Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Κουρδικός εμφύλιος: Σύγκρουση ΡΚΚ με τους συμμάχους της Άγκυρας Κούρδους του Μπαρτζανί

Δημοσιεύτηκε στις

Iraqi Kurdish Peshmerga fighters. EPA, AHMED JALIL
Iraqi Kurdish Peshmerga fighters. EPA, AHMED JALIL
Συγκρούσεις ξέσπασαν σήμερα μεταξύ αντιμαχόμενων κουρδικών ομάδων στα βορειοδυτικά του Ιράκ, μετά την είσοδο μιας δύναμης που είναι πιστή στη μία ομάδα, σε περιοχή που ελέγχεται από την άλλη, σύμφωνα με δύο κουρδικές πηγές ασφάλειας.

Οι συγκρούσεις έγιναν στην Σιντζάρ, κοντά στα σύνορα με τη Συρία, καθώς δυνάμεις που είναι πιστές στο Δημοκρατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (KDP) μπήκαν σε περιοχή που βρίσκεται υπό τον έλεγχο του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK).

“Σήμερα το πρωί στις 07:00 ξέσπασαν συγκρούσεις με τη χρήση βαρέων πολυβόλων όπλων. Υπάρχουν νεκροί και τραυματίες και στις δύο πλευρές,” δήλωσε χαρακτηριστικά κουρδική πηγή ασφάλειας.

03/03/2017 08:51 ΑΠΕ-ΜΠΕ-Reuters Αρμπίλ
mignatiou

Ο πρόεδρος του ιρακινού Κουρδιστάν επιτέθηκε σε άλλους Κούρδους εκτελώντας εντολές του Ερντογάν

ΠΡΟΔΟΣΙΑ! Ο πρόεδρος του ιρακινού Κουρδιστάν επιτέθηκε σε άλλους Κούρδους εκτελώντας εντολές του Ερντογάν
Εμφύλιες συγκρούσεις ξέσπασαν το πρωί της Παρασκευής 3 Μαρτίου μεταξύ αντιμαχόμενων παρατάξεων των Κούρδων στο βορειοδυτικό Ιράκ.

Στέφανος Μυτιληναίος

Σύμφωνα με τοπικά Μέσα Ενημέρωσης, πεδίο μάχης της εμφύλιας σύγκρουσης ήταν η περιοχή Σιντζάρ (ή Σινγκάλ) του βορειοδυτικού Ιράκ, δηλαδή η μαρτυρική γη των ζωροαστριστών-ηλιολατρών Κούρδων Γιαζίντι.

Όπως διαβάζουμε στο Al Masdar News, μάχη ξέσπασε μεταξύ της πολιτοφυλακής των Κούρδων Γιαζίντι και της δύναμης των Πεσμεργκά της Ροζάβα που δέχεται εντολές από τον φιλότουρκο πρόεδρο του ιρακινού Κουρδιστάν, Μασούντ Μπαρζανί.

Οι αντιμαχόμενες παρατάξεις

Οι Πεσμεργκά της Ροζάβα είναι μια ένοπλη δύναμη που αποτελείται από Κούρδους της βόρειας Συρίας οι οποίοι εκπαιδεύτηκαν από την κουρδική αυτόνομη περιφερειακή κυβέρνηση του ιρακινού Κουρδιστάν.
Επειδή οι Πεσμεγκά της Ροζάβα, αν και Κούρδοι της Συρίας, λαμβάνουν εντολές από τον φιλότουρκο πρόεδρο του ιρακινού Κουρδιστάν δεν τους επιτρέπεται να εισέλθουν στη βόρεια Συρία από τις επίσης κουρδικές Μονάδες Προστασίας του Λαού (YPG) της βόρειας Συρίας, επειδή τους θεωρούν αντίπαλους πολιτικά και ιδεολογικά.
Οι Κούρδοι της Συρίας που έχουν συστήσει τις YPG, ένοπλο βραχίονα του σοσιαλιστικού κουρδικού κόμματος PYD, είναι σοσιαλπατριώτες και αναγνωρίζουν ως ιδεολογικό καθοδηγητή τους τον φυλακισμένο στην Τουρκία Κούρδο ηγέτη Αμπντουλάχ Οτσαλάν.
Οι Κούρδοι του Ιράκ κυβερνιούνται από την οικογένεια Μπαρζανί, παλιοί κοτσαμπάσηδες της περιοχής, που ακολουθούν φιλοτουρκική πολιτική και είναι σαν να λέμε οι «δεξιοί» Κούρδοι, αν και στην πραγματικότητα ο όρος «δεξιός» ιδεολογικά δεν ανταποκρίνεται με δυτικούς όρους στην κουρδική πολιτική σκηνή.
Οι Πεσμεργκά της Ροζάβα θεωρούνται από τις κουρδικές Μονάδες Προστασίας του Λαού (YPG) της Ροζάβα «μισθοφόροι» του Μπαρζανί.

Οι Γιαζίντι ανήκουν στην παράταξη του Οτσαλάν

Οι Κούρδοι Γιαζίντι όταν δέχθηκαν την επίθεση του Ισλαμικού Κράτους τον Αύγουστο του 2014 εγκαταλείφθηκαν από τις κουρδικές ένοπλες δυνάμεις των Πεσμεργκά, του ιρακινού Κουρδιστάν, απροστάτευτοι στους τζιχαντιστές.
Για την ακρίβεια, οι Πεσμεργκά του Μπαρζανί το έβαλαν στα πόδια και το Ισλαμικό Κράτος μπήκε απυρόβλητο στα χωριά των Γιαζίντι κι άρχισε να σφάζει, να βιάζει, να λεηλατεί.
Περίπου σαράντα χιλιάδες Γιαζίντι που δεν πρόλαβαν να διαφύγουν από τους τζιχαντιστές, ανέβηκαν για προστασία στο ιερό τους όρος Σιντζάρ, από το οποίο έχει ονομαστεί και η περιοχή, στο οποίο είναι χτισμένοι οι ναοί τους και σύμφωνα με την θρησκευτική παράδοσή τους εκεί στάθηκε η κιβωτός μετά τον κατακλυσμό.
Τις φρικιαστικές και γεμάτες αγωνία ώρες, που σαράντα χιλιάδες Γιαζίντι πάνω στο βουνό περίμεναν να σφαχτούν, μόνο οι αντάρτες του Εργατικού Κόμματος Κουρδιστάν (PKK), που επίσης αναγνωρίζει ως ηγέτη του τον Αμπντουλάχ Οτσαλάν, έσπευσαν να υπερασπιστούν τους άμαχους Γιαζίντι και τα ιερά του Ήλιου από τους τζιχαντιστές.
Οι Γιαζίντι δεν ξέχασαν ποτέ ότι από τον όλεθρο του 2014 δεν τους έσωσαν οι Πεσμεργκά του Μπαρζανί αλλά οι αντάρτες του PKK.
Έτσι όταν αργότερα άρχισαν να σχηματίζουν πολιτοφυλακές για να πολεμήσου ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος και να εκδικηθούν τους τζιχαντιστές για τα όσα υπέστησαν, στην πλειονότητά τους επέλεξαν να τεθούν υπό την ιδεολογική καθοδήγηση του Αμπντουλάχ Οτσαλάν και τη στρατιωτική εκπαίδευσή τους ανέλαβαν οι αντάρτες του PKK.
Όσο το Ισλαμικό Κράτος βρισκόταν μέσα ή κοντά στα κουρδικά εδάφη ο Μπαρζανί δεν διαμαρτυρόταν για την εξάπλωση του PKK μεταξύ των Γιαζίντι.
Όταν όμως άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για το Ισλαμικό Κράτος, ο Μπαρζανί θεώρησε ότι ήρθε η ώρα να εκδιώξει το PKK από τη γη των Γιαζίντι.
Ποιο είναι το πρόβλημα του Μπαρζανί με το PKK; α) Ο Μπαρζανί συνεργάζεται με τους Τούρκους, κάνει δουλειές με πετρέλαια μαζί τους, και έχει εξαιρετική σχέση με το καθεστώς Ερντογάν. β) Ο Μπαρζανί φοβάται ότι οι υποστηρικτές του Οτσαλάν, δηλαδή το PKK και οι άλλες κουρδικές αντάρτικες πατριωτικές οργανώσεις, θα τον διώξουν από πρόεδρο του ιρακινού Κουρδιστάν κάποια στιγμή.
Το Εργατικό Κόμμα Κουρδιστάν (PKK) και οι άλλες ένοπλες αντάρτικες οργανώσεις – αριστερά-σοσιαλιστικά πολιτικά κόμματα που τελούν υπό την ιδεολογική ηγεσία Οτσαλάν αποτελούν απειλή για τους δύο συνεταίρους Ερντογάν-Μπαρζανί.
Το PKK αγωνίζεται για ένα μεγάλο, ενιαίο, ανεξάρτητο Κουρδιστάν, που σημαίνει διχοτόμηση της Τουρκίας, αλλά και θα έχει ως συνέπεια ότι ένα μεγάλο κουρδικό κράτος με ενωμένα τα κουρδικά εδάφη στη Συρία, στην Τουρκία, στο Ιράκ και στο Ιράν, θα «καταπιεί» το μικρό ιρακινό Κουρδιστάν του Μπαρζανί.
Ο Ερντογάν θέλει την Τουρκία ακέραιη και ο Μπαρζανί (θυμίζει τόσο τους Έλληνες κοτζαμπάσηδες, η ίδια ακριβώς νοοτροπία), θέλει ένα μικρό Κουρδιστάν «δικό» του φέουδο να το κυβερνά εκείνος και η οικογένειά του. Οι «μεγάλες ιδέες» συνιστούν απειλή για τον φεουδάρχη Μπαρζανί.
Ερντογάν και Μπαρζανί τα έχουν συμφωνήσει, λοιπόν, να πολεμήσουν το «κακό» PKK και προφανώς αυτό αποφασίστηκε και στην πρόσφατη συνάντησή τους στην Άγκυρα.
Και ο Μπαρζανί, ως γνήσιος φεουδάρχης που δεν έχει πρόβλημα να χύσει το αίμα του ίδιου του λαού του για να διατηρήσει την εξουσία του, επιλέγει να κάνει τη βρομοδουλειά του Ερντογάν θυσιάζοντας την εθνική ενότητα των Κούρδων στο βωμό της προσωπικής του επιβίωσης.

Πώς ξεκίνησαν οι εμφύλιες συγκρούσεις

Οι κάτοικοι του Χανεσόρ, μιας περιοχής του Σιντζάρ, πήραν τα όπλα όταν αντιλήφθηκαν ότι οι Πεσμεργκά της Ροζάβα, του Προέδρου Μπαρζανί, αναπτύσσονταν σε κοντινή τους απόσταση.
Σύμφωνα με τα τοπικά Μέσα, οι Πεσμεργκά της Ροζάβα διατάχθηκαν από τον Μασούντ Μπαρζανί να εισέλθουν στην περιοχή του Σιντζάρ δίχως προηγούμενη συνεννόηση με τις τοπικές πολιτοφυλακές των Γιαζίντι.
Οι Γιαζίντι θεώρησαν τους στρατιώτες του Μπαρζανί «απειλή» και δεν άργησαν να ξεσπάσουν μάχες μεταξύ των Μονάδων Αντίστασης του Σινγκάλ (YBŞ), όπως ονομάζεται η πολιτοφυλακή των Γιαζίντι που εκπαίδευσε το PKK και των Πεσμεργκά της Ροζάβα που εκπαίδευσαν οι Τούρκοι ύστερα από παράκληση του Μπαρζανί.
Ο Ζερντέστ Σενγκαλί, ένας μαχητής των YBS, έκανε την ακόλουθη δήλωση σε τοπικά Μέσα, σε μια φράση εξηγεί τα πάντα:
«Οι δυνάμεις μας απάντησαν [ένοπλα] στις συμμορίες που εκπαιδεύθηκαν από την Τουρκία».
Οι Κούρδοι πατριωτές του Οτσαλάν κατηγορούν τους άνδρες του Μπαρζανί ότι εκπαιδεύτηκαν από τον τουρκικό στρατό και είναι αλήθεια αυτό.
Σύμφωνα με το κουρδικό πρακτορείο ειδήσεων ANF, 500 Πεσμεργκά της Ροζάβα ενεπλάκησαν σε μάχη με τις YBS που τους εμπόδισαν να εισέλθουν στα εδάφη των Γιαζίντι.
Τουλάχιστον 70 Πεσμεργκά της Ροζάβα, από τους 500 συνολικά, αρνήθηκαν να πολεμήσουν τους συμπατριώτες τους Γιαζίντι και ο Μπαρζανί διέταξε τη σύλληψή τους.
«Προσπαθήσαμε να αποφύγουμε τις [εμφύλιες] συγκρούσεις μέχρι την τελευταία στιγμή. Αλλά εκείνοι [οι Πεσμεργκά της Ροζάβα] επιτέθηκαν στις θέσεις μας», εξήγησε μια αξιωματικός των YBS.
Οι Πεσμεργκά της Ροζάβα από την πλευρά τους ισχυρίζονται ότι δεν εισέβαλαν στη γη των Γιαζίντι αλλά πήγαν στην περιοχή για να αντικαταστήσουν μια μονάδα τους που ήδη βρισκόταν εκεί.
«Είχαμε μια μονάδα μας εκεί και σήμερα ένα νέο τάγμα πήγε εκεί», δήλωσε ο Σαρβάν Ντερκί στο κουρδικό δίκτυο Rudaw, προσθέτοντας ότι εδώ και δύο χρόνια έχουν στρατοπεδεύσει Πεσμεργκά στην περιοχή.
«Τα ΜΜΕ μεγέθυναν το θέμα. Λένε τα ΜΜΕ ότι μια δύναμη αναπτύχθηκε στα σύνορα για να εισβάλει [στη συνέχεια] στη Ροζάβα [συριακό Κουρδιστάν], αλλά αυτό είναι αβάσιμο. Απλά αλλάξαμε θέσεις».
Η εμφύλια ένταση μεταξύ των Κούρδων δεν πέρασε απαρατήρητη από το αμερικανικό προξενείο στην Ερμπίλ, που γνωρίζει τα «παιχνίδια» Μπαρζανί και Ερντογάν και αντιπροσωπεία Αμερικανών διπλωματών επισκέφθηκαν τον Κούρδο Πρόεδρο για να συζητήσουν το επεισόδιο στο Σιντζάρ.

Οι ιρακινές σιιτικές Μονάδες Λαϊκής Κινητοποίησης στο πλευρό των Γιαζίντι

Ο Μπαρζανί όμως φαίνεται ότι «έμπλεξε» περισσότερο από όσο υπολόγιζε στέλνοντας τους Πεσμεργκά της Ροζάβα στα εδάφη του Σιντζάρ.
Η ιρακινή σιιτική πολιτοφυλακή Αλ Χασχντ Αλ Σαάμπι (Μονάδες Λαϊκής Κινητοποίησης), που αποτελούν τμήμα του ιρακινού στρατού και είναι σύμμαχοι των Κούρδων Γιαζίντι στη μάχη ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος (ISIS) στο βορειοδυτικό Ιράκ, ανακοίνωσαν ότι θα επιτεθούν στους Κούρδους Πεσμεργκά του Μπαρζανί που «πολιορκούν» τους Γιαζίντι στην περιοχή του Σιντζάρ.
Οι Μονάδες Λαϊκής Κινητοποίησης έγραψαν στον επίσημο λογαριασμό τους στο Twitter ότι οι Πεσμεργκά της Ροζάβα επιτέθηκαν απρόκλητα στις YBS των Γιαζίντι και ότι θα πληρώσουν για την προδοσία τους.
Είναι η πρώτη φορά που δυνάμεις των Πεσμεργκά που τελούν υπό τη διοίκηση του Μπαρζανί απειλούνται με πόλεμο από ιρακινές δυνάμεις.

Χύθηκε αδελφικό αίμα

Σύμφωνα με τις πληροφορίες των τοπικών Μέσων, οι Γιαζίντι έπιασαν αιχμάλωτους τέσσερις Πεσμεργκά της Ροζάβα ενώ ένας Γιαζίντι των YBS σκοτώθηκε και τρεις τραυματίστηκαν.

Ο Μπαρζανί εκτέλεσε εντολές του Ερντογάν

Η Κούρδισσα Γιαζίντι αξιωματικός, Ροζιάρ Βετζίν, σε δηλώσεις της στο Kom News, ισχυρίστηκε ότι ο Μασούντ Μπαρζανί εκτέλεσε εντολές των Τούρκων που του ζήτησαν να στείλει τους Πεσμεργκά της Ροζάβα να διώξουν τους αντάρτες του Οτσαλάν από το Σιντζάρ.
Αυτές τις εντολές πήρε από τον Ερντογάν κατά την πρόσφατη συνάντησή τους στην Άγκυρα, τόνισε η ίδια.
Να σημειωθεί ότι ο Μπαρζανί δεν έστειλε ενάντια στους Γιαζίντι άνδρες του από το ιρακινού Κουρδιστάν, που είναι συμπατριώτες τους, αλλά τους Κούρδους που έχει στρατολογήσει από΄τη βόρεια Συρία.

Σταμάτησαν οι συγκρούσεις

Σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες που μεταδίδουν τα τοπικά Μέσα, οι συγκρούσεις μεταξύ των κουρδικών παρατάξεων στο Σιντζάρ έχουν σταματήσει. Προφανώς έπαιξε ρόλο και η αμερικανική παρέμβαση.
Όμως ο Μπαρζανί φαίνεται πως άνοιξε τον ασκό του Αιόλου στο ιρακινό Κουρδιστάν εκτελώντας τις διαταγές του Ερντογάν.
Πεσμεργκά του Ιράκ που υπακούν στο σοσιαλπατριωτικό κόμμα Πατριωτική Ένωση Κουρδιστάν (PUK), με ηγέτη τον Τζαλάλ Ταλαμπανί, ο οποίος διετέλεσε και 6ος Πρόεδρος του Ιράκ, από τις 7 Απριλίου 2005 έως τις 24 Ιουλίου 2014, κατέλαβαν μια πετρελαιοπηγή κοντά στο Κιρκούκ που ήταν υπό τον έλεγχο του Κουρδικού Δημοκρατικού Κόμματος (KDP) του Μπαρζανί.
Οι Πεσμεργκά του Προέδρου Ταλαμπανί κατέλαβαν την πετρελαιοπηγή με πρόσχημα τις κατηγορίες για διαφθορά κατά του Προέδρου Μπαρζανί, αλλά στην πραγματικότητα του έστειλαν μήνυμα ότι οι κουρδικές δημοκρατικές σοσιαλπατριωτικές δυνάμεις δεν θα του επιτρέψουν να προκαλέσει εμφύλιο μεταξύ των Κούρδων εξυπηρετώντας τα συμφέροντα του Ερντογάν και θα φροντίσουν για αυτό αποστερώντας τον από τις πηγές εσόδων του, από το πετρέλαιο, που λέγεται ότι λαθραία εμπορεύεται με τους Τούρκους.
Κούρδοι δημοκρατικοί πατριώτες αναφέρουν ότι ο Μπαρζανί σχεδιάζει να επιτεθεί στις βάσεις του Εργατικού Κόμματος Κουρδιστάν (PKK) που βρίσκονται στο ιρακινό έδαφος κοντά στα σύνορα με την Τουρκία.
Εννοείται ότι άπαντες συμφωνούν ότι ο Μπαρζανί προδίδει το κουρδικό έθνος και θα επιχειρήσει να το οδηγήσει σε εμφύλιο εκτελώντας εντολές της Άγκυρας.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός10 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις10 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή