Ακολουθήστε μας

Ιστορία - Πολιτισμός

Από το πρωτόκολλο της Φλωρεντίας (17/12/1913) στην αυτόνομη Βόρειο Ήπειρο

Δημοσιεύτηκε στις

Μιχάλης Στούκας

Τα γεγονότα από τον Δεκέμβριο του 1913 ως τον Φεβρουάριο του 1914 – Η ανακήρυξη της αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου – Ο αυτονομιστικός αγώνας των Βορειοηπειρωτών και οι αντιδράσεις της ελληνικής κυβέρνησης

Με το βορειοηπειρωτικό ζήτημα, έχουμε ασχοληθεί πολλές φορές στο παρελθόν. Είναι ένα πολύ σοβαρό θέμα, με διάφορες πτυχές, που ακόμα και σήμερα έρχεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στο προσκήνιο.
Ο Αλβανός πρωθυπουργός Έντι Ράμα, δήλωσε πρόσφατα ότι «συζητάμε με την Ελλάδα θέμα συνόρων», κάτι που διέψευσε το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών. Επειδή, έχουμε να κάνουμε με πολύ σοβαρά και ευαίσθητα θέματα, ανεξάρτητα από τις ανακοινώσεις του ελληνικού ΥΠΕΞ, θεωρούμε ότι πρέπει να βρισκόμαστε σε επαγρύπνηση και να παρακολουθούμε τις εξελίξεις.
Αυτές τις μέρες, συμπληρώνονται 105 χρόνια, από την ανακήρυξη της «Αυτόνομης Πολιτείας της Βορείου Ηπείρου». Είχε προηγηθεί, στα τέλη του 1913, το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας, με το οποίο καθορίζονταν με ένα τελείως ανορθόδοξο και άδικο για τη χώρα μας τρόπο, τα ελληνοαλβανικά σύνορα.
Το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας, το έχουμε δημοσιεύσει αυτούσιο σε παλαιότερο άρθρο μας, το ξαναδημοσιεύουμε όμως και σήμερα, καθώς είναι μεγάλης ιστορικής σημασίας και αξίας.

1914_Epirus_1dr
cf85cf80cf8ccebccebdceb7cebcceb1-cf87ceaccf81cf84ceb7cf82-ceb2-ceb7cf80ceb5ceafcf81cebfcf85

Με αυτό το Πρωτόκολλο, παραχωρήθηκε στην Αλβανία μια περιοχή για την οποία ποτέ δεν πολέμησαν, αντίθετα βρισκόταν κάτω από τον πλήρη έλεγχο του Ελληνικού Στρατού.
Για τη δυσμενή εξέλιξη του ηπειρωτικού ζητήματος διατυπώθηκαν σφοδρές επικρίσεις εναντίον της κυβέρνησης Βενιζέλου. Κατηγορήθηκε για φοβική στάση απέναντι στην Ιταλία και ανοχή απέναντι στην απαράδεκτη μεθόδευση για τη διχοτόμηση της Ηπείρου.

Η Διεθνής Επιτροπή Εθνολογικής Έρευνας, χρησιμοποίησε ως μοναδικό κριτήριο για χαρακτηρισμό των κατοίκων ως Ελλήνων, την ελληνική μονογλωσσία και κατέτασσε στους Αλβανούς τους χρήστες του «αρβανίτικου» ιδιώματος, αν και η διεπιστημονική έρευνα απέδειξε ότι οι Έλληνες της Β. Ηπείρου, όπως και όλων των άλλων περιφερειακών περιοχών, δεν έμειναν αλώβητοι ούτε γλωσσικά ούτε θρησκευτικά στο πέρασμα των αιώνων.
Είναι πραγματικά πρωτοφανές, να μην ληφθούν υπόψη τα δημογραφικά στοιχεία μίας περιοχής, όταν γίνονται διαβουλεύσεις για την απόδοσή της σ’ ένα κράτος.

Στην οθωμανική απογραφή του 1908, από τους 500.000 κατοίκους της Ηπείρου, οι 380.000 (ποσοστό 76%), δήλωσαν Έλληνες Χριστιανοί. Τα ίδια στοιχεία δίνει και το Ινστιτούτο Γεωγραφίας της Ρώμης το ίδιο έτος.
Το 1914, η Διεθνής Επιτροπή Εθνολογικού Έλεγχου, έδωσε στοιχεία που καταδείκνυαν τη συντριπτική αριθμητική υπεροχή του πληθυσμού στη Βόρειο Ήπειρο.
Έτσι π.χ., στην Κορυτσά έχουμε 12.500 Έλληνες και 3.000 Αλβανούς, στη Χειμάρρα 1.000 Έλληνες και κανέναν Αλβανός, στο Δέλβινο 1.700 Έλληνες και κανένας Αλβανός. Ακόμα και στις περιοχές όπου υπήρχε αλβανική πλειοψηφία (Τεπελένι, Αχρίδα, Ελβασάν). Δυστυχώς, τα στοιχεία αυτά δεν τα αξιοποίησε η ελληνική πλευρά στην Πρεσβευτική Διάσκεψη του Λονδίνου για να εξουδετερώσει την ιταλοαυστριακή πρόταση του γλωσσικού κριτηρίου.

Στην Αθήνα υπήρξε διάσταση απόψεων μεταξύ του βασιλιά Κωνσταντίνου και της κυβέρνησης Βενιζέλου που απαγόρευσε τη διεξαγωγή μιας συγκέντρωσης στην Αθήνα, υπέρ του ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου. Ο Κωνσταντίνος απειλούσε ότι θα παραιτηθεί από τον θρόνο για να αναλάβει τα ηνία του βορειοηπειρωτικού αγώνα. Αυτό προκύπτει από τηλεγράφημα του επιτετραμμένου της Αυστροουγγαρίας στην Αθήνα προς τους προϊσταμένους του (2/12/1913, νέα ημερομηνία).

hqdefault
images__1_

Ο Κωνσταντίνος σκόπευε να παραιτηθεί υπέρ του διαδόχου Γεώργιου και να μεταβεί στη Βόρειο Ήπειρο μετά την αποχώρηση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων προκειμένου να ηγηθεί των δυνάμεων των Βορειοηπειρωτών. Όπως δήλωσε ο ίδιος στον Αυστριακό διπλωμάτη, ήταν μια σκληρή απόφαση καθώς θα εγκατέλειπε τον θρόνο και την οικογένειά του αλλά το να «σπεύσει εις βοήθειαν της Ηπείρου ανταποκρίνεται εις τα αισθήματά του και την βαθύτατην του πεποίθησιν».

Για το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας υπήρχαν όμως και διεθνείς αντιδράσεις. Στις 7 Ιανουαρίου 1914, ο Βρετανός Συνταγματάρχης Murray δήλωσε σε διάλεξή του στο Λονδίνο:

«Και να είχε ηττηθεί η Ελλάς δεν θα (της) επιβάλλονταν σκληρότεροι όροι για την Ήπειρο».

Ανάλογη ήταν η κατάσταση και στο Βελιγράδι όπου η σερβική πολιτική ηγεσία δεν ήθελε ούτε τη σύσταση αυτόνομου αλβανικού κράτους. Σχετικές είναι οι δηλώσεις του Σέρβου πρωθυπουργού Nikola Pasic που δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «Le Temps».

Στο μεταξύ, στη Βόρειο Ήπειρο η κατάσταση είχε εκτραχυνθεί καθώς ελληνικά τμήματα είχαν συμπλακεί με αλβανικές συμμορίες στις αρχές Ιανουαρίου 1914. Η «Επιτροπή Εθνικής Αμύνης του Αργυροκάστρου» (με πρόεδρο τον Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως Βασίλειο) αποφάσισε να συγκληθεί Πανηπειρωτικό Συνέδριο. Κοινοποίησε την απόφασή της με εγκύκλιο προς όλες τις επιτροπές Εθνικής Αμύνης της Ηπείρου τις οποίες καλούσε να στείλουν τριμελή αντιπροσωπεία στο Αργυρόκαστρο. Εκεί στις 30 Ιανουαρίου 1914 θα άρχιζε τις εργασίες του το συνέδριο για την εξέταση της κατάστασης και τη λήψη αποφάσεων σχετικά με το βορειοηπειρωτικό ζήτημα. Συγκεκριμένα καλούνταν οι Πρόεδροι των Επιτροπών «Εθνικής Αμύνης» Ιωαννίνων Φιλιππιάδος, Πρεβέζης, Παραμυθίας, Φιλιατών, Κονίτσης, Μετσόβου, Λεσκοβικίου, Κολωνίας, Κορυτσάς, Πρεμετής, Πωγωνίου, Χειμάρρας και Δελβίνου και η εφημερίδα «Ήπειρος» των Ιωαννίνων.

Στις 14 Ιανουαρίου 1914, ο Σπυρομήλιος έκανε έκκληση προς το Πανελλήνιο για τη σωτηρία της Ηπείρου. Στο μεταξύ, ο Βενιζέλος αποφάσισε την αντικατάσταση του ηπειρωτικής καταγωγής διοικητή του Ε’ Σώματος Στρατού Αντιστράτηγου Παναγιώτη Δαγκλή με τον Αναστάσιο Παπούλα μετά από απαίτηση των Μεγάλων Δυνάμεων. Επίσης, εκδόθηκε μια εγκύκλιος της Γενικής Διοικήσεως Ηπείρου προς τους Διοικητικούς Επιτρόπους Περιφέρειας με την οποία κοινοποιούνταν οι παρακάτω οδηγίες για την ομαλή εκκένωση της Βορείου Ηπείρου από τον Ελληνικό Στρατό:

α) να επιδιωχθεί ,αν αυτό ήταν εφικτό, η συνδιαλλαγή των δύο στοιχείων (ελληνικού και αλβανικού)
β) να σταματήσει ο αφοπλισμός των Αλβανών και να τους επιστραφούν όσα είδη έχουν αφαιρεθεί
γ) να απαγορευθεί η κυκλοφορία ατάκτων και να αφοπλισθούν όσοι ήδη υπήρχαν
δ) να καταδιωχθεί οποιαδήποτε παράνομη ενέργεια εναντίον των Αλβανών και
ε) να απαγορευθεί η είσοδος ανταρτών ή εθελοντικών σωμάτων στην Ήπειρο.Οι οδηγίες αυτές προκάλεσαν τεράστιες αντιδράσεις τόσο στην Ήπειρο όσο και στην Αθήνα. Πρέπει να είναι μια από τις ελάχιστες φορές, που ένα κράτος καταδιώκει τους δικούς του πολίτες και προστατεύει τους υπηκόους ενός άλλου κράτους (οδηγία δ).

Οι Χειμαρριώτες, πρωταγωνιστές πολλών επαναστατικών κινημάτων στη διάρκεια της τουρκοκρατίας, έστειλαν επιστολή στον Βασιλιά Κωνσταντίνο στις 24 Ιανουαρίου 1914. Αναφέρουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:
«Αλλ’ όταν Μεγαλειότατε, ο μέλλων ηγεμών της Αλβανίας (ο πρίγκιπας Wied) πριν ή πατήσει το έδαφος αυτής κινδυνεύει την ζωή του, διότι είναι Χριστιανός Ευρωπαίος, πώς θα ζήσωμεν Έλληνες ημείς υπό τους Αλβανούς, οίτινες ανετράφησαν να μας θεωρούσιν ως σκύλους του Κορανίου;
Και γιατί θα υποδουλωθούμεν εις λαόν, όστις δεν επολέμησε δια την ελευθερίαν του;».

Scan_0002
Scan_0003
Στις 25/1/1914, ο Σπύρος Σπυρομήλιος, πολιτικός και στρατιωτικός διοικητής Χειμάρρας , στέλνει τηλεγράφημα διαμαρτυρίας:
«Ενδεχόμενη διαταγή Κυβερνήσεως προς αφοπλισμόν ατιμάζει φυλήν», γράφει χαρακτηριστικά.

Οι κάτοικοι του Δέλβινου, απογοητευμένοι από τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης, έστειλαν στον βασιλιά Κωνσταντίνο έκκληση, καθώς πίστευαν ότι μόνο αυτός μπορούσε να σώσει τη Βόρεια Ήπειρο. Στις 31 Ιανουαρίου 1914, επιδόθηκε στην ελληνική κυβέρνηση διακοίνωση των Μεγάλων Δυνάμεων, με την οποία διατυπωνόταν η αξίωση, μέσα σε καθορισμένη προθεσμία, να αποχωρήσει ο Ελληνικός Στρατός από τη Βόρειο Ήπειρο, διαφορετικά τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου δεν θα αποδίδονταν στην Ελλάδα. Επρόκειτο για ωμό εκβιασμό! Η διακοίνωση αυτή, προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις τόσο της ελληνικής όσο και της οθωμανικής κυβέρνησης. Ο τότε Υπουργός Εξωτερικών Γεώργιος Στρέιτ, έστειλε επιστολή προς τις Μεγάλες Δυνάμεις, με την οποία αποδέχεται ουσιαστικά τις αποφάσεις τους (με τις οποίες Ίμβρος, Τένεδος και Καστελόριζο δίνονται στην Τουρκία και η Β. Ήπειρος στην Αλβανία). Το μόνο που ζητά, είναι κάποια χωριά της κοιλάδας του Αργυρόκαστρου να δοθούν στην Ελλάδα (δεν αναφέρει ποια χωριά), με αντάλλαγμα επέκταση της αλβανικής ακτής ως το ακρωτήριο Παναγιά και την καταβολή 2.500.000 φράγκων στην Αλβανία. Κάτι ανάλογο, είχε πράξει η Ελλάδα και κατά την απελευθέρωσή της από τους Τούρκους όταν δόθηκαν χρήματα για να προσαρτηθεί στη χώρα μας η Φθιώτιδα. Τα εδάφη μένουν, τα χρήματα ξοδεύονται, ήταν η πάγια ελληνική αρχή και πρακτική, ως το 1923, οπότε αντί να δοθούν χρήματα στους Τούρκους, παραχωρήθηκε το Τρίγωνο του Κάραγατς (δείτε σχετικά άρθρα μας), με το οποίο θα ελεγχόταν όλη η περιοχή της Αδριανούπολης… Η κήρυξη της αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου παρά τις προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης να μην διεξαχθεί το Πανηπειρωτικό Συνέδριο, αυτό έγινε κανονικά στο Αργυρόκαστρο. Πραγματοποιήθηκαν έξι συνεδριάσεις ως τις 5 Φεβρουαρίου. Λήφθηκε απόφαση για την οργάνωση ένοπλου αγώνα με σκοπό τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας και της ένωσης με την Ελλάδα. Συγκροτήθηκε οργανωτική επιτροπή που θα έπαιρνε τις σχετικές αποφάσεις. Στις 9/2/1914, οι στρατιωτικές αρχές διέταξαν τη σύλληψη του Σπυρομήλιου και έκαναν νέες προσπάθειες για τορπιλισμό του συνεδρίου.

Ο Σπυρομήλιος, έστειλε στους μητροπολίτες Δρυϊνουπόλεως Βασίλειο και Βελλάς και Κονίτσης Σπυρίδωνα, το ακόλουθο κρυπτογραφημένο τηλεγράφημα: “Προς Πρόεδρον Συνελέυσεως, Στρατηγός (εννοεί τον Παπούλα), έρχεται Αργυρόκαστρον αύριον εξ Ιωαννίνων όπως φυλακίσει υμάς (τον Σπυρομήλιο) STOP. Έδωσεν διαταγήν συλλήψεως και ματαιώσεως ανταρσίας STOP. Εκκένωσις αρχίζει εκ Κορυτσάς 16 (Φεβρουαρίου) STOP. Αύριο πρωί κηρύξατε αυτονομίαν. Πράττω ίδιος. Σπυρομήλιος”. Πραγματικά, στις 10 Φεβρουαρίου 1914, ο Σπύρος Σπυρομήλιος, κήρυξε την αυτονομία της Χειμάρρας. Ο Ελληνικός Στρατός, που κατείχε τη Βόρειο Ήπειρο, άρχισε να αποχωρεί. Ο Συνταγματάρχης Αλέξανδρος Κοντούλης, παρέδωσε την Κορυτσά στους Αλβανούς και οργάνωσε την παράδοση της Κολωνίας και της Μοσχόπολης. Η ενέργεια του αυτή τον στιγμάτισε ως το τέλος της ζωής του. Στο Αργυρόκαστρο, ο Παπούλας βλέποντας το φρόνημα των κατοίκων, δίστασε. Τελικά αναγκάστηκε να υπακούσει στις διαταγές και να παραχωρήσει την πόλη στους Αλβανούς. Όμως, στις 15 Φεβρουαρίου 1914, συγκροτήθηκε η κυβέρνηση της “Αυτόνομης Δημοκρατίας της Βορείου Ηπείρου”. Πρόεδρος της ήταν ο Γεώργιος Χρηστάκης-Ζωγράφος, μέλη της οι Μητροπολίτες Δρυϊνουπόλεως Βασίλειος Βελλάς και Κονίτσης Σπυρίδων, Κορυτσάς Γερμανός, ο Δημήτριος Δούλης ως Υπουργός Στρατιωτικών και ο Ιωάννης Παρμενίδης, ως Υπουργός Οικονομικών.

Η επίσημη ανακήρυξη, έγινε στις 17/2/1914, έξω από το Αργυρόκαστρο, στη θέση Άσμακα. Εκεί υψώθηκε η σημαία της Αυτόνομης Βορείου Ηπείρου και ανακηρύχθηκε επίσημα η αυτονομία της. Επειδή υπήρχαν πληροφορίες ότι η ελληνική κυβέρνηση είχε διατάξει τη φρουρά του Αργυρόκαστρου να παρεμποδίσει την κήρυξη της αυτονομίας, 2.000 έμπειροι Βορειοηπειρώτες αδελφούς ήταν έτοιμοι να συγκρουστούν μαζί τους. Οι Έλληνες στρατιώτες όμως έδειξαν αλληλεγγύη στους Βορειοηπειρώτες αδελφούς τους και παρά τις έντονες διαμαρτυρίες των Ολλανδών αξιωματικών που είχαν έρθει για να παραλάβουν την πόλη, αρνήθηκαν να παρεμποδίσουν τις εκδηλώσεις. Η 17η Φεβρουαρίου, αποτελεί ημέρα-σταθμό στην ιστορία του Βορειοηπεριωτικού ελληνισμού. Δυστυχώς όμως, οι εξελίξεις στο θέμα της Β. Ηπείρου, δεν ήταν ευνοϊκές για τη χώρα μας αλλά και για την πολύπαθη αυτή περιοχή. Τι ακολούθησε μετά την κήρυξη της αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου, θα το δούμε σε μελλοντικό μας άρθρο, ελπίζουμε σύντομα. Ας δούμε όμως τι έγραψε για τη Βόρειο Ήπειρο ο Γάλλος δημοσιογράφος και συγγραφέας Rene Puaux (Ρενέ Πιό), στον πρόλογο του, εκτός κυκλοφορίας πλέον, βιβλίου του “Δυστυχισμένη Βόρειος Ήπειρος” (“La Malheureuse Epire”) :“Η Ευρώπη θα επιτρέψει να διαπραχθεί ένα έγκλημα. Κατά τη στιγμή που το μικρό τούτο βιβλίο θα τυπώνεται, η τύχη των επίμαχων εδαφών της Βορείου Ηπείρου θα έχει αποφασισθεί. Οι Μεγάλες Δυνάμεις, ικανοποιώντας την ιταλική βουλιμία θα παραχωρήσουν στο φτιαχτό βασίλειο της Αλβανίας εδάφη κατοικούμενα από Έλληνες πατριώτες, τους οποίους και θα εγκαταλείψουν στην τυραννία των Αλβανών μπέηδων…

st1
st2

Ο κ. Ντι Σαν Τζουλιάνο (υπουργός εξωτερικών της Ιταλίας μεταξύ 1910-1914, εχθρός της χώρας μας για την οποία αισθανόταν μίσος που έφτανε στη μανία, όπως έγραφε ο Γερμανός πρεσβευτής στη Ρώμη Γκέορκι Φον Γιάγκοβ), συνερπαμένος από μία ουτοπία και εμπλέκοντας τη διπλωματία της χώρας του στον δρόμο της παράφορης πραγματικότητας (η οποία είχε φθάσει ως την πλαστογράφηση της απτής πραγματικότητας, όπως αποκάλυψε ο Κλεμανσό σε άρθρο του στην εφημερίδα “Ελεύθερος Άνθρωπος”, στις 13/5/1913), θα προσφέρει στην Ιταλία τις χειρότερες υπηρεσίες. Και η ευθύνη θα βαρύνει κατ’ εξοχήν τον ίδιο. Διότι δεν είναι ο ιταλικός λαός αλλά και η σημερινή κυβέρνηση που πεισματικά ακολουθεί την πολιτική αυτή”

Πηγές: Δρ ΙΩΑΝΝΗΣ Σ. ΠΑΠΑΦΛΩΡΑΤΟΣ, “Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ, ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΑΓΝΩΣΤΑ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ”, Εκδόσεις ΠΕΛΑΣΓΟΣ, Α’ ΕΚΔΟΣΗ 2018
Ευχαριστούμε θερμά τον Δρα. Ι. Παπαφλωαράτο που μας επέτρεψε να χρησιμοποιήσουμε στοιχεία από το βιβλίο του ΧΡΗΣΤΟΣ ΡΗΓΑΣ, “ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ, η συνεχιζόμενη ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ”, εκδόσεις Ε. ΡΗΓΑ.
Rene Puaux, “Δυστυχισμένη Βόρειος Ήπειρος”, εκδόσεις ΤΡΟΧΑΛΙΑ
Στο βιβλίο αυτό θα επανέλθουμε, καθώς εκτός από τις προσωπικές μαρτυρίες του Ρενέ Πιό (1913), περιέχει και πολύ ενδιαφέροντα κείμενα για το Βορειοηπειρωτικό του σπουδαίου βαλκανιολόγου Α.Α. Λαζάρου.

Δημοσιεύθηκε στο Πρώτο Θέμα

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ιστορία - Πολιτισμός

17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

Τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια βρίσκονται χτισμένα σε ορεινή περιοχή του νομού Σερρών, κοντά στις ακτές του Στρυμονικού Κόλπου και την Αμφίπολη.

Λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα ιδρύθηκε στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως με πρωτοβουλία του Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, η οργάνωση Ελευθερία. Ακολούθησε στα μέσα του καλοκαιριού του 1941 η δημιουργία της αντάρτικης ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος στην περιοχή της Νιγρίτας και της αντάρτικης ομάδας Αθανάσιος Διάκος στα ορεινά του νομού Κιλκίς. Στις αρχές Σεπτεμβρίου αντάρτες της ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος με αρχηγό τον δάσκαλο Κερδυλιώτη Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο προχώρησαν στον αφοπλισμό των σταθμών της γερμανικής χωροφυλακής στα χωριά Ευκαρπία και Μαυροθάλασσα και στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 στον αφοπλισμό του σταθμού της χωροφυλακής στη Δάφνη, στην περιοχή της Νιγρίτας.

Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή

Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών στους σταθμούς της χωροφυλακής των παραπάνω χωριών η γερμανική πλευρά εστίασε την προσοχή της στην ευρύτερη περιοχή. Έγιναν έρευνες στην περιοχή και ανακρίθηκαν κάτοικοι, στους οποίους επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της παροχής βοήθειας στους αντάρτες θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τα χωριά τους. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι κατοχικές δυνάμεις δεν ήταν σημαντικές ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τους αντάρτες και αυτούς που τους βοηθούσαν.

Έτσι σε μια σύσκεψη που έγινε στην υπηρεσία αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η οργάνωση ενός δικτύου πληροφοριοδοτών (γερμανικά: Vertrauensleute ή V-Mann ελληνικά: Άνθρωποι εμπιστοσύνης) στην περιοχή μέσω του οποίου θα έπαιρναν οι Γερμανοί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών, για το που έκρυβαν τον οπλισμό τους και για το πως γινόταν η τροφοδοσία τους.

Στις αρχές Οκτωβρίου ο Δημήτριος Κίκηρας, ένας κάτοικος του Κάτω Κερδυλίου, έλαβε από τους αντάρτες χρήματα και ένα ζώο προκειμένου να αγοράσει και να μεταφέρει σ’ αυτούς τρόφιμα. Ο Κίκηρας όμως καταχράστηκε τα χρήματα και τότε ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, ο Μιχάλης Μπογατσόπουλος, τον απείλησε προκειμένου να τους δώσει τα τρόφιμα που έπρεπε να είχε αγοράσει ή να επιστρέψει τα χρήματα. Για να βρει τα χρήματα ο Κίκηρας προσπάθησε να ληστέψει, στις 10 Οκτωβρίου του 1941, τον καλόγερο Γρηγόριο Καρακαλινό, από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου λίγο έξω από το Άνω Κερδύλιο αλλά τελικά σκότωσε το βοηθό του καλόγερου, τραυματίστηκε ο ίδιος και διέφυγε. Την επομένη και αφού ο καλόγερος κατήγγειλε το γεγονός, ο Κίκηρας συνελήφθη στο σπίτι ενός γιατρού στην Ευκαρπία. Κατά την ανάκριση έδωσε ονόματα των ανταρτών που καταγόταν από το Ανω και Κάτω Κερδύλιο καθώς και τα ονόματα όσων τους τροφοδοτούσαν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ ερεύνησε τα δυο χωριά, συγκέντρωσε και ανέκρινε τους κατοίκους και αναζήτησε όσους είχε κατονομάσει ο Κίκηρας χωρίς όμως να τους βρει. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εκτέλεσε ένα άτομο στο Κάτω Κερδύλιο, πυρπόλησε ορισμένα σπίτια ανταρτών και συνέλαβε μερικά άτομα. Στους συγκεντρωμένους κατοίκους δηλώθηκε ότι θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε βοήθεια προς τους αντάρτες γιατί αλλιώς θα έκαιγαν όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια των χωριών και θα εκτελέσουν όλους τους άνδρες κατοίκους.

Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και δημιούργησαν μια επιτροπή που αποτελούταν από τον πρόεδρο του Άνω Κερδυλίου, το γραμματέα και τον κοινοτικό σύμβουλο και η οποία στις 16 Οκτωβρίου 1941 πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διοικηση για να διαβιβαστεί στη συνέχεια στις γερμανικές αρχές. Στην αίτηση αυτή η επιτροπή επικροτούσε τις τελευταίες γερμανικές επιχειρήσεις και ζητούσε την αποστολή στην περιοχή δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής ή και γερμανικής μονάδας “ίνα ούτω εξοντώσωμεν τους ληστοσυμμορίτας και ησυχάση η επαρχία μας”.

Στις 16 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ έκανε επιδρομή στα χωριά Ζερβοχώρι, Δάφνη και Σιτοχώρι και κατέστρεψε 20 σπίτια και 2 αχυρώνες. Στο συνοικισμό Ορέσκεια Δάφνης προχώρησε στην εκτέλεση δύο ανθρώπων για κατοχή όπλων. Στο Σιτοχώρι εκτέλεσε άλλους δύο “διότι καθ΄ομολογία των συμμετέσχον εις το γνωστόν κίνημα της Νιγρίτης αλλά μετανοήσαντες επέστρεψαν εις το χωρίον των”.

Χρονικό της τραγωδίας

Ξημερώματα της 17 Οκτωβρίου 1941, δύο λόχοι του 220ου Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ με δύναμη 250 ανδρών υπο τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ (Wendler) και Σράινερ Σράινερ ξεκίνησαν από τον Σταυρό Θεσσαλονίκης για τα Κερδύλια έχοντας μαζί τους κρατούμενους Κερδυλιώτες. Φτάνοντας κοντά στα χωριά άφησαν τα αυτοκίνητα, άρχισαν να ανεβαίνουν από τρία σημεία και περικύκλωσαν τα Άνω Κερδύλια από την θέση Στρόβολο και τα Κάτω Κερδύλια από την θέση Λειβάδια. Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επιχείρησης και το γεγονός ότι άφησαν τα αυτοκίνητα μακριά από τα χωριά δείχνει οι Γερμανοί στρατιώτες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους. Και πραγματικά σχεδόν το σύνολο των κατοίκων των δύο χωριών συνελήφθη. Κανείς δεν προσπάθησε να αποδράσει επειδή οι κάτοικοι, καθώς δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, δεν πήραν στα σοβαρά τις γερμανικές απειλές.

Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ συγκέντρωσαν τους αρρένες κατοίκους μεταξύ 16 και 60 χρόνων στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά αρχικά συγκεντρώθηκαν στα σχολεία και στη συνέχεια, αφού είχαν απομακρυνθεί οι άντρες, τους επετράπηκε να πάρουν μαζί τους όσα πράγματα μπορούσαν και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία ενώ κλείδωσαν σε κοινοτικό κατάστημα 23 υπερήλικες, οι οποίοι αργότερα κινδύνεψαν από την πυρπόληση του χωριού .

Στις 09.00 το πρωί δόθηκε το σήμα με μια φωτοβολίδα, και οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να εκτελούν άρρενες κατοίκους ηλικίας από 16 μέχρι 60 ετών. Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν στο Άνω Κερδύλιο δεκαεπτά άτομα άνω των εξήντα ετών, μεταξύ των οποίων ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας και στο Κάτω Κερδύλιο δέκα γέροντες. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν μετά το τέλος των εκτελέσεων για την ταφή των νεκρών.

Τα κτίρια των χωριών κάηκαν εκτός από τις εκκλησίες και μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.

Ο αριθμός των θυμάτων

Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές λίστες εκτελεσθέντων ο αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 214 άτομα. Οι εκθέσεις των τότε αστυνομικών αρχών και της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας έκαναν λόγω για 211-212 εκτελεσθέντες ενώ οι γερμανικές αρχές κατοχής για 207. Στην έκθεση που συνέταξε μεταπολεμικά το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου αναφέρεται ότι οι νεκροί ήταν 222. Τέλος ο Γιάννης Παπασυμεών στο βιβλίο του για την καταστροφή των Κερδυλίων δημοσιεύει κατάσταση 230 ατόμων, μεταξύ των οποίων και ετεροδημότες, που συντάχθηκε μεταπολεμικά από την κοινότητα των Νέων Κερδυλίων.

Μετά την καταστροφή

Η επίσημη ανακοίνωση από την γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1941, αναφέρει:

«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζόμενη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδόμενη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσποριστεί χρηματικά μέσα, τη σύλληψιν Ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι’ αυτών τον φόνον Γερμανών στρατιωτών… Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 Γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα το φόνο δύο Γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ’ αυτού τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως»..

Τα χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι έκτισαν αργότερα το 1955 τον σύγχρονο οικισμό των Νέων Κερδυλίων. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με το Προεδρικό Διάταγμα 393/7-12-1998 και η κοινότητα Νέων Κερδυλίων ως μαρτυρική. Το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων θεωρείται η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων από τα στρατεύματα κατοχής στην Βόρεια Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ιστορία - Πολιτισμός

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Δημοσιεύτηκε

στις

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.

Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.

Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.

Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας

Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.

Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης

Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.

Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.

Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία

Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.

Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.

#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια

Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.

Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.

Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.

Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.

Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές

Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.

Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο

Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.

Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.

Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».

Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.

Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.

Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.

Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.

Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»

Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.

Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.

Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.

Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.

Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις10 λεπτά πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις1 ώρα πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Δημοφιλή