Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Πώς εξηγείται η αναταραχή στα ελληνοτουρκικά σύνορα: Δύο ερμηνείες

Δημοσιεύτηκε στις

Οι επιδιώξεις του Ερντογάν, η Ελλάδα και η θέση της Ευρώπης

Η ένταση στα ελληνοτουρκικά σύνορα διατηρείται αμείωτη τις τελευταίες μέρες. Καραβάνια μεταναστών, αυξημένη επιφυλακή, πληθυσμιακή μετακίνηση, μέτρα ενίσχυσης της συνοριακής γραμμής, κινήσεις αποτροπής ώστε να μη γίνονται δεκτές οι απωθήσεις ή επαναπροωθήσεις μεταναστών και προσφύγων από την ελληνική πλευρά συνθέτουν το σκηνικό στην περιοχή.

Το σχέδιο επεκτατικής πολιτικής του Tούρκου Προέδρου, η επίσκεψη στον Έβρο αξιωματούχων των επίσημων θεσμικών οργάνων της Ευρώπης αλλά και η απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης να περιφρουρηθούν τα σύνορα έχουν αναζωπυρώσει τους φόβους για μια μόνιμη απειλή στον ακριτικό Έβρο.

Μάλιστα, έχει ενδιαφέρον το ότι στην τελευταία δημοσκόπηση, ποσοστό 76% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι οι κινήσεις της κυβέρνησης για τη φύλαξη των συνόρων στον Έβρο κινούνται σε θετική κατεύθυνση, έναντι μόλις 18%, που πιστεύει το αντίθετο. Επίσης, 8 στους 10 δηλώνουν ότι ανησυχούν για τη στάση της Τουρκίας και για τα ελληνοτουρκικά θέματα, ενώ το 83% ανησυχεί από αρκετά έως πολύ για το προσφυγικό – μεταναστευτικό μετά τις τελευταίες εξελίξεις.

Ποιες είναι, όμως, οι επιδιώξεις του Ερντογάν; Τι προσπαθεί να πετύχει η Άγκυρα, αυξάνοντας την ισχύ της στην περιοχή; Και ποια η θέση της Ευρώπης σε όλα αυτά; Απαντούν στη LiFO οι καθηγητές Νίκος Μιχαηλίδης και Σωτήρης Ντάλης.

Πρόκειται ίσως για παγκόσμια πρωτοτυπία στην παραβίαση του διεθνούς δικαίου, όπου ένα κράτος διά της βίας και της εξαπάτησης, με κινητοποίηση των μηχανισμών του, μεταφέρει μαζικά και παροτρύνει χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες σε παράνομη είσοδο σε άλλη χώρα. Πρόκειται για μαφιόζικου τύπου πρακτικές.

Νίκος Μιχαηλίδης
Eπίκουρος καθηγητής Ανθρωπολογίας και Μεσογειακών Σπουδών, University of Missouri, St. Louis

Οι διαρκείς ήττες των τζιχαντιστών και της Τουρκίας στη συριακή πόλη Ιντλίμπ, καθώς και οι δεκάδες νεκροί Τούρκοι στρατιώτες, προκάλεσαν σοκ στην κυβέρνηση αλλά και στην κοινωνία, η οποία συνειδητοποίησε ότι το κράτος τους δεν είναι και τόσο ισχυρό όσο θέλουν να το παρουσιάζουν οι λαϊκιστές πολιτικοί τους.

Θα πρέπει, επίσης, να τονιστεί ότι στο εσωτερικό του ερντογανικού καθεστώτος, και ιδιαίτερα στις ένοπλες δυνάμεις του, μετά τη σύλληψη και φυλάκιση εκατοντάδων φιλονατοϊκών αξιωματικών το καλοκαίρι του 2016, κυριάρχησαν ομάδες οι οποίες επιθυμούσαν τη λήξη του πολέμου, αποκατάσταση σχέσεων με τον Μπασάρ αλ Άσαντ της Συρίας και στενότερη συνεργασία με Ρωσία και Ιράν. Με την πρόσφατη συμφωνία εκεχειρίας Πούτιν-Ερντογάν αυτή η ομάδα πέτυχε, προς το παρόν τουλάχιστον, τον σκοπό της και φαίνεται πως ενισχύει την κυριαρχία της στο εσωτερικό.

Η μαζική αποστολή μεταναστών και προσφύγων στα ελληνικά σύνορα στον Έβρο ήταν μια καλοστημένη επιχείρηση-προβοκάτσια από τις υπηρεσίες πληροφοριών και την αστυνομία του καθεστώτος. Ο ίδιος ο Ερντογάν αλλά και αξιωματούχοι του, για να παραπλανήσουν τους μετανάστες, ανακοίνωσαν ψευδώς ότι άνοιξαν τα σύνορα. Μετέφεραν μαζικά χιλιάδες κόσμου με τρένα, λεωφορεία και ταξί και κυριολεκτικά τους πέταξαν στον δρόμο και στα χωράφια λίγο πριν από τα ελληνικά σύνορα.

Υπάρχουν πληροφορίες που αναφέρονται σε περιπτώσεις Ιρανών μεταναστών που τους κατέβασαν διά της βίας από τα λεωφορεία και με την απειλή όπλου προκειμένου να τους επιβιβάσουν σε βάρκες, με τις οποίες ο στρατός θα τους περνούσε στην ελληνική πλευρά. Επίσης, υπάρχουν πληροφορίες για επιθέσεις ακροδεξιών τουρκικών ομάδων εναντίον μεταναστών και προσφύγων που δεν υπάκουσαν στην πρόσκληση-εντολή του Ερντογάν.

Πρόκειται ίσως για παγκόσμια πρωτοτυπία στην παραβίαση του διεθνούς δικαίου, όπου ένα κράτος διά της βίας και της εξαπάτησης, με κινητοποίηση των μηχανισμών του, μεταφέρει μαζικά και παροτρύνει χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες σε παράνομη είσοδο σε άλλη χώρα. Πρόκειται για μαφιόζικου τύπου πρακτικές. Θέτουν σε κίνδυνο τις ζωές ευάλωτων ανθρώπων για να εξυπηρετήσουν γεωπολιτικούς στόχους. Το έπραξε και αυτό η τουρκική κυβέρνηση. Έχει σπάσει όλα τα ρεκόρ παράνομης και απάνθρωπης συμπεριφοράς.

Εκτιμώ πως κύρια επιδίωξη του Ερντογάν ήταν να πιέσει την Ευρώπη μέσω της πρόκλησης ασφυξίας στην Ελλάδα, να στηρίξει τις τουρκικές επιδιώξεις για δημιουργία «ζώνης ασφαλείας» στην κατεχόμενη από τον τουρκικό στρατό και τους τζιχαντιστές περιοχή Iντλίμπ της βορειοδυτικής Συρίας. Επίσης, ήθελε να υπενθυμίσει στους Δυτικούς την υποτιθέμενη σημασία της χώρας του στη συγκράτηση των μεταναστευτικών ροών. Ουσιαστικά, το καθεστώς Ερντογάν πουλάει «προστασία» στην Ευρώπη, η οποία την αγοράζει πολύ ακριβά και σε δόσεις.

Επιπλέον, ο Ερντογάν ήθελε να ενισχύσει το γόητρό του στα μάτια των υποστηρικτών του και στην τουρκική κοινή γνώμη γενικότερα, δείχνοντάς τους πως δεν διστάζει να απειλήσει τους Δυτικούς και να κάνει τις απειλές πράξη. Έτσι, ενίσχυσε και τα αντιδυτικά αισθήματα των οπαδών του.

Παράλληλα, κατάφερε, έστω και για λίγες ημέρες, να αλλάξει την ατζέντα της εσωτερικής τουρκικής επικαιρότητας και να στρέψει τα φώτα της δημοσιότητας μακριά από τους θανάτους δεκάδων Τούρκων στρατιωτών. Αυτές οι συμπεριφορές, όσον και αν είναι απαράδεκτες για εμάς, στην τουρκική πολιτική κουλτούρα της ισλαμικής δεξιάς αξιολογούνται θετικά.

Ο Ερντογάν προσπάθησε να χτυπήσει και την ελληνική κυβέρνηση και, πιστεύω, προσωπικά τον ίδιο τον πρωθυπουργό Κ. Μητσοτάκη. Στέλνοντας χιλιάδες κόσμου στα σύνορα πίστευε ότι θα προκαλέσει πανικό και ότι θα μπλόκαρε τους ελληνικούς μηχανισμούς επιτήρησης και ασφαλείας, καταλύοντας την ελληνική κυριαρχία και κλονίζοντας την αξιοπιστία του κρατικού μηχανισμού. Αν πετύχαινε, θα υπέσκαπτε τη νομιμοποίηση του ίδιου του πρωθυπουργού και της κυβέρνησής του.

Επιπλέον, έστειλε μήνυμα σε όλους μας ότι στο μέλλον δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει τους πρόσφυγες ως εργαλείο πίεσης προς τη χώρα μας. Έχουμε να κάνουμε με ένα εξαιρετικά επικίνδυνο καθεστώς στη γειτονιά μας, αυτό πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε όλοι!

Η ελληνική δημοσιογραφία έχει σοβαρές ευθύνες για το ότι κρατικές τουρκικές θέσεις μεταφέρονται άκριτα στην ελληνική κοινή γνώμη, υπονομεύοντας την ελληνική ασφάλεια. Το θέμα είναι πολύ σοβαρό, κατά τη γνώμη μου.

Επικοινωνιακά, μέσω των εικόνων που διακινήθηκαν και των σκληρών δηλώσεων Τούρκων αξιωματούχων, η Άγκυρα επιδίωξε να αμαυρώσει την εικόνα της Ελλάδας στην τουρκική αλλά και στη διεθνή κοινή γνώμη, κατηγορώντας την για καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Παράλληλα, η Άγκυρα προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό της ως υπερασπιστή των προσφύγων. Πλήρης αντιστροφή της πραγματικότητας, εξοργιστική προπαγάνδα.

Με προβλημάτισε το γεγονός ότι αρκετά διεθνή ΜΜΕ εστίασαν στην αντίδραση της Ελλάδας, την οποία καυτηρίασαν, και δεν επέκριναν σχεδόν καθόλου την τουρκική κυβέρνηση και τον Ερντογάν. Μάλιστα, αρκετοί ξένοι έγραψαν πως το ΝΑΤΟ και η Δύση πρέπει να τον στηρίξουν στη Συρία.

Μου δημιουργεί σοβαρά ερωτηματικά το γεγονός ότι ορισμένα ελληνικά ΜΜΕ αναπαρήγαγαν άκριτα τουρκική κρατική προπαγάνδα ‒ δεν είναι, βέβαια, η πρώτη φορά. Θεωρώ πως πρόκειται για ένα είδος ιδιότυπης επικοινωνιακής δορυφοροποίησης, κάτι που η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να μελετήσει και να λάβει μέτρα άμεσα γι’ αυτό. Η ελληνική δημοσιογραφία έχει σοβαρές ευθύνες για το ότι κρατικές τουρκικές θέσεις μεταφέρονται άκριτα στην ελληνική κοινή γνώμη, υπονομεύοντας την ελληνική ασφάλεια. Το θέμα είναι πολύ σοβαρό, κατά τη γνώμη μου.

Τέλος, πρέπει να αναφέρω ότι Τουρκία και Ιράν συνεργάζονται υπογείως για τη διακίνηση εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών από την κεντρική Ασία στην Ευρώπη. Τα μεταξύ τους σύνορα είναι διάτρητα και υπάρχουν πληροφορίες ότι τα δίκτυα διακινητών των δύο χωρών έχουν κρατική κάλυψη. Πρέπει και οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί ασφαλείας να μελετήσουν αυτό το φαινόμενο, να εξάγουν συμπεράσματα και να λάβουν μέτρα.

Εκτιμώ ότι υπάρχει μια στρατηγική των δύο μεγάλων αυτών ισλαμικών χωρών για αποσταθεροποίηση της Ευρώπης και της Δύσης γενικότερα. Θα πρέπει να δούμε αν και η Ρωσία έχει κάποιον ρόλο σε αυτό.

Σωτήρης Ντάλης
Aναπληρωτής καθηγητής Διεθνών Σχέσεων-Διεθνούς Πολιτικής & Ευρωπαϊκής Ενοποίησης στο τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου

«Η κατάσταση στα σύνορά μας δεν είναι μόνο θέμα της Ελλάδας, είναι ευθύνη και της Ευρώπης και θα το διαχειριστούμε με τάξη, ενότητα, ευθύνη και αποφασιστικότητα. Όσοι δοκιμάσουν την ενότητα της Ευρώπης θα απογοητευτούν. Η Ελλάδα είναι η δική μας ασπίδα».

Η παραπάνω δήλωση της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, στις 3 Μαρτίου στις Καστανιές του Έβρου τονίζει από τη μια πλευρά την ανάγκη να αποφύγουμε τα λάθη που έκαναν την περίοδο 2015-16 η Ελλάδα και η Ε.Ε. και από την άλλη επιβεβαιώνει το στίγμα μιας «γεωπολιτικής» επιτροπής, όπως το είχε προσδιορίσει η ίδια με τις πρώτες δηλώσεις της, που σημαίνει πως οι νέες πρωτοβουλίες που θα προωθήσει το 2020 θα είναι με γνώμονα μια στρατηγική παγκόσμιας επιρροής.

Το κλειδί για να ανταποκριθεί η Ευρώπη στις σημερινές και μελλοντικές προκλήσεις είναι να εξοπλιστεί με την απαραίτητη κυριαρχία. Για να καθορίζει η ίδια το μέλλον της χρειάζεται περισσότερη κυριαρχία.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει καταφέρει να ξεφύγει από την πολιτική κρίση στην οποία βυθίστηκε μετά το γαλλικό δημοψήφισμα του 2005 και την οριακή επικράτηση του «όχι» για το Ευρωσύνταγμα. Ακολούθησε η οικονομική και κοινωνική κρίση του 2008 που ήλθε από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στην οποία προστέθηκε την περίοδο 2015-16 και η μεγάλη κρίση του προσφυγικού.

Η συζήτηση για το μέλλον της Ε.Ε. οδηγεί εκ των πραγμάτων σε μια νέα αλληλεγγύη συμφερόντων σε ευρωπαϊκό επίπεδο που θα συμπληρώνει και δεν θα ακυρώνει το εθνικό συμφέρον.

Κάπως έτσι η Ε.Ε. βρέθηκε να βιώνει μια μεγάλη εσωτερική σύγκρουση, όπου από τη μια πλευρά έχουμε αυτούς που ζητούν μια Ευρώπη-«φρούριο» (κυρίως οι χώρες του Visegrád) και από την άλλη την πρόταση για μια Ευρώπη φιλελεύθερη, με ενισχυμένη προστασία των εξωτερικών συνόρων, που υποστηρίζεται κυρίως από τον Μακρόν και τη Μέρκελ. Oι χώρες του Visegrád (Πολωνία, Ουγγαρία, Τσεχία και Σλοβακία) τα τελευταία χρόνια ταυτίστηκαν με τη λογική εκείνη που επιχειρεί να καθυστερήσει ή και να ακυρώσει το ευρωπαϊκό σχέδιο.

Η νέα συζήτηση για το μέλλον της Ε.Ε. θα πρέπει να αποτελέσει το απαραίτητο πλαίσιο για την «πολιτικοποίηση» της πολιτικής ώστε να υπάρξουν εκ νέου δυνατότητες, εργαλεία και κίνητρα για συμμετοχή των πολιτών. Είναι προφανής η ανάγκη για ένα πιο λειτουργικό σύστημα της ευρωζώνης, η οποία ούτως ή άλλως αποτελεί μέρος του προβλήματος, γιατί είναι μια ατελής οικονομική και νομισματική ένωση χωρών-μελών με διαφορετικά χαρακτηριστικά.

Η εμβάθυνση και ολοκλήρωση της ευρωζώνης πρέπει να είναι ο βασικός άξονας των θεσμικών πρωτοβουλιών, τις οποίες θα συμπληρώνει το σχέδιο ανάπτυξης της ευρωπαϊκής κοινής άμυνας, προκειμένου η Ε.Ε. να είναι σε θέση να εξασφαλίσει τη στρατηγική της αυτονομία, να μπορεί να διαχειριστεί τις διεθνείς κρίσεις μόνη της και να εγγυάται τα εξωτερικά της σύνορα.

Η συζήτηση για το μέλλον της Ε.Ε. οδηγεί εκ των πραγμάτων σε μια νέα αλληλεγγύη συμφερόντων σε ευρωπαϊκό επίπεδο που θα συμπληρώνει και δεν θα ακυρώνει το εθνικό συμφέρον. Προς αυτή την κατεύθυνση είναι απαραίτητο να δούμε την Ε.Ε. ως συνολική, αναπτυξιακή, κοινωνική, θεσμική και πολιτική οντότητα. Πρέπει να δούμε την Ενωμένη Ευρώπη ως πολιτικό εργαλείο δημιουργίας σε έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο.

Μιλάμε για μια Ευρώπη φιλελεύθερη, με ενισχυμένη προστασία των εξωτερικών συνόρων και ουσιαστική γεωπολιτική επιρροή. Μόνο έτσι θα μπορέσει να προσαρμοστεί στις νέες προκλήσεις του 21ου αιώνα και να συνδιαμορφώσει τις εξελίξεις.

ΠΗΓΗ: Lifo.gr

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός7 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις7 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή