Ιστορία - Πολιτισμός
Το Ύψωμα 731: Η ελληνική εποποιία τον Μάρτιο του 1941 στο ύψωμα βόρεια της Κλεισούρας
Συγκλονιστικές λεπτομέρειες και περιγραφή των συγκρούσεων μέρα με την ημέρα- Η αυταπάρνηση των Ελλήνων και οι άγνωστοι ήρωες-πρωτεργάτες του ελληνικού θριάμβου.
Μπορεί ο κορονοϊός να συνεχίζει να μονοπωλεί την επικαιρότητα αλλά εμείς θα συνεχίσουμε να επιμένουμε με ιστορικά άρθρα. Άλλωστε η κάλυψη του θέματος κορονοϊός από το protothema.gr είναι κάτι παραπάνω από πλήρης και δεν έχει νόημα να γράψουμε κάτι σχετικό με αυτόν. Ίσως ασχοληθούμε όμως τις επόμενες ημέρες με την ετυμολογική-ορθογραφική πλευρά της λέξης κορονοϊός και τη λέξη καραντίνα, που ουσιαστικά προέρχεται από το ελληνικό σαράντα όπως θα δούμε. Σήμερα θα ασχοληθούμε με το περίφημο Ύψωμα 731, όπου τον Μάρτιο του 1941 πολεμώντας σαν λιοντάρια οι πρόγονοί μας αναχαίτισαν την ιταλική επίθεση και έγραψαν σελίδες δόξας στο βιβλίο ‘’Έλληνες Ήρωες’’.
Πού βρίσκεται το Ύψωμα 731
Ίσως ελάχιστοι γνωρίζουν σήμερα τις καθοριστικής σημασίας νίκες των ελληνικών στρατευμάτων επί των Ιταλών τον Μάρτιο και Απρίλιο του 1941. Θεωρούμε απειροελάχιστη υποχρέωσή μας να αναφερθούμε στις μάχες που έγιναν στο Ύψωμα 731 από τις 9 ως τις 24 Μαρτίου 1941 και συνεχίστηκαν, με μικρότερη ένταση, ως τα μέσα Απριλίου του ίδιου έτους. Το Ύψωμα 731 βρίσκεται περίπου 20 χιλιόμετρα βόρεια της Κλεισούρας στην Αλβανία. Το είχε καταλάβει ο Ελληνικός Στρατός μετά από σκληρές μάχες την χρονική περίοδο από τις 6 ως τις 11 Ιανουαρίου 1941.
Ήταν ένα από τα ισχυρότερα ερείσματα του Ελληνικού Στρατού και κομβικό σημείο στην όλη τοποθεσία στον κεντρικό τομέα του αλβανικού μετώπου. Στο Ύψωμα 731 και στα γειτονικά υψώματα οι Έλληνες κατατρόπωσαν τις ιταλικές δυνάμεις και ντρόπιασαν τον Μουσολίνι και την περιβόητη και μεγαλεπήβολη εαρινή επίθεσή του.
Η ιταλική εαρινή επίθεση
Την άνοιξη του 1941 τα ελληνικά στρατεύματα κατείχαν τη γραμμή βόρεια από τους Αγίους Σαράντα (που ο αλαζόνας Μουσολίνι είχε μετονομάσει σε Πόρτο Έντα ,δίνοντάς τους το όνομα της κόρης του), Αργυροκάστρου, Κλεισούρας, Μπούμπεσι και Γαρονίν. Ο βαρύς χειμώνας, τα ανεπαρκή μεταφορικά μέσα και η σθεναρή αντίσταση των Ιταλών σε συνδυασμό με την υπεροπλία τους σε αεροπορικές δυνάμεις, δεν επέτρεψαν στις ελληνικές δυνάμεις να προχωρήσουν περισσότερο. Είχαν βέβαια πετύχει έναν τεράστιο άθλο. Να αποκρούσουν την ιταλική επίθεση σε ελληνικό έδαφος και να προχωρήσουν στο έδαφος της Αλβανίας, η οποία είχε καταληφθεί από τους Ιταλούς χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση από τις 7 ως τις 12 Απριλίου 1939.
ipsoma__1_
ipsoma__3_
Οι ελληνικές επιτυχίες επί των Ιταλών κλόνιζαν από τα θεμέλια το γόητρο τόσο του Μουσολίνι όσο και του φασιστικού στρατού. Παράλληλα ανέτρεπε την εικόνα του δόγματος του κεραυνοβόλου πολέμου και του αήττητου του Άξονα που είχε καλλιεργηθεί σε Ευρώπη και Αφρική από τις επιτυχίες των δυνάμεων του Χίτλερ και του Μουσολίνι.
Αποκαλυπτική για τις σκέψεις του Μουσολίνι είναι η επιστολή που έστειλε την 1η Ιανουαρίου 1941 στον Στρατηγό Ούγκο Καμπαλέρο που είχε διοριστεί Γενικός Επιτελάρχης από τις 3 Δεκεμβρίου 1940.
Στην Επιστολή αυτή μεταξύ άλλων ο Μουσολίνι αναφέρει τα εξής:
‘’Αγαπητέ μου Καμπαλέρο
α) Η επίθεσις που θα εξαπολύσουμε μπορεί και πρέπει να επιφέρει την ριζική μεταβολή της καταστάσεως ιδίως από της απόψεως του ηθικού των στρατευμάτων. Έπειτα από εξήντα ημερών αγώνα ο στρατός μας παύει να είναι άκμων (αμόνι) και μετατρέπεται σε σφύρα(σφυρί).
β) Η επιχείρησις πρέπει να αρχίσει αιφνιδιαστικά και να διεξαχθεί με μεγάλη ενεργητικότητα και πείσμα. Πρέπει το ιταλικό στρατιωτικό γόητρο να αποκατασταθεί πλήρως στα μάτια της υφηλίου.
γ) Η Γερμανία είναι έτοιμη να αποστείλει μία Μεραρχία αλπινιστών στην Αλβανία, ενώ παράλληλα ετοιμάζει μια στρατιά που προορίζεται να επιτεθεί τον Μάρτιο εναντίον της Ελλάδος διά μέσου της Βουλγαρίας. Εγώ όμως επιθυμώ η γενναιότης και ικανότης των ιταλικών στρατευμάτων να καταστήσουν περιττή τη γερμανική βοήθεια στο αλβανικό Μέτωπο και είμαι βέβαιος ότι η επιθυμία μου θα εκπληρωθεί.
δ) Ο ιταλικός λαός περιμένει με αγωνία να αλλάξει ο άνεμος στην Αλβανία. Υπολογίζω σε σας και σε όλους τους γενναίους στρατιώτες σας’’.
(Ζαφείρης Παπαμιχαλόπουλος ‘’17 Ημέρες του Μαρτίου’’ ,Γ’ συμπληρωμένη έκδοση, Αθήνα 1967).
Στις 19 και 20 Ιανουαρίου οι Χίτλερ και Μουσολίνι συναντήθηκαν στο Σάλτσμπουργκ. Ο Μουσολίνι έμεινε με την εντύπωση ότι του δόθηκε ο απαιτούμενος χρόνος για την προετοιμασία της εαρινής (αντ)επίθεσης ενώ στην πραγματικότητα ο Χίτλερ ήταν επιφυλακτικός καθώς ήθελε να ξεκαθαρίσει γρήγορα η κατάσταση στα Βαλκάνια. Ο Χίτλερ δεν ανέφερε τίποτα στον Μουσολίνι για την επίθεση που σχεδίαζε εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης.
Ο Μουσολίνι βρισκόταν σε δύσκολη θέση καθώς πριν λίγες μέρες τα ιταλικά στρατεύματα στην Κυρηναϊκή (στη σημερινή Λιβύη) ηττήθηκαν από τους Βρετανούς( στην Μπάρντια) και 45.000 Ιταλοί στρατιώτες αιχμαλωτίστηκαν. Μόλις επέστρεψε στη Ρώμη από το Σάλτσμπουργκ, αποφάσισε να ασχοληθεί περισσότερο με την Ελλάδα και το μεσογειακό μέτωπο μεταφέροντας στρατεύματα από την Αφρική στην Αλβανία. Απευθυνόμενος προς τον Αρχιστράτηγο του Αλβανικού Μετώπου Καμπαλέρο στις 12 Μαρτίου 1941 έλεγε: ‘’Έχομεν απόλυτην ανάγκην μιας σημαντικής στρατιωτικής νίκης. Το απαιτεί το γόητρον του Ιταλικού Στρατού. Εδώ είναι (στην Αλβανία) το πραγματικόν Μέτωπον και εδώ πρέπει να νικήσωμεν’’.
ipsoma__1_
Ο Μουσολίνι κατάφερε από τα τέλη Ιανουαρίου ως τις αρχές Μαρτίου 1941 να στείλει στην Αλβανία δέκα νέες Μεραρχίες και επίλεκτα Συντάγματα, να ενισχύσει τις αεροπορικές του δυνάμεις και το Πυροβολικό, να εμπλουτίσει τα στρατηγεία και τις μάχιμες μονάδες με κάθε είδους υλικά και μέσα ,κι έτσι να δώσει σ’ αυτές μεγαλύτερες επιθετικές δυνατότητες. Στην Αλβανία είχε πλέον 29-30 Μεραρχίες. Ο Μουσολίνι αναχώρησε από την Ιταλία και στις 2 Μαρτίου 1941 έφτασε στην Αλβανία για να εποπτεύσει προσωπικά τις προετοιμασίες για τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων και να εξυψώσει το φρόνημα των Ιταλών στρατιωτών. Από τις 2 ως τις 8 Μαρτίου περιφερόταν στις ιταλικές μονάδες, έτρωγε μαζί με τους αξιωματικούς και μιλούσε σ’ αυτούς και τους στρατιώτες προεξοφλώντας τον ιταλικό θρίαμβο. Μαζί του έσπευσαν στην Αλβανία οι υπουργοί Μπαρτάι, Παβολίνι, Ρικάρντι, Ρίτσι, Γκόρλα, οι αξιωματούχοι του Εθνικού Φασιστικού Κόμματος Φαρανάτσι και Τζιανέτι και ο γαμπρός του Υπουργός των Εξωτερικών Τσιάνο.
Η εαρινή επίθεση αρχίζει
Η σχεδίαση και διεξαγωγή της ιταλικής επίθεσης, είχε ανατεθεί στην 11η Ιταλική Στρατιά την οποία διοικούσε ο Στρατηγός Τζελόζο. Κάτω από τις διαταγές του, βρισκόταν τα IV, VIII και XXV Σώματα Στρατού.
Από τις τριάντα ιταλικές μεραρχίες που βρίσκονταν στη Αλβανία, στην εαρινή επίθεση πήραν μέρος έντεκα. Έξι στο Α’ κλιμάκιο, τρεις σαν άμεσες εφεδρείες της 11ης Στρατιάς, οι Μεραρχίες Σιένα, Πιεμόντε και η Μεραρχία Κενταύρων (Τεθωρακισμένων) συν δύο για κάλυψη των πλευρών: οι Μεραρχίες Πουστερία και Τζούλια. Υπήρχαν επίσης Συντάγματα Μελανοχιτώνων και Τάγματα Βερσαλιέρων και Γρεναδιέρων (που ήταν ειδικά εκπαιδευμένοι στη ρίψη χειροβομβίδων).
Το κύριο βάρος της ιταλικής επίθεσης, θα “έπεφτε” στην ζώνη του Β’ Σώματος Στρατού, που είχε τις δυνάμεις του διατεταγμένες ως εξής:
Βόρειος Τομέας (δεξιό τμήμα): η XI Μεραρχία, με διοικητή τον Συνταγματάρχη Ιππικού Δημάρατο, με 4 Τάγματα στο πρώτο κλιμάκιο και ένα τάγμα εφεδρεία.
Κεντρικός Τομέας: η XV Μεραρχία, με επικεφαλής τον Συνταγματάρχη Σπηλιωτόπουλο, με δύο Συντάγματα στο πρώτο κλιμάκιο και το 28 Σύνταγμα σαν εφεδρεία.
Αριστερός τομέας (νότιος): η I Μεραρχία, με διοικητή τον Υποστράτηγο Βασίλειο Βραχνό, με έξι Τάγματα στο πρώτο κλιμάκιο και τρία Τάγματα εφεδρείες.
Τομέας Σεντέλι: Από βορρά προς νότο, η V Μεραρχία με εννιά Τάγματα και η XVII Μεραρχία με έξι Τάγματα.
Πίσω από το Β’ Σώμα Στρατού, βρίσκονταν το 19ο, το 21ο και το 31ο Συντάγματα και η IV Μεραρχία στο Λιμπόχαβο. Από όλες αυτές τις δυνάμεις, 13 Τάγματα βρίσκονταν στη ζώνη κύριας προσπάθειας των Ιταλών.
Το Β΄ Σώμα Στρατού, είχε λάβει πληροφορίες από τις αρχές Φεβρουαρίου για τις πυρετώδεις ιταλικές προετοιμασίες και από τις 9 Φεβρουαρίου εκδόθηκε διαταγή αμυντικής εγκατάστασης και κατά βάθος κλιμάκωσης των μονάδων. Ως τις 9 Μαρτίου, είχαν οργανωθεί άριστα αμυντικά όλες οι μονάδες και είχαν μελετηθεί όλες οι πιθανές ιταλικές ενέργειες.
Στις 7 Μαρτίου, αντικαταστάθηκε ο Διοικητής του Β’ Σώματος Στρατού Αντιστράτηγος Δημήτριος Παπαδόπουλος, που πιστώνεται τους νικηφόρους αγώνες του από την αρχή του πολέμου μέχρι και την κατάληψη του κόμβου Κλεισούρας, με τον Υποστράτηγο Γεώργιο Μπάκα.
Έμεινε όμως στο Β’ Σώμα ως τη λήξη της εαρινής επίθεσης, ο Επιτελάρχης του, Συνταγματάρχης Δημήτριος Μαχάς, ο οποίος από την αρχή του πολέμου βρισκόταν στη θέση αυτή και γνώριζε άριστα κάθε λεπτομέρεια για όλες τις μονάδες του Β΄ Σώματος.
Στις 6.30 π.μ. της 9ης Μαρτίου 1941, άρχισε σφοδρός βομβαρδισμός του εχθρικού πυροβολικού σε όλη τη ζώνη του Β΄ Σώματος Στρατού, με μεγαλύτερη πυκνότητα στον τομέα της Ι Μεραρχίας. Τριακόσια πυροβόλα, έριξαν για 2,5 ώρες 100.000 βλήματα σε μέτωπο 6 χιλιομέτρων. Η περιοχή των υψωμάτων 731 και 717 (Μπρέγκου Ραπίτ), κυριολεκτικά ανασκάφηκε, οι τηλεφωνικές επικοινωνίες διακόπηκαν, ενώ καπνοί και φλόγες κάλυψαν τα δύο υψώματα. Στις επιχειρήσεις μετείχε και η ιταλική αεροπορία που βομβάρδιζε τις συγκοινωνίες και τις εφεδρείες.
Από ελληνικής πλευράς, το κύριο βάρος των επιθέσεων δέχτηκε το 5ο Σύνταγμα Πεζικού, με διοικητή τον Συνταγματάρχη Νικόλαο Γεωργούλα και ειδικότερα ο δεξιός υποτομέας, που περιλάμβανε τα υψώματα 731 και 717, όπου αμυνόταν το υποσυγκρότημα του Σ/χη Θεμιστοκλή Κετσέα.
Ο Υποστράτηγος Βασίλειος Βραχνός, βρισκόταν από τα ξημερώματα της 9ης Μαρτίου 1941 στο παρατηρητήριό του. Παρακολουθούσε τον καταιγισμό των εχθρικών πυρών και την εξέλιξη της επίθεσης και είπε:
“Εφόσον υπάρχουν ζωντανοί Έλληνες που χειρίζονται τα πολυβόλα, η τοποθεσία δεν θα πέσει”.
Ο Συνταγματάρχης Θεμιστοκλής Κετσέας, διοικητής τον Υποτομέα των υψωμάτων 731 και Μπρέγκου Ραπίτ, τα οποία σφυροκόπησαν οι Ιταλοί, διέταξε: “Τηρήσατε θέσεις σας μέχρις εσχάτων”
Οι σκληρές μάχες από τις 9 ως τις 24 Μαρτίου 1941
Παρά τις αλλεπάλληλες προσπάθειες των Ιταλών, την πρώτη μέρα της επίθεσης, τα εδαφικά τους κέρδη ήταν ασήμαντα. Ο Μουσολίνι παρακολουθούσε από το παρατηρητήριο της Γκλάβας το VIII ιταλικό Σώμα Στρατού που είχε αναλάβει το κύριο βάρος της επίθεσης και σίγουρα δεν ήταν καθόλου ικανοποιημένος με όσα έβλεπε.
Τη Δευτέρα, 10 Μαρτίου 1941, οι Ιταλοί επιτέθηκαν στα υψώματα 731, 717, 1060 (Τρεμπεσίνα) και Κιάφε Λουζίτ. Έβρεχε καταρρακτωδώς. Με τη βοήθεια και της ομίχλης στις 11.20 π.μ. κατέλαβαν το τμήμα του υψώματος “Μάλι Σπαντάριτ”. Η ελληνική αντεπίθεση στις 14.30, οδήγησε στην ανακατάληψή του. Το βράδυ, οι Ιταλοί έριξαν εκατομμύρια προκηρύξεις από τα αεροπλάνα τους, με τις οποίες καλούσαν τους Έλληνες να παραδοθούν, κάτι που φυσικά δεν υπήρχε περίπτωση να συμβεί.
Η Τρίτη 11 Μαρτίου 1941, ήταν εφιαλτική για τους Ιταλούς καθώς έπαθαν μεγάλη πανωλεθρία. Επωφελούμενοι από το σκοτάδι και την ομίχλη, επιχείρησαν νυχτερινή διασκέδαση μέσα από τη χαράδρα Πρόι Μαθ (Μεγάλο Ρέμα), για να υπερκεράσουν το ύψωμα 731 με δύο Τάγματα, ενώ παράλληλα επιτέθηκαν εναντίον του 731, με το Ι/72 Τάγμα και πλευρικά, με το III/72 Τάγμα. Στις 8.45 π.μ., ο Σ/χης Κετσέας διέταξε έναρξη του πυρός. Η χαράδρα Πρόι Μαθ, μεταβλήθηκε σε νεκροταφείο για τους Ιταλούς. Τα Τάγματα II/5 (Διοικητής Κασλάς) και III/19 (Διοικητής Κουτρίδης) και αυτοβούλως οπλίτες Πυροβολικού, με επικεφαλής τον Ανθυπολογαχό (ΠΒ) Μητρομάρα, μάγειροι και ημιονηγοί (“μουλαράδες”), θέρισαν τους Ιταλούς. 250 νεκροί και 501 αιχμάλωτοι Ιταλοί, ανάμεσά τους 3 Ταγματάρχες και άλλοι 17 αξιωματικοί ήταν τα θύματα των ηρωικών Ελλήνων μαχητών.
Την Τετάρτη 12 Μαρτίου 1941, οι Ιταλοί επιχείρησαν με είκοσι Τάγματα νυχτερινή επίθεση (από τις 00.45 ως τις 5.30 π.μ.), εναντίον των Ελλήνων στο Ύψωμα 731, στο Κιάφε Λούζιτ και στο Μπρέγκου Ραπίτ, ωστόσο απέτυχαν και πάλι. Νέα επίθεση εναντίον του Κιάφε Λουζίτ, στις 9.30 π.μ., αποκρούστηκε. Το απόσπασμα Κετσέα, έριξε 2.364 βλήματα εναντίον των Ιταλών. Ο Μουσολίνι σε σύσκεψη με τους Καμπαλέρο και Τζελόζο, έκαναν σε μια επισκόπηση της κατάστασης. Σύμφωνα με το “Μυστικό Αρχείο” του Καμπαλέρο, τα σχόλια για τον ιταλικό στρατό στην Αλβανία και την Αφρική, δεν ήταν καθόλου κολακευτικά…
Την Πέμπτη 13 Μαρτίου 1941, το II/5 Τάγμα Κασλά, αντικαταστάθηκε, λόγω των απωλειών αλλά και της εξάντλησης των ανδρών του, από το III/19 Τάγμα Κουτρίδη. Οι Ιταλοί επιχείρησαν σφοδρή επίθεση στο Ύψωμα 731. Ο Ταγματάρχης Κασλάς, παρέμεινε στο Ύψωμα, για να βοηθήσει τον Κουτρίδη στον συντονισμό των ενεργειών.
Οι μάχες γίνονται εκ του συστάδην, με λόγχες. Ο Κασλάς, με εφεδρικά τμήματα, αποκρούουν τους Λόχους Αρντίτι. Κάποια στιγμή, ο Λοχαγός Κουτρίδης τραυματίστηκε. Ενώ δεχόταν τις περιποιήσεις του Ανθυπίατρου Λεωνίδα Κουβαρά, ένας στρατιώτης ανέφερε κατάληψη τμήματος του Υψώματος 731. Ο Κουτρίδης, αμέσως φόρεσε την εξάρτυσή του, εφοδιάστηκε με σακίδιο χειροβομβίδων που το πέρασε γύρω από τον λαιμό του και με το περίστροφο στο δεξί χέρι, βροντοφώναξε: “Όσοι είναι Έλληνες και έχουν ελληνική καρδιά να με ακολουθήσουν”. Όλοι, ακολούθησαν τον γενναίο Λοχαγό και συμπαρασύροντας τους οπλίτες του 10ου Λόχου, ανακατέλαβαν την τοποθεσία από τους Ιταλούς.
Τη μέρα εκείνη, τα ελληνικά αντιαεροπορικά κατέρριψαν δύο ιταλικά αεροπλάνα. Άλλα δύο ιταλικά αεροπλάνα και ένα βρετανικό, καταρρίφθηκαν μετά από αερομαχίες. Για μία ακόμα μέρα, οι Ιταλοί δεν κατάφεραν τίποτα ουσιαστικό.
Ο τότε Επιλοχίας του 9ου Λόχου Θεόδωρος Ζήκος, αναφέρει ένα κωμικό περιστατικό, με πρωταγωνιστή τον Καλαβρυτινό στρατιώτη Παναγιώτη Μαντά. Ήταν κινητός σκοπός στο Ύψωμα 731, το βράδυ της 13ης προς 14η Μαρτίου 1941. “Ένιωσεν την πίεσιν σωματικής ανάγκης και κατήλθε σ’ έναν μεγάλο κρατήρα βόμβα ή βλήματος Πυροβολικού δια να αφοδεύσει. Ήτο μικρόσωμος και η χλαίνη που φορούσε έφθανε ως την άκρη των ποδιών του. Την στιγμήν που ανεκουφίζετο, κάνοντας την σωματικήν του ανάγκη, βλέπει στο χείλος του κρατήρος έναν Ιταλό με προτεταμένο το όπλο.
“Καθώς ήμουν χαμηλά”, διηγείται ο Μαντάς “ακουμπώ την ξιφολόγχη μου στο μηρό του Ιταλού και φωνάζω αλτ. Ο Ιταλός αιφνιδιάζεται, παρατάει το όπλο και σηκώνει τα χέρια. Εγώ, χωρίς να επιχειρήσω να μαζέψω τα ρούχα, κρατώντας στο δεξί μου χέρι το όπλο και συγκρατώντας με το αριστερό τα ρούχα-ευτυχώς η χλαίνη δεν αφήνει να φανούν πολλά πράγματα από μέσα της-οδήγησα τον Ιταλό στον σταθερό σκοπό. Τον πήρε εκείνος και σας τον έφερε στο σκέπαστρο του Λόχου”.
Ήταν ένα αστείο συμβάν, που απάλυνε τον πόνο και τη θλίψη των στρατιωτών μας για τον χαμό και τον τραυματισμό πολλών συναδέλφων τους.
Την Παρασκευή 14 Μαρτίου 1941, οι Ιταλοί επικέντρωσαν τις προσπάθειές τους στην κατάληψη του υψώματος 717, στην κορυφή του οποίου ανέβηκαν δύο φορές χωρίς όμως να καταφέρουν να παραμείνουν σ’ αυτή ως το τέλος της ημέρας.
Το Σάββατο 15 Μαρτίου 1941, ιταλικές δυνάμεις επιτέθηκαν στο Ύψωμα 731 και έφτασαν πολύ κοντά σ’ αυτό. Ωστόσο, οι ηρωικοί υπερασπιστές του με τη χρήση λόγχης και χειροβομβίδων, κατάφεραν να τους αντιμετωπίσουν με επιτυχία.
Μετά από απόφαση των Μουσολίνι – Καμπαλέρο, από το πρωί της 16ης ως το βράδυ της 18ης Μαρτίου, υπήρξε αναστολή των ιταλικών επιθέσεων, κάτι που έδωσε τη δυνατότητα στις ελληνικές δυνάμεις να ανασυνταχθούν.
Την Τετάρτη 19 Μαρτίου 1941, οι Ιταλοί επιτέθηκαν για 18η(!) φορά, εναντίον του Υψώματος 731, χρησιμοποιώντας επίλεκτο Λόχο με ελαφρά άρματα.
Οι υπερασπιστές του 731, με πολυβόλα και χειροβομβίδες, αποδεκάτισαν τον ιταλικό Λόχο. Το ελληνικό πυροβολικό, κατέστρεψε δύο άρματα, που έπεσαν στη χαράδρα Πρόι Μαθ και αχρήστευσαν άλλο ένα ,που έμεινε στο Ύψωμα, με τους άνδρες του πληρώματος νεκρούς.
Το τέταρτο άρμα κατόρθωσε να ξεφύγει. Παρά τον καταιγιστικό βομβαρδισμό και των υψωμάτων της Τρεμπεσίνας και του Κιάφε Λιουζίτ, οι Ιταλοί αντιμετωπίσθηκαν με επιτυχία.
Ακολούθως, ζήτησαν ολιγόωρη ανακωχή για να θάψουν τους νεκρούς τους. Πραγματικά, έγινε ανακωχή 4-6 ωρών για την ταφή 100 περίπου αξιωματικών και οπλιτών. Οι Ιταλοί, δεν ήθελαν τόσο να τιμήσουν τους νεκρούς τους, όσο να μην αντικρίσουν οι συνάδελφοί τους τα άψυχα κορμιά τους και κλονιστεί περισσότερο το ηθικό τους.
Οι μάχες συνεχίστηκαν και τις επόμενες ημέρες, με μικρότερη όμως ένταση. Σε σύσκεψη των Ιταλών στις 20 Μαρτίου 1941, ο Μουσολίνι είπε στον στενό του συνεργάτη, αρχηγό και Υφυπουργό Αεροπορίας Πτέραρχο Πρίκολο: “Απεφάσισα να επιστρέψω εντός της αύριον εις Ρώμην. Αηδίασα από το περιβάλλον αυτό. Δεν επροχωρήσαμε βήμα. Μέχρι τούδε με έχουν εξαπατήσει. Περιφρονώ βαθύτατα αυτούς τους ανθρώπους (προφανώς τους Στρατηγούς του)”. Στις 21 Μαρτίου 1941, απογοητευμένος, αναχώρησε από το αεροδρόμιο των Τιράνων για τη Ρώμη.
Όπως αναφέραμε, ιδιαίτερα από τις 25 Μαρτίου 1941, οι ιταλικές προσπάθειες κατάληψης του 731 και των άλλων υψωμάτων, είχαν μικρότερη ένταση. Από τις 6 Απριλίου 1941, οπότε άρχισε η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα έως και τις 13-14 Απριλίου 1941, οι ελληνικές δυνάμεις κρατούσαν σταθερά τις θέσεις τους στη Βόρειο Ήπειρο. Μετά την ανακωχή Ελλάδας-Γερμανίας στις 20 Απριλίου 1941, οι έφεδροι άνδρες της I Μεραρχίας, παρέδωσαν τον οπλισμό τους και έλαβαν προσωρινό απολυτήριο. Είχαν καταφέρει, όπως φυσικά και οι άνδρες των υπόλοιπων Μεραρχιών, ένα θαύμα, που δυστυχώς αναγνωρίστηκε μόνο με λόγια και όχι με πράξεις, από τους Συμμάχους μετά τη λήξη του Πολέμου.
Επίλογος
Το τίμημα που κατέβαλαν οι ελληνικές δυνάμεις κατά τις πολυήμερες μάχες με επίκεντρο το Ύψωμα 731, ήταν βαρύ: 47 αξιωματικοί και 1.196 οπλίτες νεκροί, 144 αξιωματικοί και 3.872 οπλίτες τραυματίες. Οι ιταλικές απώλειες, ήταν βαρύτατες. Συνολικά 11.800 αξιωματικοί και οπλίτες νεκροί και τραυματίες. Εντυπωσιακό είναι το στοιχείο που παραθέτει ο Ζαχαρίας Τσιρπανλής στο βιβλίο του “Έλληνες και Ιταλοί στα 1940-41”, όπου σε όλη τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου, οι Ιταλοί είχαν 25.067 αγνοούμενους, έναντι 1.290 των Ελλήνων. Κλείνουμε με όσα γράφει ο Αν/γος Γεώργιος Μ. Τζουβαλάς:
“Βαρύ το τίμημα, αλλά και απροσμέτρητον το μεγαλείον και η δόξα δια τους Έλληνας μαχητάς. Η θυσία των πεσόντων και ο ηρωισμός όσων επέζησαν δεν διαγράφονται ούτε παραγράφονται. Μένουν ως φωτεινά μετέωρα ζείδωρος δύναμις διαιωνίσεως και θωρακίσεως του μεγαλείου της Ελλάδος”.
Ένα μεγαλείο και μία ιστορία, που κάποιοι θα ήθελαν πολύ να μην μάθουμε ή να τα ξεχάσουμε, αλλά ό,τι και να κάνουν δεν πρόκειται να τα καταφέρουν…
Πηγές: ΓΕΩΡΓΙΟΣ Μ. ΤΖΟΥΒΑΛΑΣ, “ΤΟ ΥΨΩΜΑ 731”, ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΛΕΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ, 2017,
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Γ. ΠΑΝΤΑΖΗΣ “ΤΑ ΔΥΟ ΟΧΙ”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ “ΔΩΔΩΝΗ”, 1972,
Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος, “Η Ιστορία του Ελληνικού Στρατού” (1883-1941)”, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΚΚΟΥΛΑ 2014.
Ευχαριστούμε θερμά τον Δόκτορα Ιωάννη Παπαφλωράτο,που για μία ακόμη φορά μας έδωσε πρόθυμα και ευγενέστατα την άδεια να χρησιμοποιήσουμε στοιχεία από το έργο του.
ΠΗΓΗ: Protothema.gr
Ιστορία - Πολιτισμός
17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια βρίσκονται χτισμένα σε ορεινή περιοχή του νομού Σερρών, κοντά στις ακτές του Στρυμονικού Κόλπου και την Αμφίπολη.
Λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα ιδρύθηκε στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως με πρωτοβουλία του Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, η οργάνωση Ελευθερία. Ακολούθησε στα μέσα του καλοκαιριού του 1941 η δημιουργία της αντάρτικης ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος στην περιοχή της Νιγρίτας και της αντάρτικης ομάδας Αθανάσιος Διάκος στα ορεινά του νομού Κιλκίς. Στις αρχές Σεπτεμβρίου αντάρτες της ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος με αρχηγό τον δάσκαλο Κερδυλιώτη Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο προχώρησαν στον αφοπλισμό των σταθμών της γερμανικής χωροφυλακής στα χωριά Ευκαρπία και Μαυροθάλασσα και στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 στον αφοπλισμό του σταθμού της χωροφυλακής στη Δάφνη, στην περιοχή της Νιγρίτας.
Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή
Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών στους σταθμούς της χωροφυλακής των παραπάνω χωριών η γερμανική πλευρά εστίασε την προσοχή της στην ευρύτερη περιοχή. Έγιναν έρευνες στην περιοχή και ανακρίθηκαν κάτοικοι, στους οποίους επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της παροχής βοήθειας στους αντάρτες θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τα χωριά τους. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι κατοχικές δυνάμεις δεν ήταν σημαντικές ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τους αντάρτες και αυτούς που τους βοηθούσαν.
Έτσι σε μια σύσκεψη που έγινε στην υπηρεσία αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η οργάνωση ενός δικτύου πληροφοριοδοτών (γερμανικά: Vertrauensleute ή V-Mann ελληνικά: Άνθρωποι εμπιστοσύνης) στην περιοχή μέσω του οποίου θα έπαιρναν οι Γερμανοί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών, για το που έκρυβαν τον οπλισμό τους και για το πως γινόταν η τροφοδοσία τους.
Στις αρχές Οκτωβρίου ο Δημήτριος Κίκηρας, ένας κάτοικος του Κάτω Κερδυλίου, έλαβε από τους αντάρτες χρήματα και ένα ζώο προκειμένου να αγοράσει και να μεταφέρει σ’ αυτούς τρόφιμα. Ο Κίκηρας όμως καταχράστηκε τα χρήματα και τότε ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, ο Μιχάλης Μπογατσόπουλος, τον απείλησε προκειμένου να τους δώσει τα τρόφιμα που έπρεπε να είχε αγοράσει ή να επιστρέψει τα χρήματα. Για να βρει τα χρήματα ο Κίκηρας προσπάθησε να ληστέψει, στις 10 Οκτωβρίου του 1941, τον καλόγερο Γρηγόριο Καρακαλινό, από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου λίγο έξω από το Άνω Κερδύλιο αλλά τελικά σκότωσε το βοηθό του καλόγερου, τραυματίστηκε ο ίδιος και διέφυγε. Την επομένη και αφού ο καλόγερος κατήγγειλε το γεγονός, ο Κίκηρας συνελήφθη στο σπίτι ενός γιατρού στην Ευκαρπία. Κατά την ανάκριση έδωσε ονόματα των ανταρτών που καταγόταν από το Ανω και Κάτω Κερδύλιο καθώς και τα ονόματα όσων τους τροφοδοτούσαν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ ερεύνησε τα δυο χωριά, συγκέντρωσε και ανέκρινε τους κατοίκους και αναζήτησε όσους είχε κατονομάσει ο Κίκηρας χωρίς όμως να τους βρει. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εκτέλεσε ένα άτομο στο Κάτω Κερδύλιο, πυρπόλησε ορισμένα σπίτια ανταρτών και συνέλαβε μερικά άτομα. Στους συγκεντρωμένους κατοίκους δηλώθηκε ότι θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε βοήθεια προς τους αντάρτες γιατί αλλιώς θα έκαιγαν όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια των χωριών και θα εκτελέσουν όλους τους άνδρες κατοίκους.
Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και δημιούργησαν μια επιτροπή που αποτελούταν από τον πρόεδρο του Άνω Κερδυλίου, το γραμματέα και τον κοινοτικό σύμβουλο και η οποία στις 16 Οκτωβρίου 1941 πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διοικηση για να διαβιβαστεί στη συνέχεια στις γερμανικές αρχές. Στην αίτηση αυτή η επιτροπή επικροτούσε τις τελευταίες γερμανικές επιχειρήσεις και ζητούσε την αποστολή στην περιοχή δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής ή και γερμανικής μονάδας “ίνα ούτω εξοντώσωμεν τους ληστοσυμμορίτας και ησυχάση η επαρχία μας”.
Στις 16 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ έκανε επιδρομή στα χωριά Ζερβοχώρι, Δάφνη και Σιτοχώρι και κατέστρεψε 20 σπίτια και 2 αχυρώνες. Στο συνοικισμό Ορέσκεια Δάφνης προχώρησε στην εκτέλεση δύο ανθρώπων για κατοχή όπλων. Στο Σιτοχώρι εκτέλεσε άλλους δύο “διότι καθ΄ομολογία των συμμετέσχον εις το γνωστόν κίνημα της Νιγρίτης αλλά μετανοήσαντες επέστρεψαν εις το χωρίον των”.
Χρονικό της τραγωδίας
Ξημερώματα της 17 Οκτωβρίου 1941, δύο λόχοι του 220ου Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ με δύναμη 250 ανδρών υπο τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ (Wendler) και Σράινερ Σράινερ ξεκίνησαν από τον Σταυρό Θεσσαλονίκης για τα Κερδύλια έχοντας μαζί τους κρατούμενους Κερδυλιώτες. Φτάνοντας κοντά στα χωριά άφησαν τα αυτοκίνητα, άρχισαν να ανεβαίνουν από τρία σημεία και περικύκλωσαν τα Άνω Κερδύλια από την θέση Στρόβολο και τα Κάτω Κερδύλια από την θέση Λειβάδια. Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επιχείρησης και το γεγονός ότι άφησαν τα αυτοκίνητα μακριά από τα χωριά δείχνει οι Γερμανοί στρατιώτες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους. Και πραγματικά σχεδόν το σύνολο των κατοίκων των δύο χωριών συνελήφθη. Κανείς δεν προσπάθησε να αποδράσει επειδή οι κάτοικοι, καθώς δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, δεν πήραν στα σοβαρά τις γερμανικές απειλές.
Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ συγκέντρωσαν τους αρρένες κατοίκους μεταξύ 16 και 60 χρόνων στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά αρχικά συγκεντρώθηκαν στα σχολεία και στη συνέχεια, αφού είχαν απομακρυνθεί οι άντρες, τους επετράπηκε να πάρουν μαζί τους όσα πράγματα μπορούσαν και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία ενώ κλείδωσαν σε κοινοτικό κατάστημα 23 υπερήλικες, οι οποίοι αργότερα κινδύνεψαν από την πυρπόληση του χωριού .
Στις 09.00 το πρωί δόθηκε το σήμα με μια φωτοβολίδα, και οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να εκτελούν άρρενες κατοίκους ηλικίας από 16 μέχρι 60 ετών. Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν στο Άνω Κερδύλιο δεκαεπτά άτομα άνω των εξήντα ετών, μεταξύ των οποίων ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας και στο Κάτω Κερδύλιο δέκα γέροντες. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν μετά το τέλος των εκτελέσεων για την ταφή των νεκρών.
Τα κτίρια των χωριών κάηκαν εκτός από τις εκκλησίες και μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.
Ο αριθμός των θυμάτων
Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές λίστες εκτελεσθέντων ο αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 214 άτομα. Οι εκθέσεις των τότε αστυνομικών αρχών και της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας έκαναν λόγω για 211-212 εκτελεσθέντες ενώ οι γερμανικές αρχές κατοχής για 207. Στην έκθεση που συνέταξε μεταπολεμικά το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου αναφέρεται ότι οι νεκροί ήταν 222. Τέλος ο Γιάννης Παπασυμεών στο βιβλίο του για την καταστροφή των Κερδυλίων δημοσιεύει κατάσταση 230 ατόμων, μεταξύ των οποίων και ετεροδημότες, που συντάχθηκε μεταπολεμικά από την κοινότητα των Νέων Κερδυλίων.
Μετά την καταστροφή
Η επίσημη ανακοίνωση από την γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1941, αναφέρει:
«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζόμενη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδόμενη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσποριστεί χρηματικά μέσα, τη σύλληψιν Ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι’ αυτών τον φόνον Γερμανών στρατιωτών… Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 Γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα το φόνο δύο Γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ’ αυτού τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως»..
Τα χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι έκτισαν αργότερα το 1955 τον σύγχρονο οικισμό των Νέων Κερδυλίων. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με το Προεδρικό Διάταγμα 393/7-12-1998 και η κοινότητα Νέων Κερδυλίων ως μαρτυρική. Το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων θεωρείται η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων από τα στρατεύματα κατοχής στην Βόρεια Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ιστορία - Πολιτισμός
Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού
Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.
Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.
Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.
Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας
Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.
Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης
Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.
Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.
Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία
Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.
Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.
#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια
Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.
Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.
Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.
Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.
Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές
Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας