Διεθνή
Graham Alisson και νέες σφαίρες επιρροής: Μοιράζοντας (οι ΗΠΑ) την υδρόγειο με τις άλλες μεγάλες δυνάμεις.
Παναγιώτης Ήφαιστος
O Graham Alisson δεν είναι τυχαίος αναλυτής. Η άποψή του πάντα έγκυρη και οι εκτιμήσεις του πολύτιμες. Αναπαράγεται και σχολιάζεται, για κάθε ενδιαφερόμενο, η πολύ ενδιαφέρουσα ανάλυσή του στο Foreign Affairs. Μάλλον, βέβαια, δεν ενδιαφέρει όσους συγχέουν την γνώση με τους αφορισμούς και αγχωμένοι ή και απελπισμένοι θέλουν να μάθουν τα πάντα με ναι ή όχι. Όμως, τα πράγματα στην διεθνή πολιτική είναι διαφορετικά. Στην διεθνή πολιτική μύριες μεταβλητές πολλές άγνωστες, για να παραφράσουμε τον Παναγιώτη Κονδύλη, συμπλέκονται μαζί και με τα μικρά και με τα μεγάλα ιστορικά κύματα. Η δίνη της διεθνούς πολιτικής ποτέ δεν σταματά και τα πράγματα ποτέ δεν είναι απλά ή γραμμικά. Όσοι δεν το γνωρίζουν παθαίνουν ζημιές ή και αποθνήσκουν. Επιβίωση είναι αφενός βάσιμο γνωστικό υπόβαθρο για το κρατοκεντρικό διεθνές σύστημα κυρίως των Θουκυδίδειων αξιωμάτων και των τυπολογιών και αφετέρου σωστή αντίληψη του προσανατολισμού των πραγμάτων, εδώ της Μεταψυχροπολεμικής εποχής.
Να το πούμε και διαφορετικά: Ο πολίτης αν θέλει να μην είναι έρμαιο αλλά εντολέας της πολιτικής εξουσίας απαιτείται να αποκτήσει γνώση και γνώση με επιφοίτηση ή όταν κυριαρχούν αφορισμοί δεν υπάρχει. Ο Έλληνας πολίτης έχει κάθε συμφέρον να μην είναι έρμαιο των πολιτικών και των εφήμερων επιθυμιών τους ή κάτι «προτάσεεων πολιτικής» διεθνικών μκο. Αυτά, για να μιλήσουμε ευθέως, έχει συμφέρον όταν εισέρχονται στο ένα αυτί να τα βγάζει αμέσως από το άλλο για να μην μολύνουν γνωστικά τον εγκέφαλο. Πολύ σωστά ο μεγάλος Δάσκαλος και Θουκυδίδειος στοχαστής Kenneth Waltz έγραψε πως η ανάλυση της διεθνούς πολιτικής είναι το αντίστοιχο της ιατρικής. Λάθος διάγνωση φέρνει λάθος θεραπεία και βλάβες ή θάνατο.
Το κείμενό του Graham Alisson είναι πολύ σημαντικό και για ένα ακόμη λόγο. Ξεφεύγοντας από την συμβατικότητα της καθημερινότητας και τις εφήμερες και τον χείμαρρο επιπόλαιων ή προπαγανδιστικών εκτιμήσεων, κάνει αυτό που απαιτείται να κάνει κάθε έγκυρος αναλυτής της διεθνούς πολιτικής: Φωτίζει την ευρύτερη εικόνα και την εντάσσει όχι φαντασιόπληκτα πάνω στα σύννεφα αλλά πάνω στην Γη και τον προσανατολισμό των πραγμάτων. Φωτίζει επίσης του διαμορφωτικούς άξονες του διαχρονικού γίγνεσθαι και εξετάζει με σοβαρότητα την διπλωματία και την στρατηγική των βαθύτερων διαμορφωτικών δυνάμεων της ιστορίας, δηλαδή τα μεγάλα και ηγεμονικά κράτη.
Ως προς αυτά, η δική μας θέση μας είναι ρητή: Γνωστική επάρκεια σημαίνει πρωτίστως αφενός γνώση των Θουκυδίδειων Παραδειγματικών αξιωμάτων και τυπολογιών και αφετέρου γνώση της διπλωματίας και στρατηγικής των μεγάλων δυνάμεων. Συναφώς, το 1990 επιστρέφοντας το 1990 στην Ελλάδα και ενταγμένος στον Ελληνικό πανεπιστημιακό χώρο –και ακούγοντας και διαβάζοντας απίστευτα και ευφάνταστα πράγματα– αφενός από την πρώτη στιγμή γράψαμε ότι η διανομή του Πελοποννησιακού Πολέμου του Θουκυδίδη σε όλους τους Έλληνες είναι ασήμαντο έξοδο μπροστά στο όφελος και αφετέρου πασχίσαμε να εισαγάγουμε μαθήματα για τις διαχρονικά βαθύτερες διαμορφωτικές δυνάμεις της διεθνούς πολιτικής, δηλαδή, μαθήματα για την διπλωματία και στρατηγική των μεγάλων δυνάμεων πλανητικά και στην Ευρώπη. Γράφτηκαν επίσης συναφή βιβλία για τις ΗΠΑ, τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις και το πολυπολικό σύστημα ενώ μαζί και με μερικούς άλλους συναδέλφους ενθαρρύνθηκε η εκδοτικά διόλου εύκολη κυκλοφορία στα Ελληνικά τον κύριων κειμένων της Θουκυδίδειας παράδοσης.
Αφήνω για όποιον τουλάχιστον είναι αγγλομαθής να διαβάσει το κείμενο του Graham Alisson που παρατίθεται στο τέλος μαζί και ο σύνδεσμος της ανάρτησής του, και περιορίζομαι σε μερικές μόνο επισημάνσεις.
Κατά πρώτον, o Alisson εξηγεί πολύ καλά ότι η προσαρμογή των ΗΠΑ στις προϋποθέσεις των μεταπολεμικών ισορροπιών ισχύος και η κατάληξη στο δόγμα Κένναν και Τρούμαν δεν ήταν εύκολη. Ούτε στις μέρες μας είναι εύκολη και ούτε θα είναι ποτέ. Ως μελετητής του Αμερικανικού «ιδεαλισμού»/ρεαλισμού θα έλεγα ότι οι έλεγχοι και οι εξισορροπήσεις μέσα στην δίνη της Αμερικανικής πολιτικής ζωής είναι αφενός μοναδικά έντονοι και αφετέρου συχνά εξελίσσονται εν μέσω αντιπαραθέσεων συχνά και πολύ σκληρών στην βάση κάθετα αντίθετων θέσεων. Τελικά καταλήγουν σε μια κοινή συνισταμένη.
Εάν συγκρίνουμε την σημερινή Μεταψυχροπολεμική αντιπαράθεση με την Μεταπολεμική όπως την εξηγεί έξοχα ο Alisson θα λέγαμε ότι είναι η κλασική σύνθεση ιδεαλισμού και ρεαλισμού. Όπως και πολλοί άλλοι αναλυτές στο βιβλίο «Αμερικανική Εξωτερική πολιτική από την ιδεαλιστική αθωότητα στο πεπρωμένο του έθνους» αβίαστα κατέληξα στο συμπέρασμα
πως όταν (σχεδόν πάντα εκτός και αν είναι αφέλειες) οι ιδεαλισμοί μεταμφιέζουν αξιώσεις ισχύος είναι τόσο ως προς την διακήρυξη όσο και ως προς το αποτέλεσμα η ενσάρκωση του φασισμού. Συντομεύοντας γιατί αναλύθηκε σε άλλες παρεμβάσεις μερικές εκ των οποίων παρατίθενται στο τέλος, οι Μεταψυχροπολεμικοί πρόεδροι μέχρι και τον Τραμπ αυτό βασικά έκαναν. Λειτουργώντας όπως κάθε ηγεμονική δύναμη κάθε εποχής μεταμφίεσαν με “σανό για ιθαγενείς” τις αξιώσεις ισχύος («ανθρωπιστικές επεμβάσεις» που κατεδάφισαν κράτη και προκάλεσαν χάος σε πολλές περιφέρειες, συν βέβαια εκατομμύρια δύσμοιρους πρόσφυγες, τις οποίες όμως Έλληνες φορείς επιστημονικών τίτλων θεώρησαν προάγγελο κάποιας μυστήριας παγκόσμιας υπερεθνικότητας).
Η παρούσα πολιτική εξουσία στις ΗΠΑ –και ανεξαρτήτως των ιδιορρυθμιών του νυν προέδρου Τραμπ εξηγήσαμε σε άλλες παρεμβάσεις–, προσπαθεί να συμμαζέψει την υπερεπέκταση, να συγκρατήσει με «γνωστούς τρόπους» τις άλλες μεγάλες δυνάμεις (τυπολογία John Mearsheimer) και να αποκομίσει το μέγιστον, χωρίς όμως πυρηνικό πόλεμο, μέχρι να επέλθει ένα νέο modus vivendi πλανητικών ισορροπιών ισχύος και συμφερόντων.
Εύστοχα, ο Alisson μας θυμίζει ότι «as U.S. President Ronald Reagan once explained in a joint statement with Soviet leader Mikhail Gorbachev, “a nuclear war cannot be won and must never be fought». Διατρέχοντας κανείς δικά μας δοκίμια τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερα σε αναφορά με τον πρόεδρο Τραμπ θα προσέξει ότι προτάσσουμε αυτή την πτυχή και υπό αυτό το πρίσμα εξετάζουμε τόσο την διαπάλη των μεγάλων δυνάμεων στις περιφέρειες όσο και τις σχέσεις τους με περιφερειακά κράτη, εδώ την Τουρκία, την Ελλάδα και το Ισραήλ.
Κατά δεύτερον, κάτι το οποίο και εμείς τονίζουμε στα κείμενα τα τελευταία χρόνια, το αναδυόμενο πολυπολικό σύστημα δημιουργεί μια Μεταψυχροπολεμική ανταγωνιστική δίνη μέσα στην οποία ναι μεν οι ΗΠΑ μέχρι τις μέρες μας ήταν η ισχυρότερη αλλά οι σχέσεις ισχύος βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη με την Κίνα να αναδύεται ως μεγάλη δύναμη. Η Ρωσία, και σε αντίθεση με αφελείς παραφιλολογίες, ελάχιστη έχει με την κραταιά και πανίσχυρη Σοβιετική Ένωση. Παραμένει όμως μια πυρηνική υπερδύναμη και αυτό δεν είναι διόλου αμελητέο. Συνέχισε επίσης την ανάπτυξη της στρατιωτικής της βιομηχανίας, με αποτέλεσμα κράτη όπως η Τουρκία αφενός να επωφελούνται και αφετέρου προφανώς γνωρίζοντας οι ΗΠΑ γνωρίζει το πώς εξελίσσονται οι σχέσεις ισχύος δεν επιδιώκει να εκδιώξει την Τουρκία από τις Δυτικές Συμμαχίες.
Αυτό σχετίζεται και με κάτι που από καιρό τονίζουμε, δηλαδή το γεγονός ότι η Τουρκία η οποία αντίθετα με την Ελλάδα διαθέτει επιτελεία εθνικής στρατηγικής –και σίγουρα οι Τούρκοι ηγέτες θα χαχάνιζαν όταν έμαθαν σε αντίπαλα κράτη ο πρωθυπουργός έχει κύριους συμβούλους κοινωνικοπολιτικά ανεξέλεγκτα μκο παραγωγής «προτάσεων πολιτικής»– κατανοεί σωστά τις εξελίξεις στο επίπεδο των ισορροπιών ισχύος μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων και την διαπάλη στις περιφέρειες ελίσσεται δεόντως σύμφωνα με τα συμφέροντά της. Επικινδύνως, βέβαια, αλλά όπως επίσης έχουμε ξανά και ξανά επισημάνει, σε στρατηγικά αξιόπιστα κράτη ο κάθε ηγέτης είναι εφήμερος ενώ τα συμφέροντα και τα ερείσματα μένουν. Την στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, για παράδειγμα, του αμερικανικό Think Tank, RAND Corporation –στις ΗΠΑ λίγο πολύ αυτά τα «μκο» συνδέονται με το Πεντάγωνο και όχι με διεθνικούς δρώντες και … ξένα Πεντάγωνα– στην έκθεσή του “Turkey’s Nationalist Course“, γράφει πως «παρόλο που (οι ΗΠΑ) αντιλαμβάνονται πλέον του κινδύνους από τον ανεξέλεγκτο χαρακτήρα της τουρκικής πολιτικής υπό την ηγεσία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, υπό την έννοια της παραβίασης κάθε ψυχροπολεμικής “κανονικότητας”, επιλέγουν τη διαχείριση της κατάστασης, αναμένοντας καλύτερες ημέρες». Έτσι, συνεχίζει η έκθεση, «λαμβάνεται υπόψη» το «ενδεχόμενο εξελίξεων που θα αλλάξουν τα δεδομένα για τον Ερντογάν –είτε ζει είτε θα αποβιώσει– στο εσωτερικό τουρκικό πολιτικό σκηνικό με την ανάδυση νέων δυνάμεων». Είναι μια έμμεση πλην σαφής αναφορά σε νέα κόμματα του πρώην υπουργού Εξωτερικών, Αχμέτ Νταβούτογλου, αλλά κυρίως αυτό του πρώην υπουργού Οικονομικών, Αλί Μπαμπατζάν.
Τρίτον, συνεχίζοντας, ο Alisson υπενθυμίζει τον Θουκυδίδη του οποίου είναι γνωστός μελετητής και επισημαίνει το αυτονόητο: «όταν η ισορροπία δυνάμεων μεταξύ ενός κράτους και ενός άλλου μετατοπιστεί με τρόπου το ένα καθίσταται από άποψη ισχύος επικρατέστερο, η νέα ισορροπία δυνάμεων δημιουργεί για τον ισχυρότερο “σφαίρα επιρροής”» (Where the equilibrium of forces between one state and another shifts to the point where the first becomes predominant, the resulting new balance of power casts a shadow that becomes, in effect, a “sphere of influence”). Παρά το ότι ο Alisson εδώ αναφέρεται στις ηγεμονικές δυνάμεις, η ίδια ακριβώς Θουκυδίδεια λογική αφορά όχι μόνο την σχέση μιας μεγάλης δύναμης με τα κράτη μιας περιφέρειας αλλά και την θέση μιας ανερχόμενης περιφερειακής δύναμης, και το πως διεξάγονται οι συναλλαγές της τελευταίας με τις μεγάλες δυνάμεις.
Συναφώς, έχοντας εξετάσει σε Αγγλικά κείμενα στο παρελθόν το «δόγμα Νίξον» επισημάνθηκε ήδη σε πολλά κείμενα ότι ενόψει αυτής της ρευστότητας του πολυπολικού διεθνούς συστήματος και της δημιουργίας νέων ισορροπιών οι ΗΠΑ επανέρχονται εντονότερα στην λογική του περιφερειακού τοποτηρητή με τον οποίο θα κάνουν στρατηγικές συναλλαγές. Αυτή λογικά θα είναι η Τουρκία, δηλαδή περιφερειακός τοποτηρητής όχι μόνο με τις ΗΠΑ αλλά και άλλες μεγάλες δυνάμεις όπως η Ρωσία, εάν επιτυγχάνει το πλείστο των σκοπών της –για παράδειγμα έλεγχο του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου συν διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και επικυριαρχία της Άγκυρας, συν βέβαια εκπλήρωση και άλλων σκοπών στα Βαλκάνια και στα Ανατολικά της σύνορα– με αποτέλεσμα να είναι αξιόπιστο κράτος για συναλλαγές πάνω ή κάτω από το τραπέζι. Διόλου τυχαία, επίσης, τονίζουμε και την παράμετρο «μια Τουρκία με ή χωρίς τον Ερντογάν ή με ένα μεταλλαγμένο Ερντογάν».
Στην προ-τελευταία ενότητα ο Alisson αναδεικνύει την ώριμη πολιτική του σκέψη –κάτι που θα πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα στα ενδιαφερόμενα κράτη για να κλείσουν τα αυτιά τους στις προαναφερθείσες ευφάνταστες νεφελοβατούσες φαντασιοπληξίες περί παγκοσμιοποιημένου πλανήτη– όταν γράφει: «In the military arena, the same logic applies, but with more complexity. Washington will need partners—but partners that bring more in assets than they introduce in risks. Unfortunately, few of the United States’ current allies meet this standard. The U.S. alliance system should be subjected to a zero-based analysis: every current ally and partner, from Pakistan, the Philippines, and Thailand to Latvia, Saudi Arabia, and Turkey, should be considered in terms of what it is doing to enhance U.S. security and well-being, and with what risks and costs. Alliances are not forever». Αναφερόμενος σε κράτη όπως το Πακιστάν, οι Φιλιππίνες, η Ταϊλάνδη, η Σαουδική Αραβία και η Τουρκία –αλλά λογικότατα όχι στην στρατηγικά ανύπαρκτη Ελλάδα που είναι έτοιμη να δώσει στην Τουρκία το σημαντικότερο γεωπολιτικό πεδίο του πλανήτη και έτοιμη να συζητήσει για την κυριαρχία της στο Αιγαίο– λέει το αυτονόητο, ότι δηλαδή ενόψει αναπόφευκτης ψυχρής εναλλαγής συμμαχιών οι ΗΠΑ λογικό και αναμενόμενο είναι να προχωρούν σε συναλλαγές που αφορούν τα στρατηγικά τους συμφέροντα και την ευημερία τους με το λιγότερο δυνατό ρίσκο. Η δική μας εκτίμηση, διαμέσου τοποτηρητών με τους οποίους θα κάνουν συναλλαγές, τουτέστιν, μια ανανεωμένη εκδοχή του δόγματος Νίξον προσαρμοσμένη σε ένα ολοένα πιο ώριμο πολυπολικό σύστημα με την ισχύ της Κίνας, πρωτίστως, σε ανοδική τροχιά.
Διαβάζοντας το κείμενο του Alisson όπως και άλλα σοβαρών Αμερικανών αναλυτών –εκτός Αμερικής λίγες είναι οι αξιόπιστες αναλύσεις καθότι εκεί, πρωτίστως, και αυτό από αναλυτές όχι πέραν των δέκα που γράφουν επιστημονικά, περιγραφικά και αξιολογικά ουδέτερα, αναπτύχθηκε η μελέτη της διεθνούς πολιτικής και της στρατηγικής θεωρίας μεταπολεμικά– το συμπέρασμα είναι ότι το διεθνές σύστημα είναι σε πλήρη μετάβαση προς νέες ισορροπίες. Αυτό δεν θα συντελεστεί «αύριο ή μεθαύριο».
Ήδη εδώ και καιρό μπορεί σε κράτη που διανύουν ύπνο αξύπνητο και να «καθοδηγούνται» από μκο προτάσεων πολιτικής να μην το βλέπουν –και να προετοιμάζονται να φορέσουν το επίσημο «κουστούμι κάποιας μυστήριας Χάγης»– πλην εδώ και καιρό έχουμε εισέλθει σε ένα ρευστό πολυπολικό κόσμο καταιγιστικών στρατηγικών εξελίξεων. Τόσο στο επίπεδο των ηγεμονικών δυνάμεων όσο και των σχέσεών τους με περιφερειακά κράτη.
Εάν σταθούμε στην Τουρκία, πρέπει να πούμε ότι το στοίχημα όποιος και να είναι ο ηγέτης στην Άγκυρα, δεν είναι να γίνει μια πλανητική ηγεμονική δύναμη αλλά μια περιφερειακή δύναμη που θα ασκεί στρατηγική εποπτεία στο άμεσο περιβάλλον της ταυτόχρονα και θα συναλλάσσεται επωφελώς με τις μεγάλες δυνάμεις, με τις ΗΠΑ αλλά στην καλύτερη για αυτή περίπτωση και με άλλες.
Ποια είναι, όμως, «η καλύτερη για αυτή περίπτωση»;
Η καλύτερη περίπτωση για την Άγκυρα που θα την εκτινάξει γεωπολιτικά και στρατηγικά ως περιφερειακή δύναμη είναι αφενός να δοθεί η Κυπριακή Δημοκρατία στο πιάτο με ΔΔΟ ή κάτι παραπλήσιο και αφετέρου εάν η Αθήνα αντί ανασυγκροτώντας την εθνική αποτρεπτική στρατηγική εκπληρώσει πλήρως και άμεσα τις πρόνοιες του διεθνούς δικαίου της θάλασσας, αρχίσει να κατηφορίζει στα πεδία των Τουρκικών αξιώσεων. «Χάγη» το ονομάσανε ενώ μάλιστα κάποιοι «ειδικοί» σε «προτάσεις πολιτικής» επανήλθαν στις ιδέες του φασιστικού, ανελεύθερου και αντιδημοκρατικού σχεδίου Αναν με το επιχείρημα, μάλιστα, ότι αυτό θα … διευκολύνει συνομιλίες για Χάγη. Το μεταφράζουμε: Αντί εκπλήρωσης των προνοιών του διεθνούς δικαίου της θάλασσας παρακαλούμε να συζητήσουμε να … μην εκπληρωθεί, συνάμα και να αναβαθμιστεί η Τουρκία με την επικυριαρχία επί της Μεγαλονήσου και γεωπολιτικά παμμέγιστης Κύπρου συν στρατηγική ομηρία εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων.
Συναφείς αναλύσεις στις οποίες προαναφερθήκαμε στην ιστοσελίδα των Εκδόσεων Ποιότητα ΕΔΩ
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
