Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η Τουρκία του Ερντογάν δεν είναι σύμμαχος της Αμερικής

Δημοσιεύτηκε στις

Του Michael Rubin
Η στροφή 180 μοιρών του Προέδρου Τραμπ προς τον Τούρκο ομόλογό του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι τόσο απότομη που μπορεί να προκαλέσει αυχενικό πόνο. Πριν από μόλις πέντε μήνες, ο Τραμπ επέκρινε την Τουρκία και στοχοποιούσε την οικονομία της για να γονατίσει τον Ερντογάν ως αντίποινο έναντι της κράτησης του πάστορα Άντριου Μπράνσον. Στο παρασκήνιο, Αμερικανοί αξιωματούχοι και η αντικατασκοπεία των ΗΠΑ ενοχλούνταν ολοένα και περισσότερο με την στάση του Ερντογάν να ενισχύει το Ισλαμικό Κράτος καθώς και τρομοκρατικές ομάδες από τη Χαμάς μέχρι τη Μπόκο Χαράμ. Τώρα, βεβαίως, ο Ερντογάν είναι ο έμπιστος φίλος του Τραμπ.
Το ειρωνικό σ’ αυτή την στροφή είναι ότι ο ευερέθιστος Τραμπ δεν έχει απολύτως καμία ιδέα της περιφρόνησης με την οποία τον βλέπει ο Ερντογάν και ο τουρκικός τύπος. Ο Ερντογάν μπορεί να είναι ένα αίνιγμα για πολλούς διπλωμάτες και αναλυτές που δεν θέλουν να πιστέψουν το χειρότερο σενάριο γι’ αυτόν, αλλά κάποιες τουρκικές εφημερίδες που επιτρέπεται να κυκλοφορούν και που έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη επιρροή κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας του Ερντογάν δίνουν μια εικόνα του μυαλού του. Ο λόγος είναι απλός: κάθε δημοσιογράφος που τολμά να αμφισβητήσει το τι λέει ή σκέφτεται ο Ερντογάν απολύεται, φυλακίζεται ή παθαίνει ακόμη χειρότερα.

Όπως επισημαίνει η αρθρογράφος Ζεϊνέπ Γκουρτζανλί σε μια από τις τελευταίες κοσμικές εφημερίδες της Τουρκίας, “Οι δημοσιογράφοι που είπαν ότι ‘η πολιτική του ΑΚΡ στη Συρία είναι λάθος’, αποστασιοποιήθηκαν, περιθωριοποιήθηκαν και απολύθηκαν”. Αντιθέτως, οι χειροκροτητές του Ερντογάν όπως ο Ιμπραήμ Καραγκιούλ στη Γενί Σαφάκ έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη επιρροή και μάλιστα βρήκαν τις πύλες του πλούτου και των ιδιαίτερα περιορισμένων τουρκικών ηλεκτρικών μέσων ανοιχτές γι’ αυτούς.

Τι λένε λοιπόν αυτοί οι δημοσιογράφοι για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Τραμπ; Ενώ η Ουάσινγκτον μπορεί να ομφαλοσκοπεί και να υποθέτει πως το αντιαμερικανικό αίσθημα σχετίζεται εξ ολοκλήρου με τον Τραμπ, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι ο Τραμπ δεν είναι η αιτία του αντιαμερικανισμού στην Τουρκία, καθώς η τάση αυτή προηγείται κατά πολύ. Σύμφωνα με τις ετήσιες έρευνες του Pew Research Center για τον αντιαμερικανισμό, οι θετικές γνώμες των Τούρκων προς τις Ηνωμένες Πολιτείες μειώθηκαν από περίπου 50% το 1999 σε μόλις 30% αμέσω μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου – και αυτό πριν τον πόλεμο των ΗΠΑ με το Ιράκ. Έκτοτε, τα σχετικά ποσοστά έχουν καταβυθιστεί.
Όταν ο Πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα διέταξε την επίθεση με drones στην Υεμένη που είχε ως αποτέλεσμα τη θανάτωση του ιεροκήρυκα της Αλ Κάιντα Ανγουάρ αλ Αουλάκι, ο οποίος κήρυξε σε τρεις από τους αεροπειρατές της 11ης Σεπτεμβρίου και υπήρξε μέντορας του εκτελεστή του Ford Hoot Νιντάλ Χασάν, η Γενί Σαφάκ συνέκρινε τον Αμερικανό πρόεδρο με τον Χίτλερ. Όταν στη συνέχεια ο Ομπάμα διακήρυξε ότι οι ΗΠΑ δεν βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση με το Ισλάμ, η Γενί Σαφάκ χαρακτήρισε αυτή τη δήλωση ως κατάφωρο ψέμα, και υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ επεδίωκαν να διεξάγουν πόλεμο εναντίον του Ισλάμ  καθώς ενορχήστρωσαν τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου και στη συνέχεια δημιούργησαν το Ισλαμικό Κράτος. Το 2017, ο Καραγκιούλ, ο οποίος χάρη στις συνωμοσίες του προήχθη σε αρχισυντάκτης της Γενί Σαφάκ, διατύπωσε μια νέα, σύμφωνα με την οποία κάθε εξέλιξη στη Μέση Ανατολή από τον Πόλεμο του Κόλπου το 1991 και έκτοτε, ήταν στην πραγματικότητα μια δολοπλοκία από τις ΗΠΑ για να καταστρέψουν το Ισλαμ.
Ως προς την άποψη του Ερντογάν για τον Τραμπ, μόλις πριν από έναν χρόνο, ο Καραγκιούλ δήλωνε ότι “Οι ΗΠΑ δεν αποτελούν πλέον αξιόπιστη χώρα για την Τουρκία. Δεν είναι ούτε εταίρος, ούτε σύμμαχος – δεν μπορεί να είναι, και δεν θα είναι”.  Καθώς ο Ερντογάν υπόσχεται να νικήσει το Ισλαμικό Κράτος, είναι αναγκαίο να το θεωρεί υποχείριο των ΗΠΑ ή, όπως η Γενί Σαφάκ το ονομάζει “το νόθο παιδί” της Αμερικής. Αυτή η ρητορική δεν είναι περιστασιακή, ούτε απλώς μια επινόηση των τουρκικών εφημερίδων – αντιθέτως αντανακλά τις θέσεις του ίδιου του Ερντογάν. Στο αποκορύφωμα του πολέμου εναντίον του Ισλαμικού Κράτους, για παράδειγμα, ο ίδιος ο Ερντογάν διατύπωσε στους οπαδούς του την υπόθεση ότι οι ΗΠΑ δημιούργησαν το Ισλαμικό Κράτος ώστε να έχουν την αφορμή αφενός να παρεμβαίνουν στην περιοχή και αφετέρου να προωθήσουν την ισλαμοφοβία.
Στο εμπύρετο μυαλό του Ερντογάν, η νίκη εναντίον του Ισλαμικού Κράτους συνεπάγεται νίκη εναντίον των ΗΠΑ. Ακόμη κι αν ο ίδιος πιστεύει ότι η μεταστροφή του Ερντογάν στη Συρία είναι ένα όνειρο που γίνεται πραγματικότητα, όσοι συμμερίζονται το όραμα του Ερντογάν οικτίρουν τον Τραμπ για την αδυναμία του. “Ο Ερντογάν έχει καλύτερο χέρι… καθώς ο Τραμπ δεν έχει ακόμη τον έλεγχο επί του κατεστημένου συστήματος”, έγραψε ο Καραγκιούλ την επομένη της συνόδου μεταξύ των δύο ηγετών το 2017. Για το σημερινό τουρκικό καθεστώς συνεπώς, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι αξιόπιστες καθώς είναι δημοκρατικές. Ούτε ο Ερντογάν θα πρέπει να δίνει σημασία σε μια χώρα που, σε αντίθεση με τις δηλώσεις του Ερντογάν, οι οπαδοί του Ερντογάν βλέπουν να βρίσκεται σε παρακμή. “Οι ΗΠΑ και η Δύση βρίσκονται σε μια περίοδο οπισθοδρόμησης. Η οικονομική τάξη την οποία ελέγχουν βρίσκεται σε αδιέξοδο και μπορεί πλέον να κινηθεί” διακήρυξε η Γενί Σαφάκ.
Ο Τραμπ μπορεί να κάνει παραχωρήσεις, και ο Ερντογάν να τις καρπώνεται, αλλά τίποτε δεν αλλάζει το γεγονός ότι, κατά την κοσμοθεωρία του Ερντογάν και της ομάδας του οι ΗΠΑ είναι “η πρωταρχική απειλή για την Τουρκία”. Όπως εξηγεί ο Καραγκιούλ, η σύγκρουση ανάμεσα στα αμερικανικά και τα τουρκικά συμφέροντα είναι μέρος μιας “εκατονταετούς διαμάχης”. Το γεγονός ότι η Τουρκία δεν έχει ακόμη συμπληρώσει εκατό χρόνια ζωής υπογραμμίζει το πω΄ς ο Ερντογάν βλέπει τον εαυτό του ως εκπρόσωπο του παγκόσμιου ισλαμισμού στη μάχη εναντίον του δυτικού φιλελευθερισμού. Ο ίδιος ο Τραμπ δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα αλλάξει το μυαλό των Τούρκων: όταν μίλησε ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, ο τύπος που υποστηρίζει τον Ερντογάν χαρακτήρισε τις ιδέες του ως την επιτομή της “εσωστρέφειας” και της “ξεροκεφαλιάς”.
Ο Τραμπ δεν θα είναι ο πρώτος ηγέτης που βάζει όλα τα αυγά του στο καλάθι του Ερντογάν. Το 2012, ο Ομπάμα δήλωσε ότι ο Ερντογάν είναι ανάμεσα στους πέντε διεθνείς ηγέτες με τους οποίους ο ίδιος αισθάνεται εγγύτερα, μιλώντας μάλιστα για τις συμβουλές που του έδωσε ο Τούρκος ηγέτης για την ανατροφή των κορών του. Κατά τη δεύτερη θητεία του όμως, ο Ομπάμα έμαθε ότι είναι ανόητο να εμπιστεύεται τον Ερντογάν. Τον είδε όπως στην πραγματικότητα είναι: ένας βαθιά διεφθαρμένος ιδεολόγος, αποφασισμένος να καταστρέψει τη φιλελεύθερη τάξη που οικοδομήθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ένας υποστηρικτής της τρομοκρατίας και αντισημίτης.
Ο Τραμπ μπορεί να πιστεύει ότι η ηγεσία σημαίνει να αψηφά την κοινή λογική στην Ουάσινγκτον. Έχει βεβαίως δίκιο να αμφισβητεί μεγάλο μέρος της. Αλλά υιοθετώντας τον Ερντογάν, όχι μόνο εκχωρεί ισχύ σε έναν άνθρωπο που ενέχεται στην ανάδυση και την επιβίωση του Ισλαμικού Κράτους, αλλά και σε κάποιον του οποίου ο στενότατος κύκλος γελοιοποιεί τον Τραμπ αν όχι καταπρόσωπα, πάντως πίσω από την πλάτη του προς τον τουρκικό λαό. Στην Ουάσινγκτον, ο Τραμπ μπορεί να πιστεύει ότι η στάση του αυτή είναι μια δημιουργική αναταραχή. Στην Άγκυρα όμως θα χαρακτηριστεί ως εξευτελισμός της Αμερικής και του προέδρου της.


—
Ο Michael Rubin είναι πρώην αξιωματούχος του Πενταγώνου, με κύρια ερευνητικά ενδιαφέροντα τη Μέση Ανατολή, την Τουρκία, το Ιράν και τη διπλωματία.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 8 Ιανουαρίου 2019 και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του American Enterprise Institute (ΑΕΙ) και τη συνεργασία του ΚΕΦΙΜ “Μάρκος Δραγούμης”.
Πηγή: Λίμπεραλ

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις10 λεπτά πριν

Από τη Σαρία στην Ατομική Ελευθερία; Η Αλλαγή που Συντελείται στη Μέση Ανατολή

Μεταξύ 2000 και 2020, επέβλεψα μια σειρά ερευνών στη Μέση Ανατολή, πραγματοποιώντας προσωπικές συνεντεύξεις με αντιπροσωπευτικά δείγματα πληθυσμού σε πέντε...

Αναλύσεις40 λεπτά πριν

FT: Πώς υπνοβατούμε προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για...

Newsroom60 λεπτά πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Δημοφιλή