Διεθνή
Μια πρόταση για κορονο-ομόλογο: Το Μέσο Αλληλεγγύης για την Πανδημία
Των Christian Odendahl, Sebastian Grund, Lucas Guttenberg
Η ΕΕ έχει περιορισμένη εξουσία και λίγα εργαλεία στη διάθεσή της για να πολεμήσει την πανδημία του κορονοϊού. Οι οικονομικές πολιτικές είναι επίσης σε μεγάλο βαθμό στα χέρια των εθνικών κυβερνήσεων. Είναι αυτοί που αποφα΄σιζουν πώς θα υποστηρίξουν μια οικονομία που ήδη αντιμετωπίζει προβλήματα, και είναι τώρα σε lockdown, πώς θα αυξήσουν τις αμοιβές ασθένειας, θα επιδοτήσουν το δανεισμό στις επιχειρήσεις, και άλλα.
Οι εθνικές κυβερνήσεις θα πρέπει να αναλάβουν το κόστος για αυτά τα μέτρα. Η κρίση του κορονοϊού ωστόσο, μπορεί να είναι πολύ ακριβή σε σημείο που ορισμένες εθνικές κυβερνήσεις στην Ευρώπη να συγκλονιστούν από την επακόλουθη αύξηση του δημοσίου χρέους. Οι συνέπειες κυμαίνονται από τη μόνιμη χαμηλή ανάπτυξη σε χώρες με χαμηλό χρέος, σε μια πλήρη κρίση κρατικού χρέους την οποία η ΕΚΤ ίσως δυσκολευόταν να συγκρατήσει.
Η Ευρώπη χρειάζεται μια ενιαία δημοσιονομική απάντηση, να διασφαλίσει ότι όλες οι χώρες μπορούν να αντιμετωπίσουν την κρίση με ίσιους πόρους. Προτείνουμε ένα πρόγραμμα της ΕΕ ύψους 440 δισ. ευρώ, το οποίο αποκαλούμε Μέσο Αλληλεγύης στην Πανδημία (PSI). Το πρόγραμμ αυτό θα χρηματοδοτούνταν από την ΕΕ με την έκδοση των δικών της ομολόγων, βασισμένων στην εγγύηση των κρατών-μελών. κάθε χώρα θα αποπλήρωνε αυτά τα ομόλογα, ανάλογα με την δυναμική ανάκαμψης της οικονομίας τους.
Ο ΟΟΣΑ υπολογίζει ότι η οικονομική παραγωγή σε lockdown, είναι 25% χαμηλότερη από ό,τι θα ήταν σε διαφορετική περίπτωση στις προηγμένες οικονομίες. Εάν υποθέσουμε ότι ένα lockdown ή παρόμοια περιοριστικά μέτρα διαρκούν τρεις μήνες και μια γραμμική ανάκαμψη στους τρεις επόμενους μήνες, η παραγωγή το 2020 θα ήταν 8,3% χαμηλότερη από ό,τι θα ήταν σε διαφορετική περίπτωση. Για την ΕΕ ως σύνολο, αυτό θα σήμαινε περίπου 1,2 τρισ. δολάρια σε χαμένη παραγωγή.
Το lockdown έχει δύο επιπτώσεις στα κυβερνητικά ισοζύγια. Πρώτον, ένα πλήγμα στο ΑΕΠ μειώνει τα φορολογικά έσοδα. Τα έσοδα συνήθως κινούνται παράλληλα με την παραγωγή, επομένως ένα έλλειμμα εσόδων του 8,3% αντιστοιχεί σε 560 δισ. Ευρώ σε χαμηλότερα έσοδα για τις κυβερνήσεις των 27 χωρών της ΕΕ το 2020 (σχεδόν το 4% του ΑΕΠ της ΕΕ το 2019). Δεύτερον, οι κυβερνήσεις προσπαθούν να θεσπίσουν προγράμματα στήριξης για επιχειρήσεις και εργαζόμενους. Τα δημοσιονομικά μέτρα της Γερμαν ίας αντιστοιχούν σε περισσότερο από το 4% του ΑΕΠ μέχρι στιγμής. Αργότερα, όταν οι περιορισμοί αρθούν σταδιακά, οι χώρες θα πρέπει να θέσουν σε εφαρμογή μεγάλα προγράμματα στήριξης.
Αλλά η επίδραση του κορονοϊού στις χώρες μέλη της ΕΕ θα είναι ασύμμετρη. Πρώτον η επίδραση στην υγεία θα διαφέρει από χώρα σε χώρα, για διάφορους λόγους. Η Ιταλία είχε την ατυχία να είναι η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που επλήγη, έχοντας να μάθει μόνο από την Κίνα πώς θα συγκρατήσει τον ιό. Δεύτερον, οι χώρες εξαρτώνται από διάφορους κλάδους των οικονομιών τους.
Η μεταποίηση έχει καλές πιθανότητες να εμφανίσει μια άμεση ανάκαμψη όταν επιστρέψει η ζήτηση μετά από την άρση των περιορισμών. Οι υπηρεσίες από την άλλη πλευρά, θα πλήττονται για μεγαλύτερο διάστημα: οι καταναλωτές ίσως συνεχίσουν να φοβούνται μήπως μολυνθούν, και είναι λιγότερο πιθανό να προσπαθήσουν να αντισταθμίσουν τις διακοπές που έχασαν, για παράδειγμα. Τρίτον, οι χώρες έχουν διαφορετική αφετηρία. Πριν ξεκινήσει η πανδημία, η Ιταλία είχε δυσκολίες στην ανάπτυξη και στην αντιμετώπιση του χρέους που ανέρχεται σε άνω του 130% του ΑΕΠ. Στην Ισπανία, η ανεργία διαμορφώνεται στο 14% μια δεκαετία μετά από την χρηματοπιστωτική κρίση.
Το Μέσο Αλληλεγγύης για την Πανδημία
Προτείνουμε ένα one-off μέτρο της ΕΕ το οποίο να συνδέεται με την πανδημία. Δεν θα δημιουργήσει νέο θεσμικό όργανο είτε για την ΕΕ ή για την ευρωζώνη. Στόχος είναι να διασφαλίσει ότι η προϋπάρχουσα θεσμική οργάνωση έχει μια εύλογη πιθανότητα να επιβιώσει από την κρίση, και ότι οι χώρες έχουν την βεβαιότητα που χρειάζεται τώρα για να είναι σε θέση να δράσουν τολμηρά. Το μέσο δεν θα περιορίζεται στην ευρωζώνη, αλλά θα καλύπτει όλη την ΕΕ. Το νομικό πλαίσιο στο οποίο βασίζεται είναι για την ΕΕ όχι για την ευρωζώνη, και το ζήτημα της οικονομικής απόκλισης μετά από την κρίση επηρεάζει όλη την ΕΕ όχι μόνο την ευρωζώνη.
Μέσω του μέσου αυτού, η ΕΕ θα αντλήσει τα απαραίτητα κεφάλαια στις αγορές για δικό της λογαριασμό, που σημαίνει ότι η Ένωση, όχι τα κράτη-μέλη, θα δανειζόταν. Για να το κάνει αυτό, θα χρειαζόταν να πάρει αμετάκλητες και άνευ όρων εγγυήσεις από τα κράτη-μέλη, κάτι που απαιτεί ψηφοφορίες σε κάποια εθνικά κοινοβούλια. (οι Συνθήκες περιορίζουν σοβαρά το δανεισμό της ΕΕ χωρίς εγγυήσεις στο περίπου 0,2% του ΑΕΠ). Αυτές οι εγγυήσεις δεν θα υπολογίζονται στο δημόσιο χρέος των επιμέρους κρατών, καθώς θα αποτελούσαν εγγύηση σε ένα θεσμικό όργανο με τη δική του ικανότητα δράσης.
Η νομική βάση για αυτό το μέσο είναι το Άρθρο 122 (1) της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ, η οποία επιτρέπει στην Κομισιόν να προτείνει στο Συμβούλιο να αποφασίσει για τα μέτρα που είναι κατάλληλα για την οικονομική κατάσταση, σε ένα πνεύμα αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών-μελών”. Από τη στιγμή που η πρότασή μας προχωράει πιο μακριά από την οικονομική βοήθεια όπως τα δάνεια, δεν βασίζεται στο άρθρο 122 (1), το οποίο είχε χρησιμοποιηθεί και πριν, στη διάρκεια της κρίσης του ευρώ. Το Άρθρο 122 (1) δίνει στην ΕΕ ευρεία διακριτική ευχέρεια να δράσει σε πνεύμα αλληλεγγύης, επίσης να παρακάμψει διατάξεις στο Άρθρο 310, ότι η ΕΕ πρέπει πάντα να ισοσκελίζει τα βιβλία της: το Άρθρο 311 δηλώνει ότι η ΕΕ “θα πρέπει να παράσχει στον εαυτό της τα μέσα που είναι αναγκαία για να διατηρήσει τους στόχους της και να εφαρμόσει τις πολιτικές της”, κάτι που στην κατάσταση έκτακτης ανάγκη θα περιλαμβάνει χρέος, το οποίο θα το εγγυώνται τα κράτη-μέλη.
Η ΕΕ θα πρέπει να αντλήσει 440 δισ. ευρώ από τις αγορές ομολόγων. Θα πρέπει να δαπανήσει αυτά τα λεφτά με τέσσερις τρόπους, κανένας εκ των οποίων δεν θα λογίζεται ως δημόσιο χρέος για το κράτος-μέλος που θα τα λαμβάνει. Πρώτον, 20 δισ. ευρώ θα πρέπει δαπανηθούν για να καλύψουν το κόστος που συνδέεται με την καταπολέμηση του ιού, όπως επενδύσεις σε ιατρικό εξοπλισμό και στην νοσοκομειακή επάρκεια. Η ΕΕ θα κάλυπτε το 80% των επιλέξιμων δαπανών.
Δεύτερον, 120 δισ. ευρώ θα πρέπει να χρηματοδοτήσουν την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΙΒ). Η ΕΙΒ έχει προτείνει ένα πανευρωπαϊκό σχήμα για την υποστήριξη επιχειρήσεων με ρευστότητα στη διάρκεια της κρίσης. Έχει ζητήσει εγγυήσεις 25 δισ. ευρώ για τη χρηματοδότηση στήριξης ρευστότητας, ύψους 200 δισ. ευρώ. Αλλά το πρόγραμμα ρευστότητας της Γερμανίας (μέσω της επενδυτικής της τράπεζας KfW) είχε ήδη αρχικό μέγεθος 465 δισ. ευρώ (και τώρα είναι απεριόριστο). Καθώς η Γερμανία αποτελεί το ένα τέταρτο της οικονομίας της ΕΕ, ένα πανευρωπαϊκό σχήμα θα πρέπει να στοχεύει σε ρευστότητα στήριξης 1,8 τρισ. ευρώ για τις επιχειρήσεις, εκ των οποίων τα μισά θα πρέπει να προέρχονται από την ΕΙΒ. Αυτό θα απαιτούσε 120 δισ. ευρώ σε νέες εγγυήσεις της ΕΙΒ.
Τρίτον, 100 δισ. ευρώ θα πρέπει να διατεθούν για την χρηματοδότηση ενός νέου συστήματος αντασφάλισης της ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας με βάση τις επιχορηγήσεις, όχι τα δάνεια. Οι αγορές εργασίας στην Ευρώπη θα χρειαστούν στήριξη για τους ανέργους και επιδοτήσεις για να διατηρήσουν τους εργαζόμενους στο μισθολόγιο, σύμφωνα με το γερμανικό πρόγραμμα βραχυπρόθεσμης εργασίας “Kurzarbeit”. Τέτοια σχήματα υπάρχουν ήδη σε πολλά κράτη-μέλη και θα μπορούσαν να εισαχθούν σε περισσότερα. Για κάθε εργαζόμενο που εργάζεται υπό αυτό το καθεστώς, η ΕΕ θα πρέπει να συμβάλει μέχρι το 40% του καθαρού μισθού του όσο τα κράτη-μέλη συμβαδίζουν σε αυτό ένα προς ένα. Επιπλέον, όλα τα κράτη-μέλη θα πρέπει να λάβουν επιδότηση βραχυπρόθεσμων επιδομάτων ανεργίας μέχρι το 25% του καθαρού μισθού. Αυτή η επιδότηση πρέπει να καλύπτεται από τα κράτη-μέλη για τους πρώτους έξι μήνες ανεργίας. Είναι δύσκολο να προβλεφθεί το κόστος αυτού του σχήματος. Βασισμένοι στα γερμανικά στοιχεία μέχρι στιγμής, υποθέτουμε ότι οι προσπάθειες ενίσχυσης των ανέργων και της βραχυχρόνιας εργασίας, θα είναι τρεις φορές υψηλότερες από ό,τι το 2019. Συνολικά, τα στοιχεία αυτά μας οδηγούν στην εκτίμηση για μια ελάχιστη πανευρωπαϊκή ανάγκη περίπου 30 δισ. ευρώ για τα σχήματα βραχυχρόνιας εργασίας και περίπου 70 δισ. ευρώ για τη στήριξη των ανέργων, διαμορφώνοντας τις χρηματοδοτικές ανάγκες στα 100 δισ. ευρώ
Τέταρτον, όλες οι χώρες θα χρειαστεί να αναπτύξουν σημαντικά δημοσιονομικά προγράμματος στήριξης μόλις είναι εφικτή η άρση των μέτρων περιορισμού. Η ΕΕ θα πρέπει να στηρίξει τέτοια μέτρα: το μέσο μας θα χρηματοδοτούσε το 50%-75% των επιλέξιμων μέτρων δημοσιονομικής στήριξης, όπως προσωρινές μειώσεις του ΦΠΑ ή αυξήσεις των δημόσιων επενδύσεων. Οι συνολικές δαπάνες ανά χώρα θα πρέπει να υπολογίζονται με βάση το έλλειμμα του ΑΕΠ στο α΄ μισό του έτους. Και όσο περισσότερο εξαρτημένη είναι η οικονομία σε κλάδους που είναι απίθανο να δουν αποτελέσματα ανάκαμψης, τόσο μεγαλύτερη θα πρέπει να είναι η χρηματοδότηση. Η Ιταλία και η Ισπανία θα πληγούν σημαντικά εάν οι τουρίστες μείνουν μακριά την καλοκαιρινή περίοδο. Με αυτό τον τρόπο, οι χώρες που έχουν πληγεί περισσότερο και είναι πιο πιθανό να αντιμετωπίσουν δυσκολίες στη διάρκεια της ανάκαμψης, θα λάβουν τα περισσότερα. υποθέτουμε ότι ένα αναγκαίο ποσό θα είναι το 2% του ΑΕΠ. Με μια μέση συγχρηματοδότηση 65%, το μέσο θα χρειαζόταν 200 δισ. ευρώ.
Τα ομόλογα τα οποία θα εκδίδει η ΕΕ για να χρηματοδοτήσει το μέσο, θα πρέπει να έχουν μακροχρόνια διάρκεια, 20—50 ετών. Αυτά τα ομόλογα θα μπορούσαν να μετακυληθούν όταν εκπνεύσουν, εάν συμφωνήσουν όλα τα κράτη-μέλη. Αλλά η νομική πράξη που θα διέπει το μέσο, θα διευκρινίζει πώς θα πρέπει να αποπληρωθούν τα ομόλογα. Προτείνουμε μια απλή λύση: τα κράτη-μέλη θα πρέπει να αποπληρώσουν όχι σύμφωνα με το μερίδιο των εγγυήσεών τους, αλλά σύμφωνα με τη συμμετοχή τους στο ΑΕΠ της ΕΕ την περίοδο της αποπληρωμής. Ως αποτέλεσμα, ο ισχυρός θα υποστήριζε τον αδύναμο πληρώνοντας περισσότερα για την απάντηση στον κορονοϊό.
Το Μέσο Αλληλεγγύης για την Πανδημία είναι τολμηρό αλλά θεσμικά και νομικά εφικτό. Καλύπτει ένα κενό που αφήνει ο προϋπολογισμός της ΕΕ, ο οποίος αυτή τη στιγμή δεν έχει ούτε το μέγεθος ούτε τη δομή να παράσχει αυτού του είδους την κατανομή των βαρών σε όλη την ΕΕ που είναι απαραίτητο. ΩΣτόσο, δεν επιλύει πλήρως την δημοσιονομική πλευρά της κρίση. Οι χώρες και πάλι θα χρειαστεί να χρηματοδοτήσουν υψηλά ελλείμματα στις αγορές. Ιδανικά, το δημοσιονομικό μας μέσο θα συνδυαστεί με γενναιόδωρες προτάσεις χρηματοδότησης από τον ESM, το ταμείο διάσωσης της ευρωζώνης, προς τις χειρότερα πληγείσες χώρες, για να μην μείνει καμία αμφιβολία ότι οι Ευρωπαίοι είναι μαζί σε αυτό. Αυτό είναι επίσης προς το συμφέρον των πλούσιων χωρών: δεν υπάρχει τίποτα να κερδίσουν από μια οικονομική κρίση στην Ευρώπη, και πολλά να χάσουν από μια πολιτική.
Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ; https://www.cer.eu/insights/proposal-coronabond-pandemic-solidarity-instrument
Πηγή: Κάπιταλ
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

