Ιστορία - Πολιτισμός
«Πέταξαν πολύ κόσμο στα πηγάδια»
Ο Αντώνης Σκουτέλης στον τάφο των γονιών του, Πολυξένης και Γιάννη. «Μέχρι πότε εμείς οι Ελληνες θα τρωγόμαστε;», λέει στην «Κ».
ΒΟΪΒΟΝΤΙΝΑ – ΑΠΟΣΤΟΛΗ. «Ολα ήταν προσυνεννοημένα. Ενώ άρχισαν να μιλούν, πετάχτηκε ο Σ. (σ.σ.: λέει το όνομά του) με το τσεκούρι και αφού εκστόμισε μια χυδαία βρισιά, τον χτύπησε δύο φορές. Μια από τη δεξιά πλευρά στον λαιμό και μια από την αριστερή. Του έκοψε το κεφάλι. Εβαλαν τον λαιμό από το ακέφαλο πτώμα σε μια λεκάνη η οποία γέμισε με αίμα. Από κάτω είχαν έτοιμο ένα κάρο. Τον φόρτωσαν τυλιγμένο σε μια κουβέρτα και τον πέταξαν σε κάποιο πηγάδι. Εριξαν κόσμο στα πηγάδια, το πόσους όμως δεν ξέρω, είχα φύγει νωρίτερα».
Καθώς το αυτοκίνητο διασχίζει τον αυτοκινητόδρομο από το Νόβισαντ προς το χωριό Μάγκλιτς, στη Βοϊβοντίνα, στα σύνορα της Σερβίας με την Ουγγαρία, η περιγραφή του καπετάνιου του ΕΛΑΣ και αργότερα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) Βασίλη Γκανάτσιου (Χείμαρρου) της δολοφονίας του «δήμιου του Μπούλκες» και εξέχοντος στελέχους του ΚΚΕ Μιχάλη Πεχτασίδη, από ανθρώπους του Ζαχαριάδη, όπως μου την είχε αφηγηθεί λίγες ημέρες πριν, στριφογυρίζει στο μυαλό μου και το μάτι ψάχνει στον απέραντο κάμπο για πηγάδια…
Υπάρχουν άραγε ακόμα σήμερα οι «πηγάδες του Μπούλκες», στις οποίες ο ανελέητος μηχανισμός του Ζαχαριάδη εξαφάνιζε τα «σκουλήκια», τους διαφωνούντες δηλαδή, όπως κατήγγειλαν σε άρθρα και βιβλία, αργότερα, μέλη και στελέχη του ΚΚΕ που βίωσαν τον «Μελιγαλά της Αριστεράς»;
Τι ακριβώς έγινε σ’ αυτό το χωριό με τη βαυαρική όψη, που σήμερα ονομάζεται Μάγκλιτς, αφότου εγκαταστάθηκαν, αρχής γενομένης την άνοιξη του 1945, μερικές χιλιάδες Ελληνες κομμουνιστές και γιατί αλληλοεξοντώνονταν;
Η… Εβδομη Δημοκρατία
Ζουν σήμερα Ελληνες στο Μπούλκες; Τι ξέρουν οι ντόπιοι για την «ελληνική κομμούνα» που λειτούργησε στο χωριό τους και προοριζόταν να αποτελέσει την… Εβδομη Δημοκρατία της Ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας;
Η σκέψη όσο πλησιάζουμε -και αρχίζει να αχνοφαίνεται στον κάμπο το καμπαναριό του καθεδρικού ναού, γοτθικού ρυθμού, του Μάγκλιτς- γυρίζει πίσω: στο 1945 όταν η ηγεσία του ΚΚΕ μετά την ήττα στα Δεκεμβριανά και τη συμφωνία της Βάρκιζας στέλνει, κατόπιν συμφωνίας με τον Τίτο, χιλιάδες στελέχη και μέλη του κόμματος με τις οικογένειές τους στη Γιουγκοσλαβία. Για να γλιτώσουν από τη «λευκή τρομοκρατία» της Ακροδεξιάς, σύμφωνα με την επίσημη κομματική εκδοχή, ή, για την «άλλη πλευρά», να εκπαιδευτούν για τον «δεύτερο γύρο», τον Εμφύλιο δηλαδή, που θα άρχιζε σε λίγο.
Εκεί λοιπόν, οι Ελληνες κομμουνιστές θα βρεθούν σ’ έναν επίγειο παράδεισο, το Μπούλκες, ένα χωριό στο οποίο κατοικούσαν Γερμανοί οι οποίοι το εγκατέλειψαν ή εκδιώχθηκαν ως συνεργάτες των ναζί με την απελευθέρωση της Γιουγκοσλαβίας, και εκεί θα επιχειρήσουν το πρώτο πείραμα μιας «αταξικής κοινωνίας», με κολεκτίβες, δικό τους νόμισμα (!), ιδεολογική «καθαρότητα» στη βάση των αρχών του μαρξισμού-λενινισμού, όπως τον ερμήνευε ο Στάλιν, που θα εφάρμοζαν σε μια «λεύτερη Ελλάδα».
Απαιτούν εξηγήσεις
Γρήγορα όμως ο παράδεισος θα μετατραπεί σε κόλαση για τους περισσότερους. Με το που εγκαταστάθηκαν στο χωριό, άρχισαν οι φασαρίες. Πολλοί αντάρτες και «καπετάνιοι», αμέσως μετά την εγκατάσταση στο Μπούλκες, ζήτησαν εξηγήσεις από την ιεραρχία του ΚΚΕ για την «προδοσία» της Βάρκιζας και την «παράδοσης της εξουσίας στον εχθρό». Η ελεγχόμενη από τον Ζαχαριάδη τοπική κομματική ηγεσία θα αντιδράσει σκληρά.
Οσοι δεν συντάσσονταν με την επίσημη γραμμή διώκονταν αμείλικτα. Πολλοί εξ αυτών δολοφονήθηκαν και τα πτώματά τους πετάχτηκαν σε πηγάδια, ενώ όσοι έπεφταν σε μόνιμη δυσμένεια διαγράφονταν, στέλνονταν σ’ ένα «γκούλαγκ» σε νησάκι του Δούναβη, κοντά στο Μπέλενε της Βουλγαρίας, για «διαπαιδαγώγηση».
Ο χαφιεδισμός και η τρομοκρατία σάρωναν την κοινωνία, και τα πράγματα θα αγριέψουν μετά το 1948 με τη σύγκρουση Τίτο – Στάλιν. Οι πρόσφυγες θα χωριστούν σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα, το μίσος ανάμεσά τους θα θεριέψει και θα διαπραχθούν απίστευτες ωμότητες.
Το νεκροταφείο
Η αγωνία για το τι θα συναντήσουμε κορυφώνεται με το που στρίβουμε από τον κεντρικό δρόμο προς Μάγκλιτς, όπως δείχνει η πινακίδα. Μπροστά μας το νεκροταφείο του χωριού, οι τάφοι φορτωμένα με «μήλα», σερβικό ταφικό έθιμο. Εκείνη την ώρα βρισκόταν σε εξέλιξη κηδεία.
Ο Τζούρο Μπογιάνοβιτς και η Νόνκα Μιχαΐλοβιτς, αφού άναψαν κεριά στους δικούς τους, προθυμοποιούνται να μας δείξουν τάφους Ελλήνων. Μας οδηγούν στο μνήμα της Αρετής Τσολάκη και των Γεωργίου και Μυροφόρας Κωνσταντινίδη. Υπήρχε και ένα άλλο, του ζεύγους Σκουτέλη, το οποίο θα μας δείξει αργότερα ο γιος τους. Είναι οι αδιάψευστοι μάρτυρες, μαζί με τρεις εναπομείνασες οικογένειες, για το πέρασμα των Ελλήνων από το χωριό. «Τι ξέρετε εσείς για τους Ελληνες που έζησαν εδώ;», τους ρωτάμε.
«Ηρθαν κάποιοι κομμουνιστές, τους έδωσαν σπίτια και περιουσίες, μετά άρχισαν να μαλώνουν, να σφάζονται και να πετάει ο ένας τον άλλο στα πηγάδια», λέει ο Τζούρο.
«Στο σπίτι που εγκατασταθήκαμε εμείς μετά, στεγαζόταν η μυστική υπηρεσία του κόμματος· φυσικά το ανακαινίσαμε», προσθέτει η Μιχαΐλοβιτς.
Ο δρόμος που οδηγεί στην πλατεία είναι φαρδύς, μοιάζει με λεωφόρο. Πανέμορφα σπίτια με γραφικές στέγες, ευρύχωρες αυλές και κήπους ξεπροβάλλουν ανάμεσα σε φυλλωσιές δένδρων. Ετσι τα παρέλαβαν οι δικοί μας, έτσι τα άφησαν, έτσι παραμένουν και σήμερα. Ειδυλλιακό μέρος για να ζήσει και να δημιουργήσει κανείς. Οχι όμως και για τους Ελληνες κομμουνιστές, που θα γράψουν εκεί σ’ αυτό το χωριό-ζωγραφιά, όπου σήμερα συμβιώνουν αρμονικότατα 17 (!) διαφορετικές εθνότητες, μια από τις πιο μελανές σελίδες τους.
Παραμένουν τρεις ελληνικές οικογένειες
Αναζητώντας, εβδομήντα χρόνια μετά, «ελληνικά ίχνη», ξεκινάμε από το δημαρχείο.
Η ληξίαρχος Βίνκα Μαριάνοβιτς, που είναι «κάτι σαν αντιδήμαρχος», μας πληροφορεί ότι στο χωριό υπάρχουν μόνο τρεις οικογένειες, των Γιάννη Σκουτέλη, Γιώργου Κωνσταντινίδη και Παύλου Ιωσηφίδη. Με βάση τις μαρτυρίες που είδαν το φως κατά καιρούς από ελληνικής πλευράς, από το Μπούλκες πέρασαν, σ’ ένα διαρκές πηγαινέλα, περίπου 8.000 πρόσφυγες στο διάστημα ’45-’49.
«Δυστυχώς δεν έχουμε στοιχεία για την εποχή εκείνη. Οι Ελληνες φεύγοντας το 1949 τα μάζεψαν και τα έκαψαν στην πλατεία του χωριού για να μην πέσουν στα χέρια των γιουγκοσλαβικών αρχών και από εκεί καταλήξουν στην κυβέρνηση των Αθηνών», λέει.
Οσο για τα πηγάδια, τόσο η Βίνκα όσο και ο πρώην δήμαρχος Ράντομιρ Ζόταβιτς μας λένε ότι δεν υπάρχουν πια. «Τα επιχωμάτωσαν αργότερα όταν έγιναν αρδευτικά έργα και εκείνα που ήταν μέσα στο χωριό τα έκαναν βόθρους. Πάντως η κοινωνία ξέρει ότι σε κάποια από αυτά έριχναν σκοτωμένους οι Ελληνες. Φήμες λένε πως βρέθηκαν αργότερα 17 σκελετοί σ’ ένα πηγάδι. Χρόνια μετά, στο όργωμα των χωραφιών, οι γεωργοί έβρισκαν ανθρώπινα οστά. Οι άνθρωποι εδώ έχουν κακή εικόνα για εκείνους του Ελληνες, ξέρουν ότι τσακώνονταν και σκοτώνονταν μεταξύ τους».
Μολονότι πολλοί διωχθέντες του Μπούλκες μίλησαν αργότερα για ένα νησάκι στον Δούναβη όπου οδηγούσαν τα «αντικομματικά στοιχεία» και τα υπέβαλαν σε ψυχολογικά και σωματικά βασανιστήρια, όσους και αν ρωτήσαμε, απάντησαν πως δεν υπάρχει νησί στον Δούναβη, τουλάχιστον κοντά στο Μάγκλιτς.
Ο Αντώνης Σκουτέλης έσκιζε μ’ ένα τσεκούρι ξύλα για τη σόμπα όταν εμφανιστήκαμε στην αυλή του σπιτιού του και μας υποδέχτηκε ευγενικά, μολονότι οι πληροφορίες ήθελαν να αποφεύγει να μιλάει για το θέμα. Με καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη, εργαζόταν ως εικονολήπτης στην τηλεόραση του Νόβισαντ, ιδιότητα με την οποία ταξίδεψε πολλές φορές στην Ελλάδα. Τώρα είναι συνταξιούχος. Γεννήθηκε το 1953 και είναι ένα από τα μετρημένα στα δάχτυλα «παιδιά του Μπούλκες» που έμειναν στο χωριό.
«Οι γονείς μου μαζί με άλλες 10-12 οικογένειες δεν έφυγαν το 1949. Σήμερα έχουν απομείνει τρεις οικογένειες, οι άλλες σκόρπισαν». Οταν η συζήτηση φτάνει στο «τι ξέρει» για τα γεγονότα του Μπούλκες, δείχνει να μη θέλει να συζητήσει.
«Η αλήθεια είναι ότι οι Ελληνες που απέμειναν στον Μπούλκες δεν μιλούσαν ποτέ για το τι έγινε εδώ. Το έκρυβαν σαν μεγάλη ντροπή. Ισως μεταξύ τους να το κουβέντιαζαν, εγώ όμως δεν άκουσα τίποτα από αυτούς. Οι γονείς μου δεν άνοιξαν ποτέ συζήτηση γι’ αυτό…».
Επιμένουμε, υπενθυμίζοντας κάποιες σκοτεινές πλευρές της παρουσίας των Ελλήνων.
Γελάει. «Πού να ξέρω. Ολοι μιλάνε για τα πηγάδια και όλοι ρωτούν για τα πηγάδια. Καμία φορά δεν άκουσα από τους Ελληνες που έζησαν εδώ γι’ αυτά τα πηγάδια. Από κανέναν».
– Ούτε για σκοτωμούς και βασανιστήρια;
– Αυτά τα άκουσα όπως και εσείς. Από τους ίδιους πάντως καμία φορά. Την αλήθεια για το Μπούλκες δεν την έχει πει κανένας. Η αλήθεια δεν έχει βγει και δεν έχει βγει γιατί είναι τόσο δύσκολη, σκληρή, που δεν είχε το θάρρος να την πει κανένας απ’ όσους την έζησαν. Τώρα εμείς που δεν τη ζήσαμε, εσείς και εγώ, τι να πούμε; Εκείνοι ξέρουν σίγουρα τι έγινε.
– Υπήρχε μια ένοχη σιωπή, δηλαδή;
– Ηταν ένα κρυφό μυστικό. Αργότερα έμαθα κάποια πράγματα. Το κακό ξέρετε ποιο είναι; Μέχρι πότε εμείς οι Ελληνες θα τρωγόμαστε και θα σκοτωνόμαστε; Εδώ όλοι ήταν ορθόδοξοι χριστιανοί, Ελληνες, κομμουνιστές, και σφάχτηκαν. Ο αδερφός τον αδερφό, ήταν ντροπή.
Ο ήλιος έδυε στον κάμπο της Βοϊβοντίνα. Ανθρωποι του χωριού μας είπαν ότι απουσίαζαν εκείνη την ημέρα οι άλλες δύο οικογένειες. Πριν αναχωρήσουμε για το Βελιγράδι, ο Αντ. Σκουτέλης μας δείχνει το κτίριο ενός σχολείου στο κέντρο του χωριού. «Εδώ ήταν το πολιτιστικό κέντρο των Ελλήνων, το έχτισαν οι ίδιοι και μάλιστα είχε κίονες κορινθιακού ρυθμού. Θυμάμαι ότι μπαίναμε κρυφά και παίζαμε μικροί. Αργότερα οι Γιουγκοσλάβοι το γκρέμισαν γιατί είχε στατικά προβλήματα στην κατασκευή», λέει πριν μας οδηγήσει στο μνήμα των γονιών του και μας αποχαιρετήσει, με την παράκληση «να μην το κιτρινίσουμε» (το ρεπορτάζ…).
«Σκότωσαν τον Πεχτασίδη με εντολή Ζαχαριάδη»
Ο Βασίλης Γκανάτσιος διετέλεσε με το ψευδώνυμο «Χείμαρρος» καπετάνιος του ΕΛΑΣ και υποστράτηγος του ΔΣΕ στον Εμφύλιο και είναι ο τελευταίος εν ζωή «Μπουλκιώτης». Κατέφυγε στο Μπούλκες Μάιο του 1945, με εντολή του Μάρκου Βαφειάδη, όταν μετά τη Βάρκιζα αντιλήφθηκε ότι είχε τεθεί στο στόχαστρο των αντιπάλων.
«Φτάνοντας στο Μπούλκες, με τοποθέτησαν στην περιβόητη Υπηρεσία Τάξης Ομάδας (ΥΤΟ), την αστυνομία, δηλαδή, της κοινότητας. Οι φασαρίες είχαν αρχίσει, αλλά έβλεπα πράγματα που δεν μου άρεσαν. Ετσι, ζήτησα να με αλλάξουν και με έβαλαν στο μεταφραστικό τμήμα. Στην κομματική επιτροπή πλειοψηφούσαν οι Ακροναυπλιώτες, σκληροί κομματικοί, αυτοί ήταν με την ηγεσία. Ο κόσμος διαμαρτυρόταν, ζητούσε εξηγήσεις για την ήττα, ενώ εμείς ελέγχαμε την κατάσταση. Αυτό ήταν το μεγάλο ζήτημα, τα αίτια της ήττας. Υπήρξε διχασμός: από τη μια μεριά οι αντάρτες που πολέμησαν και από την άλλη η κομματική επιτροπή που υπερασπιζόταν την ηγεσία».
– Ποιος ήταν ο ρόλος του Μιχάλη Πεχτασίδη;
– Ο Πεχτασίδης ήταν στέλεχος της ΟΠΛΑ στην Αθήνα και τον έστειλε ο Ζαχαριάδης στο Μπούλκες για να επιβάλει τη γραμμή του κόμματος. Ανέλαβε τα ηνία της κοινότητας και πρωτοστάτησε στις εκκαθαρίσεις, μέχρις ότου τον σκότωσαν και αυτόν. Υπήρχε κλίμα τρομοκρατίας. Το βίωσα, όταν σε μια συνδιάσκεψη τόλμησα να εκφράσω τη διαφωνία μου για τη γραμμή του κόμματος, αλλά και για την αντιμετώπιση όσων είχαν διαφορετική άποψη. Διαφωνούσαν και άλλοι καπετάνιοι. Το βράδυ οργάνωσαν μια ομάδα γύρω στα είκοσι άτομα, ήρθαν με χωνί κάτω από το σπίτι μου, αλλά και σε άλλους μη πιστούς υποτίθεται, και φώναζαν:
«Σκουλήκια, προδότες». Αφού με διέγραψαν, με έστειλαν να μείνω σ’ ένα άλλο σπίτι, όπου ήρθε ένας της κομματικής επιτροπής και κοιμόταν στο ίδιο δωμάτιο για να με παρακολουθεί. Ολους όσοι διαφωνούσαμε μας είχαν στην απομόνωση, μας παρακολουθούσαν.
– Τι ξέρετε για τα πηγάδια;
– Κανονικά πηγάδια που έβγαζαν νερό για το πότισμα των χωραφιών ήταν. Σ’ ένα από αυτά έριξαν και τον Πεχτασίδη, όπως μου είπε ένας από τους φερόμενους ως δολοφόνους, κομματικός, ο Σ., από την Ηπειρο, ένας άντρας-θηρίο. Αυτός μου διηγήθηκε το 1949 στο Μοναστήρι της Σερβίας, τη δολοφονία του Πεχτασίδη. Οπως μου είπε, μ’ έναν άλλον σύντροφο πήγαν από την Ελλάδα στο Μπούλκες με εντολή του Πολιτικού Γραφείου του κόμματος να σκοτώσουν τον Πεχτασίδη. Κατά τα λεγόμενά του πήγαν συστημένοι στον γραμματέα της οργάνωσης, τον Μπαρμπαλέξη, και του μίλησαν για τον σκοπό της άφιξής τους. Ο Ζαχαριάδης, σύμφωνα με τα όσα μου είπε μετά ο Μήτσος Βλαντάς, ήθελε να τον βγάλει από τη μέση γιατί τον θεωρούσε άνθρωπο των Γιουγκοσλάβων. Την άλλη μέρα, αφού ενημερώθηκαν, φώναξαν τον Πεχτασίδη στα γραφεία, όπου ενώ μιλούσε με τον Μπαρμπαλέξη, πετάχτηκε με το τσεκούρι ο Σ. και του έκοψε το κεφάλι. «Του δίνω μια από τη μια πλευρά, μια από την άλλη, κόπηκε το κεφάλι. Τον βάζουμε στη λεκάνη, γέμισε με αίμα», θυμάμαι ότι μου είπε. Από κάτω είχαν έτοιμο ένα κάρο και, ε, πήγαν και τον έριξαν σε κάποιο πηγάδι. Με το που τελείωσαν τη δουλειά, έφυγαν αμέσως από το Μπούλκες.
– Οσο ήσουν εκεί, είχες ακούσει για δολοφονίες άλλων διαφωνούντων;
– Ναι, ακουγόταν, κυκλοφορούσαν τέτοιες φήμες, ότι έριχναν κόσμο στα πηγάδια, πόσους δεν ξέρω, γιατί εγώ έφυγα σχετικά νωρίς.
Ο Βασίλης Γκανάτσιος θα κληθεί από το κόμμα, αφού πρώτα τον αποκατέστησε, να κατέβει στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1946 για να του ανατεθεί η διοίκηση του υπό σύσταση στρατηγείου Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας του ΔΣΕ και δεν θα επιστρέψει ποτέ στο Μπούλκες. Αλλωστε, στα μέσα Αυγούστου του 1949 οι Ελληνες θα εγκαταλείψουν την «κομμουνιστική όαση» στη Γιουγκοσλαβία και θα καταφύγουν στην Τσεχοσλοβακία και την Ουγγαρία. Το Μπούλκες όμως θα εξακολουθεί να αμαυρώνει την ιστορία της ελληνικής κομμουνιστικής Αριστεράς, καθώς 70 χρόνια μετά δεν έχει ανοίξει συζήτηση για το τι πραγματικά έγινε σ’ αυτό το χωριό…
Ιστορία - Πολιτισμός
Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού
Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.
Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.
Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.
Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας
Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.
Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης
Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.
Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.
Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία
Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.
Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.
#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια
Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.
Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.
Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.
Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.
Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές
Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
GEOPOLITICO
Η ιστορία των ελληνικών συναγωγών ζωντανεύει: Ένα μοναδικό αρχείο μνήμης παρουσιάζεται σε τέσσερις πόλεις της Βόρειας Ελλάδας
Οι Εκδόσεις Ινφογνώμων παρουσιάζουν το νέο βιβλίο του αρχιτέκτονα και πολεοδόμου Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα, «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής». Ένα έργο 453 σελίδων, με 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια, που καταγράφει περισσότερες από 100 συναγωγές και διασώζει την ιστορία μνημείων που χάθηκαν ή κινδυνεύουν να ξεχαστούν.
Ένα σημαντικό οδοιπορικό στην ιστορία, την αρχιτεκτονική και την πολιτιστική κληρονομιά του ελληνικού εβραϊσμού ξεκινά στις 19 Οκτωβρίου από τα Ιωάννινα, με επόμενους σταθμούς τη Θεσσαλονίκη, την Ξάνθη και την Κομοτηνή. Ο Δρ Ηλίας Β. Μεσσίνας παρουσιάζει το νέο του βιβλίο, καρπό πολυετούς επιτόπιας και αρχειακής έρευνας, αναδεικνύοντας συναγωγές που εξακολουθούν να υπάρχουν αλλά και μνημεία που έχουν εξαφανιστεί από τον αστικό ιστό. Μέσα από σπάνιες φωτογραφίες, αρχιτεκτονικά σχέδια και ιστορικά τεκμήρια, η έκδοση των Εκδόσεων Ινφογνώμων επιχειρεί να διασώσει ένα σημαντικό κομμάτι της συλλογικής μνήμης των ελληνικών πόλεων.
Ένα αρχείο για περισσότερες από 100 συναγωγές στην Ελλάδα
Η νέα έκδοση του Δρ Ηλία Β. Μεσσίνα αποτελεί μια εκτενή καταγραφή της ιστορίας και της αρχιτεκτονικής των συναγωγών της Ελλάδας.
Σε 453 σελίδες παρουσιάζονται περισσότερες από 100 συναγωγές, με ιστορικές και αρχιτεκτονικές περιγραφές, σπάνιο φωτογραφικό υλικό, ψηφιακούς χάρτες, βιβλιογραφία και αρχειακές πηγές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σημαντικό μέρος των μνημείων που τεκμηριώνονται δεν υπάρχει πλέον.
Ορισμένες συναγωγές κατεδαφίστηκαν κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, ενώ άλλες αλλοιώθηκαν ή εγκαταλείφθηκαν, με αποτέλεσμα να περιορίζεται σταδιακά η παρουσία τους στη συλλογική μνήμη.
Η έρευνα του Μεσσίνα ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και συνδυάζει επιτόπιες επισκέψεις με ιστορική τεκμηρίωση από αρχεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Η έκδοση περιλαμβάνει 272 φωτογραφίες και 237 αρχιτεκτονικά σχέδια και διαγράμματα, προσφέροντας τη δυνατότητα στους αναγνώστες να γνωρίσουν μνημεία που συνδέονται με την παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο.
Το σπάνιο αρχείο του Σεμτώβ Σαμουήλ
Ιδιαίτερη σημασία για την ολοκλήρωση του βιβλίου είχε η αξιοποίηση του αρχείου του αρχιτέκτονα Σεμτώβ Σαμουήλ (1939–2009).
Το αρχείο παραδόθηκε στον Δρ Μεσσίνα από συγγενείς του Σαμουήλ και περιλαμβάνει πολύτιμο υλικό από έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 1960–1961.
Εκείνη την περίοδο, ο νεαρός τότε φοιτητής αρχιτεκτονικής, με προτροπή του καθηγητή Νίκου Μουτσόπουλου, επισκέφθηκε συναγωγές σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια.
Κατέγραψε φωτογραφικά και αρχιτεκτονικά κτίρια που βρίσκονταν σε λειτουργία, αλλά και συναγωγές που είχαν ήδη υποστεί σοβαρές φθορές.
Για ορισμένα από τα συγκεκριμένα μνημεία, τα οποία κατεδαφίστηκαν τα επόμενα χρόνια, το αρχείο Σαμουήλ αποτελεί σήμερα μοναδικό τεκμήριο της ύπαρξης και της αρχιτεκτονικής τους μορφής.
Το υλικό ψηφιοποιείται σταδιακά, ενώ προβλέπεται η δημιουργία τρισδιάστατων αναπαραστάσεων και ψηφιακών μοντέλων εικονικής πραγματικότητας.
Με τον τρόπο αυτό, η ιστορική έρευνα συνδυάζεται με τις σύγχρονες τεχνολογίες ψηφιακής αποκατάστασης, δημιουργώντας νέες δυνατότητες παρουσίασης της χαμένης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.
Η σύνδεση με το Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο του υπουργείου Πολιτισμού
Το έργο αποκτά και θεσμική σημασία, καθώς συνδέεται με την ενσωμάτωση των εβραϊκών μνημείων της Ελλάδας στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα «Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο» του υπουργείου Πολιτισμού.
Ο Δρ Μεσσίνας συνεργάστηκε με τις αρμόδιες υπηρεσίες για τον εμπλουτισμό του συστήματος με στοιχεία σχετικά με την εβραϊκή πολιτιστική κληρονομιά.
Την έκδοση χαιρετίζουν η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και ο πρόεδρος του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος, Δαυίδ Σαλτιέλ.
Τον πρόλογο υπογράφει ο ακαδημαϊκός, καθηγητής και αρχιτέκτονας Μανόλης Κορρές.
Η συμμετοχή των συγκεκριμένων προσωπικοτήτων αναδεικνύει τη σημασία της συστηματικής καταγραφής των ιστορικών μνημείων και της προστασίας τους από τη λήθη.
Οι παρουσιάσεις και οι ομιλητές
Στα Ιωάννινα, τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου, η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στις ιστορικές συναγωγές Γιασάν και Χαντάς.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο δικηγόρος και ερευνητής Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής, η επίκουρη καθηγήτρια της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ράνια Σταθοπούλου και ο οικονομολόγος Νίκος Καράμπελας. Χαιρετισμούς θα απευθύνουν ο πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Ιωαννίνων Μάρκος Μπατίνος και η πρόεδρος της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών Κατερίνη Λιάμπη. Τον συντονισμό θα έχει η φιλόλογος Ανδρονίκη Ζούκη.
Στη Θεσσαλονίκη, την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου, το ενδιαφέρον θα στραφεί στη συναγωγή Μοναστηριωτών και στις εβραϊκές συναγωγές της πόλης πριν και μετά το Ολοκαύτωμα.
Στην παρουσίαση θα συμμετάσχουν η επιστημονική υπεύθυνη του Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης, Δρ Ξένια Ελευθερίου, και ο Θρασύβουλος–Μορντεχάι Παπαστρατής. Χαιρετισμό θα απευθύνει ο Δαυίδ Σαλτιέλ, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο αρχιτέκτονας Στέλιος Χριστάνης. Η εκδήλωση πραγματοποιείται σε συνεργασία με τον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων Θεσσαλονίκης.
Στην Ξάνθη, την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου, το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι καθηγητές του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης Γιώργος Τσιγάρας και Δημήτρης Πολυχρονόπουλος, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο Νίκος Κοσμίδης.
Τελευταίος σταθμός θα είναι η Κομοτηνή, την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου, όπου η παρουσίαση θα επικεντρωθεί στην ιστορία της συναγωγής Μπεθ Ελ πριν από το Ολοκαύτωμα. Θα μιλήσουν ο Βασίλης Ριτζαλέος από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και ο αρχιτέκτονας Γιώργος Ευφραιμίδης, με συντονίστρια την αρχιτέκτονα Αγγελική Κουγιουμτζόγλου.
Η αρχιτεκτονική ως μαρτυρία της ιστορίας
Η σημασία του βιβλίου δεν περιορίζεται στην αποτύπωση των κτιρίων.
Οι συναγωγές αποτελούσαν για αιώνες χώρους θρησκευτικής ζωής, κοινωνικής συνάντησης και διατήρησης της ταυτότητας των εβραϊκών κοινοτήτων.
Σε πολλές ελληνικές πόλεις, η καταστροφή των εβραϊκών πληθυσμών κατά το Ολοκαύτωμα συνοδεύτηκε από τη σταδιακή εξαφάνιση των χώρων που συνδέονταν με την καθημερινή τους ζωή.
Η μεταπολεμική ανοικοδόμηση άλλαξε ακόμη περισσότερο τον αστικό ιστό, με αποτέλεσμα ορισμένα από αυτά τα κτίρια να έχουν χαθεί ολοκληρωτικά.
Η αρχιτεκτονική τεκμηρίωση προσφέρει τη δυνατότητα να ανασυσταθεί η μορφή τους και να διατηρηθεί η ιστορία τους για τις επόμενες γενιές.
Η συγκεκριμένη έκδοση φιλοδοξεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς για ιστορικούς, αρχιτέκτονες, ερευνητές και όσους ενδιαφέρονται για την πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας.
Η αγγλική μετάφραση του βιβλίου αναμένεται στις αρχές του 2027, διευρύνοντας την πρόσβαση στο ερευνητικό υλικό και για το διεθνές κοινό.
Ένας ερευνητής αφιερωμένος στη διάσωση των συναγωγών
Ο Ηλίας Μεσσίνας γεννήθηκε το 1964 και είναι αρχιτέκτονας, πολεοδόμος και σύμβουλος αειφορίας.
Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πανεπιστήμιο Yale και στην Ακαδημία Bezalel, ενώ πραγματοποίησε διδακτορικές και μεταδιδακτορικές σπουδές σε θέματα χωροταξίας, αρχιτεκτονικής και περιβαλλοντικού σχεδιασμού.
Από το 1993 ασχολείται συστηματικά με την έρευνα και τεκμηρίωση των συναγωγών στην Ελλάδα.
Μεταξύ 1995 και 2023 συμμετείχε, μαζί με συνεργάτες του, σε μελέτες και έργα αποκατάστασης συναγωγών σε διάφορες ελληνικές πόλεις.
Έχει συγγράψει 16 βιβλία και δεκάδες άρθρα σχετικά με την πολιτιστική κληρονομιά, την αρχιτεκτονική και την αειφόρο ανάπτυξη.
Για τη συμβολή του στη διάσωση της εβραϊκής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς έχουν αναφερθεί θετικά επιστήμονες και ερευνητές, όπως ο Samuel D. Gruber, ο δημοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος και ο καθηγητής Γιώργος Τσιγάρας.
Μια παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές
Το βιβλίο «Οι Συναγωγές της Ελλάδος: Αρχείο Ιστορίας και Αρχιτεκτονικής» αναδεικνύει μια συχνά παραγνωρισμένη διάσταση της ελληνικής ιστορίας.
Η παρουσία των εβραϊκών κοινοτήτων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής και πολιτιστικής διαδρομής πολλών ελληνικών πόλεων.
Η διατήρηση των μνημείων τους, ακόμη και μέσα από φωτογραφίες και αρχιτεκτονικά σχέδια όταν τα ίδια τα κτίρια έχουν χαθεί, συνδέεται άμεσα με την προστασία της ιστορικής μνήμης.
Οι τέσσερις παρουσιάσεις στη Βόρεια Ελλάδα αποτελούν μια ευκαιρία να γνωρίσει το κοινό όχι μόνο την αρχιτεκτονική των ελληνικών συναγωγών, αλλά και τις ιστορίες των ανθρώπων και των κοινοτήτων που συνδέθηκαν με αυτές.
Όλες οι εκδηλώσεις έχουν ελεύθερη είσοδο, με την επισήμανση ότι για την ξενάγηση στη συναγωγή Μοναστηριωτών της Θεσσαλονίκης απαιτείται προεγγραφή.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
