου, έλαβε από τους αντάρτες χρήματα και ένα ζώο προκειμένου να αγοράσει και να μεταφέρει σ’ αυτούς τρόφιμα. Ο Κίκηρας όμως καταχράστηκε τα χρήματα και τότε ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, ο Μιχάλης Μπογατσόπουλος, τον απείλησε προκειμένου να τους δώσει τα τρόφιμα που έπρεπε να είχε αγοράσει ή να επιστρέψει τα χρήματα. Για να βρει τα χρήματα ο Κίκηρας προσπάθησε να ληστέψει, στις 10 Οκτωβρίου του 1941, τον καλόγερο Γρηγόριο Καρακαλινό, από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου λίγο έξω από το Άνω Κερδύλιο αλλά τελικά σκότωσε το βοηθό του καλόγερου, τραυματίστηκε ο ίδιος και διέφυγε. Την επομένη και αφού ο καλόγερος κατήγγειλε το γεγονός, ο Κίκηρας συνελήφθη στο σπίτι ενός γιατρού στην Ευκαρπία. Κατά την ανάκριση έδωσε ονόματα των ανταρτών που καταγόταν από το Ανω και Κάτω Κερδύλιο καθώς και τα ονόματα όσων τους τροφοδοτούσαν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ ερεύνησε τα δυο χωριά, συγκέντρωσε και ανέκρινε τους κατοίκους και αναζήτησε όσους είχε κατονομάσει ο Κίκηρας χωρίς όμως να τους βρει. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εκτέλεσε ένα άτομο στο Κάτω Κερδύλιο, πυρπόλησε ορισμένα σπίτια ανταρτών και συνέλαβε μερικά άτομα. Στους συγκεντρωμένους κατοίκους δηλώθηκε ότι θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε βοήθεια προς τους αντάρτες γιατί αλλιώς θα έκαιγαν όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια των χωριών και θα εκτελέσουν όλους τους άνδρες κατοίκους.

Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και δημιούργησαν μια επιτροπή που αποτελούταν από τον πρόεδρο του Άνω Κερδυλίου, το γραμματέα και τον κοινοτικό σύμβουλο και η οποία στις 16 Οκτωβρίου 1941 πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διοικηση για να διαβιβαστεί στη συνέχεια στις γερμανικές αρχές. Στην αίτηση αυτή η επιτροπή επικροτούσε τις τελευταίες γερμανικές επιχειρήσεις και ζητούσε την αποστολή στην περιοχή δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής ή και γερμανικής μονάδας “ίνα ούτω εξοντώσωμεν τους ληστοσυμμορίτας και ησυχάση η επαρχία μας”.

Στις 16 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ έκανε επιδρομή στα χωριά Ζερβοχώρι, Δάφνη και Σιτοχώρι και κατέστρεψε 20 σπίτια και 2 αχυρώνες. Στο συνοικισμό Ορέσκεια Δάφνης προχώρησε στην εκτέλεση δύο ανθρώπων για κατοχή όπλων. Στο Σιτοχώρι εκτέλεσε άλλους δύο “διότι καθ΄ομολογία των συμμετέσχον εις το γνωστόν κίνημα της Νιγρίτης αλλά μετανοήσαντες επέστρεψαν εις το χωρίον των”.

Χρονικό της τραγωδίας

Ξημερώματα της 17 Οκτωβρίου 1941, δύο λόχοι του 220ου Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ με δύναμη 250 ανδρών υπο τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ (Wendler) και Σράινερ Σράινερ ξεκίνησαν από τον Σταυρό Θεσσαλονίκης για τα Κερδύλια έχοντας μαζί τους κρατούμενους Κερδυλιώτες. Φτάνοντας κοντά στα χωριά άφησαν τα αυτοκίνητα, άρχισαν να ανεβαίνουν από τρία σημεία και περικύκλωσαν τα Άνω Κερδύλια από την θέση Στρόβολο και τα Κάτω Κερδύλια από την θέση Λειβάδια. Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επιχείρησης και το γεγονός ότι άφησαν τα αυτοκίνητα μακριά από τα χωριά δείχνει οι Γερμανοί στρατιώτες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους. Και πραγματικά σχεδόν το σύνολο των κατοίκων των δύο χωριών συνελήφθη. Κανείς δεν προσπάθησε να αποδράσει επειδή οι κάτοικοι, καθώς δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, δεν πήραν στα σοβαρά τις γερμανικές απειλές.

Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ συγκέντρωσαν τους αρρένες κατοίκους μεταξύ 16 και 60 χρόνων στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά αρχικά συγκεντρώθηκαν στα σχολεία και στη συνέχεια, αφού είχαν απομακρυνθεί οι άντρες, τους επετράπηκε να πάρουν μαζί τους όσα πράγματα μπορούσαν και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία ενώ κλείδωσαν σε κοινοτικό κατάστημα 23 υπερήλικες, οι οποίοι αργότερα κινδύνεψαν από την πυρπόληση του χωριού .

Στις 09.00 το πρωί δόθηκε το σήμα με μια φωτοβολίδα, και οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να εκτελούν άρρενες κατοίκους ηλικίας από 16 μέχρι 60 ετών. Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν στο Άνω Κερδύλιο δεκαεπτά άτομα άνω των εξήντα ετών, μεταξύ των οποίων ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας και στο Κάτω Κερδύλιο δέκα γέροντες. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν μετά το τέλος των εκτελέσεων για την ταφή των νεκρών.

Τα κτίρια των χωριών κάηκαν εκτός από τις εκκλησίες και μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.

Ο αριθμός των θυμάτων

Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές λίστες εκτελεσθέντων ο αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 214 άτομα. Οι εκθέσεις των τότε αστυνομικών αρχών και της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας έκαναν λόγω για 211-212 εκτελεσθέντες ενώ οι γερμανικές αρχές κατοχής για 207. Στην έκθεση που συνέταξε μεταπολεμικά το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου αναφέρεται ότι οι νεκροί ήταν 222. Τέλος ο Γιάννης Παπασυμεών στο βιβλίο του για την καταστροφή των Κερδυλίων δημοσιεύει κατάσταση 230 ατόμων, μεταξύ των οποίων και ετεροδημότες, που συντάχθηκε μεταπολεμικά από την κοινότητα των Νέων Κερδυλίων.

Μετά την καταστροφή

Η επίσημη ανακοίνωση από την γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1941, αναφέρει:

«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζόμενη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδόμενη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσποριστεί χρηματικά μέσα, τη σύλληψιν Ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι’ αυτών τον φόνον Γερμανών στρατιωτών… Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 Γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα το φόνο δύο Γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ’ αυτού τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως»..

Τα χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι έκτισαν αργότερα το 1955 τον σύγχρονο οικισμό των Νέων Κερδυλίων. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με το Προεδρικό Διάταγμα 393/7-12-1998 και η κοινότητα Νέων Κερδυλίων ως μαρτυρική. Το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων θεωρείται η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων από τα στρατεύματα κατοχής στην Βόρεια Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ιστορία - Πολιτισμός

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Δημοσιεύτηκε

στις

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.

Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.

Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.

Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας

Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.

Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης

Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.

Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.

Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία

Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.

Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.

#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια

Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.

Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.

Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.

Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.

Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές

Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.

Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο

Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.

Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.

Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».

Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.

Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.

Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.

Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.

Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»

Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.

Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.

Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.

Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.

Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις9 λεπτά πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα39 λεπτά πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Δημοφιλή