Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Strategic Culture: Η Ιταλία μπορεί να διαλύσει την ΕΕ – Οι σχέσεις με Ρωσία και οι ευρωεκλογές

Δημοσιεύτηκε στις

Κυρώσεις ενάντια στην Ιταλία θα αυξήσουν όχι μόνο τη δύναμη της κυβέρνησής της αλλά και αυτή των ευρωσκεπτικιστών

Την εκτίμηση ότι η Ιταλία έχει τη δυνατότητα να οδηγήσει ακόμη και σε διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκφράζει σε ανάλυσή του το think tank, Strategic Culture Foundation.
Όπως υπογραμμίζει η κόντρα Βρυξελλών – Ρώμης είναι το τελευταίο και πιο σοβαρό από μία σειρά επεισοδίων όπου έχουν διαφανεί οι σοβαρές διαφορές μεταξύ αρκετών κρατών – μελών της Ένωσης και των θεσμών της. 
Σύμφωνα με την ανάλυση του Strategic Culture η ΕΕ είχε πολλά προβλήματα, καθώς μέλη της όπως η Πολωνία και η Ουγγαρία, έχουν ανοικτά ασκήσει κριτική στον τρόπο με τον οποίο έχει δομηθεί. Όμως αυτή η νέα σύγκρουση είναι ακόμη πιο επικίνδυνη, καθώς οι Βρυξέλλες βρίσκονται σε κόντρα με την Ιταλία, δηλαδή την τρίτη ισχυρότερη οικονομία της Ευρωζώνης και όγδοη ισχυρότερη οικονομία της υφηλίου από πλευράς ονομαστικού ΑΕΠ.
Η Ιταλία έχει πληθυσμό 60 εκατ. ανθρώπων. 
Είναι μία χώρα φιλοευρωπαϊκή και ένα από τα ιδρυτικά μέλη της ΕΕ.
Η ιταλική κυβέρνηση αρνήθηκε να υπακούσει στην εντολή της Κομισιόν και να προχωρήσει σε αναμόρφωση του προσχεδίου προϋπολογισμού για το 2019, στο οποίο περιλαμβάνεται στόχος για έλλειμμα στο 2,4% του ΑΕΠ, μέγεθος το οποίο μπορεί να διογκώσει περαιτέρω το, ήδη, υψηλό χρέος της χώρας. 
Η κυβέρνηση της Ρώμης, την οποία απαρτίζουν η Lega και το λαϊκίστικο κόμμα των Πέντε Αστέρων, έχει αποφασίσει να αυξήσει τον δανεισμό της, προκειμένου να εκπληρώσει ορισμένες προεκλογικές υποσχέσεις, όπως για παράδειγμα η μείωση της ηλικίας συνταξιοδότησης και η αύξηση των κοινωνικών μερισμάτων.
Τον προηγούμενο μήνα η Κομισιόν ανακοίνωσε ότι αυτοί οι στόχοι δαπανών καταπατούν τους κανόνες της Ευρωζώνης.
Η Ρώμη διαθέτει το δεύτερο μεγαλύτερο χρέος –ως ποσοστό επί του ΑΕΠ – στην Ευρωζώνη, το οποίο φθάνει στο 131,8% του ΑΕΠ, όμως, η ιταλική κυβέρνηση πιστεύει ότι μπορεί να επιτύχει σημαντικό ρυθμό ανάπτυξης, ενώ αντίθετα οι εκτιμήσεις των Βρυξελλών είναι μάλλον «γκρίζες».
Στις 13 Νοεμβρίου έληξε το πρώτο τελεσίγραφο για την Ιταλία, με την κυβέρνηση να αρνείται να αλλάξει το παραμικρό στο προσχέδιο προϋπολογισμού για το 2019.
Τώρα η ΕΕ απειλεί τη Ρώμη με επιβολή κυρώσεων, το ύψος των οποίων μπορεί να φθάσει στα 3,4 δισ. ευρώ. 
Όμως η ιταλική κυβέρνηση ακολουθεί δική της πορεία σε μία σειρά θεμάτων.
Εμφανίζεται ως φιλική προς τη Ρωσία και καλεί σε άρση ή έστω χαλάρωση των κυρώσεων που έχει επιβάλλει η ΕΕ εναντίον της.
Ο Ιταλός πρωθυπουργός, Giuseppe Conte πιστεύει ότι η Ρωσία θα πρέπει να γίνει, εκ νέου, δεκτή στους G7.
Μάλιστα επισκέφθηκε τη Μόσχα τον Οκτώβριο, τονίζοντας ότι η Ρωσία είναι ένας ισχυρός παίκτης στη διεθνή σκηνή και προσκάλεσε τον Vladimir Putin να επισκεφθεί την Ιταλία. 
Παρά τις κυρώσεις της ΕΕ ο κ. Conte υπέγραψε μία σειρά εμπορικών και επενδυτικών συμφωνιών με τη Ρωσία. 
Το 2018 το ρωσικό κόμμα United Russia, το οποίο διαθέτει την πλειοψηφία στο ρωσικό κοινοβούλιο και η Lega υπέγραψαν συμφωνία συνεργασίας. 
Το δημοτικό συμβούλιο στο Veneto, στο οποίο ο επικεφαλής της Lega, Matteo Salvini έχει μεγάλη δύναμη, αναγνώρισε την Κριμαία ως μέρος της ρωσικής επικράτειας το 2016. 
Η Αυστρία είναι μία άλλη ευρωπαϊκή χώρα που έχει φιλικές διαθέσεις για τη Ρωσία. 
Ακόμη και το πρόσφατο «σκάνδαλο κατασκόπων», το οποίο φανερά δημιούργησαν κάποιοι προκειμένου να χαλάσουν τις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών, δεν είχε τα αποτελέσματα που ήθελαν όσοι το προκάλεσαν.
«Είμαστε μία χώρα που έχει καλές επαφές με τη Ρωσία, είμαστε υπέρ του διαλόγου και αυτό δεν θα αλλάξει μελλοντικά», τόνισε ο Αυστριακός καγκελάριος, Sebastian Kurz, σε ομιλία του στις 14 Νοεμβρίου 2018.
Το συντηρητικό Κόμμα του Λαού και το ακροδεξιό Κόμμα της Ελευθερίας – τα δύο κόμματα που απαρτίζουν την αυστριακή κυβέρνηση- έχουν θετική στάση έναντι της Μόσχας.
Δεν επικροτούν την πολιτική κυρώσεων της ΕΕ.
Η Ουγγαρία είναι ένα ακόμη μέλος της ΕΕ με φιλικές διαθέσεις προς τη Ρωσία. 
Τον Οκτώβριο 2018 το Ευρωκοινοβούλιο ψήφισε ώστε να τεθεί σε εφαρμογή το Άρθρο 7, δηλαδή η διαδικασία επιβολής κυρώσεων ενάντια στην Ουγγαρία. 
Η κυβέρνηση της χώρας, υπό την πρωθυπουργία του Victor Orban έχει κατηγορηθεί για παρέμβαση στα ΜΜΕ, επιθέσεις σε ΜΚΟ και απολύσεις ανεξάρτητων δικαστικών λειτουργών. 
Μεταξύ των κυρώσεων είναι και το ενδεχόμενο να αφαιρεθεί από την Ουγγαρία το δικαίωμα ψήφου. 
Στην πραγματικότητα η χώρα τιμωρείται γιατί αρνείται να δεχθεί μετανάστες. 
Πρόκειται για τη δεύτερη φορά που ενεργοποιείται το Άρθρο 7. 
Το 2017 είχε γίνει για την Πολωνία, το ενεργοποίησε η Κομισιόν, λόγω της μη συμμόρφωσης της χώρας στην πραγματοποίηση μεταρρυθμίσεων στον χώρο της Δικαιοσύνης.
Βέβαια θα πρέπει να υπάρξει ομοφωνία προκειμένου να αφαιρεθεί το δικαίωμα ψήφου από την Ουγγαρία και να τις επιβληθούν κυρώσεις. 
Αυτή η κίνηση θα μπλοκαριστεί, το πιθανότερο, από την Πολωνία. 
Ως ανταμοιβή η Ουγγαρία έχει δηλώσει ότι θα στηρίξει την Πολωνία σε περίπτωση που η ΕΕ στραφεί κατά της Βαρσοβίας. 
Ουγγαρία, Πολωνία και Ρωσία προσπαθούν να τραβήξουν την προσοχή της Ευρώπης στην απειλή για τη δημοκρατία και την ειρήνη που προέρχεται από την Ουκρανία, ένα πρόβλημα το οποίο η ευρωπαϊκή ηγεσία θέλει να αγνοεί. 
Η Σλοβακία είναι ένα ακόμη μέλος της Ένωσης η οποία διαθέτει αυτό που ορισμένοι χαρακτηρίζουν ως «ειδικές σχέσεις» με τη Ρωσία. 
Ποτέ δεν ήταν ευχαριστημένη με τις κυρώσεις κατά της Μόσχας και το έχει πει ανοιχτά. 
Τον περασμένο μήνα, ο νέος πρωθυπουργός της χώρας, Peter Pellegrini, κάλεσε την ΕΕ να αναθεωρήσει την πολιτική κυρώσεων.
Στην Ελλάδα υπήρξε, επίσης, ένα διπλωματικό επεισόδιο, αλλά, όπως και στην περίπτωση της Αυστρίας, δεν κατόρθωσε να διακόψει τους ιστορικά στενούς δεσμούς μεταξύ των δύο χωρών. 
Η Κύπρος ήταν πάντα φιλική προς τη Μόσχα, αλλά η Λευκωσία και η Αθήνα δεν είναι σε θέση να προστατεύσουν την ανεξαρτησία τους, καθώς και οι δύο είναι υπερχρεωμένες και εξαρτώνται από ξένα δάνεια.
Η μάχη μεταξύ των Βρυξελλών και της Ρώμης έρχεται σε μια εποχή όπου η Ευρώπη προετοιμάζεται για τις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Μάιο του 2019. 
Εάν η ΕΕ προχωρήσει σε κυρώσεις κατά της Ιταλίας, αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να ενισχυθεί περαιτέρω η στήριξη προς την κυβέρνηση, η οποία όπως τονίζει το μόνο που θέλει είναι να υπερασπιστεί τον λαό της. 
Παράλληλα θα οδηγήσει σε ενίσχυση του αριθμού των Ιταλών ευρωσκεπτικιστών, οι οποίοι θα αυξήσουν τις έδρες τους στο Ευρωκοινοβούλιο.
Με τόσες πολλές χώρες δυσαρεστημένες από την ηγεσία της ΕΕ, είναι δύσκολο να προβλεφθεί το αποτέλεσμα. 
Σύντομα θα υπάρξουν άλλοι άνθρωποι που θα έχουν πολύ διαφορετικές απόψεις για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ΕΕ, καθώς και για το μέλλον του μπλοκ. 
Όλα μπορεί να αλλάξουν, συμπεριλαμβανομένης της σχέσης με τη Ρωσία και των κυρώσεων που έχουν γίνει τόσο δημοφιλείς και έχουν οδηγήσει σε πολλούς εθνικούς ηγέτες να αμφισβητούν ανοιχτά τη σοφία μιας τέτοιας πολιτικής που επιβάλλεται από τους λίγους ισχυρούς. 

www.bankingnews.gr

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις6 λεπτά πριν

Από Αυτοκρατορία… επαίτης των Ταλιμπάν: Το οικονομικό ναυάγιο του Ιράν

Πώς έφτασε το Ιράν στο σημείο όπου η προοπτική επενδύσεων από το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν θεωρείται επιτυχία;

Διεθνή36 λεπτά πριν

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Le Figaro: Στο χείλος του γκρεμού η Γαλλία ετοιμάζεται για τον ερχομό της τρόικας

Η Γαλλία δεν ανήκει πλέον στον πυρήνα της ευρωζώνης, αλλά έχει μετατραπεί σε περιφερειακή χώρα που απειλεί τη σταθερότητά της....

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Οι κινητές ομάδες πυρός αεράμυνας και η απειλή των drones

Μία από τις απαντήσεις σε αυτή την απειλή ήταν η δημιουργία Κινητών Ομάδων Πυρός Αεράμυνας (Mobile Air Defense Fire Groups)....

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν...

Δημοφιλή