Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Μία άλλη ερμηνεία της τουρκικής επιθετικότητας – Ο γεωπολιτικός αφανισμός της Ελλάδας

Δημοσιεύτηκε στις

Κώστας Γρίβας

 ÎœÎ¯Î± άλλη ερμηνεία της τουρκικής επιθετικότητας - Ο γεωπολιτικός αφανισμός της Ελλάδας, Κώστας Γρίβας
Τους τελευταίους μήνες η τουρκική επιθετικότητα έχει φθάσει σε πρωτοφανή σημεία. Άποψη του γράφοντος είναι ότι μάλλον βρισκόμαστε στην αρχή του φαινομένου. Σε αντίθεση δε με ό,τι γενικώς πιστεύεται, αυτή η επιθετικότητα δεν είναι εκδήλωση ανταγωνισμών στο πολιτικό σύστημα της χώρας, ούτε προσωπική επιλογή του “σουλτάνου” Ερντογάν. Αποτελεί προϊόν της γεωπολιτικής μετάλλαξης της Τουρκίας.
Η μετάλλαξη αυτή ξεκίνησε με την πολιτική “εναντίον όλων” που εφάρμοσαν οι ΗΠΑ εναντίον της Κίνας, της Ρωσίας και του Ιράν. Έσπρωξαν έτσι τις τρεις ευρασιατικές δυνάμεις τη μία στην αγκαλιά της άλλης, σχηματίζοντας το πρόπλασμα αυτού που θα μπορούσε να ονομαστεί ως η πρώτη “Πολλαπλή Δύναμη” (Multi–Power) στην ιστορία. Η προσέγγιση Ρωσίας-Κίνας-Ιράν διαμορφώνει ένα τρίγωνο μέσα στην Ευρασία, η γεωπολιτική βαρύτητα του οποίου ελκύει προς αυτό και άλλες χώρες.
Μια εξ αυτών είναι η Τουρκία. Τυχόν ενσωμάτωση της Τουρκίας σε αυτήν τη δομή θα μετατρέψει το τρίγωνο σε έναν σχεδόν πλήρη δακτύλιο στην ευρασιατική περιφέρεια, ο οποίος θα κλείσει στο εσωτερικό του τις χώρες της Κεντρικής Ασίας και θα τις ενσωματώσει, γιγαντώνοντας την ευρασιατική Multi Power. Το σύστημα εξουσίας στην Τουρκία δείχνει ότι εξετάζει σοβαρά τη δυνατότητα να αποτελέσει μέρος αυτής της δομής.

Παρεμπιπτόντως, αυτός είναι και ένας εκ των λόγων που ερμηνεύουν την “αφύσικη” μακροημέρευση και εμβάθυνση των τουρκορωσικών σχέσεων, εις βάρος των ανταγωνιστικών στοιχείων στις γεωπολιτικές ταυτότητες των δύο χωρών. Δηλαδή, οι σχέσεις Τουρκίας-Ρωσίας επηρεάζονται πλέον και από τις σχέσεις Τουρκίας-Κίνας, Κίνας-Ρωσίας, Ρωσίας-Ιράν, Ιράν-Τουρκίας κλπ. Με άλλα λόγια εντάσσονται σε μια ευρύτερη συστημική δομή και συνακόλουθα αποκτούν νέα δυναμική.
Όμως, οι σχέσεις των συμμετεχόντων σε αυτό το σχήμα δεν είναι μόνο συνεργατικές, αλλά και ανταγωνιστικές. Έτσι και η Τουρκία, για να μπορεί να διαπραγματεύεται επί ίσοις όροις με τις άλλες βασικές δυνάμεις αυτής της πανευρασιατικής δομής, οφείλει να ενισχύσει τα γεωπολιτικά της μεγέθη. Και για να καταφέρει κάτι τέτοιο “υποχρεούται” να επεκτείνει την κυριαρχία της στην κρίσιμης σημασίας περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και του Αιγαίου. Συνακόλουθα, η Τουρκία είναι “αναγκασμένη” να ασκήσει πολιτική γεωπολιτικού ακρωτηριασμού της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Άρα, ο τουρκικός αναθεωρητισμός ήλθε για να μείνει και θα εντείνεται αντί να μειώνεται σε βάθος χρόνου. Ούτε υπάρχει κάποιο περιθώριο συμβιβασμού με την Τουρκία γιατί, πολύ απλά, τα θέλει όλα. Και αυτό συμβαίνει, επαναλαμβάνουμε, όχι γιατί τέτοιες είναι οι προσωπικές επιλογές των Τούρκων ηγητόρων αλλά γιατί έτσι επιβάλλει η γεωπολιτική ταυτότητα της νέας “ευρασιατικής” Τουρκίας.

Λελογισμένη σύγκρουση με ΗΠΑ-ΕΕ

Η νέα αυτή λειτουργία της Τουρκίας εξηγεί και την επιμονή της στην αγορά των ρωσικών συστημάτων αεράμυνας S-400, αλλά και την αδιαφορία της έναντι των (όποιων) αντιδράσεων για την εισβολή στον θαλάσσιο χώρο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συγκεκριμένα, από τη στιγμή που η νέα Τουρκία θέλει να εξελιχθεί σε έναν αυτόνομο και αυτόφωτο πόλο στο διαμορφούμενο πολυπολικό διεθνές σύστημα, οφείλει να πάψει να θεωρείται μέλος της δυτικής γεωπολιτικής αρχιτεκτονικής. Κι αυτό, χωρίς να οδηγηθεί σε πλήρη ρήξη των σχέσεών της με τις δύο βασικές συνιστώσες του δυτικού κόσμου, τις ΗΠΑ και την ΕΕ.
Έτσι, απαιτείται μια λελογισμένη αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ και την ΕΕ, η οποία θα “επισημοποιήσει” την ανεξάρτητη πορεία της Τουρκίας στο διεθνές σύστημα. Και την ευκαιρία αυτή προσφέρει το δίδυμο της απόκτησης των S-400, εις βάρος των αμερικανικών αιτιάσεων και η “ήπια” εισβολή σε μια χώρα-μέλος της ΕΕ. Οι ενέργειες αυτές της Άγκυρας είναι τόσο επιθετικές όσο χρειάζεται. Τόσο ώστε να προκαλέσουν τις αντιδράσεις της Ουάσιγκτον και των Βρυξελλών, χωρίς όμως να είναι τόσο ακραίες ώστε να αναγκάσουν τις ΗΠΑ αλλά και πολλά κράτη της ΕΕ να οδηγηθούν στην οδυνηρή απόφαση να θυσιάσουν την τεράστια γεωπολιτική επένδυση που έχουν κάνει στην Τουρκία.
Οι τηλεοπτικές εικόνες, λοιπόν, των ρωσικών μεταγωγικών αεροσκαφών που ξεφόρτωναν τα τμήματα των S-400 σε τουρκικά αεροδρόμια, καθώς και των τουρκικών ερευνητικών πλοίων και πολεμικών σκαφών στον θαλάσσιο χώρο της Κύπρου, αποτελούν την διακήρυξη ανεξαρτησίας της Τουρκίας από τη δυτική γεωπολιτική αρχιτεκτονική και τη μετατροπή της σε έναν αυτόνομο ευρασιατικό πόλο ισχύος.
Συνακόλουθα, οι επιμένουσες εν Ελλάδι αντιλήψεις ότι κάποιος ξένος παράγοντας θα αντιμετωπίσει την Τουρκία για λογαριασμό μας είναι μάλλον εκτός πραγματικότητας. Η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία θα πρέπει κάποια στιγμή να αντικρίσουν την πραγματικότητα ως έχει. Να σχεδιάσουν στη συνέχεια και να υλοποιήσουν μια μακρόπνοη, εθνοκεντρική, στρατηγική για την αντιμετώπιση της Τουρκίας, η οποία θα βασίζεται στη δραστική ενίσχυση των αποτρεπτικών ικανοτήτων, χωρίς να περιμένουν από ξένες δυνάμεις τίποτε περισσότερο από εκδηλώσεις συμπάθειας και ρητορική στήριξη.

Αντίσταση ή γεωπολιτικός αφανισμός;

Κατά την άποψή του γράφοντος, ο μόνος τρόπος για να φρενάρουμε την Άγκυρα από το να προχωρήσει σε ακόμη πιο ακραίες ενέργειες, όπως είναι η διεξαγωγή ερευνών στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, είναι η ξεκάθαρη και αδιαπραγμάτευτη θέση ότι σε παρόμοια περίπτωση η Ελλάδα δεν θα έχει πλέον καμιά άλλη επιλογή παρά τη στρατιωτική αντίδραση. Και αυτό σημαίνει, κατά τα ιστορικά λόγια του Γεωργίου Παπανδρέου, ότι «θα ανοίξει η πύλη του φρενοκομείου».
Τίποτε άλλο δεν μπορεί να έχει κάποια αποτελέσματα έναντι της σημερινής Τουρκίας, η οποία προσπαθεί να εξελιχθεί σε μια αυτόνομη και αυτόφωτη δύναμη ευρασιατικής εμβέλειας. Θέλει να κυριαρχήσει στην κρίσιμης σημασίας περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και του Αιγαίου, έτσι ώστε να διεκδικήσει έναν σημαίνοντα ρόλο στο διαμορφούμενο πολυπολικό διεθνές σύστημα.
Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, η νέα Τουρκία θα καλοδεχόταν τις όποιες αντιδράσεις της ΕΕ και των ΗΠΑ, αξιοποιώντας την “ανυπακοή” της ως διακήρυξη ανεξαρτησίας από τη δυτική γεωπολιτική αρχιτεκτονική. Από την άλλη, η Τουρκία δεν είναι έτοιμη για πόλεμο με την Ελλάδα, καθώς η εσωτερική της κατάσταση δεν της επιτρέπει περιπέτειες τέτοιου μεγέθους.
Ούτε, επίσης, διαθέτει σήμερα υπεροπλία, εις βάρος φαταλιστικών, ηττοπαθών και εν τέλει ύποπτων ως προς την προέλευσή τους αντιλήψεων που προσπαθούν να επιβληθούν στην ελληνική κοινή γνώμη. Οι δε αυτοκρατορικές φιλοδοξίες της σε μεγάλο βαθμό αποτελούν ένα είδος φυγής προς τα εμπρός για να ξεπεραστούν εσωτερικές αδυναμίες και αντιφάσεις.

Και αν δεν πιάσει η αποτροπή;

Βέβαια, αυτή η αποτρεπτική πρόταση από πλευράς της Ελλάδας δεν είναι απολύτως σίγουρο ότι θα λειτουργήσει. Και ένας από τους λόγους για να συμβεί κάτι τέτοιο είναι ότι οι επιλογές του παρελθόντος έχουν περάσει ένα σαφές και διαρκές μήνυμα υποχωρητικότητας στην Άγκυρα. Οπότε, δεν είναι απίθανο να το ρισκάρει. Και το θέμα είναι αν η Ελλάδα μετά θα κάνει το μόνο πράγμα που θα της έχει απομείνει, ή θα επιλέξει για μια ακόμη φορά την υποχώρηση.
Πολλοί θα υποστηρίξουν με μένος ότι θα πρέπει να πράξει το δεύτερο για «μην χυθεί αίμα για τα πετρέλαια». Όμως, η Ελλάδα δεν υπερασπίζεται τα πετρέλαια, αλλά την ίδια της την υπόσταση. Και βρίσκεται στην τελευταία γραμμή άμυνας. Αν υποχωρήσει και τώρα, ατύπως αλλά ουσιαστικώς αποδέχεται ότι είναι μια χώρα μειωμένης υπόστασης έναντι της Τουρκίας. Κάτι που δεν έχει συμβεί ποτέ μετά την ανακήρυξη του ελλαδικού κράτους, μετά την Επανάσταση του 1821.
Η χώρα μας θα μετατραπεί σε ένα γεωπολιτικό φάντασμα που συνεχώς θα ξεθωριάζει μέχρι που κάποια στιγμή θα αντιμετωπίσει τον κίνδυνο ιστορικής έκλειψης. Άρα, οι πολιτικές ηγεσίες αλλά και η ελληνική κοινωνία θα πρέπει να πάρουν τις αποφάσεις τους. Είναι αποφασισμένες να αναλάβουν το ρίσκο για τη συνέχεια της Ελλάδας, ή το 2021, αντί να εορτάσουμε τα 200 χρόνια του σύγχρονου ελληνικού κράτους, θα βάλουμε τους τίτλους τέλους;

var _wau = _wau || []; _wau.push([“tab”, “qjb8omazks27”, “ifv”, “left-middle”]);(function() { var s=document.createElement(“script”); s.async=true; s.src=”http://widgets.amung.us/tab.js”;document.getElementsByTagName(“head”)[0].appendChild(s);})();

Ο Σάββας Καλεντερίδης γεννήθηκε στη Βέργη Σερρών το 1960. Το 1977 εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε το 1981, ως ανθυπίλαρχος. Υπηρέτησε σε διάφορες μονάδες των τεθωρακισμένων και των καταδρομών και σε κρίσιμες θέσεις στο εξωτερικό. Το Μάρτιο του 2000, ενώ φοιτούσε στην Ανωτάτη Σχολή Πολέμου, παραιτήθηκε από τις τάξεις του Ελληνικού Στρατού, με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Από το φθινόπωρο του 2000 ίδρυσε και διευθύνει τον εκδοτικό οίκο Ινφο-Γνώμων. Με το ψευδώνυμο Κώστας Νικοπολίδης μετέφρασε από τα τουρκικά και επιμελήθηκε την έκδοση του βιβλίου "Κράτος συμμορία", Εκδόσεις Τουρίκη, ενώ μετέφρασε από τα τουρκικά και την "Έκθεση Σουσουρλούκ", που συμπεριλήφθηκε στο ομώνυμο βιβλίο των Εκδόσεων Α.Α. Λιβάνη. Σε συνεργασία με το ίδρυμα "Φίλοι Λαογραφικού Μουσείου Μέλπως Μερλιέ" συμμετείχε και προλόγισε την έκδοση του διπλού CD "Τραγούδια του Πόντου, Ηχογραφήσεις του 1930" και του CD "Τραγούδια από τις παράλιες πόλεις του Πόντου και της Μικράς Ασίας". Επιμελήθηκε επίσης της έκδοσης του δίτομου έργου "Ανάλυση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, Μύθος και πραγματικότητα", του βιβλίου "Οι μειονότητες στην Τουρκία" και των ιστορικών ταξιδιωτικών οδηγών "Κάτω Ιταλία - Μεγάλη Ελλάδα", "Σικελία", "Ρόδος - Σύμη - Καστελόριζο - Καρία - Λυκία", "Χίος - Σμύρνη", "Βουλγαρία - Ανατολική Ρωμυλία", "Καππαδοκία - Κεντρική Ανατολία" και "Κωνσταντινούπολη - Μαρμαράς". Έγραψε τους ιστορικούς ταξιδιωτικούς οδηγούς "Κοζάνη, στην αγκαλιά των βουνών", "Ιωνία, Σάμος - Έφεσος - Μίλητος - Πριήνη", "Δυτικός Πόντος, Βιθυνία - Παφλαγονία" και "Ανατολικός Πόντος, Κοτύωρα - Κερασούντα - Τραπεζούντα - Αργυρούπολη - Καρς". Αναλύσεις και άρθρα του Σάββα Καλεντερίδη, με κύριο θέμα την Τουρκία και άλλα περιφερειακά ζητήματα, έχουν δημοσιευθεί στις εφημερίδες "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία" και "Παρόν" και στα περιοδικά "Άμυνα και διπλωματία", "Απόρρητο Δελτίο" και "Διπλωματία".

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις24 λεπτά πριν

Από τη Σαρία στην Ατομική Ελευθερία; Η Αλλαγή που Συντελείται στη Μέση Ανατολή

Μεταξύ 2000 και 2020, επέβλεψα μια σειρά ερευνών στη Μέση Ανατολή, πραγματοποιώντας προσωπικές συνεντεύξεις με αντιπροσωπευτικά δείγματα πληθυσμού σε πέντε...

Αναλύσεις54 λεπτά πριν

FT: Πώς υπνοβατούμε προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για...

Newsroom1 ώρα πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Δημοφιλή