Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ο κορωνοϊός, ο φορτηγατζής και ο Ερντογάν

Δημοσιεύτηκε στις

  Νίκος Μούδουρος   
«Αν δεν δουλέψουμε θα πεινάσουμε. Πώς να μείνουμε σπίτι; Αν δεν δουλέψω στο σπίτι δεν θα υπάρχει ψωμί, δεν θα πληρώσω το ρεύμα, ούτε το νερό, ούτε το ενοίκιο. Και αν δεν μπορέσω να τα πληρώσω αυτά ούτως ή άλλως καλύτερα να πεθάνω… Γι’ αυτό πριν μας πείτε να μείνουμε σπίτι να λάβετε μέτρα για εμάς, ούτως ώστε και εμείς να μπορούμε να προστατευτούμε. Όμως να ξέρετε κάτι… εμένα δεν θα με πεθάνει ο κορωνοϊός, αλλά το σύστημά σας».

Αυτά είχε πει σε βίντεο από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στις 29 Μαρτίου 2020, ο Μαλίκ Γιλμάζ. Φορτηγατζής το επάγγελμα, παντρεμένος με ένα παιδί, ο Τούρκος εργάτης χρησιμοποίησε την προσωπική του εμπειρία και περιέγραψε – συνειδητά ή όχι – την κρίσιμη κατάσταση στην οποία περιήλθαν εκατομμύρια μισθωτοί στη χώρα ως αποτέλεσμα της πανδημίας του κορωνοϊού και των πολιτικών της κυβέρνησης Ερντογάν. Για να συμπληρωθεί η χαρακτηριστική ιστορία του Γιλμάζ, θα πρέπει να αναφερθεί ότι την επόμενη μέρα συνελήφθη με την κατηγορία ενθάρρυνσης του πληθυσμού σε μη εφαρμογή των νόμων του κράτους. Αφέθηκε ελεύθερος με απαγορεύσεις μετακίνησης και όπως ο ίδιος δήλωσε σε ΜΜΕ, τώρα φοβάται ότι θα μείνει άνεργος.
 

Η πολιτικοποίηση της αντίδρασης ενοχλεί περισσότερο από τον κορωνοϊό: 

 

Το προαναφερθέν περιστατικό και η αντίδραση της εξουσίας παρουσιάζουν ειδικό ενδιαφέρον γιατί έβγαλαν στην επιφάνεια κάποιες «ανομολόγητες» δυναμικές στη χώρα. Η δημόσια τοποθέτηση του Μαλίκ Γιλμάζ ήταν μια αποκάλυψη πτυχών της κοινωνικής κρίσης που επιδεινώθηκε με την πανδημία. Αλλά ήταν και μια αποκάλυψη ότι τέτοιες τοποθετήσεις που επικεντρώνονται στους οικονομικούς και ταξικούς διαχωρισμούς της τουρκικής κοινωνίας, βρίσκουν πλέον μαζικότερη ανταπόκριση. Στηρίζονται και αναπαράγονται από πλατύτερα μέρη της κοινωνίας. Διαδίδονται ως μια εναλλακτική λογική που ξεπερνά τα όρια της σύγκρουσης πολιτιστικών ταυτοτήτων που επιβάλλει εδώ και χρόνια η κυβέρνηση Ερντογάν. Έστω και αν ο «ανώνυμος φορτηγατζής» περιέγραψε μια αντιπολιτευτική κινητοποίηση επί προσωπικού, η μαζική στήριξη που δέχτηκε ήταν ένδειξη ότι ένα μέρος της κοινωνίας πλέον μπαίνει στη διαδικασία πολιτικοποίησης της κοινωνικής αντίδρασης με διαφορετικούς τρόπους και ευκαιρίες. Όπως χαρακτηριστικά υπογράμμισε ο αρθρογράφος Αλί Τουράν Τοπούζ, «η διάδοση μιας τέτοιας αντίδρασης ενοχλεί τον Ερντογάν περισσότερο από τη διάδοση του κορωνοϊού». Παράλληλα όμως οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν από το συγκεκριμένο περιστατικό παρουσιάζουν γλαφυρά και τις μεθόδους που επιδιώκει να εφαρμόσει η τουρκική κυβέρνηση τόσο στις συνθήκες της πανδημίας, όσο και μακροπρόθεσμα.

 

Το πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο της πανδημίας: 

 

Η κυβέρνηση της Τουρκίας φάνηκε αρχικά να εξαναγκάζεται στην αποκάλυψη των επιβεβαιωμένων κρουσμάτων κορονωϊού στη χώρα, σε μια συγκυρία που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.Ο.Υ) ανακοίνωσε την διάσταση της πανδημίας. Συγκεκριμένα αργά το βράδυ της 10ης Μαρτίου 2020 ο υπουργός Υγείας της Τουρκίας, ανακοίνωσε το πρώτο κρούσμα, λίγες μόνο ώρες μετά τη γνωστή ανακοίνωση του Π.Ο.Υ. Μέχρι και την 1η Απριλίου 2020, τα επιβεβαιωμένα κρούσματα στην Τουρκία αυξήθηκαν σε 15.679, ενώ 277 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. 

 

Η αργοπορία στην ανακοίνωση επιβεβαιωμένων κρουσμάτων ήταν χαρακτηριστική πολλών ιδιοτήτων της εξουσίας στην Άγκυρα. Όμως είναι γεγονός ότι ήταν χαρακτηριστική και σε ό,τι αφορά στους αντιφατικούς υπολογισμούς, πάνω στους οποίους η κυβέρνηση αναπτύσσει την πολιτική της. Η πιο χαρακτηριστική αντίφαση που διαπερνά το σύνολο των πολιτικών αποφάσεων του Ερντογάν εντοπίζεται στο εξής δίπολο: Από τη μια πλευρά θεωρεί ότι η κρίση διαθέτει τέτοιο βάθος και ποιοτικά χαρακτηριστικά, τα οποία θα επηρεάσουν οριστικά το παγκόσμιο σύστημα τόσο σε επίπεδο πολιτικής διαχείρισης, όσο και σε επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης. Όπως χαρακτηριστικά υποστήριξε ο Ερντογάν στην ομιλία του στις 18 Μαρτίου 2020, «Είναι ξεκάθαρο πλέον ότι τίποτε δεν μπορεί να παραμείνει το ίδιο. Είναι ξεκάθαρο ότι εισήλθαμε σε μια περίοδο ριζικών αλλαγών». Επομένως αυτή η πτυχή της κρίσης παρουσιάζεται από την τουρκική εξουσία ως μια μορφή ευκαιρίας. Όμως από την άλλη πλευρά, θεωρεί ότι η κρίση της πανδημίας είναι «προσωρινή» και συνεπώς τα βασικά μέτρα κοινωνικής απομόνωσης θα πρέπει να αφήνουν περιθώρια οικονομικής δραστηριότητας. Σε αυτό το σημείο λοιπόν θα ήταν σημαντικό να αναλυθεί η βασική γραμμή σκέψης της κυβέρνησης της Τουρκίας, κυρίως στο επίπεδο των ιδεολογικών και πολιτικών επεξεργασιών που γίνονται.

 

Στο επίπεδο της αντίληψης ότι η κρίση αποτελεί ένα είδος ευκαιρίας για τη χώρα, η κυβέρνηση στην Άγκυρα βασίζεται σε υπολογισμούς δύο αξόνων των διεθνών εξελίξεων. Ο πρώτος είναι η προσδοκία ότι εξαιτίας της πανδημίας, η Κίνα θα δεχτεί ισχυρά πλήγματα ως ένα παγκόσμιο παραγωγικό κέντρο, εξέλιξη που θα έχει ως αποτέλεσμα να επωφεληθούν άλλες χώρες της ημιπεριφέρειας. Η Τουρκία προσδοκά ότι υπό προϋποθέσεις θα μπορέσει να προσελκύσει το ενδιαφέρον νέων πολυεθνικών και να δώσει βάρος στον δικό της βιομηχανικό τομέα. Ο δεύτερος άξονας βασίζεται στην επαναφορά της πολιτικής χαμηλών επιτοκίων από την κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ. Ο Ερντογάν διαβλέπει ότι αυτή η εξέλιξη θα ενισχύσει την παγκόσμια ρευστότητα και συνεπώς θα συμβάλει στην αναπαραγωγή της πολιτικής του για διευκόλυνση της δανειοδότησης των επιχειρήσεων, αλλά ιδιαίτερα των χαμηλότερων εισοδηματικά στρωμάτων του πληθυσμού. 

 

Οι παγκόσμιες ανακατατάξεις, σύμφωνα με την κυβέρνηση της Τουρκίας, θα έχουν επιπτώσεις και στις επόμενες επιλογές ανάπτυξης των κρατών και των δομών τους σε παγκόσμιο επίπεδο. Η κρίση της πανδημίας έθεσε ξανά στην επικαιρότητα τα ζητήματα της ανάγκης αυτάρκειας των κρατών, αλλά και της ενίσχυσης των δυνατοτήτων τους σε στρατηγικούς τομείς όπως η υγεία. Όμως πέραν αυτών, οι κύκλοι εξουσίας Ερντογάν θεωρούν ότι η κρίση οδηγεί και στην αναγκαιότητα περαιτέρω ενίσχυσης των κρατικών δομών. Υπό αυτή την έννοια, το κυβερνών κόμμα στην Τουρκία προωθεί την άποψη ότι η παγκόσμια τάση δεν είναι άλλη παρά η ενίσχυση των πολιτικών χαρακτηριστικών που η ίδια έχει επιλέξει ήδη μερικά χρόνια προηγουμένως. Δηλαδή η τάση ενίσχυσης της εκτελεστικής εξουσίας, της υπερσυγκέντρωσής της σε μια ισχυρή και αυταρχική ηγεσία και στην αποδυνάμωση των μηχανισμών ελέγχου και ισορροπιών. 

 

Παράλληλα με την έννοια του «ισχυρού κράτους», ένα σημαντικό μέρος του ισλαμικού κινήματος της Τουρκίας προβλέπει και μια διαδικασία ιδεολογικής δικαίωσης της προσπάθειας περιχαράκωσης και αυτονομίας της χώρας από ισχυρά κέντρα της Δύσης. Ο Σιαχάπ Καβτζίογλου της εφημερίδας Γιενί Σιαφάκ υπογράμμισε ενδεικτικά ότι: «Αυτή είναι μια κρίση στην οποία ο καθένας θα κοιτάξει το χάλι του. Είναι μια κρίση στην οποία κανένας δεν μπορεί να βοηθήσει κανένα άλλο». Σε αυτό το πλαίσιο οι επιχειρηματικοί κύκλοι που στηρίζουν τον Ερντογάν προετοιμάζονται για ένα νέο κύκλο σχεδιασμών που θα περιλαμβάνει την ενδυνάμωση της τοπικής βιομηχανικής παραγωγής, της ανάπτυξης της τεχνολογίας, καθώς και της αυτονόμησης σε θέματα ενέργειας. 

 

Oι οικονομικοί υπολογισμοί και η αντίληψη της κρίσης

 

 Ανεξαρτήτως της ορθότητας των πολιτικών και οικονομικών υπολογισμών της κυβέρνησης στο κατά πόσο και με ποιο τρόπο η κρίση θα αποτελέσει ευκαιρία, είναι γεγονός ότι το πρώτο πακέτο οικονομικών μέτρων που εξήγγειλε έχουν έντονο τον χαρακτήρα της προσωρινότητας. Δίνει την εντύπωση ότι τα μέτρα βασίστηκαν στο σενάριο μιας τρίμηνης κρίσης, η οποία ως ευκαιρία είναι αρκετή για να μονιμοποιήσει συγκεκριμένους προσανατολισμούς. 

 

Το οικονομικό πακέτο ονομάστηκε «ασπίδα σταθερότητας» και προνοεί 100 δισεκατομμύρια τουρκικές λίρες σε διάφορες οικονομικές δραστηριότητες. Το πρώτο βασικό μέρος του πακέτου προσανατολίζεται περισσότερο στην αναστολή πληρωμών δανείων, καθώς και στην επιπρόσθετη οικονομική στήριξη των επιχειρήσεων από το κράτος. Η βασική του φιλοσοφία εδράζεται στην αποφυγή κλεισίματος εταιρειών σε διάφορους οικονομικούς τομείς. Το δεύτερο μέρος του πακέτου που είναι και το μεγαλύτερο, προσανατολίζεται στη διευκόλυνση και ενίσχυση της δανειοδότησης, ιδιαίτερα προς τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα του πληθυσμού. Σε αυτό το μέρος του πακέτου περιλήφθηκε και ο κατασκευαστικός τομέας. Δηλαδή ένας από τους βασικότερους βραχίονες ενίσχυσης της κυβέρνησης Ερντογάν. Η χαρακτηριστικότερη πρόνοια είναι η δραματική αύξηση του ποσοστού δανειοδότησης οικιών μεσαίων και χαμηλών εισοδηματικών στρωμάτων, το οποίο θα μπορεί πλέον να φτάσει μέχρι και το 90% της αξίας της οικοδομής.

 

Με την εξαίρεση της στήριξης των συνταξιούχων και του κατώτατου μισθού, το πρώτο πακέτο οικονομικών μέτρων δεν περιλαμβάνει κάτι ουσιαστικό για την προστασία των ευρύτερων στρωμάτων των μισθωτών. Αντίθετα υπάρχουν ξεκάθαρες πρόνοιες για την περαιτέρω θεσμοθέτηση της ευέλικτης εργασίας και την εμβάθυνση της εργασίας εξ αποστάσεως. Για την ανασφάλιστη εργασία δεν γίνεται καμιά απολύτως αναφορά, όπως και για το ζήτημα των απολύσεων ή των εξαναγκασμών σε απλήρωτες άδειες εργαζομένων. Επομένως οι ανακατατάξεις στις εργασιακές σχέσεις που ήδη ξεκίνησαν να ισχύουν ντε φάκτο με την κορύφωση της κρίσης της πανδημίας, δεν αποτελούν καν ζήτημα ρύθμισης από την κυβερνητική πολιτική. 

 

Ουσιαστικά το πακέτο μέτρων αποτελεί προς το παρόν μια επανάληψη βασικών επιλογών που εφαρμόστηκαν ήδη από την κρίση της περιόδου 2008-2009, αλλά και της περιόδου που ακολούθησε την πραξικοπηματική απόπειρα του Ιουλίου του 2016. Οι φορολογικές εκπτώσεις και διευκολύνσεις προς τις επιχειρήσεις συνδυάζονται με τη δραματική διεύρυνση της δανειοδότησης προς τα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού. Έτσι από τη μια πλευρά επιχειρείται η δημιουργία προϋποθέσεων αναπαραγωγής της συστράτευσης της επιχειρηματικής τάξης με την πολιτική της κυβέρνησης, ενώ από την άλλη επιδιώκεται η απορρόφηση των κραδασμών των αντιδράσεων που προκαλούνται από την οικονομική στενότητα, κυρίως σε ό,τι αφορά στους μισθωτούς. Τα καταναλωτικά δάνεια στοχεύουν να αναπληρώσουν τα χαμένα εισοδήματα από την κρίση και να δώσουν την αίσθηση περί της βιωσιμότητας της οικονομικής πίεσης. Ωστόσο, ακριβώς σε αυτό το σημείο εμβαθύνεται μια από τις βασικές αντιφάσεις.

 

Ολόκληρος ο προσανατολισμός των οικονομικών μέτρων, επικεντρώνεται στη διατήρηση ενός βαθμού οικονομικής δραστηριότητας και κατανάλωσης. Για την επιτυχία αυτού του στόχου όμως, σημαίνει ότι μεγάλα μέρη των εργαζομένων θα πρέπει να συνεχίσουν την παραγωγική τους δραστηριότητα. Επομένως η κοινωνική απομόνωση, όχι μόνο δεν ισχύει στον βαθμό που θα έπρεπε, αλλά επιπλέον γίνεται μια «επιλογή πολυτελείας» για τα στρώματα εκείνα του πληθυσμού που όντως μπορούν να επιβιώσουν χωρίς εργασία το επόμενο χρονικό διάστημα. Είναι μέσα σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο που μαζικοποιήθηκαν οι αντιδράσεις τόσο από οργανωμένα σύνολα των εργαζομένων, όσο και από την ευρύτερη κοινωνική αντιπολίτευση. Το σύνθημα «μείνε σπίτι» που υιοθετήθηκε από τα μέσα Μαρτίου, φαινόταν πλέον ως ένα μήνυμα έντονου κοινωνικού διαχωρισμού και προνομίου.  

 

Ιδεολογικός ανταγωνισμός και πολιτισμικοποίηση της πολιτικής

Παρόλο που τα κοινοβουλευτικά κόμματα αρχικά δεν κατάφεραν να προωθήσουν ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα αντιμετώπισης της κρίσης, εντούτοις είναι γεγονός ότι οι εν πολλοίς ανοργάνωτες αντιδράσεις τελικά οδήγησαν την κυβέρνηση σε ένα είδος αναδίπλωσης. Ο Έρντογαν εξήγγειλε μια νέα «εκστρατεία εθνικής αλληλεγγύης» – στην ουσία της φιλανθρωπική – δωρίζοντας μάλιστα τους επόμενους εφτά μηνιαίους μισθούς του. Το παράδειγμα του ακολούθησαν στη συνέχεια πολιτικά στελέχη του κυβερνητικού συνασπισμού, αθλητές, τραγουδιστές και άλλοι καλλιτέχνες. Η ουσία της εκστρατείας βρίσκεται στο ότι το κράτος θα μαζέψει χρήματα από τους πολίτες και στη συνέχεια μέσα από ένα τεράστιο δίκτυο συνεργασίας κρατικών δομών και φιλανθρωπικών οργανώσεων, τα ποσά θα διαμοιραστούν σε «όσους έχουν ανάγκη». 

Μέσα από την «εκστρατεία εθνικής αλληλεγγύης», η κυβέρνηση Έρντογαν προσπάθησε να επαναφέρει στο προσκήνιο ένα τύπο «πολιτισμικοποίησης της πολιτικής», αλλά και της ίδιας της κρίσης της πανδημίας. Η επίλυση των προβλημάτων και η ενίσχυση των προοπτικών ξεπεράσματος της κρίσης που προκάλεσε η πανδημία, είναι ζητήματα που τέθηκαν στο πλαίσιο ενός «ένδοξου πολιτισμού» που προάγει την αλληλεγγύη και τις παραδοσιακές αξίες της προσφοράς και του εθελοντισμού. Πολύ χαρακτηριστικά ο ίδιος ο Έρντογαν τόνισε ότι: «Κανένας ιός δεν είναι ισχυρότερος από την ενότητα και την αδελφοσύνη μας… διότι εμείς είμαστε η Τουρκία, διότι είμαστε το τουρκικό έθνος. Ο πολιτισμός και η κουλτούρα μας είναι χτισμένα στην αλληλοβοήθεια και την αλληλεγγύη. Ξεκινούμε αυτή την εκστρατεία με στόχο να βοηθήσουμε τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα των πολιτών μας». Η εκστρατεία αυτή λοιπόν ήταν το επιστέγασμα μιας ιδιαίτερης στόχευσης της εξουσίας Έρντογαν να μοιραστεί την ευθύνη εξόδου από το αδιέξοδο της πανδημίας με την ίδια την κοινωνία. Διαμέσου τέτοιων δομών πολιτικής κινητοποίησης ο Έρντογαν επισημοποίησε και την μετάβαση του από την αρχική θέση του τύπου «κάνουμε ότι είναι δυνατό για αντιμετώπιση της πανδημίας» προς τη θέση ότι «όλοι έχουμε ευθύνη».

Η «εκστρατεία εθνικής αλληλεγγύης» φαίνεται ότι θα αποτελέσει το επίκεντρο των επόμενων αντιπαραθέσεων στην Τουρκία. Αυτή η διάσταση της εκστρατείας άλλωστε γίνεται ξεκάθαρη και από τη λειτουργικότητα που προσφέρει στην αναπαραγωγή της πόλωσης των πολιτισμικών ταυτοτήτων στη χώρα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι μια μέρα μετά την επίσημη έναρξη της φιλανθρωπικής εκστρατείας της κυβέρνησης, ο Υπουργός Εσωτερικών εξέδωσε διάταγμα με το οποίο απαγόρευσε στους Δήμους της Άγκυρας και της Κωνσταντινούπολης να πραγματοποιήσουν τις δικές τους παράλληλες εκστρατείας βοήθειας. 

Εάν συνυπολογιστεί το γενικότερο πλαίσιο που δημιουργήθηκε στη χώρα μετά τα αποτελέσματα των δημοτικών εκλογών του 2019, τότε γίνεται κατανοητό ότι ο Έρντογαν επιθυμεί να αποκτήσει πλεονέκτημα έναντι των Δήμων που κέρδισε η αντιπολίτευση θέτοντας τους σε ανταγωνισμό με την κεντρική εξουσία. Επιπλέον σε συνθήκες ενίσχυσης της κοινωνικής κριτικής που δέχεται, η εκστρατεία μπορεί να συμβάλει σε ένα νέο γύρο κινητοποίησης της δικής του εκλογικής βάσης και με αυτό τον τρόπο να συντηρήσει την ιδεολογική αντιπαράθεση. Με αυτό τον τρόπο υπολογίζει ότι μπορεί να μετρήσει την αφοσίωση συγκεκριμένων τμημάτων της κοινωνίας προς τη δική του εξουσία. Με λίγα λόγια, η κρίση της πανδημίας δεν πρόκειται να εξελιχθεί χωρίς να επηρεάσει και να επηρεαστεί από τις μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες στοχεύσεις μιας κυβέρνησης που φαίνεται να μπορεί να αναπαράγει την εξουσίας της μέσα από περισσότερη καταστολή, παρά μέσα από συναινέσεις. 

*Λέκτορας στο Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Φιλελεύθερος

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις10 λεπτά πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις40 λεπτά πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα2 ώρες πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Δημοφιλή