Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Το «Σχέδιο διάσωσης» των Βρυξελλών και η απειλή της Γερμανικής Ευρώπης…

Δημοσιεύτηκε στις

Οι ανοικτοί λογαριασμοί Βορείων και Νοτίων και η λογική Μακρόν – Τι περιλαμβάνουν τα σωσίβια του Συμβουλίου, πώς εννοεί το νέο σχέδιο Μάρσαλ η Επιτροπή και πώς σχετίζεται με τα πακέτα τρις ευρώ από την ΕΚΤ.

Γιάννος Χαραλαμπίδης

Σχέδιο Δράσης (Action Plan) για την αντιμετώπιση της οικονομικής κατάστασης, δηλαδή της κρίσης του κορωνοϊού, με απώτερο στόχο τη διατήρηση της κοινωνικής, πολιτικής και θεσμικής συνοχής της ΕΕ, άρχισαν να μελετούν οι Βρυξέλλες, κατόπιν απόφασης των Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων. Αυτά αναφέρoνται στη δήλωση του τελευταίου Συμβουλίου, παρότι ο εμφύλιος μεταξύ Βορρά και Νότου, κυρίως μεταξύ Γερμανίας και Ολλανδίας, από τη μια, και Ιταλίας και Ισπανίας, από την άλλη, δεν έχει τελειώσει.

  • Γιατί δεν συμφέρει κανέναν η κατάρρευση της Ιταλίας
  • Ποια ΕΕ; Τα κράτη αποφασίζουν και έχουν την ευθύνη
  • Το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο και η σωτηρία της ΕΕ
  • Διαλυτικές τάσεις και η ανάδειξη ενός πιο «σκληρού καπιταλισμού»

Τα 100 δις της Φον ντερ Λάιεν

Υπάρχουν ανοικτοί λογαριασμοί ως προς την έκδοση η όχι του ευρωομολόγου, με τη Γαλλία να διαδραματίζει ρόλο γεφυροποιού. Όμοια με τη θέση της Γαλλίας είναι και αυτή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία διά της Προέδρου της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν αναφέρεται σε ένα νέο σχέδιο Μάρσαλ, το οποίο θα περιλαμβάνει εκτός των άλλων 100 δις ευρώ για να μπορούν οι επιχειρήσεις της ΕΕ που έχουν προβλήματα να ορθοποδήσουν και ταυτοχρόνως να μη χαθούν θέσεις εργασίας ή να χαθούν όσο το δυνατόν λιγότερες, για να διατηρηθεί η κοινωνική και εργασιακή συνοχή και ταυτοχρόνως να επανακτήσει ο Ευρωπαίος πολίτης την εμπιστοσύνη του προς τις Βρυξέλλες. Αυτά τα χρήματα θα δοθούν μέσω του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου για την περίοδο 2021-27, του οποίου η συζήτηση θα κλιμακωθεί το επόμενο εξάμηνο, όταν στην Προεδρία θα είναι η Γερμανία. Ώς το τέλος του έτους πρέπει να ληφθούν τελικές αποφάσεις, αν όχι νωρίτερα.

Ο πλούσιος Βορράς

Είναι πρόδηλον και γίνεται παραδεκτό και από την Φον ντερ Λάιεν ότι οι μέχρι τώρα προτάσεις περί του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου θα αναθεωρηθούν με βάση τα νέα δεδομένα. Πάντως, ο Γάλλος Πρόεδρος, Εμμανουέλ Μακρόν, όταν τοποθετήθηκε στην αντιπαράθεση μεταξύ της Γερμανίδας Καγκελαρίου Άγκελα Μέρκελ και του Ιταλού Πρωθυπουργού, Τζουζέπε Κόντε, επισήμανε ότι είτε θα πρέπει να βρεθεί μια φόρμουλα εγγυήσεων για τα δάνεια του Νότου από τις πλούσιες χώρες, εννοώντας τη Γερμανία και εκείνες του Βορρά, είτε θα πρέπει τα χρέη αυτά να καλυφθούν μέσα από χρήματα του προϋπολογισμού της ΕΕ. Πάντως είναι υπέρ της έκδοσης του ευρωομολόγου. Τουλάχιστον, δεν είναι αντίθετος. Το ίδιο ισχύει και για την Πρόεδρο της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ. Μάλιστα, στο παρασκήνιο, Μακρόν και Λαγκάρντ προσπαθούν να εξεύρουν τρόπο άρσης του αδιεξόδου, που θα επιτρέπει με κάποιες φόρμουλες ακόμη και αυτήν την έκδοση του ευρωομολόγου.

Ομόλογο και μνημόνια

Τουλάχιστον ως προς το θέμα του «Σχεδίου Δράσης» είναι όλοι ομόφωνοι, δηλαδή και οι Ιταλοί και οι Ισπανοί και οι Έλληνες, που ήταν από τα 9 κράτη-μέλη, τα οποία είχαν υπογράψει την πρόταση για το ευρωομόλογο (κορωνομόλογο). Η πρόταση για το ευρωομόλογο δεν είναι νέα. Είχε τεθεί από τον Αντώνη Σαμαρά όταν ήταν Πρωθυπουργός εν καιρώ κρίσης, αλλά δεν έγινε δεχτή και οι Ιταλοί τότε, που δεν καίγονταν, όπως οι Ισπανοί και οι Πορτογάλοι, δεν έδωσαν τη μάχη ως μια από τις ηγέτιδες χώρες της ΕΕ. Το ευρωομόλογο αποτελεί μια ορθή πρόταση και στηρίζεται στη λογική της συγκέντρωσης χρημάτων για να εισπράξουν ποσοστά κυρίως οι χώρες που αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα. Το ευρωομόλογο θα τύχει της εγγύησης όλων των Ευρωπαίων, οι οποίοι θα συνεισφέρουν στην αποπληρωμή του. Οι εγγυήσεις των πλουσίων και της ίδιας της Ευρωζώνης αυξάνουν την αξιοπιστία του. Είναι άλλο να εκδίδεται από μια Α χώρα και άλλο από την ίδια την Ευρωζώνη. Εάν, λοιπόν, η Ιταλία ή άλλα κράτη είναι τραγικά λαβωμένα από την κρίση, δεν θα μπορούν να βγουν στις αγορές με δικά τους ομόλογα για να συγκεντρώσουν χρήματα και να καλύψουν τις ανάγκες τους. Ούτε βεβαίως θα είναι εύκολο γι’ αυτές τις χώρες, ακόμη και αν φύγουν από την ΕΕ ή μόνο από το ευρώ, να αποφύγουν πρόσθετες τραγικές συνέπειες. Διότι, πώς θα σταθεί η ισοτιμία του νομίσματός τους διεθνώς; Οι Γερμανοί και οι Βόρειοι υποστηρίζουν ότι δεν θα πρέπει να μεταφέρεται το χρέος ενός κράτους στους ώμους των άλλων και ειδικότερα των χωρών του Νότου, που είναι απείθαρχες στα δημοσιονομικά ζητήματα, μέσω των εγγυήσεων που θα επιφέρει ένα ευρωομόλογο. Συνεπώς, όπως επιχειρηματολογούν, υπάρχει ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας, από τον οποίο μπορούν τα κράτη που έχουν προβλήματα να δανειστούν χρήματα επί τη βάσει εγγυήσεων και προγραμμάτων, δηλαδή μνημονίων, για να υπάρχει έλεγχος. Είναι πρόδηλον ότι οι Ιταλοί δεν επιθυμούν την επιλογή του μνημονίου, πόσω μάλλον η Ελλάδα, που έχει πικρή εμπειρία. Ο Ιταλός Πρωθυπουργός ζήτησε από τους συναδέλφους του συγκεκριμένες προτάσεις λύσης του προβλήματος για το επόμενο Συμβούλιο που θα πραγματοποιηθεί αυτήν την εβδομάδα, αλλιώς, όπως είπε, θα κλονιστούν τα θεμέλια της Ε.Ε.

Κατάλογος μέτρων

Ενδέχεται ο συνδυασμός διαφόρων πακέτων και προτάσεων να δώσει λύσεις μακράν του Μηχανισμού Σταθερότητας. Ή μερικώς, περιλαμβανομένου και αυτού. Δεν είναι τυχαία η δήλωση της Προέδρου της Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, και η αναφορά σε σχέδιο Μάρσαλ, που θα προκύψει μέσα από τον προϋπολογισμό. Για λύση μέσω του προϋπολογισμού είχε αναφερθεί και ο κ. Μακρόν, ως συνέχεια της απόφασης των 27 για την προώθηση ενός «Σχεδίου Δράσης», πολλαπλών προφανώς ταχυτήτων, που θα αφορά, όπως επισημαίνεται, γραπτώς σε:

  1. Μέτρα στήριξης των οικονομιών μετά την κρίση.
  2. Μέτρα σταθερής ανάπτυξης και καταπολέμησης της ύφεσης.
  3. Ολοκληρωμένο πλάνο ανασυγκρότησης και εδώ είναι, προφανώς, που θα έχει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο ο προϋπολογισμός της επόμενης επταετίας. Βεβαίως, το Σχέδιο Δράσης θα πρέπει να αρχίσει άμεσα. Από τον Ιούνιο. Είναι δε συναφές με τις ανακοινώσεις που έχουν ήδη γίνει από τους Θεσμούς και δη αυτόν της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Υπενθυμίζουμε τι έχει ανακοινωθεί:
  4. Η απόκλιση από το σύμφωνο σταθερότητας. Συνεπώς τα κράτη θα μπορούν να ξοδέψουν, εάν έχουν, ή να δανειστούν, χωρίς να έχουν το άγχος του δημόσιου ελλείμματος, το οποίο, με βάση το Σύμφωνο Σταθερότητας, δεν θα πρέπει να ξεπερνά το 3% και το χρέος το 60% του ΑΕΠ.
  5. Η ΕΚΤ έχει απελευθερώσει 750 δις ευρώ για την αγορά δημόσιου και ιδιωτικού χρέους. Το πόσο αυτό είναι πρόσθετο των 120 δις ευρώ για την αγορά αξιογράφων από τα κράτη-μέλη για να δοθεί χρήμα στην αγορά, η οποία έχει παγώσει, λόγω των μέτρων για την αντιμετώπιση του κορωνοϊού.
  6. Η ΕΚΤ είναι έτοιμη να δώσει το ποσό των 2,3 τρις ευρώ στις Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες για την κάλυψη εθνικών αναγκών και την έκδοση εντός του 2020 πρόσθετου ποσού της τάξης του 1 τρις.

4) Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων αποφάσισε την αποδέσμευση 40 δις ευρώ για να στηριχθούν οι επιχειρήσεις που πλήττονται από τον κορωνοϊό. Το ήμισυ του ποσού αυτού θα διατεθεί ως εξής:

Α) 10 δις ευρώ προορίζονται για τράπεζες για την παροχή κεφαλαίου κίνησης σε Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις (ΜΜΕ), και Β) τα υπόλοιπα 10 δις ευρώ για την αγορά δανείων με εξασφάλιση. Η τελευταία δόση έχει επίσης ως στόχο να διευκολύνει τις τράπεζες να δανείζουν χρήματα σε εταιρείες.

Προτάσεις από Επιτροπή

Μετά το πρώτο σοκ, οι 27 αποφάσισαν την ανασύνταξη και την έναρξη παραγωγής στα εργοστάσια της Γερμανίας, της Γαλλίας και άλλων χωρών, ειδών πρώτης ανάγκης και δη αναπνευστήρων, καθώς και άλλων ιατροφαρμακευτικών προϊόντων, ενώ τα γερμανικά νοσοκομεία ανέλαβαν τη φιλοξενία Γάλλων και Ιταλών ασθενών. Βεβαίως, η κατάσταση είναι τέτοια στην Ιταλία, που ένας μικρός αριθμός κλινών δεν σώζει την παρτίδα. Ο καθένας όμως προσφέρει ό,τι μπορεί, διότι αντιμετωπίζει ανάλογα προβλήματα. Επιπροσθέτως, θα αποδεσμευτούν 40 δις ευρώ για την έρευνα της εξεύρεσης του εμβολίου κατά του κορωνοϊού. Έχει ήδη ανακοινωθεί η αποδέσμευση άλλων 80 δις. Ταυτοχρόνως, έχει ζητηθεί από την Επιτροπή να καταγράψει τις εμπειρίες από την κρίση και να προχωρήσει σε εισηγήσεις για να αντιμετωπιστούν ανάλογες περιπτώσεις. Μέσα σε αυτήν τη λογική καλείται η Επιτροπή να προχωρήσει σε πρόταση για τη δημιουργία Κέντρου Διαχείρισης Κρίσεων ανάλογων καταστάσεων.

Οι ανάγκες του βιολογικού πολέμου

Το πρόβλημα είναι σύνθετο, διότι: 1. Τα θέματα της υγείας ανήκουν στην αρμοδιότητα των κρατών και όχι της ΕΕ ως τέτοιας. 2. Κάθε κράτος μέλος επιβάλλει διαφορετικά μέτρα σε διαφορετικό χρόνο αναλόγως του προβλήματός του, χωρίς να αποφεύγονται τα λάθη, όπως στις περιπτώσεις της Ιταλίας και της Ισπανίας. 3. Κάθε κράτος έχει δομημένο το δικό του σύστημα υγείας αναλόγως των αναγκών και της οργάνωσής τους. Κανένα κράτος δεν ήταν προετοιμασμένο για ένα κτύπημα, όπως αυτό του κορωνοϊού, δηλαδή βιολογικού πόλεμου. Λόγω της κατάστασης, δύσκολα το ένα κράτος μπορεί να βοηθήσει το άλλο, αφού δεν δύναται να βοηθήσει επαρκώς τον εαυτό του. 4. Η παραγωγή αναπνευστήρων π.χ. για την αντιμετώπιση του προβλήματος είναι δύσκολη, αφενός, διότι η παραγωγή είναι παγωμένη και, αφετέρου, διότι η όποια έναρξή της για τον σκοπό αυτό δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες μιας τέτοιας πανδημίας από τη μια στιγμή στην άλλη.

Υποσχέσεις και πράξη

Οι εξαγγελίες της ΕΕ και των 27 ηγετών ή της κ. Λαγκάρντ από την ΕΚΤ και της Φον ντε Λάιν εκ μέρους της Επιτροπής είναι ένα πράγμα και η εφαρμογή τους είναι άλλο. Η κρίση και κάθε κρίση φέρνει στην επιφάνεια τα κενά της Ε.Ε. Ποια είναι όμως η ΕΕ; Τα κράτη μέλη της και δη οι ηγέτες της, που λαμβάνουν τις αποφάσεις σε επίπεδο Συμβουλίου Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων, όπως και οι Ευρωβουλευτές, καθώς και οι Επίτροποι. Οι θεσμοί της ΕΕ ως τέτοιοι έχουν επικουρικό λόγο. Στους Αρχηγούς Κρατών και Κυβερνήσεων ανήκει η ευθύνη για τη λήψη μέτρων, καθώς και για την υλοποίησή τους. Αυτοί είναι που κυβερνούν την ΕΕ, αναλόγως της ισχύος ενός εκάστου και των συμμαχιών. Εάν αυτά που αναφέρει η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ως μέτρα αλληλεγγύης δεν τα αντιληφθεί και δεν θα βιώσει θετικά ο κάθε Ευρωπαίος πολίτης θα ενισχυθούν οι τάσεις αμφισβήτησης, ακόμη και οι φωνές για νέες αποχωρήσεις μετά από εκείνη της Βρετανίας, η οποία δεν βρίσκεται καθόλου σε καλύτερη θέση από αυτήν των κρατών με της ΕΕ. Το γεγονός αυτό δεν αθωώνει την ΕΕ ως τέτοια, αλλά αποδεικνύει ότι στις κρίσεις φαίνονται οι ηγέτες. Και, αν δεν επέλθουν αποχωρήσεις, θα ενισχυθούν οι κύκλοι και οι ταχύτητες της ΕΕ, ακόμη και η δημιουργία μιας σκληρής Ευρωζώνης, εάν κάποιοι από τους Νότιους αποχωρήσουν.

Το όπλο του Κόντε

Ο Τζουσέπε Κόντε έχει δίκαιο να επιμένει για τη διάσωση της χώρας του και να ζητά στήριξη. Όχι μόνο γιατί είναι από τις μεγαλύτερες χώρες της ΕΕ και από τους θεμελιωτές της, αλλά διότι αυτό βοηθά στη συνοχή της ΕΕ. Άλλωστε, η έκδοση ευρωομολόγου είναι μια ορθή κίνηση. Και ο ίδιος, όπως είπε, δεν θέλει να επωμιστούν άλλα κράτη τα δικά του χρέη. Πέραν της Ιταλίας, το ίδιο ισχύει και για άλλες χώρες, οι οποίες διαισθάνονται ότι, εάν αυτές βγουν από την κρίση πολύ πιο λαβωμένες από τη Γερμανία και τις χώρες του Βορρά, η διαφορά μεταξύ Βορρά και Νότου θα αυξηθεί. Και ιδίως η ισχύς της Γερμανίας, που είναι μεν μια δημοκρατική ευρωπαϊκή χώρα, αλλά μέσα από την αύξηση των ανισοζυγίων δυνάμεων θα έχουμε, μέσω των Θεσμών της ΕΕ, κατά εντονότερο τρόπο μια Γερμανική Ευρώπη! Πρέπει, όμως, και οι χώρες του Νότου να αλλάξουν πρακτικές. Αληθές είναι ότι έχουν δείξει στην πράξη τις προθέσεις τους το προηγούμενο διάστημα. Άλλωστε, η κρίση αυτή δεν προκαλεί οικονομικά προβλήματα, λόγω ασυνέπειας, αλλά ένεκα ενός απρόβλεπτου παράγοντα.

Ο σκληρός ρεαλισμός λέει ότι ο καθένας κάνει τη δουλειά του. Και εξυπηρετεί τα συμφέροντά του. Η διαιώνιση της κρίσης, δηλαδή η αδυναμία αντιμετώπισης των επιπτώσεων μέσω της ΕΕ, θα φέρει αντιδράσεις από τη βάση. Σε κάποιες περιπτώσεις θα προκύψουν ακόμη και λαϊκές αναταραχές, εάν ο κόσμος δυστυχεί και η ΕΕ, στην οποία, καλώς ή κακώς, πίστεψε, δεν θα μπορεί να βοηθήσει στην πράξη. Τέτοιες αρνητικές εξελίξεις δεν συμφέρουν σε κανέναν. Ούτε καν σε αυτήν τη Γερμανία. Εκτός και αν το Βερολίνο πάρει στρατηγικές αποφάσεις ότι, αντί της συνδιαλλαγής και της συναίνεσης, θα ακολουθήσει άλλους δρόμους με τους συμμάχους του. Σε ένα ορθολογιστικό πάντως παιχνίδι υπολογισμένων αποφάσεων ενδέχεται το όπλο της Ιταλίας να είναι η απειλή της κατάρρευσής της, την οποία, βεβαίως, δεν θέλει κανένας, εάν αυτή θα παρασύρει και άλλους μαζί της. Ολόκληρη την Ευρωζώνη. Ή, εάν θα επιφέρει χειρότερα προβλήματα, από το κόστος που συλλογικά θα επωμιστούν οι εταίροι μεταξύ τους για την έκδοση ενός ευρωομολόγου. Άρα, στην επόμενη Σύνοδο θα πρέπει να εξευρεθούν λύσεις. Διότι, εάν δεν εξευρεθούν, η εξαφάνιση του κορωνοϊού θα φέρει μεν το τέλος της δικής του κρίσης, αλλά θα ανοίξει την αυλαία άλλων κρίσεων, νέων περιπετειών, τις οποίες ενδέχεται να μην έχουμε ξαναζήσει. Και είναι πολύ πιθανό, μέσα από τις όποιες διαλυτικές τάσεις, να μην έρθει, όπως κάποιοι θέλουν να πιστεύουν, το τέλος του καπιταλισμού στην Ευρώπη, αλλά η έλευση ενός νέου, πιο σκληρού από αυτόν τον οποίο γνωρίζουμε σήμερα. Πάντως, εάν διαβάσει κάποιος τις κοινές θέσεις των 27, διαπιστώνει ότι δεν έχουν τάσεις αυτοκτονίας. Βεβαίως, σε τέτοιες κρίσεις κανείς δεν ξέρει…

*Δρ των Διεθνών Σχέσεων

Πηγή: Σημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις9 λεπτά πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις1 ώρα πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Δημοφιλή