Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Τελικά οι S-400 θα ενεργοποιηθούν τον Απρίλιο ή ο Ερντογάν θα αναγκαστεί “να γλύψει εκεί που έφτυνε;”;

Δημοσιεύτηκε στις

Ο Ερντογάν, όταν ρωτήθηκε αν κάνει πίσω, μετά τις απειλές που δέχεται από τις ΗΠΑ, στο θέμα της ενεργοποίησης των S-400, είπε: «Κανείς δεν πρέπει να περιμένει να κάνουμε βήμα πίσω, εμείς δεν γλείφουμε εκεί που φτύνουμε»

Του Σάββα Καλεντερίδη

Το θέμα της προμήθειας από την Τουρκία των S-400 είναι μια στρατηγική επιλογή της Άγκυρας, που εκτός των άλλων, θα προκαλέσει σοβαρό και ίσως αγεφύρωτο πλήγμα στις σχέσεις της Τουρκίας με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ.

Ο Ερντογάν, έχει δηλώσει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να κάνει βήμα πίσω στο θέμα των S-400, τονίζοντας μάλιστα ότι το σύστημα πρόκειται να ενεργοποιηθεί τον Απρίλιο του 2020, δηλαδή το μήνα που διανύουμε.

Επιλέξαμε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο του Zülfikar Dogan για το θέμα, το οποίο πιστεύουμε ότι μας παρέχει όλα τα στοιχεία για να ενημερωθούμε και να αναλύσουμε ένα θέμα, που αφορά την Ελλάδα και γιατί επηρεάζει τα επιχειρησιακά δεδομένα στην περιοχή μας αλλά και γιατί επηρεάζει τις σχέσεις της Τουρκίας με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ:

Ακολουθεί το άρθρο:

Οι S-400 θα ενεργοποιηθούν τον Απρίλιο;

«Βρισκόμαστε σχεδόν στα μέσα του Απριλίου, που είναι ο πιο κρίσιμος μήνας στο θέμα των κυρώσεων με τις οποίες απειλούν οι ΗΠΑ την Τουρκία, αν ενεργοποιήσει τα συστήματα αεράμυνας S-400 που παρέλαβε από τη Ρωσία.

Παρά τις προειδοποιήσεις και τις απειλές για επιβολή κυρώσεων που έκανε ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλτ Τραμπ, ο ΥΠΕΞ Μάικ Πομπέο και οι αξιωματούχοι του Πενταγώνου, ο Ερντογάν δήλωσε: “Αυτή η ιστορία έχει τελειώσει, δεν θα υποχωρήσουμε».

Μετά από αυτό, ο υφυπουργός Άμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών Πάτρικ Σάναχαν στις 6 Ιουνίου 2019 απηύθυνε επιστολή προς τον υπουργό Εθνικής Άμυνας Hulusi Akar η οποία έβριθε σκληρών εκφράσεων και απειλών. Σημειώνεται ότι η επιστολή αυτή διέρρευσε στα ΜΜΕ των ΗΠΑ. Η επιστολή εκείνη, που προκάλεσε την οργή της τουρκικής κοινής γνώμης, έλεγε ότι εάν μέχρι 31 Ιουλίου του 2019 η Τουρκία δεν ακύρωνε την αγορά των S-400 «Η Τουρκία θα υποχρεωθεί να πληρώσει ένα τίμημα βαρύ, θα αποκλειστεί από το πρόγραμμα του μαχητικού F-35, θα επιβληθεί οικονομικό και στρατιωτικό εμπάργκο, οι Τούρκοι πιλότοι που εκπαιδεύονται στα F-35 θα εκδιωχθούν από τις Ηνωμένες Πολιτείες».

Εκτός αυτών, η επιστολή έλεγε επίσης ότι επίκεται συντριβή της οικονομίας της Τουρκίας και ότι οι ΗΠΑ θα παρεμποδίσουν την διάθεση πιστώσεων στην Τουρκία από το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα.

Ακριβώς όπως ακολούθησε σιωπή μετά την εξαιρετικά προσλβητική επιστολή του Τράμπ που απεστάλη στον Πρόεδρο Ερντογάν πριν από την «Επιχείρηση Ειρήνης» στη Βόρεια Συρία, και ο υπουργός Ακάρ αρκέστηκε να πει μετά την επιστολή του Σαναχάν ότι «το ύφος της επιστολής δεν είναι σύμφωνο με το πνεύμα της συμμαχίας» και ότι προετοιμάζει την απάντηση.

Η πρώτη παρτίδα των S-400 άρχισε να μεταφέρεται στην αεροπορική βάση Mürted στην Άγκυρα τον περασμένο Ιούλιο. Μετά την αποστολή που ολοκληρώθηκε τον Νοέμβριο, ξεκίνησε στη Ρωσία η διαδικασία εκπαίδευσης του στρατιωτικού προσωπικού της Τουρκίας στο σύστημα αυτό. Καθώς συνεχίζονται αυτές οι φάσεις, ο Πρόεδρος Ερντογάν και ο εκπρόσωπος του Ιμπραήμ Καλίν, σε συχνές ερωτήσεις για το «Πότε θα ενεργοποιηθεί το σύστημα S-400», απαντούσαν ξεκάθαρα ότι το σύστημα θα ενεργοποιηθεί τον Απρίλιο του 2020.

Εν τω μεταξύ, το Δεκέμβριο εγκρίθηκε από το Κογκρέσο των ΗΠΑ ο προϋπολογισμός του Πενταγώνου του 2020, στον οποίον συμπεριλαμβάνονται άρθρα σχετικά με την εφαρμογή βαριών στρατιωτικών και οικονομικών κυρώσεων κατά της Τουρκίας, όπως η ακύρωση της παραγγελίας 116 αεροσκαφών F-35, τα οποία μάλιστα αναφέρεται ότι πρέπει να δοθούν στην Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ.

Υπήρχαν επίσης άρθρα που αφορούν την επιβολή τεράστιου χρηματικού προστίμου στην Halkbank, εναντίον της οποίας συνεχίζεται η δίκη στις ΗΠΑ για παραβίαση του εμπάργκο στο Ιράν, η επιβολή κυρώσεων σε εταιρείες που συμμετέχουν στην κατασκευή του αγωγού φυσικού αερίου από τη Ρωσία. Επί πλέον υπάρχει και η έκκληση προς τον Πρόεδρο Τραμπ να υλοποιηθούν οι κυρώσεις που προβλέπονται με βάση το νόμο CAATSA, που αφορά τους αντιπάλους των ΗΠΑ.

Η Τουρκία έχει αποβληθεί από το πρόγραμμα των F-35, ενώ μέχρι στιγμής έχουν πληρωθεί από την Τουρκία στις ΗΠΑ 1,1 δισεκατομμύριο δολάρια για το πρόγραμμα παραγωγής των F-35, ενώ πολλά εξαρτήματα και απάρτια του αεροσκάφους παράγονται σε εταιρείες που έχουν έδρα στην Τουρκία αποκλείονται κατάσταση. Επιπλέον, είναι πλέον αβαίνεη η παράδοση των 116 F-35 μαχητικών αεροσκαφών που παραγγέλθηκαν στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού του στόλου της τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας, ο οποίος  είναι αρκετά παλαιός.

Είναι, επίσης, και το εμπάργκο που έχει επιβληθεί στην Τουρκία και από άλλες χώρες του ΝΑΤΟ για τους S-400, αλλά και από χώρες της Ε.Ε., για παραβίαση των αρχών της. Επίσης, με απόφαση του Κογκρέσου των ΗΠΑ που ελήφθη το τέλος του 2019, έχει αρχίσει εμπάργκο εναντίον της Τουρκίας και απαγορεύεται η παράδοση στις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις οπλικών συστημάτων, εξαρτημάτων, πυρομαχικών και ανταλλακτικών.

Σε περίπτωση που η Τουρκία δεν ενεργοποιήσει τους S-400, τα τρίας δισεκατομμύρια δολάρια που πλήρωσε η Τουρκία στη Ρωσία, θα είναι σαν να έχουν πεταχτεί στα σκουπίδια. Εάν το σύστημα δεν ενεργοποιηθεί, η Ρωσία δεν αναμένεται να αντιδράσει σε αυτό. Και φυσικά δεν πρόκειται να δεχτεί την επιστροφή του συστήματος. Σε μια τέτοια περίπτωση,  πολιτικές και διπλωματικές πηγές ισχυρίζονται ότι η Ρωσία θα πει ότι αυτό αποτελεί «επιλογή της Τουρκίας και του Ερντογάν», και ότι οι διμερείς σχέσεις δεν θα επηρεαστούν.

Ωστόσο, αν ο Πρόεδρος Ερντογάν, ο οποίος λέει «Κανείς δεν πρέπει να περιμένει να κάνουμε βήμα πίσω, εμείς δεν γλείφουμε εκεί που φτύνουμε», δώσει εντολή να ενεργοποιηθεί το σύστημα, τότε θα ακολουθήσουν οι κυρώσεις από τις ΗΠΑ και από άλλες δυτικές χώρες διαδοχικά. Με την απόφαση αυτή, η Τουρκία θα κληθεί να πληρώσει σοβαρό τίμημα, σε μια περίοδο που είναι σε εξέλιξη ήδη μια σοβαρή κρίση.

Σε ένα τηλεφώνημα έκπληξη που έγινε την 1η Απριλίου, ο Ρώσος Πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν με τον Προέδρου Ερντογάν, ανακοινώθηκε ότι συζήτησαν το ζήτημα της πανδημίας, την επιστροφή από την Τουρκία Ρώσων πολιτών, και την κατάσταση στο Ιντλίμπ και στη Λιβύη. Αναφέρθηκε επίσης ότι οι δύο ηγέτες επιβεβαίωσαν τη δέσμευσή τους για τη Συμφωνία της Μόσχας που υπεγράφη στις 5 Μαρτίου για το Ιντλίμπ. Ωστόσο, ψιθυρίζεται ότι συζητήθηκε και η ενεργοποίηση των S-400. Αναφέρεται ότι υπό τις τρέχουσες συνθήκες της πανδημίας αναβλήθηκε ενεργοποίηση και ότι συμφωνήθηκε το θέμα να συζητηθεί μετά την εξομάλυνση της κατάστασης.

Στο πολιτικό, στρατιωτικό και διπλωματικό παρασκήνιο, σημειώνεται ότι ο Πρόεδρος Ερντογάν δεν πρόκειται να εγκαταλείψει την ενεργοποίηση του συστήματος, αλλά δεν παύει να τον ανησυχεί η τρέχουσα οικονομική κατάσταση και η περίπτωση να επιδεινωθεί ακόμα περισσότερο, όταν με την εντολή ενεργοποίησης θα τεθούν σε ισχύ οι κυρώσεις.

Επίσης, στην πρόσφατη τηλεδιάσκεψη του Ερντογάν με τους Μακρόν, Τζόνσον και Μέρκελ, τονίστηκε η σημασία που έχει να παραμείνει η Τουρκία ως μέλος του ΝΑΤΟ.

Ως εκ τούτου, είναι αμφίβολο αν την παρούσα φάση ο Ερντογάν λάβει μια απόφαση να επιδεινώσει τις σχέσεις της Τουρκίας με το ΝΑΤΟ, σε μια περίοδο που είναι νωπές οι μνήμες της κρίσης που βίωσε με τη Ρωσία, όταν είδε να σκοτώνονται δεκάδες στρατιώτες του στο Ιντλίμπ από την αεροπορία της Συρίας και της Ρωσίας και αναγκάστηκε να ζητήσει τη βοήθεια του ΝΑΤΟ. Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι ο Πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στο ΝΑΤΟ, Kay Bailey Hutchison, όταν η Τουρκία ζήτησε την αεροπορική υποστήριξη της Συμμαχίας στην Ιντλίμπ, είχε δηλώσει: «Πρώτα η Τουρκία να εγκαταλείψει τους S-400 και μετά βλέπουμε».

Για το λόγο αυτό, μπορεί να ειπωθεί ότι ο Ερντογάν αντιμετωπίζει μια πολύ κρίσιμη επιλογή όσον αφορά την ενεργοποίηση των S-400 που ανακοινώθηκε ότι θα γίνει τον Απρίλιο.

…»

 

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την αρχή της κοσμικότητας του κράτους.

Δημοσιεύτηκε

στις

Το Αζερμπαϊτζάν είναι ένα από τα πιο κοσμικά κράτη με μουσουλμανική πλειονότητα στον κόσμο, γεγονός που αποτελεί κληρονομιά του σοβιετικού παρελθόντος του.
Περίπου το 96% έως 98% του πληθυσμού του αυτοπροσδιορίζεται ως μουσουλμανικό, ωστόσο το Σύνταγμά του διατηρεί τη θρησκεία διαχωρισμένη από τους κρατικούς θεσμούς.
Τον Σεπτέμβριο του 2026, το Υπουργικό Συμβούλιο αυστηροποίησε τους κανόνες σχετικά με τη σχολική στολή. Οι διατάξεις αυτές αφορούν επίσης το σύνολο του προσωπικού, συμπεριλαμβανομένων των εκπαιδευτικών.
Η εφαρμογή των μέτρων άρχισε στις αρχές Οκτωβρίου του 2026. Μαθήτριες που φορούσαν χιτζάμπ εμποδίστηκαν να εισέλθουν στα σχολεία. Σε εκπαιδευτικούς ζητήθηκε να αφαιρέσουν τη μαντίλα τους ή να παραιτηθούν.
Έως τις 12 Οκτωβρίου, οι αρχές είχαν προχωρήσει σε δεκάδες συλλήψεις στο Μπακού, έπειτα από διαδηλώσεις που σημαδεύτηκαν από συγκρούσεις και απόπειρες αποκλεισμού της κυκλοφορίας.
Η αντιπαράθεση έχει πλέον προκαλέσει διπλωματικές εντάσεις με την Τουρκία, έναν από τους στενότερους συμμάχους του Αζερμπαϊτζάν.
Ο Οκτάι Σαράλ, σύμβουλος του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, καταδίκασε τους περιορισμούς που επιβάλλονται στις μαθήτριες που φορούν μαντίλα, υποστηρίζοντας ότι η χιτζάμπ αποτελεί θρησκευτική υποχρέωση και ζητώντας την κατάργηση των μέτρων.
Αρκετοί βουλευτές του κυβερνώντος τουρκικού κόμματος AKP επέκριναν επίσης τα συγκεκριμένα μέτρα.
Στις 13 Οκτωβρίου, το κυβερνών κόμμα του Αζερμπαϊτζάν, υπό την ηγεσία του προέδρου Ιλχάμ Αλίεφ, αντέδρασε έντονα, χαρακτηρίζοντας τις δηλώσεις αυτές «λαϊκιστικές και ανεύθυνες» και καταγγέλλοντας παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας.
Το Μπακού υπενθύμισε ότι η φιλία μεταξύ των δύο εθνών δεν παρέχει σε καμία από τις δύο πλευρές το δικαίωμα να επιβάλλει στην άλλη τις θρησκευτικές ή πολιτικές της πεποιθήσεις.
Ωστόσο, στον δημόσιο χώρο, ο καθένας εξακολουθεί να είναι ελεύθερος να ντύνεται σύμφωνα με τις πεποιθήσεις και τις προσωπικές του επιλογές.
Έτσι, σε αυτή τη χώρα με τη συντριπτική μουσουλμανική πλειονότητα, η κοσμικότητα του κράτους επιβάλλεται χωρίς να υπαγορεύει στους πολίτες πώς θα ντύνονται στον δρόμο. Πρόκειται για μια διάκριση την οποία το Αζερμπαϊτζάν προτίθεται να διαφυλάξει.
Το Αζερμπαϊτζάν διατηρεί ιδιαίτερα στενές στρατηγικές σχέσεις με το Ισραήλ, αποτελώντας έναν από τους σημαντικότερους εταίρους του στον μουσουλμανικό κόσμο.
Οι δύο χώρες συνεργάζονται, μεταξύ άλλων, στους τομείς της άμυνας, των υπηρεσιών πληροφοριών, της ενέργειας και της τεχνολογίας. Το Αζερμπαϊτζάν είναι σημαντικός προμηθευτής πετρελαίου του Ισραήλ, ενώ το εβραϊκό κράτος τού παρέχει προηγμένο στρατιωτικό εξοπλισμό.
Το 2023, το Μπακού έκανε ένα σημαντικό διπλωματικό βήμα, ανοίγοντας την πρώτη του πρεσβεία στο Ισραήλ και επισφραγίζοντας έτσι περισσότερα από τριάντα χρόνια διμερών σχέσεων.
Ανάμεσα στην Άγκυρα, η οποία υπερασπίζεται τη χρήση της χιτζάμπ, και το Μπακού, το οποίο επιδιώκει να διασφαλίσει την κοσμικότητα στα σχολεία του, η μαντίλα μετατρέπεται σε πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ δύο ιστορικών συμμάχων.
Μια σύγκρουση που αποκαλύπτει ότι ακόμη και στο εσωτερικό του μουσουλμανικού κόσμου, η θέση της θρησκείας στον δημόσιο χώρο απέχει πολύ από το να αποτελεί ζήτημα ομοφωνίας.
Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος της Τουρκίας

Δημοσιεύτηκε

στις

Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει διαλύσει χωρίς ενδοιασμούς τη σταδιοδρομία του διπλωματικού σώματος υπέρ των επιλεγμένων από τον ίδιο πολιτικών διορισμών και απεσταλμένων. Πολλά από αυτά τα άτομα είναι μακροχρόνιοι φίλοι και επιχειρηματικοί συνεργάτες. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Ορισμένοι υπηρεσιακοί παράγοντες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ διαμαρτύρονται υπερβολικά όταν προσποιούνται τους σοκαρισμένους και μιλούν για το πώς η υπηρεσία τους ήταν πάντα πάνω από την πολιτική, ενώ πολλοί από τους ίδιους διοχέτευαν τακτικά διαρροές για να υπονομεύσουν πρωτοβουλίες με τις οποίες διαφωνούσαν προσωπικά.

Ο Τομ Μπάρακ, πρέσβης του Τραμπ στην Τουρκία και ειδικός απεσταλμένος του για τη Συρία, το Ιράκ και ορισμένες φορές το Λίβανο, είναι ανάμεσα στους πιο ισχυρούς συμβούλους του. Ακόμη και οι επικριτές του Μπάρακ αναγνωρίζουν ότι έχει, σχεδόν μόνος του, αναδιαμορφώσει την πολιτική των ΗΠΑ προς την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος της Τουρκίας.

Ο Μπάρακ υπήρξε πρωτεργάτης στη φωνή για την πώληση των μαχητικών αεροσκαφών F-35 Joint Strike Fighter στην Τουρκία και την άρση των κυρώσεων για την αγορά του ρωσικού συστήματος αεράμυνας S-400 από την Τουρκία. Έχει υποβαθμίσει τόσο την εθνοκάθαρση της Τουρκίας στη Συρία όσο και την παραβίαση της κυριαρχίας της Ελλάδας. Επικριτές τόσο στην Τουρκία όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες ισχυρίζονται ότι έχει χρησιμοποιήσει τη θέση του για να πλουτίσει ο ίδιος.

Όπως και να έχει, η σύγχυση σχετικά με την προέλευση της πολιτικής αναπαράγει τις χειρότερες πτυχές της θητείας της Υπουργού Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον, όταν ξένοι αξιωματούχοι πίστευαν ότι η πρόσβαση απαιτούσε δωρεές τύπου «πληρώνω για να επηρεάσω» (pay-to-play) στο Ίδρυμα Κλίντον. Ενώ ο Τραμπ και ο Μπάρακ μπορούν να επικαλεστούν τα ηθικά ατοπήματα της Κλίντον ως προηγούμενο, τα ερωτήματα γύρω από την προέλευση της πολιτικής για την Τουρκία διαβρώνουν την αξιοπιστία των ΗΠΑ όχι μόνο στην Ανατολική Μεσόγειο αλλά και σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Ο Μπάρακ, φυσικά, μπορεί επίσης να πιστεύει ειλικρινά ότι η Ουάσινγκτον θα πρέπει να βασιστεί στην Άγκυρα ως πληρεξούσιο (proxy) για την υπεράσπιση των συμφερόντων ασφαλείας των ΗΠΑ στην περιοχή. Το πρόβλημα με μια τέτοια θέση είναι ότι η Τουρκία σήμερα υποστηρίζει μερικές από τις χειρότερες σουνιτικές τρομοκρατικές οργανώσεις, από τη Γάζα μέχρι τη Λιβύη. Ο Μπάρακ φαίνεται να πιστεύει ότι μια περιφερειακή ισορροπία μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ μπορεί να δημιουργήσει αρκετή σταθερότητα ώστε να επιτρέψει στις ΗΠΑ να αποχωρήσουν από την περιοχή.

Σας θυμίζει κάτι; Είναι μια επανάληψη της θεωρίας του Προέδρου Μπαράκ Ομπάμα ότι η ειρήνη στη Μέση Ανατολή απαιτούσε μια ισορροπία μεταξύ Ισραήλ και Ιράν. Ολόκληρη η λογική του Κοινού Ολοκληρωμένου Σχεδίου Δράσης (JCPOA), της πυρηνικής συμφωνίας του 2015, ήταν η ιδέα ότι η επανένταξη του Ιράν στο διεθνές προσκήνιο θα δημιουργούσε σταθερότητα αναπαράγοντας την αμοιβαία εξασφαλισμένη καταστροφή σε περιφερειακό επίπεδο.

Αυτό που απέτυχε να καταλάβει ο Ομπάμα ήταν ότι η ιδεολογία που τροφοδοτούσε το μίσος της Ισλαμικής Δημοκρατίας ήταν αυτή που καθιστούσε τη σταδιοδρομία της σταθερότητας αδύνατη. Η άρση των κυρώσεων και η ενθάρρυνση των επενδύσεων επέτρεψαν απλώς στο Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης να γεμίσει ξανά τα ταμεία του, να τροφοδοτήσει τον πόλεμο μέσω πληρεξουσίων και να επανεκκινήσει τα προγράμματα πυραύλων και drones. Μέσα σε μια δεκαετία, η περιοχή γνώρισε έναν μεγάλο πόλεμο.

Η επιθυμία του Μπάρακ να μετατρέψει την Τουρκία στη μόνη δύναμη ικανή να εξισορροπήσει την ισχύ του Ισραήλ είναι πιθανό να ακολουθήσει την ίδια τροχιά. Ο Μπάρακ μπορεί να βλέπει τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ως σύμμαχο, αλλά ο Τούρκος ηγέτης είναι ένας ιδεολόγος τόσο αφοσιωμένος στην οικοδόμηση της τουρκικής πολεμικής βιομηχανίας, την ανάπτυξη πυρηνικής ενέργειας και την καταστροφή του Ισραήλ όσο ήταν και ο αείμνηστος ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ.

Οι καμώματα του Μπάρακ, οι προσπάθειες να βοηθήσει την Τουρκία να παρακάμψει τις κυρώσεις και η μονομερής προώθηση των ιμπεριαλιστικών φιλοδοξιών της Τουρκίας έχουν την προφανή υποστήριξη του Τραμπ και θα φτάσουν στο σημείο να σκιάσουν την περιφερειακή κληρονομιά του Τραμπ. Όπως κάθε λογικός ιστορικός βλέπει τις ρίζες του σημερινού πολέμου στις αποφάσεις του Ομπάμα και των υπουργών Εξωτερικών του, έτσι και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής σε μια δεκαετία από τώρα θα καταλάβουν ότι οι ρίζες των μελλοντικών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή βρίσκονται στις αφελέις και λανθασμένες πολιτικές που προώθησε ο Πρέσβης και Ειδικός Απεσταλμένος Τομ Μπάρακ στο όνομα του Τραμπ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα εξαιτίας της εμπλοκής των ΗΠΑ σε συγκρούσεις με το Ιράν υπό την προεδρία Τραμπ. Για να καλυφθούν τα κενά στην αεράμυνα, απαιτούνται νέες χρηματοδοτικές λύσεις. Μεταξύ αυτών είναι η παροχή κεφαλαίων για την ταχεία αποκατάσταση της χαμένης παραγωγικής ικανότητας, πιθανώς μέσω συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια παρέμβαση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ αυτή την εβδομάδα δημιούργησε και πάλι προβλήματα στην πολεμική προσπάθεια της Ουκρανίας. Η συμφωνία του με τη Μόσχα, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει στην απελευθέρωση εκατομμυρίων βαρελιών ρωσικού ντίζελ στις παγκόσμιες αγορές, καταδικάστηκε από τους Δημοκρατικούς αλλά και από ορισμένους επιφανείς Ρεπουμπλικάνους στις ΗΠΑ. Ο Τραμπ παρουσίασε ανοιχτά τη συμφωνία ως μια προσπάθεια να εξασφαλιστούν «χαμηλότερες τιμές για τους Αμερικανούς», καθώς πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.

Παραμένει αβέβαιο αν η συμφωνία θα βοηθήσει ουσιαστικά το κόμμα του προέδρου να ανακτήσει ψήφους. Ωστόσο, δημιούργησε μια ακόμη ανοιχτή διαμάχη μεταξύ του Τραμπ και του προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ακριβώς τη στιγμή που η Ουκρανία χρειάζεται ανανεωμένη και στοχευμένη υποστήριξη από τους συμμάχους της.

Μια κλιμακούμενη ρωσική επίθεση

Τις τελευταίες εβδομάδες παρατηρείται μια αισθητή αλλαγή στη στρατηγική της Ρωσίας στον πόλεμο. Πολλοί ανέμεναν ότι ο Πούτιν θα διέταζε νέο κύμα επιστράτευσης και μια ανανεωμένη επίθεση στο Ντονμπάς. Αντί γι’ αυτό, επέλεξε να εντείνει τις επιθέσεις με βαλλιστικούς πυραύλους και drones, με στόχο να διαλύσει την ουκρανική οικονομία.

Παρατηρείται σημαντική αύξηση των επιθέσεων σε λιμάνια, αποθήκες σιτηρών και πλοία μεταφοράς, προφανώς με σκοπό να εμποδιστούν οι ουκρανικές αγροτικές εξαγωγές. Σημαντικές γέφυρες πάνω από τον ποταμό Δνείπερο στο Κίεβο έχουν πληγεί, όπως επίσης και σιδηροδρομικά δίκτυα σε ολόκληρη τη χώρα.

Οι επιθέσεις στο ενεργειακό δίκτυο της Ουκρανίας συνεχίζονται, παρά την υποτιθέμενη «ενεργειακή εκεχειρία» που, σύμφωνα με τον Τραμπ, αποτελούσε μέρος της συμφωνίας του με τη Μόσχα. Πλέον δεν στοχεύονται μόνο οι μονάδες παραγωγής ενέργειας αλλά και οι υποδομές μεταφοράς και διανομής.

Παράλληλα, επιθέσεις σε ουκρανικά χαλυβουργεία έθεσαν οριστικά εκτός λειτουργίας πέντε υψικαμίνους. Στο στόχαστρο έχουν επίσης βρεθεί μονάδες λιανικού εμπορίου, αποθηκευτικοί χώροι και κέντρα logistics.

Η πρόθεση της Ρωσίας είναι να οδηγήσει την ουκρανική οικονομία ξανά σε ύφεση, να προκαλέσει δυσχέρειες στον πληθυσμό και να υπονομεύσει το ηθικό των Ουκρανών. Ενδεχομένως μάλιστα να ελπίζει ότι θα προκαλέσει ένα νέο μεταναστευτικό κύμα εκτός της χώρας.

Τι ζητά η Ουκρανία από τους συμμάχους της

Η επιδείνωση του κρατικού προϋπολογισμού της Ουκρανίας, καθώς το ΑΕΠ παραμένει στάσιμο, τα δημόσια έσοδα δεν αυξάνονται και το δημοσιονομικό έλλειμμα διευρύνεται, θα αυξήσει τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας και τις απαιτήσεις της προς τους Ευρωπαίους συμμάχους της.

Πρόκειται για σοβαρό πρόβλημα. Η Ουκρανία είχε ήδη προειδοποιήσει ότι το 2026 αντιμετωπίζει χρηματοδοτικό κενό 27 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τις αμυντικές δαπάνες, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2027 αναμένεται να φτάσει τα 32 δισεκατομμύρια δολάρια.

Η κατάσταση είναι τόσο κρίσιμη ώστε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο πιθανόν να καθυστερήσει περαιτέρω εκταμιεύσεις στο πλαίσιο του προγράμματος Extended Financing Facility (EFF), ύψους 7 δισ. δολαρίων, εάν δεν καλυφθεί το χρηματοδοτικό κενό ή δεν δοθούν νέες εγγυήσεις χρηματοδότησης.

Η εντατικοποίηση των ρωσικών επιθέσεων κατά της ουκρανικής οικονομίας, σε συνδυασμό με την παράταση του πολέμου, θα αυξήσει ακόμη περισσότερο αυτές τις ανάγκες.

Η στρατηγική του Πούτιν είναι σαφής. Επιδιώκει να αυξήσει το κόστος υποστήριξης της Ουκρανίας τη στιγμή που τα δημόσια οικονομικά πολλών ευρωπαϊκών χωρών βρίσκονται υπό πίεση και η ακροδεξιά, η οποία γενικά αντιτίθεται στη χρηματοδότηση της ουκρανικής πολεμικής προσπάθειας, ενισχύεται σε αρκετά κράτη.

Με σημαντικές εκλογικές αναμετρήσεις να πλησιάζουν, ιδιαίτερα στη Γαλλία τον επόμενο Μάιο, ο Πούτιν ελπίζει να παρουσιάσει την ουκρανική υπόθεση ως χαμένη, υπερβολικά δαπανηρή και ως βάρος για τους Ευρωπαίους φορολογούμενους.

Το ερώτημα είναι πώς θα αντιδράσουν οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι συγκεντρώνονται στις Βρυξέλλες για διήμερη σύνοδο κορυφής.

Τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία

Η Ευρώπη χρειάζεται να επιδείξει φιλοδοξία και δημιουργικότητα στον τρόπο χρηματοδότησης της Ουκρανίας.

Το μήνυμα προς τον Πούτιν θα πρέπει να είναι ότι, ανεξάρτητα από τον πρόεδρο Τραμπ, η Ευρώπη παραμένει προσηλωμένη μακροπρόθεσμα και είναι έτοιμη να προσφέρει στην Ουκρανία το οικονομικό «βαρύ πυροβολικό» που απαιτείται για να κερδίσει τον πόλεμο.

Αρχικά, το δάνειο στήριξης της Ουκρανίας (Ukraine Support Loan – USL) ύψους 90 δισ. δολαρίων, το οποίο συμφωνήθηκε τον Δεκέμβριο του 2025, θα μπορούσε να αυξηθεί.

Ακόμη καλύτερη λύση θα ήταν η κατάσχεση των 210 δισ. ευρώ παγωμένων περιουσιακών στοιχείων της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας στην ΕΕ, κυρίως στο Βέλγιο, καθώς και άλλων 25 δισ. ευρώ στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Για τους Ευρωπαίους ηγέτες, θα έπρεπε να είναι προφανές ότι η Ρωσία οφείλει να πληρώσει για αυτόν τον πόλεμο αντί των Ευρωπαίων φορολογουμένων.

Η βελγική κυβέρνηση, η οποία μέχρι σήμερα αντιστέκεται στην κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων, δεν θα πρέπει να διαθέτει δικαίωμα ουσιαστικού βέτο σε ζητήματα ευρωπαϊκής ασφάλειας. Παράλληλα όμως, οι ανησυχίες της σχετικά με τις πιθανές νομικές ευθύνες πρέπει να ληφθούν υπόψη, μέσω ευρωπαϊκών εγγυήσεων που θα καλύπτουν τους σχετικούς κινδύνους.

Πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η μεταφορά των περιουσιακών στοιχείων από τη βελγική δικαιοδοσία σε έναν κοινό ευρωπαϊκό φορέα ειδικού σκοπού (SPV). Τα κεφάλαια αυτά θα μπορούσαν στη συνέχεια να επενδυθούν αποδοτικότερα, δημιουργώντας υψηλότερες αποδόσεις οι οποίες θα χρηματοδοτούσαν ακόμη μεγαλύτερα πακέτα στήριξης προς την Ουκρανία.

Τελικά, η αναγκαιότητα της ευρωπαϊκής ασφάλειας θα πρέπει να υπερισχύσει των νομικών και οικονομικών επιχειρημάτων κατά της κατάσχεσης των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων.

Θωρακίζοντας την Ουκρανία

Απαιτούνται επίσης επείγοντα μέτρα για την προστασία της ουκρανικής οικονομίας από τις ρωσικές επιθέσεις.

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα εξαιτίας της εμπλοκής των ΗΠΑ σε συγκρούσεις με το Ιράν υπό την προεδρία Τραμπ.

Για να καλυφθούν τα κενά στην αεράμυνα, απαιτούνται νέες χρηματοδοτικές λύσεις. Μεταξύ αυτών είναι η παροχή κεφαλαίων για την ταχεία αποκατάσταση της χαμένης παραγωγικής ικανότητας, πιθανώς μέσω συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

Δύο πρωτοβουλίες βρίσκονται σήμερα στο επίκεντρο:

1. Μηχανισμός αποζημίωσης πρώτων ζημιών (First-Loss Compensation Scheme)

Στόχος είναι η μείωση του κινδύνου που αντιμετωπίζουν οι ασφαλιστικές εταιρείες.

Υπάρχει ο φόβος ότι ακόμη και η περιορισμένη ασφαλιστική κάλυψη που είναι σήμερα διαθέσιμη στην Ουκρανία θα μειωθεί περαιτέρω εάν αυξηθούν οι απώλειες λόγω πολέμου.

Εάν όμως η ουκρανική κυβέρνηση και οι διεθνείς δωρητές αναλάβουν να καλύπτουν τις πρώτες ζημιές από επιθέσεις σε παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία, τότε οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες θα είναι πιο πρόθυμες να παρέχουν ασφαλιστική κάλυψη.

Έτσι θα εξασφαλιστούν πόροι για την ταχεία ανοικοδόμηση εργοστασίων, αγροτικών εκμεταλλεύσεων, ενεργειακών εγκαταστάσεων, καθώς και υποδομών μεταφορών και logistics.

2. Επέκταση του Ukrainian Recovery and Reconstruction Guarantee Facility (URGF)

Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης προωθεί την επέκταση του υφιστάμενου μηχανισμού εγγυήσεων URGF.

Ο μηχανισμός αυτός χρησιμοποιείται ήδη για την ασφάλιση αγροτικών εξαγωγών της Ουκρανίας, αλλά διαθέτει σημαντικούς περιορισμούς:

  • Κάλυψη έως 2 εκατ. ευρώ ανά αποστολή.
  • Μέγιστο 5 εκατ. ευρώ ανά πελάτη.
  • Κάλυψη μόνο για 60 ημέρες μεταφοράς.
  • Δεν καλύπτει αποθήκευση.
  • Περιορίζεται στους όρους “Free on Board” (FOB).

Αυτό σημαίνει ότι οι αγρότες δεν προστατεύονται όταν τα σιτηρά βρίσκονται σε λιμάνια ή αποθηκευτικούς χώρους, δηλαδή ακριβώς στα σημεία όπου η Ρωσία εντείνει σήμερα τις επιθέσεις της.

Οι εξαγωγές σιτηρών αποφέρουν στην Ουκρανία ετήσια έσοδα ύψους 10-11 δισ. δολαρίων.

Οι διεθνείς δωρητές πρέπει να καταστήσουν ξανά οικονομικά βιώσιμη τη ναυτιλία από τα ουκρανικά λιμάνια. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να βοηθήσουν την αγορά να βρει λύσεις.

Ως πρώτο βήμα, η ουκρανική κυβέρνηση και οι δωρητές θα μπορούσαν να αυξήσουν το μέγεθος και το εύρος του URGF, ώστε να καλύπτει και την αποθήκευση σε τερματικούς σταθμούς λιμένων.

Μια συμφωνία που θα υποχρέωνε τη Ρωσία να επιστρέψει στην προηγούμενη συμφωνία ναυσιπλοΐας της Μαύρης Θάλασσας θα αποτελούσε την ιδανική λύση για την προστασία αυτού του εμπορίου. Εναλλακτικά, θα μπορούσε να εξεταστεί κάποια μορφή αεροπορικής ή αμυντικής προστασίας του ΝΑΤΟ για τα πλοία που εκτελούν αυτές τις μεταφορές.

Συμπέρασμα

Η συμφωνία του Τραμπ με τον Πούτιν αποδυναμώνει την Ουκρανία, αλλά δεν πρόκειται να αλλάξει θεμελιωδώς την πορεία του πολέμου.

Αυτό που θα αποδειχθεί καθοριστικό είναι αν η ουκρανική οικονομία καταφέρει να αντέξει έναν δύσκολο χειμώνα, ώστε η χώρα να επιβιώσει από τον πόλεμο και παράλληλα να συμβάλει στη διατήρηση της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες γίνονται ολοένα και πιο απρόβλεπτες, απαιτείται ευρωπαϊκή ηγεσία για να επιτευχθεί αυτό.

Το ερώτημα παραμένει: θα ανταποκριθεί η Ευρώπη;

chathamhouse.org

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις10 λεπτά πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις1 ώρα πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Δημοφιλή